ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΥΣ «ΠΕΡΙΘΩΡΙΑΚΟΥΣ»
ΤΗΣ ΕΥΑΣ ΛΑΔΙΑ

Όταν αποφασίσαμε στη δημοσιογραφική μας συντροφιά να ξεπεράσουμε την
τετριμμένη θεματογραφία και ν’ αγγίξουμε επιτέλους με την πέννα μας κάποιες
κοινωνικές πληγές μάς συνεπήρε ένας απερίγραπτος ενθουσιασμός.
Δεν ήταν και μικρό πράγμα να παραμερίσουμε κάποιες προκαταλήψεις και να
συζητήσουμε με την πόρνη, το ναρκομανή, τον ομοφυλόφιλο τα προβλήματά τους.
Μα όσο εύκολα κ αν φαίνονται όλα θεωρητικά, στην εφαρμογή τους έδειξαν
πόσο δύσκολα ήταν.
Το διαπίστωσα πρώτη ένα απόγευμα παίρνοντας τον δρόμο για τη Φορτέτζα.
Ακόμα και τώρα που επιχειρώ να κάνω ρεπορτάζ μια συγκλονιστική εμπειρία
μου, προσπαθώ να καταλάβω τι ήταν εκείνο που με γέμιζε φόβο καθώς πλησίαζα
ένα χώρο που ο έρωτας είχε διατίμηση σαν ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα.
-Μα τι σ’ έπιασε; Μάλωνα τον εαυτό μου. Μια γυναίκα πηγαίνεις να
συναντήσεις, όχι κάποιο μυθικό τέρας. Κ αν αυτή εμπορεύεται το κορμί της, εσένα
δεν σε πειράζει. Πόσες και πόσες δεν υποβιβάζουν σήμερα τον έρωτα σε σπορ. Μ’
αυτές συζητάς. Την άλλη γιατί τη φοβάσαι; Μήπως γιατί είναι η «επίσημη»; Εμπρός
λοιπόν προχώρα.
Το ανηφοράκι άρχιζε να μου φαίνεται ατέλειωτο.
Μια γριά που με κοίταζε περίεργα, για να μην πω εχθρικά, λίγο έλειψε να με
κάνει να πάρω τον δρόμο της επιστροφής.
Έσφιξα ενστικτωδώς το ντοσιέ με το σημειωματάριο και λες πως μου ’δωσε
κουράγιο αυτή η επαφή που μου θύμιζε την αποστολή μου, έφτασα έξω από την
ανοικτή πόρτα που ήξερα πως με περίμεναν.
Εκείνη καθόταν στην είσοδο. Σηκώθηκε μόλις με είδε και με καλωσόρισε
χωρίς κανένα τρακ.
Συστηθήκαμε. Για κείνην από την αρχή που κανονίστηκε το ραντεβού δεν
ήμουν Κοινωνική Λειτουργός, όπως ψιθυρίστηκε στη γειτονιά. Η ιδιότητά μου όμως
δεν της προκαλούσε καμιά επιφύλαξη.
Το ’δειξε καθώς μου άνοιξε μια πόρτα να περάσω. Μπήκα σε μια
κρεβατοκάμαρα από ακριβό ξύλο. Όλα άστραφταν από καθαριότητα εκεί μέσα. Κι
ένα ακριβό άρωμα έκανε, παρά τη ζέστη, πιο ευχάριστη την ατμόσφαιρα.
Κάθισα στο σκαμπό της τουαλέτας. Πλάι μου μια σειρά καλλυντικών
μαρτυρούσαν την προσπάθεια της κοπέλας που με δέχτηκε να είναι πάντα
περιποιημένη. Εκείνη ήδη είχε πάρει θέση απέναντί μου και περίμενε να κάνω την
αρχή. Ξαφνικά όμως είχα ξεχάσει όλες τις ερωτήσεις που είχα προγραμματίσει να
της κάνω κι έπιασα να την παρατηρώ.
Ήταν νέα και συμπαθητική. Το πρόσωπο της, μ’ ελαφρό μακιγιάζ, δεν έδειχνε
καμιά ενοχή. Το βλέμμα της ήταν ξεκάθαρο έτσι όπως με κοίταζε. Φορούσε ένα
νυχτικό με βαθύ ντεκολτέ που αυτό μόνο μου θύμιζε, κείνη την ώρα, το επάγγελμά
της.
-Λοιπόν; Με ρώτησε ανάβοντας τσιγάρο. Τι θες από μένα. Γιατί ήρθες;
Η φωνή της ήταν βαθιά και ζεστή. Με αντιμετώπιζε με μια φιλική περιέργεια.
Κι έτσι πήρα το θάρρος να ξεκινήσω την κουβέντα.
Αφού της εξήγησα τον σκοπό της επίσκεψής μου, βρήκα μια στιγμή την
ευκαιρία να φτάσω και στην ερώτηση που με έκαιγε.
-Πώς ξεκίνησα θες να μάθεις ε; Σάμπως ξέρω κι εγώ;
Παντρεύτηκα μόλις τέλειωσα το Γυμνάσιο. Ο γάμος μου δεν πήγε καλά.
Χώρισα. Αμέσως φάνηκαν οι πρώτες δυσκολίες. Έπρεπε να συντηρήσω τον εαυτό
μου και την κόρη μου. Δούλεψα σ’ ένα μπαρ. Εκεί γνώρισα ένα θαυμάσιο παιδί.
Περνούσαμε πολύ όμορφα. Μου φερόταν με στοργή, με κατανόηση.
-Και το παιδί σου;
-Το ’κλεισα σ’ ένα ακριβό σχολειό. Δε μου έλειπε τίποτα. Με τον άνδρα που
συζούσα δεν είχα κανένα πρόβλημα. Μια μέρα όμως σ’ έναν καβγά τράβηξε όπλο
και πυροβόλησε στον αέρα. Έτσι για εκφοβισμό. Τον έπιασαν. Δικάστηκε αρκετά
χρόνια και κλείστηκε στη φυλακή. Εκεί μέσα αρρώστησε και πέθανε. Μου στοίχισε
ο θάνατός του. Έφυγα από την Αθήνα κι ήρθα εδώ σε μια γειτονική πόλη.
Άνοιξα μπαρ και δούλευα. Όχι βέβαια ικανοποιητικά. Τα έξοδα της κόρης μου
πάντως βγαίνανε. Άρχισαν όμως να με κυνηγούν. Συνέχεια μού έκαναν μηνύσεις;
Αναγκάστηκα κι εγώ να το κλείσω. Κι ήρθα εδώ. Είναι ήσυχα. Δεν έχω
παράπονο.
-Και γιατί διάλεξες αυτή τη δουλειά; Μορφωμένη κοπέλα όπως είσαι δεν θα
’βρισκες κάτι καλύτερο;
-Ήθελα να μαζέψω χρήματα. Για να κάνω μια δική μου δουλειά. Το ’χω βάλει
σκοπό και θα το πετύχω.
-Και σού αποδίδει το επάγγελμα που κάνεις;
-Βγάζω 4.000 και 5.000 δρχ. τη μέρα.
-Ίσως είναι αστεία η ερώτηση που θα σου κάνω αλλά δεν αντέχω στον
πειρασμό να μην μάθω αν η χαλάρωση των ηθών που είναι πια μια πραγματικότητα
κι αυτή η σεξουαλική απελευθέρωση, δεν δημιούργησαν προβλήματα στη δουλειά
σου;
-Όσες είναι από παλιά στο επάγγελμα παραδέχονται ότι πριν από χρόνια
έβγαζαν περισσότερα. Μα και τώρα δεν βγάζουν λίγα ξέρεις.
-Αντιμετωπίζεις προβλήματα από τους πελάτες σου;
-Να σου πω. Εδώ είναι ήσυχοι άνθρωποι. Δεν αντιμετωπίζεις τους κινδύνους
μιας μεγαλούπολης. Ωστόσο πάντα νιώθεις μια επιφύλαξη. Γιατί δεν ξέρεις με τι
άνθρωπο έχεις να κάνεις κάθε φορά.
Σε γενικές γραμμές δεν έχω παράπονο. Οι πελάτες μου είναι άτομα κάθε
ηλικίας, κάθε μορφωτικού επιπέδου.
-Εσύ η ίδια πώς βλέπεις τη δουλειά σου;
-Σαν λειτούργημα κοινωνικό πίστεψέ με. Σκέψου ότι έρχονται έφηβοι που από
μένα εξαρτάται η υπόλοιπη σεξουαλική τους ζωή. Εκείνη τη στιγμή δεν τους
αντιμετωπίζω σαν πελάτες. Μα μένω λίγο παραπάνω κοντά τους για να τους μυήσω
όσο γίνεται πιο σωστά και να μην τους δημιουργήσω ψυχολογικό πρόβλημα. Και
μετά δεν νιώθω καμιά ενοχή γιατί αν κάτι φθείρω είναι ο εαυτός μου. Δεν πειράζω
κανέναν άλλον.
-Συνήθως οι κοπέλες που κάνουν αυτή τη δουλειά έχουν κάποιους για να τις
προστατεύουν. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Μάλιστα σχεδόν όλοι αυτοί οι τύποι
εκμεταλλεύονται όσο γίνεται περισσότερο τις κοπέλες αυτές. Τί έχεις να μας πεις
πάνω σε τούτο;
-Νομίζω πως τα πράγματα σήμερα είναι διαφορετικά. Το πόσο θα
εκμεταλλευτεί ένας άνδρας την αδυναμία σου για στοργή και συντροφιά για να σε
μεταβάλλει σε πηγή εύκολου κέρδους εξαρτάται από τον χαρακτήρα σου. Και ας μη
συνεχίζουν ακόμα να πιστεύουν πως μόνο στη δική μας τάξη ο άνδρας
εκμεταλλεύεται τη γυναίκα.
Πόσες δεν ξέρω που ενώ εργάζονται σε δουλειές κοινωνικά παραδεκτές, τα
δίνουν μέχρι δεκάρας στον σύντροφό τους για να μην τον χάσουν.
-Θα ’θελες να μου πεις πώς περνάς τις ελεύθερες ώρες σου;
-Πηγαίνω σε φίλες μου που μένουν στα Χανιά ή στο Ηράκλειο, διαβάζω…
-Τι διαβάζεις περισσότερο;
-Καζαντζάκη, Μπρέχτ, κι άλλους λογοτέχνες. Επίσης μ’ αρέσουν τα βίπερ
επιστημονικής φαντασίας.
-Όταν κατεβαίνεις στην πόλη ενοχλείσαι από τις ματιές εκείνων που σε
γνωρίζουν;
-Καθόλου. Αγαπώ τους ανθρώπους και θέλω να νιώθω πως είμαι ανάμεσά
τους. Κατεβαίνω στην παραλία, πίνω τον καφέ μου, συζητώ. Δεν νιώθω άσχημα. Θα
με πείραζε μόνον αν έβλεπα κάποιον να με δείχνει λέγοντας στη συντροφιά του
«αυτή είναι πόρνη». Αυτή τη βρισιά δεν θα την άντεχα.
-Άκουσα πως και ’σεις αρχίσατε να συνδικαλίζεστε. Σε ποιο στάδιο βρίσκεται
η ενέργεια αυτή;
-Στην πρωτεύουσα το ’χουν καταφέρει σχεδόν. Βρισκόμουν τότε στην Αθήνα
και παρακολούθησα την πρώτη ανοιχτή συγκέντρωση που έγινε σε κεντρικό
κινηματογράφο.
Εύχομαι το ίδιο να συμβεί και στην επαρχία. Να συνδικαλιστούν όλες οι
κοπέλες και να διεκδικήσουν το δικαίωμα για σύνταξη και ιατροφαρμακευτική
περίθαλψη. Άνθρωποι δεν είναι κι αυτές;
-Ασχολείσαι με τα πολιτικά θέματα; Συζητάς γι’ αυτά;
-Ναι ενδιαφέρομαι για ότι αφορά τη χώρα μου και τις σχέσεις της με τα ξένα
κράτη. Είμαι μάλιστα συνειδητά ενταγμένη στον δημοκρατικό χώρο.
-Την ισοτιμία πως τη βλέπεις εσύ;
-Πιστεύω ότι η γυναίκα ήταν ανέκαθεν ίση με τον άνδρα. Καιρός όμως να το
αποδείξει η ίδια στην πράξη συνεχίζοντας τον αγώνα της.
-Σκέπτεσαι να συνεχίσεις αυτή τη δουλειά;
-Για κανέναν λόγο. Δυο – τρία χρόνια θα δουλέψω ακόμα και μετά θα
επενδύσω τις οικονομίες μου στην επιχείρηση που ονειρεύομαι.
Όταν σηκώθηκα να φύγω, έσφιξα χωρίς φόβο κι επιφύλαξη το χέρι εκείνης της
κοπέλας. Καταλάβαινα πως είχε ανάγκη αυτή την ενθάρρυνση για το ξεκίνημα μιας
νέας ζωής.
Αυτό σίγουρα με το στεγνό ηθικό κήρυγμα δεν θα το καταφέρουμε.
Θα το πετύχουμε και χωρίς κόπο, αν ειλικρινά δείξουμε σ’ αυτές τις γυναίκες,
που είναι άνθρωποι σαν και μας, ότι κάθε στιγμή η κοινωνία τις περιμένει.
Για ν’ αγκαλιάσει προσπάθειες τους που δεν θα τις φθείρουν πια ηθικά και
πνευματικά.
Δεν θα θελήσουμε ποτέ απ’ αυτές τη μετάνοια που μόνον ένας αναμάρτητος
μπορεί να δεχτεί. Μα την έμπρακτη διαβεβαίωση τους ότι κατάλαβαν πως η
πορνεία, όσο κι αν την θεωρούν μερικοί επάγγελμα είναι μια πληγή κοινωνική που
μπορεί να θεραπευτεί. Και την ενεργό συμμετοχή τους στο κτίσιμο μιας πιο ηθικής
κοινωνίας που δεν θα θριαμβεύει πια το πνεύμα της υποκρισίας αλλά της
αδελφοσύνης και της αγάπης.
ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ»
ΑΡ. ΤΕΥΧΟΥ 7
ΙΟΥΛΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1983