Αγνωστοι ήρωες που έγραψαν ιστορία

ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΚΡΗΤΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ: Ήταν δάσκαλος και καπετάνιος στην επανάσταση του ’66 στην
Κρήτη και καταγόταν από το Γερακάρι.
ΑΓΓΓΕΛΙΔΑΚΗΣ ΜΑΡΚΟΣ: Γεννήθηκε το 1850. Υπήρξε πολεμιστής με αρχηγό το Στυλ.
Βαρδάκη. Το 1866 τραυματίστηκε στη μάχη που διεξήχθη στην περιοχή Ονιθές
(περιφερείας Γουλεδιανών) και νοσηλεύτηκε στο Βασιλικό Νοσοκομείο Αθηνών. Το τραύμα
του στο δεξί πόδι ήταν ανοιχτό μέχρι του θανάτου του. Λόγω της αναπηρίας του
χορηγήθηκε τιμητική σύνταξη.
ΑΝΔΡΕΑΔΑΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Αγωνιστής που καταγόταν από τον Αυλοπόταμο της Κρήτης.
Όταν ξέσπασε η κρητική επανάσταση διορίστηκε επικεφαλής μιας ομάδας Αυλοποταμιτών,
η οποία αγωνίστηκε ηρωικά καθ’ όλη τη διάρκεια της επανάστασης. Ο Ανδρεαδάκης
διακρίθηκε σε πολλές μάχες και ήταν ένας από τους οπλαρχηγούς, οι οποίοι επεδίωξαν να
συνεχιστεί ο αγώνας και μετά την με πρωτόκολλα απόσπαση της Κρήτης από την υπόλοιπη
απελευθερωμένη Ελλάδα. Η τελευταία μάχη που έδωσε με τους Τούρκους ήταν στα
Στρούμπουλα, όπου ήρθε αντιμέτωπος με σώμα Τουρκοαιγυπτίων. Μετά το 1830 έφυγε
από την Κρήτη και ήρθε στο ελεύθερο βασίλειο της Ελλάδας όπου έγινε μέλος της
Φάλαγγας. Υπηρέτησε την πατρίδα σε διάφορες επαρχίες και πέθανε το 1854 ενώ
διατελούσε ταγματάρχης της ενεργού Φάλαγγας.


ΑΝΔΡΕΑΔΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Αγωνιστής της Κρήτης που γεννήθηκε τα πρώτα χρόνια της
Επανάστασης του 1821 στις Βρύσες Αμαρίου. Στα 1822 ο πατέρας του Ανδρέας φονεύτηκε
από τους Τούρκους και η μητέρα του αναγκάστηκε να πάρει αυτόν και την αδερφή του και
να καταφύγει στη Ναύπακτο. Όταν απελευθερώθηκε η Ελλάδα ο Ανδρεαδάκης επανήλθε
στη γενέτειρά του και εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμα. Έκανε δική του οικογένεια και
εργάστηκε με διάφορους τρόπους για την εκπαιδευτική κίνηση της επαρχίας Αμαρίου.
Διετέλεσε μάλιστα και σχολικός έφορος. Όταν τις παραμονές της μεγάλης Επανάστασης
του 1866 έγινε στα Κουτσουνάρια των Χανίων η συνέλευση των αντιπροσώπων όλων των
επαρχιών της Κρήτης, ο Ανδρεαδάκης πήρε μέρος σαν αντιπρόσωπος της επαρχίας
Αμαρίου. Κι όταν μετά από λίγο ξέσπασε η επανάσταση και εξαπλώθηκε σ’ όλη την Κρήτη
αυτός εξακολούθησε να είναι μέλος της Συνελεύσεως.
Το χωριό του Βρύσες μάλιστα έγινε και έδρα της Συνέλευσης, για ορισμένο χρονικό
διάστημα όπως είχε γίνει και το 1822 όταν Αρμοστής της Κρήτης ήταν ο Τομπάζης. Κι αυτό
επειδή η Συνέλευση, καθώς και η κατοπινή προσωρινή Κυβέρνηση, δεν είχε μόνιμη έδρα
αλλά μετακινείτο όταν το επέβαλλαν οι ανάγκες. Κατά την Επανάσταση του 1878 πήρε
μέρος στις Συνελεύσεις Φρε και Κάμπων σαν αντιπρόσωπος του Αμαρίου. Η τελευταία
μάλιστα συνεργάστηκε με τον Κωστάκη Πασά για τη σύνταξη του Οργανικού νόμου, δηλ.
της Σύμβασης της Χαλέπας. Ο Ανδρεαδάκης διακρίθηκε για την πολιτική δράση του κυρίως,

η οποία οφειλόταν στην οξυδέρκειά του καθώς και στη νοημοσύνη του, την οποία διέθετε
από τη φύση του, αλλά την ενίσχυσε κιόλας καλλιεργώντας την με τα λίγα γράμματα της
εποχής του. Έτσι, την οπλαρχηγία στο χωριό του την είχε αναθέσει στο Μαθιό Μαθιουλάκη
το 1866 και στο γιο του Γεώργιο το 1878. Μετείχε όμως στις κακουχίες του 1866 και
κινδύνεψε να πεθάνει από την πείνα το 1869 όταν, αποκλεισμένος μαζί με άλλους στις
Αραβάνες Μυλοποτάμου, για πολλές μέρες δεν τρεφόταν παρά με βελανίδια, δυσεύρεστα
και αυτά και ακριβοπληρωμένα.
Από τότε η υγεία του κλονίστηκε και πέθανε ασθματικός το 1887 αφήνοντας πίσω
του τη μνήμη άντρα γενναίου και φιλόπατρη.


ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ: Αγωνιστής της Κρήτης που γεννήθηκε στο Βυζάρι της επαρχίας Αμαρίου.
Πολύ νέος εγκατέλειψε την Κρήτη γιατί δε μπορούσε να συμβιβαστεί με την καταπίεση των
Τούρκων. Μετά από περιπλανήσεις κατέληξε στη Γαλλία όπου ακολούθησε τον
Ναπολέοντα στην εκστρατεία που έκανε στην Αίγυπτο. Αφού απόκτησε πολεμική πείρα,
επέστρεψε στο Βυζάρι και οργάνωσε ένα σώμα από γενναίους αρματωλούς, του οποίου
έγινε αρχηγός. Μ’ αυτό το σώμα άρχισε κλεφτοπόλεμο ενάντια στους Τούρκους αγάδες,
πολλούς από τους οποίους και σκότωσε. Η φήμη του είχε απλωθεί σ’ όλο το νησί και είχε
γίνει ο φόβος και ο τρόμος όλων των Τούρκων αγάδων. Γι’ αυτό κι αυτοί επεδίωκαν με
κάθε τρόπο να συλλάβουν τον Ανυφαντή, το Βυζαριανό όπως τον επονόμασαν, και να
εξολοθρεύσουν τους αρματωλούς οπαδούς του.


ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Ο Γεώργιος Αποστολάκης καταγόταν από τους Λαμπιώτες και
ήταν ξάδερφος του αγωνιστή Ιωάνν. Περουλάκη.
Όπως λέγεται ήταν πελώριος γίγας με δύναμη υπερδιπλάσια από τους άλλους
ανθρώπους και η ζωή του ήταν ένας συνεχής αγώνας με τους Τούρκους.
Σε κάποια συμπλοκή, μάλιστα στην αρχή της Επανάστασης του 1821, σε μια
τοποθεσία απέναντι από τους Λαμπιώτες είχε πυροβολήσει ένα Τούρκο. Ο Τούρκος
προσποιήθηκε ότι σκοτώθηκε, αλλ’ ήταν ζωντανός, και όταν τον πλησίασε ο Αποστολάκης,
ο Τούρκος πυροβόλησε και τον τραυμάτισε στο μηρό.
Ο Γεώργιος Αποστολάκης πέθανε λίγες μέρες μετά από αιμορραγία. Υπάρχει
συνοικία στους Λαμπιώτες που φέρει το όνομά του.


ΑΡΕΤΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Γεννήθηκε στο Κεραμέ Αγίου Βασιλείου του νομού Ρεθύμνης γύρω
στα 1830. Από νεαρής ακόμη ηλικίας πήρε μέρος σε μάχες εναντίον των Τούρκων. Ως
εξέχον μέλος, εξελέγη το 1866 οπλαρχηγός, και πήρε μέρος στην επανάσταση που έγινε
εκείνο το χρόνο καθώς και σε κείνες του 1878 και του 1896.

Ως Δημογέροντας του χωριού του έχαιρε μεγάλου σεβασμού και απόλυτης
εμπιστοσύνης απ’ όλους τους κατοίκους του χωριού και μεσολαβούσε στη λύση των
διαφορών τους.
Ήταν παντρεμένος και είχε τέσσερα παιδιά.
Πέθανε το 1897 στο χωριό του από πάθηση των νεφρών.

ΒΑΒΟΥΡΑΚΗΣ ΑΔΑΜ: Γεννήθηκε το 1869 στην Κρύα Βρύση – Αγίου Βασιλείου του νομού
Ρεθύμνου.
Πήρε μέρος στην Κρητική Απελευθερωτική Επανάσταση του 1897. Υπήρξε επίσης
αχώριστος σύντροφος και φίλος του πρωτεργάτη της επανάστασης, Μάρκου Δημητρακάκη.
Διακρίθηκε ιδιαίτερα για την ανδρεία του. Τραυματίστηκε μάλιστα πολεμώντας
γενναία κατά την πολιορκία του Βάμου.


ΒΑΒΟΥΡΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ – ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: καταγόταν από το χωριό Κρύα Βρύση – Αγίου
Βασιλείου του νομού Ρεθύμνου. Απόγονος της μεγάλης οικογένειας των Βαβουρήδων.
Υπήρξε οπλαρχηγός στην περιοχή του σ’ όλη τη διάρκεια της Κρητικής Επανάστασης
του 1866-1869.


ΒΑΡΔΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Γεννήθηκε το 1861 και ήταν γιος του μεγάλου οπλαρχηγού
Στυλιανού Βαρδάκη.
Αν και υπάλληλος στο ειρηνοδικείο Ρουστίκων Ρεθύμνης και σε προχωρημένη
ηλικία, με την κήρυξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου 1912-13, κατατάχτηκε ως εθελοντής
και πήρε μέρος στις επιχειρήσεις για την απελευθέρωση της Μυτιλήνης. Σκοτώθηκε στις 5-
12-1912 κι ενταφιάστηκε σαν ήρωας στη Μονή Λειμώνος, η οποία εντοίχισε, στον τόπο της
ταφής του, αναμνηστική πλάκα.
Η ίδια Μονή έστελνε στη σύζυγό του, μέχρι το θάνατό της, ανελλιπώς χρηματικά
βοηθήματα.

ΒΑΡΔΑΚΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ: Γεννήθηκε το 1823 και πέθανε το 1918.
Ήταν οπλαρχηγός Α΄ τάξεως και αρχηγός της επαρχίας Ρεθύμνης σ’ όλο το διάστημα
από την μεγάλη επανάσταση του 1866 μέχρι την απελευθέρωση της Κρήτης.
Στην προσωρινή ημιαυτόνομη κυβέρνηση της Κρήτης στα Χανιά, ήταν εκπρόσωπος
της επαρχίας Ρεθύμνης.
Σήμερα η φωτογραφία του είναι αναρτημένη στο Αρκάδι, μαζί με τις φωτογραφίες
των κυριότερων αρχηγών των Κρητικών επαναστάσεων.


ΒΑΡΟΥΧΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: ο Αναγνώστης ή Εμμανουήλ Βαρούχας από το Αποσέτι
(Πετροχώρι) γνώριζε πολύ καλά τη Τουρκική γλώσσα και αποκτώντας την εύνοια του πασά
έγινε γραμματέας του. Κατά τους χρόνους εκείνους, που ήταν γραμματέας του πασά,
ξέσπασε η Ελληνική επανάσταση και αφού δραπέτευσε, αρματώθηκε με τέλειο οπλισμό
και γύρισε στο χωριό του. Αγωνίστηκε και διακρίθηκε σε πολλές μάχες, κυρίως στη μάχη
στο Κανί – Καστέλλι. Μετά το τέλος της μάχης αυτής παντρεύτηκε παίρνοντας, ως σύζυγο,
τη πλουσιότερη κόρη του χωριού.

Ο αδελφός του, Μιχαήλ. Ο οποίος με την επανάσταση βρισκόταν στη Σμύρνη,
απαγχονίστηκε από τους Τούρκους.


ΒΑΡΟΥΧΑΣ ΚΩΣΤΗΣ: Ο Κωστής Βαρούχας καταγόταν από το Αποσέτι (Πετροχώρι). Μόλις
έγινε έφηβος τον απήγαγαν από το σπίτι του οι εσπέχηδες του χωριού Νίθαυρη, όπου
έμεινε μια μέρα, αλλά την επομένη, κατάφερε να δραπετεύσει και να γυρίσει στο χωριό
του.
Την ίδια μέρα ιππείς εσπέχηδες τον καταδίωξαν, αλλ’ ο Κωστής μόλις τους
αντιλήφθηκε κατάφερε να ξεφύγει ανεβαίνοντας στον Ψηλορείτη.
Οι Τούρκοι, κυριευμένοι από μανία, γυρίζουν στο πατρικό του σπίτι και σφάζουν το
πατέρα και τη μητέρα του.
Ο Κωστής παίρνει όρκο στη μνήμη των γονιών του και πηγαίνει στα Σφακιά μαζί με
τα δυο πρώτα του αδέλφια ν’ αρματωθούν.


ΒΑΩΝΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ: Γεννήθηκε στους Αρμένους Ρεθύμνης του νομού Ρεθύμνης το
1866, από γονείς αγρότες. Από 6 χρόνων έμεινε ορφανός, διότι ο πατέρας του σκοτώθηκε
σε μάχη εναντίον των Τούρκων. Τέλειωσε το Δημοτικό Σχολείο.
Νέος ακόμη εντάχτηκε στις πολεμικές ομάδες των Τσουδερού και Μυλωνάκη και
πήρε μέρος στη μάχη του Θερίσσου καθώς και σε άλλες. Αργότερα ως οπλαρχηγός πήρε
μέρος σε μάχες που διεξήχθηκαν: στην τοποθεσία Μάρμαρα Βρύσινα, στο Βιολί χαράκι
κοντά στο Ατσιπόπουλο και αλλού.
Παντρεύτηκε το 1901 με την Άννα Σχοινάκη που κατάγονταν από τον Δρύμισκο
Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου και απέκτησε μαζί της τρεις κόρες και δύο γιούς.
Πέθανε στους Αρμένους το 1944.


ΒΕΝΑΡΔΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Κρητικός εγκατεστημένος στο Ιάσιο πριν την Επανάσταση του
1821, βοηθώντας την εθνική υπόθεση. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και εργάστηκε με
πατριωτισμό πριν και μετά την έναρξή του αγώνα. Με δικά του χρήματα εξόπλισε
εθελοντές στις μάχες της Μολδοβλαχίας. Αργότερα επέστρεψε στην Ελλάδα και χρημάτισε
υπουργός και πληρεξούσιος των Κρητών στις εθνοσυνελεύσεις της Τροιζηνίας και του
Άργους (1826 και 1829). Εγκαταστάθηκε έπειτα στην Αθήνα όπου και πέθανε το 1852. Ο
Βενάρδος ήταν ένας από τους πολύ καλά μορφωμένους Έλληνες της εποχής του. Έγραψε
ποιήματα, θούρια και λυρικά. Ασχολήθηκε επίσης με μεταφράσεις επιστημονικών έργων
στην ελληνική γλώσσα.


ΒΕΝΙΑΝΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Κρητικός αγωνιστής και ένας από τους οπλαρχηγούς της
επαρχίας Ρεθύμνης κατά την Επανάσταση 1866-69. Ήταν από τους πρώτους που έλαβε

μέρος στη συγκέντρωση των αντιπροσώπων των κρητικών επαρχιών, το Μάιο του 1866, για
να διαμαρτυρηθούν για τις τουρκικές αυθαιρεσίες.
Σ’ όλη την τριετή διάρκεια εκείνου του αγώνα (1866-1869), πήρε μέρος σε πολλές
πολεμικές επιχειρήσεις στις επαρχίες Ρεθύμνης, Μυλοποτάμου, Αγ. Βασιλείου και
Αμαρίου. Σ’ όλες διακρίθηκε για την τόλμη του, τη γενναιότητά του και την αυτοθυσία του.
Για τις ικανότητές του και για την προσφορά του στον αγώνα, τιμήθηκε με το βαθμό του
χιλίαρχου.


ΒΕΡΓΑΔΗΣ ή ΜΠΕΡΓΑΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Γεννήθηκε το 1845 στις Μέλαμπες. Στην κρητική
επανάσταση του 1866-69 συμμετείχε σε διάφορες μάχες σ’ ολόκληρη την Κρήτη. Σύμφωνα
με τον Αγαθάγγελο Ξηρουχάκη, ο Βεργαδής υπήρξε «ωραίος άνθρωπος στη μορφή και στη
ψυχή». Όταν μετά την άτυχη επανάσταση ήρθε μαζί με άλλους αγωνιστές στην Αθήνα, τους
υποδέχτηκε μια επιτροπή του αγώνα, ανάμεσά στα μέλη της οποίας ήταν και ο
γλωσσολόγος Χατζηδάκης που συνέστησε στον Νικόλαο να προτιμήσει ως επώνυμο το
«Βεργαδής» παρά το «Μπεργαδής» που δεν φαίνεται ελληνικό.
Πέθανε στην Αγία Γαλήνη το 1924 και τάφηκε με δημόσια δαπάνη. Απέκτησε
τέσσερα παιδιά.


ΒΙΒΙΛΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Γεννήθηκε το 1806 στο χωριό Βρύσες της επαρχίας Αμαρίου.
Το 1821, σε ηλικία μόλις 15 ετών, εγκατέλειψε στην Κρήτη τις τρεις αδελφές του κι
αφού ξέφυγε την προσοχή των Τούρκων, αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο και κατατάχτηκε ως
εθελοντής στις τάξεις των επαναστατών. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες εναντίον των
Τούρκων στην Πελοπόννησο κι απόσπασε το θαυμασμό και την εκτίμηση των αρχηγών
κάτω απ’ τις σημαίες των οποίων πολέμησε.
Ο Βιβιλάκης πολέμησε επίσης και στους θαλασσινούς αγώνες των Ελλήνων
εναντίον των Τούρκων και υπηρέτησε μάλιστα για 5 χρόνια στο πρώτο ελληνικό ατμοκίνητο
«Καρτερία», υπό τη διοίκηση του Άγγλου φιλέλληνα Άστιγγα.
Μετά το τέλος της Ελληνικής επανάστασης, κατέβηκε στην Κρήτη όπου πολέμησε
γενναία για την άλωση της Γραμβούσας.
Επί Όθωνα στάλθηκε στη Γερμανία, όπου σπούδασε Νομικά στα Πανεπιστήμια του
Μονάχου, της Λειψίας και του Βερολίνου.
Μετά από 5 χρόνια ξαναγύρισε στην Αθήνα το 1840 και διορίστηκε Πρόεδρος
Πρωτοδικών στη Σύρο.
Το 1841, όταν ξέσπασε επανάσταση στην Κρήτη, ο Βιβιλάκης κατέβηκε στο νησί,
όπου πολέμησε γενναία, φέρνοντας μαζί του και μικρό τυπογραφείο, όπου τύπωνε τα
πολεμικά γεγονότα της επανάστασης, για να διασωθούν στην Ιστορία.
Μετά την αποτυχία της επανάστασης εκείνης ξαναγύρισε στην Αθήνα. Εδώ έβγαζε
με δικά του έξοδα επί 40 χρόνια (1841-1880) την εφημερίδα «Ραδάμανθυς»,
υπερασπίζοντας τα συμφέροντα της Κρήτης και των Κρητικών που έμεναν στην Αθήνα.

Μετά την Επανάσταση του 1878, όταν δημιουργήθηκε ημιαυτόνομο καθεστώς στην
Κρήτη, ο Εμμ. Βιβιλάκης κατέβηκε το 1880 στη μεγαλόνησο για να ασπαστεί τα άγια
χώματα. Όλοι οι χριστιανοί του Ρεθύμνου κατέβηκαν στο λιμάνι να τον υποδεχτούν,
φιλοξενήθηκε δε στο σπίτι του πρόκριτου Ρεθύμνης Δημ. Μανουσάκη. Το πρωί της
επόμενης μέρας ο Βιβιλάκης πέθανε από συγκίνηση, από συγκοπή καρδιάς.
Μετά 3 χρόνια χαράκτηκε επιτύμβια στήλη με την εξής φράση σχετικά με το θάνατό
του: «Ήλθε, είδε, εξέπνευσε».


ΒΛΑΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Κρητικός αγωνιστής, που καταγόταν από την επαρχία Αμαρίου και
ήταν γιος του αγωνιστή Νικολάου Βλαστού. Γεννήθηκε το 1844 και πήρε ενεργό μέρος στην
Επανάσταση του 1866 όπου και διακρίθηκε για τις ικανότητές του. Το 1896 αγωνίστηκε
στην Ιεράπετρα, όταν οι Ιταλοί εβομβάρδισαν τους επαναστάτες.


ΒΛΑΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Κρητικός αγωνιστής που καταγόταν από την επαρχία Αμαρίου
Ρεθύμνης και ήταν γόνος παλιάς αρχοντικής οικογένειας. Γεννήθηκε το 1800 και πολύ
μικρός έχασε και τους δύο του γονείς. Έτσι ακολούθησε τον μεγάλο του αδελφό Ιωάννη
που ήταν δάσκαλος στη Χίο. Όταν έγινε η σφαγή της Χίου (1822) επέστρεψε στην Ελλάδα κι
από κει στην Κρήτη. Εντάχθηκε στον απελευθερωτικό αγώνα και πολέμησε γενναία μέχρι
το 1830. Τότε εγκαταστάθηκε στο Ρέθυμνο και ασχολήθηκε με το εμπόριο. Πέθανε το
1864.


ΒΛΑΣΤΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: Κρητικός αγωνιστής που ήταν γιος του Γεωργίου Βλαστού. Γεννήθηκε
στο Ρέθυμνο το 1842. Υπήρξε αρκετά μορφωμένος για την εποχή του και πολύ νέος
ασχολήθηκε με το εμπόριο κοντά στον πατέρα του. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1866,
πρόθυμα εντάχθηκε σ’ αυτή και πήρε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις καθ’ όλη την τρίχρονη
διάρκεια της. Διακρίθηκε για τη γενναιότητά του και την αφοσίωσή του στον εθνικό αγώνα.
Όταν μάλιστα η επανάσταση κινδύνευσε να αποτύχει λόγω έλλειψης χρημάτων, ήταν
αυτός που μπήκε κρυφά και με κίνδυνο της ζωής του στο Ρέθυμνο, και πήρε 500 χρυσά
εικοσόφραγκα από το ελληνικό προξενείο. Ξεφεύγοντας από τους Τούρκους, τα παράδωσε
στον αρχηγό Κορωναίο κι έτσι συνέβαλε αποφασιστικά στη διάσωση της επανάστασης. Το
1878, κατά τη Σύμβαση της Χαλέπας, ήταν μέλος της πολιτικής αντιπροσωπείας της
Ρεθύμνης. Από την καθιέρωση του καινούριου πολιτεύματος, διετέλεσε πολλές φορές
βουλευτής Αμαρίου καθώς και κοινοτικός και σχολικός έφορος. Πέθανε το 1907.

ΒΛΑΣΤΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Κρητικός αγωνιστής που καταγόταν από την επαρχία Αμαρίου.
Γεννήθηκε το 1806 και πού μικρός έμεινε ορφανός. Μεγάλωσε κοντά σ’ ένα θείο του που
τον ανάθρεψε με πατριωτικά και χριστιανικά ιδεώδη. Έφηβος ακόμα, πήρε μέρος στην
Επανάσταση του 1821, κοντά στον αρχηγό Αμαρίου Ιω. Μσχοβίτη. Πέθανε το 1885.

ΒΛΑΤΑΚΗΔΕΣ: Στις παραμονές της Επανάστασης του 1821 τέσσερα παλικάρια στα φανερά
ως Τούρκοι Μωαμεθανοί και στα κρυφά ως Έλληνες Χριστιανοί, ζούσαν στις Μέλαμπες.
Σαν Έλληνες ονομάζονταν Βλατάκηδες: Μανουήλ και Αγγελής του Ιωάννου
Βλατάκης, Γεώργιος Κων/νου Βλατάκης και Νικόλαος Ιωάννου Βλατάκης. Σαν Τούρκοι
λεγόταν Ρετζέπηδες: Μανουήλ και Αγγελής Ιωάν. Ρετζέπης, Γεωργ. Κων/νου Ρετζέπης και
Νικόλαος Ιωάν. Ρετζέπης.
Πρόσφεραν ανυπολόγιστες υπηρεσίες στους Έλληνες, σκοτώνοντας πολλούς
Τούρκους και παίρνοντας μέρος σε πολλές μάχες.
Όταν δόθηκε το σύνθημα της εθνεγερσίας πήραν μέρος σ’ αυτήν απροκάλυπτα και
ξεσπιτώθηκαν γιατί τους καταδίωκαν οι Τούρκοι.
Περί τα τέλη του Οκτώβρη 1824 φθάνει στις Μέλαμπες Τούρκικο απόσπασμα για να
συλλάβει τους Ρετζέπηδες, που περίπαιξαν την πίστη του Αλλάχ. Οι Τούρκοι βρήκαν το
καπετάν Κατεργαράκη και του είπαν ότι θέλουν να δώσουν ένα μήνυμα του Μεχμέτ πασά
Ρεθύμνου στους Ρετζέπηδες και όχι να τους κάνουν κακό.
Ο καπετάνιος πείστηκε, επικοινώνησε με τις γυναίκες των Βλατάκηδων και τους
παρακίνησε να παρουσιαστούν.
Η σύζυγος του Νικολάου ειδοποίησε τον άνδρα της στο λημέρι στο Σαντάλι και τα
παληκάρια μετά από συζήτηση μεταξύ τους αποφάσισαν να παρουσιαστούν. Πήγαν στο
σπίτι του καπετάνιου όπου περίμεναν οι Τούρκοι και μόλις οι άοπλοι Βλατάκηδες κάθησαν,
ορμούν πάνω τους ένοπλοι οι Τούρκοι και τους δένουν. Αμέσως ξεκίνησαν για το Ρέθυμνο.
Αφού απέτυχε κάθε προσπάθεια των Τούρκων για να μεταπείσουν τα παληκάρια, ο
διοικητής του Ρεθύμνου Αχμέτ Πασάς τους βασάνισε σκληρά και τέλος στις 28 Οκτωβρίου
1824 τους αποκεφάλισε στο πλάτανο της Μεγάλης Πόρτας στη θέση που έχει χτιστεί
σήμερα η ωραιότατη εκκλησία των Τεσσάρων Μαρτύρων.
Ύστερα από τρεις μέρες τους πήραν οι χριστιανοί και τους έθαψαν στη Μονή του
Αγίου Γεωργίου στα Περιβόλια.
Στην εκκλησία του Ρεθύμνου βρίσκονται τα τρία κεφάλια. Το τέταρτο το πήραν οι
Ρώσοι και για αντάλλαγμα έδωσαν το ρολόι που υπάρχει σήμερα στο κωδωνοστάσι του
Μητροπολιτικού Ναού της Πόλης.
Η εκκλησία κατέταξε τους Τέσσερις Νεομάρτυρες στη χορεία των Αγίων και
γιορτάζει τη μνήμη τους στις 28 Οκτωβρίου. Το απολυτίκιό του είναι του Επίσκοπου
Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Καλλίνικου Νικολετάκη.
Ας σημειωθεί ότι τα σώματα των Νεομαρτύρων τα ζήτησαν και αφού τα πήραν τα
έθαψαν οι Μανουήλ Παπαδάκης από τα Χανιά, Αντώνης Μπουρδούνης (Πουρδούνης) από
την Αρδακτό – Αγ. Βασιλείου και Γεώργιος Λαγός.

ΒΛΑΤΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: Κρητικός οπλαρχηγός, που κατατάχθηκε από την κρητική επιτροπή
στην τάξη των αξιωματικών λόγω της έξοχης δράσης του στον Κρητικό αγώνα.


ΒΟΓΙΑΤΖΑΚΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ή ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ: Γεννήθηκε το 1877. Απόγονος της ιστορικής
οικογένειας των Βογιατζήδων, από το Χρωμοναστήρι Ρεθύμνου.
Κατά το 1894 οι Τούρκοι δολοφόνησαν τον πατέρα του Γεώργιο και αρχηγό της
οικογένειας των Βογιατζήδων, στη θέση Τραχάλα της περιφέρειας του Χρωμοναστηρίου.
Μετά από 40 μέρες όμως, ο Παναγιώτης Βογιατζάκης εκδικούμενος το φόνο του πατέρα
του, σκότωσε στην ίδια ακριβώς θέση τον επιφανή Τούρκο και θείο του φονιά Αλή
Σιγατζιαλή και κατέφυγε στα βουνά.
Αργότερα πήρε μέρος στους απελευθερωτικούς αγώνες του 1896-97 σαν
οπλαρχηγός. Διετέλεσε δήμαρχος Βρυσηναίων.


ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Ιερέας εξαιρετική φυσιογνωμία της εκκλησίας της Κρήτης.
Η καταγωγή του ήταν από τις Μέλαμπες και πέρασε τη ζωή του στο Νέο Αμάρι του
νομού Ρεθύμνου, όπου και πέθανε το 1917. Υπήρξε θερμός πατριώτης και οπλαρχηγός του
Αμαρίου κατά την επαναστατική περίοδο 1866-1897. Η επίδραση του στους συμπατριώτες
του ήταν παροιμιώδης. Υιός του είναι ο Ιωάννης Βούλγαρης, ο οποίος έγινε εισαγγελέας
Εφετών, βουλευτής και υπουργός.


ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΔΕΣ: Επώνυμο γνωστής Κρητικής οικογένειας αγωνιστών από το χωριό
Εμπροσγιαλός των Σφακίων. Το παλιό τους όνομα ήταν Σκορδίλης, μια και κατάγονταν
απευθείας απ’ το Βυζάντιο -και το άλλαξαν μετά την ενετοκρατία. (Η παράδοση λέει ότι
ονομάστηκαν έτσι λόγω της τραχειάς φωνής κάποιου προγόνου τους).


ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ ΡΟΥΣΟΣ: Πολέμησε γενναία στην Επανάσταση του 1821. Εξαιτίας όμως
του οξύθυμου χαρακτήρα του και του πάθους του, οδηγήθηκε στη δολοφονία του αρχηγού
του Μυλοποτάμου Αντωνίου Μελιδόνη. Αποτέλεσμα της στυγερής του πράξεως ήταν να
του αφαιρεθεί το αξίωμα του πεντακοσίαρχου, από τον αρμοστή της Κρήτης Θεόδωρος
Αφεντούλιεφ. Ο διάδοχος του Αφεντούλιεφ όμως Τομπάτζης διόρισε τον Ρούσο
αρχιστράτηγο της Κρήτης. Πολέμησε γενναία μέχρι το 1826, οπότε οι Τούρκοι τον
συνέλαβαν με παγίδα και κατά το ίδιο έτος τον φυλάκισαν μέχρι να τελειώσει η
επανάσταση.

ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ ΣΗΦΗΣ: Ήταν γιος του Ρούσου Βουρδουμπά. Πολέμησε γενναία
διακρινόμενος κυρίως στις επαναστάσεις του 1858 και 1866. Διετέλεσε (δώδεκα χρόνια
αργότερα) αντιπρόεδρος της επαναστατικής συνελεύσεως που κήρυξε την ένωση.

ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ ΣΤΡΑΤΗΣ: Η παράδοση τον θέλει επαναστάτη λόγω της προσβολής της
μοναχοκόρης του Χρυσής από κάποιον Βενετό φρούραρχο, του φρουρίου Καπουλέτου.
Υπήρξε από τους παλιότερους επαναστάτες της οικογένειας Βουρδουμπάδων.


ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ ΣΤΡΑΤΗΣ: Γεννήθηκε στην Κρήτη στα τέλη του 18 ου αιώνα και έδρασε κατά
την Επανάσταση του 1821 ως ένας από τους αρχηγούς του Αγώνα και μέλος της
επαναστατικής διοικήσεως γνωστής με το όνομα «Καγκελαρία των Σφακίων». Διετέλεσε
επίσης μέλος της γενικής Επαναστατικής Συνέλευσης.


ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΚΗΣ ΡΟΥΣΣΟΣ (στρατάρχης): Γεννήθηκε στο Εμπροσγιαλό Σφακίων και ήταν
γόνος ιστορικής οικογένειας.
Διακρίθηκε κατά την Επανάσταση του 1821 και ονομάστηκε πεντακοσίαρχος από
τον Αφεντούλιεφ. Από τον Τομπάζη στη συνέχεια ονομάστηκε Στρατάρχης Κρήτης. Το 1826
συνελήφθηκε από τους Τούρκους.
Ο γιος του Ιωσήφ έδρασε στις επαναστάσεις του 1858, 1866 και 1878.

ΓΑΒΑΛΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ: Γεννήθηκε στο Αρολίθι Ρεθύμνου. Είχε δύο αδελφούς που δυστυχώς
σκοτώθηκαν ο ένας στον Α΄ και ο άλλος στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Στυλιανός Γαβαλάς που ήταν ακμαιότατος μέχρι τις τελευταίες στιγμές της ζωής
του απόκτησε 12 παιδιά, 34 εγγόνια και 25 δισέγγονα.
Πολεμιστής, ρημαδόρος, γενναίος, γλεντζές, δε δείλιασε ποτέ του, ούτε στο πόλεμο
ούτε στο γλέντι. Ψηλός, λεπτός, βρακοφόρος ήταν ο χαρακτηριστικός τύπος του ριζίτη
Κρητικού, που προκαλούσε πάντα το θαυμασμό και την εκτίμηση των ανθρώπων.
Σε όλα τα προσκλητήρια του έθνους έδωσε το παρόν ο Στέλιος Γαβαλάς. Πολέμησε
στην Α΄ και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σαν οπλαρχηγός στην Εθνική Αντίσταση του 1940-44
πήρε μέρος με την ομάδα του σε σαμποτάζ εναντίον των Γερμανών και βοήθησε τους
Άγγλους και τους Νεοζηλανδούς να περάσουν μέσα από τα πόδια των Γερμανών και από το
Ροδάκινο να φύγουν στην Αίγυπτο. Πήρε επίσης μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα καθώς και
σ’ όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες της πατρίδας.
Το 1913 έθαψε το συμπολεμιστή αδερφό του. Το στήθος του κοσμούσαν σειρές από
παράσημα ανδρείας. Τιμήθηκε με διάφορα μετάλλια και του απονεμήθηκε ο Πολεμικός
Σταυρός από τον Ελευθ. Βενιζέλο το 1912, και ο Πολεμικός Σταυρός Τάξεως το 1931.
Επίσης για τη δράση του στην Κατοχή παρασημοφορήθηκε από τους Εγγλέζους. Υπήρξε
προσωπικός φίλος του Ελευθ. Βενιζέλου και του γιού του Σοφοκλή Βενιζέλου.


ΓΑΒΡΙΗΛ: Ο ηγούμενος της μονής Αρκαδίου. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος
Μαρινάκης και γεννήθηκε στο χωριό Μαργαρίτες Μυλοποτάμου, γύρω στο 1825. Έμαθε τα
πρώτα γράμματα στη Μονή Αρκαδίου, όπου και χειροτονήθηκε διάκονος, ιερομόναχος και
από το 1856 έγινε ηγούμενος της. Λόγω επισκέψεώς του στους Αγίους Τόπους τον
αποκαλούσαν και «Χατζή Γαβριήλ».
Λόγω των διοικητικών του προσόντων και του θάρρους του έγινε μέλος της
Επαναστατικής Επιτροπής κατά την Επανάσταση του 1866 και έκανε τη μονή κέντρο
εφοδιασμού και καταφύγιο για τα γυναικόπαιδα. Κατά την εξόρμηση του Μουσταφά πασά
κατά του Αρκαδίου, βρέθηκε, μαζί με ντόπιους εθελοντές πολεμιστές και πλήθος
γυναικόπαιδα, πολιορκούμενος στο μοναστήρι και άδικα περίμενε βοήθεια από το
συνταγματάρχη Π. Κορωναίο. Βρήκε ένδοξο θάνατο κατά την πολιορκία στις 9 Νοεμβρίου
1866, είτε αυτοκτονώντας, είτε φονευόμενος στη μάχη. Η ανατίναξη της μονής Αρκαδίου
έγινε από τον Κ. Γιαμπουδάκη και όχι από το Γαβριήλ. Τάφηκε στη μονή και στο εκεί
μουσείο υπάρχουν δικά του αναμνηστικά (άμφια κλπ.).


ΓΑΛΑΝΗΣ ΜΑΡΚΟΣ: Καταγόταν από το Ροδάκινο Ρεθύμνου. Πήρε μέρος στους
Μακεδονικούς αγώνες και στη Μικρασιατική εκστρατεία. Διακρίθηκε για τον ηρωισμό και
την τόλμη του στις μάχες και τραυματίστηκε πολλές φορές.

ΓΑΛΑΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ: (αγωνιστής). Γεννήθηκε στην περιοχή του Ροδακίνου, και ήταν
ανηψιός του ονομαστού οπλαρχηγού Λιάπη Σήφη. Το 1880 εντάχθηκε στην πολεμική
ομάδα του θείου του, κι έκανε κλεφτοπόλεμο στην περιοχή του Ρεθύμνου.
Το 1893 ακολουθεί το Λιάπη στον Πειραιά. Εκεί αρχίζουν να οργανώνονται,
συγκεντρώνοντας όπλα για νέα επανάσταση. Η κυβέρνηση όμως τους ανακάλυψε έτσι,
μετά τη δολοφονία του Λιάπη (από ένα φοιτητή) σκοτώνεται και ο Γαλάνης από Μανιάτες
του Πειραιά.

ΚΡΗΤΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΓΕΝΕΡΑΛΗΣ ΠΑΠΑ-ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Αντιπρόσωπος της Κρήτης κατά την επανάσταση του 1866, ο
οποίος μαζί με άλλους υπόγραψε το υπόμνημα που υποβλήθηκε στις Μ. Δυνάμεις και ήταν
σχετικό με την ηγεμονία της Κρήτης κάτω από την επικυριαρχία του Σουλτάνου.
Υπήρξε γιος του Εμμανουήλ Γενεράλη, ο οποίος είχε λάβει το επώνυμό του (όπως
και όλα άλλωστε τα μέλη της πατριωτικής αυτής οικογένειας της Κρήτης) από το γενάρχη
της οικογένειας, ο οποίος μετά την καταστροφή των Σφακίων, αφού πήγε στη Βενετία,
ξαναγύρισε ως αξιωματικός επονομαζόμενος «τζενεράλες».


ΓΕΝΕΡΑΛΙΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (οπλαρχηγός): Ο παπά Νικολής Γενεράλις ήταν καπετάνιος μετά το
1878 και διακρίθηκε στη μάχη της Κοξαρές το 1896.

ΓΑΡΓΟΥΛΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ: Γεννήθηκε το 1854 στον Χάρακα.
Πήρε μέρος στην Επανάσταση του 1877, και πολέμησε με ηρωισμό σ’ όλες τις
πολεμικές συγκρούσεις που έγιναν τότε εναντίον των Τούρκων.
Οι αρχηγοί της επανάστασης εκτίμησαν το θάρρος και την τόλμη του και τον
ονόμασαν οπλαρχηγό. Αργότερα πήρε μέρος στις μάχες του 1896 και 1897, όπως στη
Πραιτώρια, Χουμέρι, Φουρνοφάραγγο και Αρχάνες.


ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Αγωνιστής της Κρήτης γεννήθηκε στο χωριό Πρινέ της
επαρχίας Μυλοποτάμου Κρήτης, το 1859, από οικογένεια αγωνιστών. Το 1878 συμμετέχει
στην κρητική επανάσταση, ενώ το 1884 εκλέγεται δήμαρχος των Μαργαρινών. Πέντε
χρόνια αργότερα συμμετέχει με γενναιότητα στην Επανάσταση του 1889 και παίρνει μέρος
στη μάχη του Μαρουλά όπου κινδύνευσε να σκοτωθεί. Εξ’ αιτίας του θερμού του
πατριωτισμού, οι Τούρκοι, μόλις τελείωσε η επανάσταση, τον εξόρισαν. Έτσι, μεταβαίνει
αναγκαστικά στην Αθήνα όπου και κάθεται μέχρι το έτος 1897. Την εποχή εκείνη όμως
εκλέγεται «παμψηφεί» γενικός αρχηγός της δυτικής περιοχής του Μυλοποτάμου, και έτσι
κατεβαίνει πανηγυρικά πλέον στην Κρήτη. Εκεί συγκροτεί επίλεκτο πολεμικό σώμα,
κατευθύνοντάς το σε αλλεπάλληλες μάχες κατά του εχθρού. Στη μάχη του Πλατανέ έμεινε

ονομαστός για τις στρατιωτικές ευελιξίες του και για την αυταπάρνηση με την οποία
πολέμησε.
Το 1910 (μετά την ανακήρυξη της αυτονομίας της Κρήτης) ο Γερακάρης εκλέγεται
πληρεξούσιος της Επαναστατικής Κρητικής Συνέλευσης. Δυο χρόνια αργότερα, κατά τους
Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 συγκροτεί στρατιωτικό σώμα κατατάσσοντας και όσα
απ’ τα παιδιά του μπορούσαν να φέρουν όπλα. Ο ίδιος, παρά την προχωρημένη του ηλικία,
κατατάσσεται εθελοντικά στο τάγμα των Ελλήνων Ερυθροχιτώνων ως οπλαρχηγός. Στις 28
Νοεμβρίου όμως του 1912 έπεσε ενώ πολεμούσε ηρωικά στη μάχη του Δρίσκου,
σφραγίζοντας έτσι μια ζωή γεμάτη θυσίες για την πατρίδα. Ενταφιάστηκε με τιμές, ενώ
τόσο οι συμπατριώτες του όσο και οι Ηπειρώτες τον τίμησαν με το να δώσουν το όνομά
του σε μια από τις κεντρικές οδούς των Ιωαννίνων.


ΓΕΩΡΓΟΥΛΑΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Γεννήθηκε το 1871 στο χωριό Ασώματος Αγίου Βασιλείου
του νομού Ρεθύμνης, από αγροτική οικογένεια. Από το ίδιο χωριό κατάγεται και η γενιά
του. Είχε τρία αδέλφια, το Μάρκο, τη Μαρία και τη Γαρυφαλιά. Παντρεύτηκε το 1915 με
την Αικατερίνη Χατζηδάκη και απέκτησαν 5 παιδιά. Είχε φοιτήσει στη Σχολή του Αγίου
Πνεύματος που ήταν οικοτροφείο του Πρέβελη. Πολέμησε στην Επανάσταση του 1897 στον
Βρύσινα, στο Αμπελάκι. Το 1912 ανακηρύχτηκε πληρεξούσιος της επαρχίας Αγ. Βασιλείου
από την Επαναστατική Συνέλευση των «εν Κρήτη» Ελλήνων. Κατόπιν πήγε στη Σάμο και τη
Μυτιλήνη, όπου και πολέμησε σαν οπλαρχηγός. Επίσης, υπηρέτησε πριν από το 1912 σαν
δάσκαλος σε χωριά των Σφακίων και μετά το τέλος των Βαλκανικών πολέμων στην Καρέ. Το
1914 εκλέχτηκε δήμαρχος του Δήμου Ασωμάτων. Ακόμη υπήρξε για 12 χρόνια πρόεδρος
του γεωργικού συνεταιρισμού Λευκογείων. Από το 1922 μέχρι το 1952 που πέθανε,
χρημάτισε πρωθιερέας της ενορίας Ασωμάτων. Υπήρξε μέλος του διοικητικού συμβουλίου
διδασκάλων νομού Ρεθύμνης. Τιμήθηκε με μετάλλιο για τη δράση του στο πόλεμο 1912-13
στη Λέσβο και στη Χίο, στις 20 Νοεμβρίου 1919. Συνέγραψε, το 1922, την ακολουθία του
Αγίου Νικολάου του Κουρταλιώτη.


ΓΙΑΝΝΑΔΑΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ: Γεννήθηκε το 1786 και διακρίθηκε στην έξοδο του Μεσολογγίου
και στη μάχη του Φαλήρου. Στη συνέχεια κατεβαίνει στην Κρήτη και στις μετέπειτα
επαναστάσεις αγωνίζεται ως οπλαρχηγός.


ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΔΑΚΗΣ Κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ (ΚΟΥΒΑΡΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ): Υπήρξε ονομαστός αγωνιστής,
πληρεξούσιος της επαρχίας Αμαρίου στη «Γενική Συνέλευση» των Κρητών το 1878 και
μέλος της Επαναστατικής Συνέλευσης των Κρητών το 1896. Ήταν ακόμα και χιλίαρχος.

ΓΙΑΜΠΟΥΔΑΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Οπλαρχηγός της Κρήτης, που καταγόταν από το χωριό
Άδελε. Η δράση του τοποθετείται στη διάρκεια της Επανάστασης 1866-1869. Αμέσως μόλις
ξέσπασε η επανάσταση, εντάχθηκε με ζήλο στους επαναστάτες και διακρίθηκε για τη
γενναιότητά του σε πολλές μάχες στην περιοχή του Ρεθύμνου. Όταν ο Μουσταφάς
επιτέθηκε κατά των επαναστατών της Ρεθύμνης, ο Γιαμπουδάκης μαζί με άλλους
πατριώτες ανέλαβε την υπεράσπιση της ιεράς μονής του Αρκαδίου, το Νοέμβρη του 1866.
Ήταν αυτός που με διαταγή του ηγούμενου Χατζή – Γαβριήλ έβαλε φωτιά στην πυρίτιδα
του υπογείου, αφού οι Τούρκοι είχαν πατήσει το προαύλιο της μονής. Έτσι με την
ανατίναξη της μονής ο Γιαμπουδάκης χάθηκε με τους υπόλοιπους συμπολεμιστές του.

ΓΟΒΑΤΖΙΔΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Έδρασε σαν αρχηγός με δικό του σώμα στις επαναστάσεις
του 1866-69 και 1878. Διακρίθηκε για την ανδρεία του και την τόλμη του και
τραυματίστηκε σε πολλές μάχες.
Ήταν ένας από τους πρωτοστάτες του νομού του στο κίνημα του Θερίσσου. Το 1905
εξορίστηκε από την Κρήτη για τη δράση του αυτή.
Το 1911 εκλέχτηκε πληρεξούσιος της επαρχίας Ρεθύμνου.

ΔΑΜΒΕΡΓΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: Κρητικός αγωνιστής και πρόκριτος από το Ρέθυμνο. Από πολύ
νωρίς μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία, και όταν εξερράγη η Επανάσταση του 1821 έσπευσε
στα Σφακιά να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην πατρίδα. Εκεί, αντιπροσώπευσε την
επαρχία Ρεθύμνης στο Εθνικό Συμβούλιο, που έγινε το καλοκαίρι του 1821. Παρά την
προχωρημένη ηλικία του, συγκρότησε στρατιωτικό σώμα από άντρες Ρεθυμνιώτες και
πολέμησε τον εχθρό πάνω από τρία χρόνια. Το 1824 όμως, οι Τουρκοκρήτες για να τον
εκδικηθούν, τον συνέλαβαν και τον κατακρεούργησαν. Τα παιδιά του τα πούλησαν στην
Αίγυπτο, αλλά αργότερα τα ελευθέρωσαν μετά τη μεσολάβηση του Γάλλου προξένου προς
το Μεχμέτ – Αλή. Ο ένας γιος μάλιστα του Γεωργίου Δαμβέργη, ο Κωνσταντίνος, που
γεννήθηκε στα 1800, υπήρξε αγωνιστής, στο πλευρό του γνωστού κρητικού ήρωα Στρατή
Δεληγιαννάκη. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες κατά των Τούρκων ιδιαίτερα στα πρώτα
χρόνια του αγώνα του 1821. Το 1831 έφυγε για τη Μύκονο όπου εγκαταστάθηκε για λίγο
καιρό, ενώ τα τελευταία του χρόνια τα έζησε στην Αθήνα όπου και πέθανε στα 1890
περίπου.
Μεγαλύτερος αδελφός του Κων/νου και γιος του Ιωάννη, υπήρξε ο -επίσης-
Κωνσταντίνος που γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1798, και πολέμησε στο πλευρό του πατέρα
του. Ένα χρόνο μετά την έκρηξη της Επαναστάσεως του 1821, σε μια μάχη στα Ανώγεια του
Ρεθύμνου, τραυματίζεται και χάνει το ένα του μάτι. Εξακολούθησε όμως να πολεμά με το
ίδιο ψυχικό σθένος τον εχθρό. Αργότερα διορίστηκε γραμματέας της Κρητικής Συνέλευσης,
που συνήλθε στην επαρχία Μυλοποτάμου, και ήταν εκείνος που συνέταξε το ψήφισμα
διαμαρτυρίας για τον αποκλεισμό της Κρήτης από τα ελληνικά εκείνα εδάφη που είχαν
απελευθερωθεί.


ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Κρητικός αγωνιστής από την Άμνατο συγγενής του γνωστού
ήρωα Δασκαλογιάννη. Ως οπλαρχηγός Ρεθύμνου, συμμετείχε στην Επανάσταση του 1866
όπου πολέμησε γενναία σε πολλές μάχες. Αγωνίστηκε ηρωικά στο Αρκάδι, όπου η σημαία
του έπεσε τρεις φορές από τις ριπές των Τούρκων, και τρεις φορές στερεώθηκε από την
αξιοθαύμαστη μητέρα του Χαρίκλεια, που πολέμησε στο πλευρό του. Μετά την πτώση του
Αρκαδίου, αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και τουφεκίστηκε.
Η μητέρα του κατόρθωσε να κρύψει τη σημαία του, και να την παραδώσει στο
νεώτερο γιο της Γεώργιο, ο οποίος όμως σκοτώθηκε και αυτός υπέρ της πατρίδας το 1867,
στη μάχη της Μπισταγής.
Άλλοι Δασκαλάκηδες επαναστάτες κατά τον κρητικό αγώνα, ήταν ο Αναγνώστης,
οπλαρχηγός Σφακίων, ο Γεώργιος από τον Καλλίκρατο, ο Μανούσος ο Σφακιανός, και ο
Σήφης (Ιωσήφ), ο οποίος ήταν ο σημαιοφόρος του ήρωα Δασκαλογιάννη κατά το 1770,
οπότε και έπεσε στη μάχη του Μεγάλου Πεύκου, κοντά στην Ανώπολη.


ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ – ΒΑΡΔΟΥΛΕΣ ΒΑΣΣΟΣ: Ήταν οπλαρχηγός Ρεθύμνου στην Επανάσταση
του 1821-31. Η καταγωγή του ήταν από τα Σφακιά.


ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Ήταν αρχηγός του νομού Ρεθύμνου. Σκοτώθηκε πολεμώντας
στον Αρμενόκαμπο Ρεθύμνου στις 18 Οκτωβρίου του 1822. Η καταγωγή ήταν από τα
Σφακιά.


ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΗΛΙΑΣ: Ήταν οπλαρχηγός που συμμετείχε σε πολλές επαναστάσεις της
Κρήτης.


ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: Ήταν οπλαρχηγός Ρεθύμνης, το 1821. Φονεύθηκε ενώ
πολεμούσε μέσα στο Αρκάδι κατά τη μάχη στις 17 Γενάρη του 1822.


ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΣ: Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο χωριό Ασφένδου Σφακίων. Ο Σ.
Δεληγιαννάκης είναι ο ήρωας της μάχης του Φραγκοκάστελλου. Πριν απ’ αυτή τη μάχη είχε
πρωτοστατήσει σε πολλές προηγούμενες συγκρούσεις.
Ειδικότερα η συμμετοχή του στην Επανάσταση του 1841 αναφέρεται και από
δημοτικό τραγούδι. Μετά την καταστολή της εξέγερσης του 1841 εγκαταστάθηκε μαζί με
πολλούς άλλους Κρητικούς στη Μήλο, όπου εκλέχτηκε βουλευτής.
Ο πιο επιφανής πάντως της οικογένειάς του ήταν ο αδερφός του στρατηγός
Γεώργιος Δεληγιαννάκης από τους πρώτους αρχηγούς του αγώνα στα 1821.


ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ: Αρχηγός της επαρχίας Αγίου Βασιλείου κατά τις διάφορες
κρητικές επαναστάσεις. Ήταν επίσης μέλος της πρώτης Επαναστατικής Κυβέρνησης της
Κρήτης κατά τη μεγάλη Κρητική Επανάσταση του 1866-69.
Ο ίδιος ο Δημητρακάκης μαζί με το γιο του Μάρκο, που ήταν αρχηγός κατά την
Επανάσταση του 1896-97, επικεφαλής ομάδας Ροδακινιωτών, κατατρόπωσαν τον τουρκικό
στρατό στα Σελιά.
Ο Στυλιανός Δημητρακάκης εκλέχτηκε αρκετές φορές αντιπρόσωπος της επαρχίας
Αγίου Βασιλείου στις διάφορες κρητικές συνελεύσεις και κατατάχτηκε ανάμεσα στους
αναγνωρισμένους αρχηγούς των κρητικών αγώνων.


ΔΡΑΜΙΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ: Γεννήθηκε το 1813 στο χωριό Καλογέρου – Αμαρίου, Ν.
Ρεθύμνης. Η γενιά του κατάγεται από το Αδραμύτιο της Μ. Ασίας, αλλά κάποιοι πρόγονοί
του μετοίκησαν στην Κρήτη – μάλιστα δημιούργησαν δικό τους χωριό, το λεγόμενο
Αδράμια, στον Αποκόρωνα Χανίων, που αργότερα πυρπολήθηκε από τους Τούρκους γιατί
κάθε βράδυ οι Δραμιτινοί τους έστειναν ενέδρες και τους εξολόθρευαν.

Από κει τέλος ο πατέρας του, Κων/νος Δραματινός, μετοίκησε στο χωριό Καλογέρου
Αμαρίου.
Ο Χριστόδουλος Δραμιτινός, το 1841, ανακηρύχτηκε αρχηγός φρουράς στην επαρχία
Αμαρίου και το 1858 πληρεξούσιος της Επαναστατικής Συνέλευσης.
Πολέμησε ως οπλαρχηγός στον Πλατανέ Ρεθύμνης, στο χωριό Βρύσινα και σε πολλές άλλες
μάχες των νομών Ρεθύμνης, Χανίων και Ηρακλείου το 1866. Αργότερα το 1877-78
πολέμησε, πάλι ως οπλαρχηγός, στο Αμπελάκι – Ρεθύμνης και στις αρχές Μαρτίου του
1897 πολέμησε γενναιότατα – παρά τη μεγάλη του ηλικία – στη μάχη του Βρύσινα.
Το 1899 εκλέχτηκε πληρεξούσιος του Αμαρίου.
Παντρεύτηκε με την Αργυρώ Μπαντουβά, από τον Ορθέ – Μυλοποτάμου και απέκτησαν 12
παιδιά, εφτά γιούς και πέντε κόρες.

ΔΡΟΥΛΙΣΚΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: Κρητικός αγωνιστής που καταγόταν από την περιοχή Ρεθύμνης και
ήταν ένας από τους οπλαρχηγούς της. Πήρε μέρος και διακρίθηκε σε πολλές μάχες μέχρι το

  1. Πριν αρχίσει η νέα φάση του αγώνα, το 1826, ο Δρουλίσκος έπεσε θύμα δολοφονίας
    ενός Τούρκου.

    ΔΡΟΥΛΙΣΚΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣΓεννήθηκε το 1892 στο Ατσιπόπουλο Ρεθύμνου. Πρωτοετής
    φοιτητής ακόμα, κατατάχτηκε στο στρατό. Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους διακρίθηκε
    πολεμώντας σαν λοχίας μαζί με τον ανεξάρτητο τάγμα Κρητών, υπό την αρχηγία του Γ.
    Κολοκοτρώνη.
    Κατά το 1916 έγινε ανθυπολοχαγός και υπασπιστής του 1 ου Συντάγματος Κρτηών. Υπήρξε
    μάλιστα ένας από τους πρωτεργάτες του Εθνικού Κινήματος και υπηρέτησε σαν επιτελής
    στο σώμα στρατού Εθνικής Άμυνας.
    Αμέσως μετά από την ανακωχή, έφυγε για την Κωνσταντινούπολη, όπου ανάλαβε τη
    διεύθυνση του γραφείου Πληροφοριών και Κατασκοπείας της εκεί στρατιωτικής
    αποστολής.
    Αποστρατεύτηκε αργότερα με το βαθμό του ταγματάρχη. Μετά την αποστράτευση του,
    υπηρέτησε σαν διευθυντής του Μετοχικού Ταμείου Στρατού.

ΖΕΡΒΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: (λοχαγός – ήρωας πολέμου): Γεννήθηκε το 1892. Καταγόταν από τον
Μέρωνα Ρεθύμνου. Πολέμησε στην Ήπειρο το 1912. Ύστερα κατατάχτηκε στην Γαλλική
Λεγεώνα των Ξένων. Μ’ αυτήν πολέμησε στο Δ. μέτωπο και αργότερα στα Δαρδανέλια με
σκοπό να μπει στην Κωνσταντινούπολη. Τραυματίστηκε όμως βαριά στο στήθος. Πέθανε το
Μάιο του 1952.

ΙΕΡΟΘΕΟΣ: Επίσκοπος της Λάμπης Κρήτης. Δεν είναι γνωστό το πραγματικό του όνομα,
ούτε πότε και που γεννήθηκε. Ασφαλώς όμως ήταν ντόπιος. Υπάρχει μνεία για το όνομά
του σε τουρκικό έγγραφό, στο οποίο αναφέρεται ως επίσκοπος Αμαρίου (μαζί με την
επαρχία Αγ. Βασιλείου, Σφακίων αποτελούσαν την επισκοπή Λάμπης). Υπάρχει η υπογραφή
του σε συνοδικό επιτίμιο κατά της ζωοκλοπής (1812).
Ο Ιερόθεος μαζί με άλλους αρχιερείς σφάχτηκε στις 24 Ιουνίου 1821, στο Μεγάλο
Κάστρο (Ηράκλειο), κατά την εξέγερση του Τουρκικού όχλου, εκδικούμενου την επέκταση
της Ελληνικής Επανάστασης στην Κρήτη.
ΙΕΡΩΝΥΜΑΚΗΣ ή ΧΑΡΟΚΟΠΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ: (αγωνιστής). Γεννήθηκε το 1858 στο χωριό
Παντάνασσα της Κρήτης. Από τα νεανικά του χρόνια ανέπτυξε μεγάλη δράση εναντίον των
Τούρκων, με σκοπό την απελευθέρωση της επαρχίας Αμαρίου.
Ήδη σε ηλικία 17 ετών είχε σκοτώσει έναν Τούρκο και από τότε, μέχρι την
απελευθέρωση, είχε καταφύγει στα βουνά, όπου είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος του
εχθρού.
Κάποτε, στη θέση Πλατανέ, σκότωσε δύο Τούρκους κι έναν τρίτο τον έδεσε και τον
άφησε ελεύθερο να πάει να το πει στον πασά.
Λέγεται ότι σε μια μάχη σκότωσε 46 Τούρκους.
Σκότωσε επίσης και το φοβερό Γενίτσαρο, τον επονομαζόμενο Τρικέφαλο.
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ: Κρητικός αγωνιστής και γιατρός που πήρε μέρος στην
Επανάσταση του 1866. Η δράση του ήταν κυρίως διπλωματική παρά πολεμική. Μαζί με
άλλες 98 προσωπικότητες της Κρήτης εργάστηκε για τη σύνταξη και την υπογραφή της
αναφοράς των Κρητών προς το σουλτάνο και τις μεγάλες δυνάμεις. Ήταν ένας απ’ αυτούς
που αντέδρασαν έντονα για το διορισμό του Δ. Καλλέργη στη θέση του γενικού αρχηγού. Ο
ίδιος μάλιστα πρότεινε γι’ αυτή τη θέση το συγγενή του Πάνο Κορωναίο. Για τη δράση του
καταδιώχτηκε από το Μουσταφά πασά και κατέφυγε στην Αγγλία. Όταν αργότερα
επέστρεψε στην πατρίδα του, εργάστηκε σκληρά και αγωνίστηκε για την παροχή Κρητικού
Συντάγματος.
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΤΡΥΦΩΝΑΣ: Κρητικός αγωνιστής και καλόγηρος που καταγόταν από το
Ρέθυμνο. Πήρε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις και διακρίθηκε για τα κατορθώματά του στις
επαναστάσεις του 1821 και 1866. Σκοτώθηκε σε μια μάχη κοντά στα Χανιά το 1867.

ΚΑΒΒΒΑΛΟΣ ή ΚΑΠΡΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ: Γεννήθηκε το 1849 στα Ζωνιανά Μυλοποτάμου, Ν.
Ρεθύμνης. Ανήσυχος και τραχύς χαρακτήρας καθώς ήταν δε μπορούσε να μείνει αμέτοχος
στον αγώνα ενάντια στους Τούρκους κατακτητές. Πολέμησε λοιπόν τον εχθρό. Όλη του η
ζωή ήταν ένας διαρκής αγώνας για την ελευθερία. Αποκορύφωμα της παράτολμης δράσης
του ήταν η συμμετοχή του στη μάχη που έγινε το 1897 στην περιοχή Κουμπέ στο Γάζι
Μαλεβυζίου. Εκεί βλέποντας να περιέρχεται η Κρητική σημαία στα χέρια των Τούρκων,
χωρίς να υπολογίσει τη ζωή του, όρμησε εναντίον τους και αφού την απέσπασε σκότωσε
τον Τούρκο που την κρατούσε.
Οι Τούρκοι ταπεινωμένοι διέταξαν την σύλληψη και εκτέλεσή του και εξέδωσαν
«Φιρμάνι», ωστόσο όμως δεν πέτυχαν τον σκοπό τους.
Γι’ αυτή την πράξη του ο καπετάν Καπράκης τιμήθηκε από την τότε Κρητική
Πολιτεία με σύνταξη. Όταν πέθανε σε βαθιά γεράματα, το 1929, η κηδεία του έγινε
«δημοσία δαπάνη» με όλες τις τιμές που αξίζουν σ’ έναν ήρωα, σε έναν υπερασπιστή της
ελευθερίας.
Στις 14-9-84 έγιναν στα Ζωνιανά τα αποκαλυπτήρια της προτομής του, δωρεά της
οικογένειας Κάββαλου. Την προτομή έφτιαξε ο Ζωνιανός γλύπτης Έκτορας Παπαδάκης.
ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Κρητικός οπλαρχηγός, καταγόμενος από την κρητική περιοχή του
Μυλοποτάμου. Έδρασε κυρίως στις πρώτες μάχες της Επανάστασης του 1821 στην Κρήτη,
ως αρχηγός όπλων των συνεπαρχιωτών του. Όταν όμως το 1824 τα αιγυπτιακά
στρατεύματα εισέβαλλαν στο νησί πνίγοντας την επανάσταση, ο Καλαμαράς μαζί με
πολυάριθμους συμπατριώτες του έφυγε για την Πελοπόννησο, όπου συμμετείχε ενεργά σε
πολλές πολεμικές επιχειρήσεις, στο πλευρό κυρίως του Κολοκοτρώνη. Το 1825 όμως
συνελήφθηκε στο Νεόκαστρο, από τον Ιμπραήμ πασά, μαζί με άλλους Κρητικούς.
Ο ίδιος όμως κατόρθωσε να δραπετεύσει, για να συνεχίσει την επαναστατική του
δράση στην ανατολική Ελλάδα, υπό τις διαταγές του Γ. Καραϊσκάκη (μάχη Σαλώνων κλπ).
ένα χρόνο αργότερα (1827), ως μέλος του στρατιωτικού σώματος επιλέκτων Κρητών, υπό
τον Δ. Καλλέργη, παίρνει μέρος στον αγώνα που διεξήγαγε ο Καραϊσκάκης στην Αττική,
εναντίον του Κιουταχή. Τη νύχτα της 23 ης Απριλίου, του ίδιου χρόνου όμως, πολεμώντας
γενναία στη μάχη του Αναλάτου (μπροστά από την Ακρόπολη) σκοτώθηκε μαζί με όλους
σχεδόν τους Κρητικούς και Σουλιώτες πολεμιστές.

ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Γεννήθηκε το 1818 και πέθανε το 1919.
Ήταν οπλαρχηγός και έγινε και αρχηγός του Μυλοποτάμου. Το 1866 με δικό του
εκστρατευτικό σώμα πήρε μέρος στη μάχη της Μονής του Αρκαδίου.
Επειδή από το 1870 – 73 καταδιωκόταν από τους Τούρκους, έφυγε με όλη του την
οικογένεια στην Αθήνα, κατόπιν μεσολάβησης του Δημήτρη Καλλέργη, αρχηγού της
επανάστασης της 3 ης Σεπτεμβρίου. Ο ίδιος δε τον βοήθησε και μπήκε στο παλάτι σαν
τιμώμενο πρόσωπο και του χορηγήθηκε επίσης και τιμητικό χρηματικό επίδομα.
Στην Αθήνα έμεινε μέχρι το 1885, οπότε και επέστρεψε στην Κρήτη.

Παντρεύτηκε την Ειρήνη Καλοκύρη, η οποία έγινε Διευθύντρια του Ιδρύματος
Υφαντικής, που λειτουργούσε μέσα στο παλάτι. Απέκτησε δε μαζί της τρεις γιούς και μία
κόρη.
Ο ένας του γιος ο Σταύρος, όταν η οικογένειά του, επέστρεψε στην Κρήτη,
παρέμεινε στην Αθήνα, για να συνεχίσει τις σπουδές του, στην Αρχιτεκτονική Σχολή του
Πολυτεχνείου. Ήταν δε αυτός που το 1884 οργάνωσε την πρώτη φοιτητική διαδήλωση, και
που είναι γνωστός ως δημοσιογράφος και σοσιαλιστής ηγέτης.
ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Γεννήθηκε το 1868 στους Αρμένους Ρεθύμνης. Ο πατέρας του,
Γεώργιος Καλλέργης, οπλαρχηγός, καταγόταν από τον Ασώματο – Αγ. Βασιλείου, αλλά το
1866 μετοίκισε στους Αρμένους, όπου παντρεύτηκε με τη Μαρία Τζιτζικάκη.
Ο Εμμανουήλ από την εφηβική ακόμη ηλικία – μόλις είχε τελειώσει το σχολαρχείο –
ρίχτηκε στον αγώνα εναντίον των κατακτητών, πλάι στον πατέρα του.
Μαζί με άλλους μεγάλους οπλαρχηγούς πήρε μέρος στις μάχες των γύρω περιοχών
και ως ανταμοιβή για τη δράση του, του δόθηκε αργότερα, το δικαίωμα να πιστοποιεί τις
συντάξεις των τότε παλαιμάχων.
Για ορισμένο διάστημα υπήρξε γραμματέας του τέως Δήμου Βρυσιναίων. Ήταν
παντρεμένος με την Καλλιόπη Σταματάκη και είχε δύο γιούς.
Πέθανε στη γενέτειρά του το 1956.
ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Αγωνιστής της Κρήτης. Γεννήθηκε το 1770 στο χωριό
Αμάριο του νομού Ρεθύμνης, και όταν μεγάλωσε εγκαταστάθηκε μέσα στην πόλη του
Ρεθύμνου. Εκεί εξαιτίας της προσωπικότητάς του κατόρθωσε να καταξιωθεί ακόμα και
μεταξύ των γενιτσάρων στους οποίους με ευκολία επιβαλλόταν. Εξαιτίας του πλούτου και
του γενναίου του φρονήματος, μόνος αυτός απ’ τους Έλληνες μπορούσε να μπαίνει
έφιππος στην πόλη.
Τις παραμονές της Επανάστασης του 1821, μυήθηκε φιλικός (από τον Υδραίο
πλοίαρχο Τομπάζη), και από τότε άρχισε πυρετωδώς να προετοιμάζεται για τον Αγώνα.
Μετά από λίγους μήνες όμως, κάποια ατυχία ήρθε να διακόψει τις ενέργειές του: Οι
Τούρκοι άρπαξαν δύο Ελληνόπουλα, ανίψια του, και προσπάθησαν να τα εξισλαμίσουν.
Τότε ο Καλομενόπουλος πήγε κρυφά στο σπίτι που τα κρατούσαν, τα ελευθέρωσε και τα
φυγάδευσε στα κρητικά βουνά, φεύγοντας και ο ίδιος απ’ την πόλη. Δεν πρόλαβε όμως να
πάει μακριά, γιατί οι Τούρκοι τον κατεδίωξαν και τον συνέλαβαν (στη θέση Περιβόλια)
ρίχνοντάς τον στις φυλακές. Μετά από λίγο καιρό, κατόρθωσε με τη βοήθεια των δικών του
να δραπετεύσει. Στην επιχείρηση αυτή όμως γκρεμίστηκε από τα ψηλά τείχη του Ρεθύμνου
και τραυματίστηκε βαριά. Μετά από υπεράνθρωπες προσπάθειες και περιπέτειες, μπόρεσε
επιτέλους να φτάσει στα Ελεύθερα Σφακιά, τις μέρες που εκδηλώνονταν τα πρώτα
ξεσπάσματα της Μεγάλης Επανάστασης.
Αδυνατώντας ο ίδιος να λάβει ενεργό μέρος σε μάχες (είχε καταστεί ανάπηρος),
προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Αγώνα ως πολιτευόμενο πρόσωπο, παίρνοντας μέρος
στις συσκέψεις των προκρίτων της μεγαλονήσου.

Διέθεσε επίσης όλη του την περιουσία για τις ανάγκες του πολέμου και συμμετείχε
στην οργάνωση των επαναστατικών σωμάτων στην Κρήτη. Τέλος, εκλέχθηκε αρκετές φορές
αντιπρόσωπος των επαναστατών, ενώ το 1828 έγινε μέλος του λεγομένου «Κρητικού
Συμβουλίου» (είδος προσωρινής κυβέρνησης), που είχε αναλάβει την διεύθυνση των
στρατιωτικοπολιτικών υποθέσεων του νησιού μέχρι το πέρας του Αγώνα (1830). Τότε
αποσύρθηκε, στο Αμάρι, όπου και πέθανε το 1856.
ΚΑΛΟΜΕΡΟΠΟΥΛΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: αγωνιστής της Κρήτης. Γεννήθηκε το 1785 στο χωριό
Αμάριο του νομού Ρεθύμνης, και από πολύ νέος μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη για
να σπουδάσει στη εκεί Πατριαρχική Σχολή. Επιστρέφοντας στην Κρήτη έγινε παπάς (1817)
και μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία, συμμετέχοντας στην προετοιμασία του Αγώνα. Όταν
ξέσπασε η Επανάσταση του 1821 εκλέχτηκε οπλαρχηγός των ομοχωρίων του και πολέμησε
σε αρκετές μάχες κατά των Τούρκων, στην περιοχή κυρίως του Ρεθύμνου. Σε μια απ’ αυτές
σκοτώθηκε, όταν έγινε απόπειρα να εκπορθηθεί το φρούριο της Ρεθύμνης με επίθεση
(Άνοιξη του 1822).
Ανεψιός του υπήρξε ο Κοκόλης Καλομερόπουλος (Αμάρι 1836). Υπήρξε οπλαρχηγός
των συγχωριανών του, οδηγώντας τους σε διάφορες μάχες της επανάστασης του 1866-
1869 καθώς και 1878.
ΚΑΛΟΥΔΗΣ ΜΑΡΚΟΣ: Αγωνιστής Κρητικός, καταγόμενος από την περιοχή Πρινέ της
επαρχίας Ρεθύμνου Κρήτης, όπου και γεννήθηκε γύρω στα 1795. Από πολύ μικρός έφυγε
από το νησί του, για να εγκατασταθεί στη Ρωσία. Το 1821 κατατάχτηκε εθελοντικά στον
περίφημο Ιερό Λόχο του Υψηλάντη και πολέμησε γενναία στη μάχη του Δραγατσανίου, τον
Ιούνιο του 1821.
Υπήρξε από τους ελάχιστους που σώθηκαν μετά την αποτυχημένη έκβαση του
κινήματος στη Ρουμανία. Αμέσως κατεβαίνει στην Ελλάδα, και από εκεί στην Κρήτη, και
πολεμάει στο πλευρό των συμπατριωτών του εναντίον των Τούρκων. Το 1828 συμμετέχει
στην προσωρινή κρητική κυβέρνηση («Κρητικό Συμβούλιο») ως αντιπρόσωπος των
Ρεθυμνιωτών, και συνέχεια παίρνει εντολή να μεταβεί στο Ναύπλιο για να στρατολογήσει
σώμα από ιππείς. Από κει γρήγορα κατεβαίνει στην Κρήτη με 60 ιππείς και παίρνει ενεργό
μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις της περιόδου αυτής.
Το χειμώνα του ίδιου έτους συναποτελεί με τους Φρ. Λυμπρίτη (αντιπρόσωπο της
επαρχίας Μονοφατσίου) καθώς και Βασ. Χάλη την επιτροπή εκείνη που ανέλαβε το
διακανονισμό της ουδέτερης ζώνης γύρω από τα τουρκοκρατούμενα φρούρια Ιεράπετρας,
Χανίων και Ρεθύμνου.
Όταν τέλειωσε ο αγώνας, έφυγε για την Ελλάδα, όπου και πέθανε το 1886,
αφήνοντας όλη του την περιουσία στο χωριό του Πρινέ, για να εκπαιδεύονται με τα έξοδα
αυτά 3 δάσκαλοι κάθε χρόνο.

ΚΑΛΟΥΔΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ: Κρητικός αγωνιστής. Διακρίθηκε στην επανάσταση του 1821, το
1827 έπεσε ηρωικά μαχόμενος στη μάχη του Αναλάτου, προ της Ακροπόλεως, μαζί με
άλλους Κρητικούς και Σουλιώτες.
ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: ιερέας. Καταγόταν από το Αμάριο. Σκοτώθηκε στις 14
Απριλίου 1822, κατά την πολιορκία του φρουρίου του Ρέθυμνου.
ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: Καταγόταν από τα Ακτούντα Ρεθύμνης. Γενικός αρχίατρος.
Υπηρέτησε εθελοντής και σαν επίκουρος ανθυπίατρος του Πολεμικού Ναυτικού στις
ναυμαχίες της Λήμνου το 1912. Τιμήθηκε μάλιστα για την ηρωική του δράση με το
παράσημο του Σωτήρος. Αργότερα πήρε μέρος επίσης στους Βαλκανικούς Πολέμους.
Αντιπροσώπευσε την Ελλάδα πολλές φορές σε διάφορα διεθνή συνέδρια και
διεύθυνε την υγειονομική υπηρεσία του υπουργείου Στρατιωτικών.
Ο Ιωάννης Καραβίτης, σαν ειδικός στοματολόγος, σημείωσε μεγάλες επιστημονικές
επιτυχίες.
ΚΑΣΣΕΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Κρητικός αγωνιστής και ιερέας που καταγόταν από τον Αγριλέ και
ήταν στενός συγγενής του παπά-Εμμανουήλ Κασσέλου. Ανέπτυξε δράση στις επαναστάσεις
του 1866 και 1878. Τραυματίστηκε σοβαρά σε μάχη κατά την επανάσταση του 1878.
ΚΑΣΤΕΛΛΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Κρητικός αγωνιστής και ιερωμένος που καταγόταν από τον
Αγριλέ. Ήταν οπλαρχηγός και πληρεξούσιος στις επαναστάσεις του 1866 και 1878.
Πήρε ενεργό μέρος στη λαϊκή συνέλευση του 1894 η οποία αποφάσισε τη δίωξη του
σκληρού και φανατικού Μαχμούτ – πασά. Επιχειρήσεις στις οποίες διακρίθηκε ήταν οι
μάχες στο Σταυρό Κανδάνου το 1866, στον Άγιο Ιωάννη Μυλοποτάμου το 1867, στην Αγία
Ρουμέλη Σφακίων και αλλού.
Σ’ όλη του τη δράση, βοηθό και συναγωνίστρια είχε τη σύζυγό του Ειρήνη που του
παραστεκόταν πάντα. Ήταν κόρη του γνωστού Κουμή Πενταρογιάννη.
ΚΑΠΕΤΑΝ – ΝΕΩΝΗΣ: (οπλαρχηγός). Καταγόταν από το κρητικό χωριό Απόστολοι. Οι ρίζες
του όμως ανευρίσκονται στο χωριό Μισάκες μετά την καταστροφή του οποίου (πολύ πριν
το 1821) οι κάτοικοί του διασκορπίστηκαν στις γύρω περιοχές.
Πολέμησε γενναία κατά των Τούρκων και ως αρματωλός και ως επαναστάτης.
Συγκροτώντας ένα επίλεκτο σώμα πολεμιστών, πήρε μέρος σε πολλές μάχες κατά των
Τούρκων, τόσο στην Κρήτη, όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Μεγάλη δράση μάλιστα
επέδειξε κατά την πυρπόληση του στόλου του Ιμπραήμ – πασά.
Για τα ανδραγαθήματά του, η Ελεύθερη Κυβέρνηση του πρόσφερε αργότερα ένα
οικόπεδο για να ζήσει. Ο βασιλιάς Όθωνας επίσης του απένειμε ξίφος και αργυρό
παράσημο του αγώνα, που σώζεται μέχρι σήμερα.
Πέθανε λίγα χρόνια αργότερα, χωρίς ν’ αφήσει απογόνους.

ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Κρητικός αγωνιστής και οπλαρχηγός που γεννήθηκε το 1820
στο Άνω – Μέρος της επαρχίας Αμαρίου. Πολύ νέος έλαβε μέρος στην επανάσταση του
1841 και αργότερα σ’ αυτή του 1858. Όταν ξέσπασε η επανάσταση του 1866, ήταν από
τους πρώτους που πήραν τα όπλα. Αμέσως ανακηρύχτηκε αρχηγός μέρους της επαρχίας
του και μ’ αυτή την ιδιότητα συμμετείχε σ’ όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις του νομού
Ρεθύμνης.
Διακρίθηκε επίσης στις μάχες κατά του Ομέρ – πασά που είχε εισβάλει στα Σφακιά,
και επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και γενναιότητα. Πήρε μέρος και στις επαναστάσεις 1878
και 1889, σαν υπαρχηγός της επαρχίας του. Στην επανάσταση του 1896 – 1897 ήταν πολύ
γέρος για να λάβει μέρος στη μάχη. Εξελέγη όμως πληρεξούσιος της επαρχίας του και
παρευρισκόταν ένοπλος στις διάφορες συνελεύσεις της περιοχής της Ρεθύμνης, όπου έδινε
τις πολύτιμες συμβουλές του και πρόσφερε την πείρα του στον αγώνα για εθνική
ανεξαρτησία. Πέθανε το 1920 περίπου.
ΚΑΤΣΟΥΔΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Κρητικός αγωνιστής, που διακρίθηκε κατά την επανάσταση του

  1. Συγκεκριμένα έλαβε ενεργό μέρος σε πολλές μάχες του νησιού του κάτω από τις
    διαταγές του Χατζημιχάλη Ταλιάνου, καθώς και του Καλλέργη. Σκοτώθηκε το 1833 σε μια
    συμπλοκή στο Άργος.
    ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΔΕΣ: Παλιά ονομαστή οικογένεια από το χωριό Ανώγεια της επαρχίας
    Μυλοποτάμου Κρήτης, η οποία κατά την παράδοση προέρχεται από τη μεγάλη Βυζαντινή
    οικογένεια των Καλλέργηδων.
    Ένα από τα μέλη της οικογένειας αυτής, κάποιος Ιωάννης, που την εποχή της
    Ενετοκρατίας κατοικούσε στ’ Ανώγεια και ήταν καπετάνιος (κεφαλάς ή κεφαλάτορας, όπως
    ονομάζονταν τότε οι προύχοντες), παντρεύτηκε την κόρη κάποιου Ενετού άρχοντα (όταν
    έγινε η άλωση του Χάνδακα από τους Τούρκους), κι έτσι έγινε ο αρχηγός του οίκου.
    Το 1821, μια ολόκληρη ομάδα Κεφαλογιάννηδων καταστράφηκε στ’ Ανώγεια, στο
    σημείο εκείνο που σήμερα ονομάζουν «Αποκεφαλισμένοι».
    Κατά την Επανάσταση του 1821 διακρίθηκε ο Νικόλαος Κεφαλογιάννης, γενναίος
    αγωνιστής και δημοτικός ποιητής. Το 1866 διακρίθηκαν για την ανδρεία τους και άλλα
    μέλη της οικογενείας Κεφαλογιάννηδων, όπως οι: Ιωάννης (οπλαρχηγός), Γεώργιος
    Αστρινός και Σέργιος. Κατά τους τελευταίους επίσης αγώνες και εθνεγερσίες της Κρήτης,
    πολλοί Κεφαλογιάννηδες διακρίθηκαν ως αντάρτες, τακτικοί στρατιώτες κι εθελοντές. Από
    αυτούς, 6 σκοτώθηκαν και άλλοι 8 τραυματίστηκαν.
    Γνωστός είναι και ο Νικόλαος Δημ. Κεφαλογιάννης που γεννήθηκε το 1867,
    σπούδασε ιατρική στην Αθήνα και στο Παρίσι, κι απ’ το 1892 πολιτεύτηκε στο
    Μυλοπόταμο. Πολέμησε ως εθελοντής στην Ήπειρο, και πέθανε το 1929 στην Αθήνα.
    ΚΟΝΤΑΞΑΚΗΣ: Οπλαρχηγός της Κρήτης, διακρίθηκε το 1841 κατά την επανάσταση του
    Χαιρέτη στην Κρήτη. Στη σύντομη εκείνη επανάσταση χρημάτισε αντιπρόσωπος των

τεσσάρων δυτικών επαρχιών της Κρήτης στην εκτελεστική επιτροπή που συγκροτήθηκε
τότε.
ΚΟΥΤΕΛΙΔΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ: (αγωνιστής). Πολέμησε στη Μικρά Ασία και σκοτώθηκε το 1922
εκεί. Πρόκειται για σημαντικό αγωνιστή.
ΚΟΥΤΣΟΥΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Οπλαρχηγός της Κρήτης. Γεννήθηκε το 1780 στην κρητική επαρχία
Ατσιπόπουλου. Όταν εξερράγη η Επανάσταση του 1821, ήταν από τους πρώτους που
πήραν τα όπλα κατά του εχθρού. Έλαβε ενεργό μέρος σε όλες τις μάχες που έγιναν μέχρι το
τέλος του Αγώνα (1830). Πολέμησε επίσης και στις επιχειρήσεις των ετών 1833 και 1841.
Πέθανε το 1872.
ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΑΣ ΜΑΝΟΥΣΟΣ: Αγωνιστής της Κρήτης από την περιοχή του Εμπρούγιαλου
Σφακίων. Καταγόταν από την παλιά γνωστή κρητική οικογένεια των Στρατίκων, και έλαβε
μέρος ως οπλαρχηγός των συγχωριανών του στην αποτυχημένη επανάσταση του 1770,
διακρινόμενος για την γενναιότητά του.
ΚΟΥΦΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Έδρασε στο τέλος του 18 ου αιώνα στην Κρήτη, και καταγόταν
από ένδοξη οικογένεια αρματωλών. Επειδή είχε σκοτώσει πολλούς Τούρκους, οι Τούρκοι
τον εκδικήθηκαν αιχμαλωτίζοντας τα παιδιά του και πουλώντας τα ως δούλους σε μακρινές
περιοχές. Από τα παιδιά του, ο Γεώργιος και ο Κωνσταντίνος εξισλαμίστηκαν με τη βία και
δούλευαν ως υπηρέτες σε τουρκικά σπίτια. Τα ίδια τα παιδιά όμως, γνωρίζοντας την
ελληνική τους καταγωγή, εγκατέλειψαν τους κυρίους τους μετά την Επανάσταση του ’21
και πολέμησαν τους Τούρκους, στο πλευρό του Καραϊσκάκη στη Στερεά Ελλάδα, μια και
είχαν μεταφερθεί εκεί. Γρήγορα όμως κατεβαίνουν στην πατρίδα τους πολεμώντας γενναία
από το 1821 έως το 1830 και παίρνοντας επίσης μέρος στις επαναστάσεις του 1841, του
1858 και του 1866.
Συγγενείς των παραπάνω ήταν οι Μάρκος, Κωνσταντίνος και Νικόλαος, αδέλφια
αρματωλοί του 18 ου αιώνα. Ήταν γιγαντόσωμοι και άφοβοι, γι’ αυτό είχαν εμπνεύσει το
φόβο και τον τρόμο στους Τούρκους, οι οποίοι τους θεωρούσαν αήττητους. Σε κάποια
πολιορκία όμως (σ’ ένα σπήλαιο της Ίδης) οι δυο σκοτώθηκαν μετά από γενναία μάχη με
πολυάριθμους Τούρκους. Ο Μάρκος, επιχειρώντας να περάσει με το ξίφος του δια μέσου
των εχθρικών γραμμών, τραυματίστηκε, πιάστηκε αιχμάλωτος και θανατώθηκε με
μαρτυρικό τρόπο.
ΚΥΤΡΑΚΗΣ ή ΝΥΣΤΑΡΗΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Γεννήθηκε στα Ρούστικα Ρεθύμνης, του νομού
Ρεθύμνου, το 1868.
Το 1897 πήρε μέρος στις μάχες που έγιναν στην Κρήτη εναντίον των Τούρκων. Το
1902 πήγε στη Θεσσαλονίκη και πολέμησε εναντίον των Βουλγάρων Κομιτατζήδων. Το
1903 συμμετείχε στους ανταρτικούς αγώνες της Μακεδονίας, κάτω από την αρχηγία του
Ευθύμιου Καούδη. Από το 1905 – 1907 συνέχισε τους αγώνες του στη Μακεδονία, σαν

επικεφαλής σώματος. Στα μέσα του 1907 πήγε στον Πειραιά και ανανέωσε το
εκστρατευτικό του σώμα συμπεριλαμβάνοντας και άλλα άτομα.
Με αρχηγό το Γεώργιο Τσόντο ή Βάρδα επέστρεψε στη Μακεδονία και αγωνίστηκε
μόνο για μικρό χρονικό διάστημα, γιατί σε μια συμπλοκή έχασε σχεδόν όλους τους άνδρες
του.
Κατόπιν ανεχώρησε στην Αμερική, όπου έμεινε μέχρι το 1914, οπότε και επέστρεψε
και πήρε μέρος στο κίνημα της Θεσσαλονίκης, το 1916.
Για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες της
Κρήτης του απονεμήθηκαν δίπλωμα ανδρείας του Μακεδονικού κομιτάτου και τιμητική
σύνταξη.
ΚΩΣΤΟΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Η γενιά του κατάγεται από τα Σελλιά – Αγίου Βασιλείου του
Νομού Ρεθύμνου. Η μητέρα του ονομαζόταν Ελένη Παπαδάκη και ο πατέρας του είχε
υπηρετήσει για ένα διάστημα στη Χωροφυλακή.
Ο Κωστογιάννης τέλειωσε το δημοτικό σχολείο στα Σελλιά και αργότερα το
Γυμνάσιο στη χώρα Σφακίων.
Υπηρέτησε τη θητεία του στο στρατό ως απλός στρατιώτης, αλλά αργότερα
μονιμοποιήθηκε και πήρε το βαθμό του συνταγματάρχη.
Πήρε μέρος στους νικηφόρους πολέμους του 1912-13 και διακρίθηκε για την τόλμη
και την ανδρεία του. Για τις υπηρεσίες του τιμήθηκε με πολλά παράσημα. Αποστρατεύτηκε
το 1940 και από τότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Παντρεύτηκε το 1930 τη Μαρία Χατζηδάκι και απόκτησε δύο παιδιά.

ΛΙΑΝΤΡΗΣ ΜΙΧΑΗΛ: Οπλαρχηγός της Κρήτης που γεννήθηκε στο χωριό Ατσιπόπουλο
Ρεθύμνης στα 1810. Πήρε μέρος στις μάχες του 1841 και του 1858 με την ιδιότητα του
αρχηγού των συγχωριανών του.
Εκτιμώντας το θάρρος του και τις πολεμικές του ικανότητες, τον ανακήρυξαν
αρχηγό της επαρχίας Ρεθύμνης, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1866-1869, στην
οποία η δραστηριότητά του ήταν πολύ σημαντική. Μ’ αυτή την ιδιότητα επίσης πολέμησε
και στην επανάσταση του 1878. Πέθανε στο χωριό του Ατσιπόπουλο το 1896. Οι γιοί του
Γεώργιος και Χαράλαμπος, ακολούθησαν την πορεία του και πήραν μέρος στο πλευρό του,
σ’ όλες τις μάχες που έδωσε ο ίδιος σαν οπλαρχηγοί, και διακρίθηκαν για τη γενναιότητά
τους και την πολεμική τους δεινότητα.
ΛΥΡΗΣ ΚΕΧΑΓΙΑ – ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Κρητικός αγωνιστής καταγόμενος από γνωστή κρητική
οικογένεια από το χωριό Περιβόλια του νομού Ρεθύμνου, καθώς και από την Νεάπολη του
Μεραμπέλλου (οι δεύτεροι είναι γνωστοί ως Λυράκηδες, και υπάρχουν και σήμερα
απόγονοί τους).
Ο Κεχαγιά – Νικόλας (ή καπετάν – Νικόλας) υπήρξε αρματωλός κατά την
προεπαναστατική περίοδο του 1821 στην Κρήτη. Πολέμησε στο πλευρό του γνωστού
κρητικού ήρωα Δασκαλογιάννη, και στη συνέχεια έφυγε για τη Μ. Ασία. Εκεί, μαζί με
άλλους Κρητικούς μυήθηκε Φιλικός, και κατά τις παραμονές της επαναστάσεως έφυγαν
όλοι για την Τουρκοκρατούμενη Μεγαλόνησο.
Εκεί άρχισε να ετοιμάζει τους συμπατριώτες του για το Μεγάλο Αγώνα, στο
ξέσπασμα του οποίου έλαβε από τους πρώτους τα όπλα κατά του εχθρού.
Όταν το 1824 τα αιγυπτιακά στρατεύματα σάρωσαν κάθε επαναστατική διάθεση
εισβάλοντας στην Πελοπόννησο, ο Λύρης με χιλιάδες άλλους κρητικούς πολεμιστές έφυγε
για την Πελοπόννησο, όπου πολέμησε στο πλάι γνωστών ηρώων της επανάστασης. Μια
από τις μάχες στις οποίες συμμετείχε ήταν και η μάχη στο Μανιάκι, όπου στο πλευρό του
Παπαφλέσσα, ηρωικά μαχόμενος κατά του Ιμπραήμ, έπεσε το Μάιο του 1825.
Συγγενής του αγωνιστή ήταν και ο Μιχαήλ Λύρης, ο οποίος πολέμησε εναντίον των
Τούρκων της Κρήτης κατά τα πρώτα έτη της επαναστάσεως.
Με την είσοδο των Αιγυπτίων όμως στην Κρήτη, έφυγε για το Ναύπλιο, όπου και
πολιτεύτηκε (εξελέγη δήμαρχος των εκεί Κρητικών). Πέθανε το 1867.

ΜΑΝΙΟΥΔΑΚΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ: Γεννήθηκε στα 1890 στους Αρμένους Ρεθύμνης του Ν.
Ρεθύμνης. Ανατράφηκε και γαλουχήθηκε μέσα στα επαναστατικά γεγονότα της τότε
εποχής.
Ο πατέρας του Ιωάννης Μανιουδάκης ήταν οπλαρχηγός της Κρητικής Επανάστασης
– από τις Σφακιανές Μαδάρες μέχρι τα Λασιθιώτικα βουνά και πολέμησε υπηρετώντας την
πατρίδα. Πέθανε το 1921 και κηδεύτηκε με δημόσια δαπάνη.
Ένδοξος, υπέροχος μαχητής και πρότυπο πολίτη ήταν ο πατέρας του Στυλιανού
Μανιαδάκη. Πολέμησε στις μάχες του Καλλικράτους και του Λασιθίου και διακρίθηκε ως
άξιος αγωνιστής.
Η κήρυξη του πολέμου του 1912 βρήκε τον Στυλιανό Μανιουδάκη φοιτητή της
Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εγκατέλειψε τις σπουδές του και κατατάχτηκε
εθελοντής. Μετά το τέλος του πολέμου κατατάχτηκε στη Χωροφυλακή, το 1914, ως
Υπενωματάρχης. Το 1915 προάχθηκε σε Ενωματάρχης, το 1917 σε Ανθυπασπιστής, το 1919
σε ανθυπομοίραρχος, το 1923 σε υπομοίραρχο και το 1928 σε Μοίραρχο. Στο κίνημα του
1935, το Σώμα της Χωροφυλακής έχασε ένα στέλεχός του της τάξεως του Στυλιανού
Μανιουδάκη αλλά με απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας ανακλήθηκε στην υπηρεσία
του Στρατού στις 18/7/1935.
Η Δικτατορία του Μεταξά το 1936, τον αποστράτευσε με το βαθμό του
Αντισυνταγματάρχη. Μετά την κατάληψη της Ηπειρωτικής Ελλάδας από τους Γερμανούς,
ελεύθερη έμεινε μόνο η Κρήτη, όπου ήλθε ο τότε βασιλιάς με την κυβέρνηση Εμμ.
Τσουδερού. Ο Πρωθυπουργός Τσουδερός ανέθεσε τη Διεύθυνση του Ν. Ρεθύμνης στο Στ.
Μανιουδάκη. Στη διάρκεια της εκτέλεσης του καθήκοντος, βρήκε το θάνατο μαζί με τον
τότε Νομάρχη Ρεθύμνης γιατρό, Γεώργιο Τσαγρή, σε βομβαρδισμό στις 22/5/1941.
Τιμήθηκε με το βαθμό του Συνταγματάρχη και με τα μετάλλια: Μετάλλιο
Ελληνοβουλγαρικού πολέμου. Μετάλλιο Ελληνοτουρκικού πολέμου. Μετάλλιο
Στρατιωτικής Αξίας Β΄ τάξεως και Πολεμικός Σταυρός Α΄ τάξεως.
Η κοινότητα της γενέτειράς του τον τίμησε με προτομή, που στήθηκε στο χωριό του.
ΜΑΝΙΟΥΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: Γεννήθηκε το 1830 στους Αρμένους Ρεθύμνης.

Ήταν γιος του Χατζή Μανούδη, ενός από τους πρωταγωνιστές του ’21, και
εγγονός (από τη μητέρα του) του Γεωργίου Τσουδερού.
Βαδίζοντας στα ίχνη του πατέρα και του παππού του, ο Ιωάννης Μανιουδάκης
αναγορεύτηκε οπλαρχηγός και έδρασε σε πολλές μάχες.
Ως οπλαρχηγός πολέμησε στην επανάσταση του 1866, σε όλες τις μάχες γύρω από
το Ρέθυμνο, καθώς επίσης στο Λασίθι και σε άλλα μέρη.
Έμπειρος χειριστής των πειστικών λόγων, επέβαλε το ηθικό του κύρος στις
Συνελεύσεις και στα επαναστατικά διαβούλια, όπου παρευρισκόταν ως πληρεξούσιος
αντιπρόσωπος.
Η Πολιτεία τίμησε τον Ιωάννη Μανιουδάκη ανακηρύσσοντάς τον αγωνιστή Α΄
τάξεως.

Στην ιδιωτική του ζωή ήταν χρηστός και έντιμος, απολάμβανε την αγάπη και το
σεβασμό των συγχωριανών του και όλων όσων τον είχαν γνωρίσει.
Πέθανε σε βαθιά γηρατειά και η κηδεία του έγινε με δημόσια δαπάνη.
ΜΑΝΙΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Γεννήθηκε στο Γαράζο της επαρχίας Μυλοποτάμου του νομού
Ρεθύμνης.
Το επάγγελμά του ήταν δάσκαλος.
Στο Μικρασιατικό πόλεμο του 1919-1922 πήρε μέρος ως ανθυπολοχαγός.
ΜΑΝΙΟΥΔΑΚΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ: (οπλαρχηγός). Ο Στυλιανός Μανιουδάκης γεννήθηκε το 1792
και πήρε μέρος σε όλες τις μάχες της Επανάστασης του 1821 από τα Σφακιά έως τη Σητεία,
όπου σκότωσε τον αρχιγενίτσαρο της περιοχής, τον οπλισμό του οποίου πήρε ως έπαθλο
και σήμερα βρίσκεται στην κατοχή του εγγονού του. Πολέμησε πάντα υπό το γενικό αρχηγό
Τσουδερό, του οποίου την κόρη και παντρεύτηκε.
Ο Στυλιανός Μανιουδάκης πέθανε το 1897.
ΜΑΝΟΥΗΛ Ο ΕΚ ΜΕΛΑΜΠΩΝ: Νεομάρτυρας εκ Μελάμπων Κρήτης. Μαρτύρησε στις 28
Οκτωβρίου 1824 μαζί με τους Γεώργιο, Νικόλα, Αγγελή Ρετζέπη. Η μνήμη του γιορτάζεται
στις 28 Οκτωβρίου.
ΜΑΡΟΥΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Κρητικός αγωνιστής και οπλαρχηγός που καταγόταν από τις
Μαργαρίτες Μυλοποτάμου Ρεθύμνου. Αμέσως μόλις ξέσπασε η Επανάσταση του 1821,
πήρε τα όπλα και διακρινόμενος για την ανδρεία και το θάρρος του, ανακηρύχτηκε
οπλαρχηγός των συγχωριανών του. Μ’ αυτή την ιδιότητα έλαβε μέρος σε πολλές πολεμικές
μάχες μέχρι το τέλος του αγώνα.
ΜΑΡΟΥΛΗΣ ΕΠΙΜΕΝΙΔΗΣ: Κρητικός αγωνιστής και οπλαρχηγός που γεννήθηκε στις
Μαργαρίτες Μυλοποτάμου Ρεθύμνου, το 1828. Ανακηρύχτηκε αρχηγός του κεντρικού
τμήματος της επαρχίας του και μ’ αυτή την ιδιότητα πήρε μέρος σε πολλές πολεμικές
επιχειρήσεις της επανάστασης 1866-1869. Τραυματίστηκε μάλιστα σοβαρά στη μάχη που
έγινε στα Αμπελάκια Ρεθύμνου στις 19 Μαρίου 1867. Ως οπλαρχηγός πήρε μέρος και στην
επανάσταση του 1876. Πέθανε στο χωριό του το 1926.
ΜΑΡΟΥΛΙΑΝΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Κρητικός αγωνιστής και ιερέας που καταγόταν από το
Μαρουλά Ρεθύμνης. Ήταν γνωστός σε όλους με το όνομα Παπαμαρουλιανός. Θερμός
πατριώτης καθώς ήταν, με την έκρηξη της επανάστασης του 1866 εντάχθηκε στον αγώνα
και εξελέγη αρχηγός μέρους της επαρχίας του. Μ’ αυτή την ιδιότητα έλαβε μέρος σε
πολλές πολεμικές επιχειρήσεις στην επαρχία Ρεθύμνης καθώς και στις επαρχίες Σφακίων,
Αμαρίου, Μυλοποτάμου και Αγ. Βασιλείου. Σ’ όλη τη διάρκεια εκείνης της επανάστασης
διακρίθηκε για το θάρρος του, το οξύ του πνεύμα και τη θερμή αγωνιστικότητά του. Το
1869 με το τέλος της επανάστασης εγκατέλειψε την Κρήτη και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα,

όπου διορίστηκε εφημέριος σε διάφορες εκκλησίες. Όταν όμως ξέσπασε η καινούρια
επανάσταση του 1878 τίποτα δεν τον κρατούσε στην πρωτεύουσα. Ήθελε με κάθε τρόπο να
συμβάλλει στον αγώνα των συμπατριωτών του και ν’ αγωνιστεί για την απελευθέρωση της
ταλαιπωρημένης Κρήτης. Επανήλθε λοιπόν στην πατρίδα του και ανέπτυξε την πολεμική
του δραστηριότητα, πάλι με την ιδιότητα του αρχηγού της επαρχίας του. Όταν τέλειωσε ο
αγώνας, επέστρεψε στα ιερατικά του καθήκοντα στην Αθήνα. Όμως το ότι ήταν μακριά από
την Κρήτη δεν τον εμπόδισε να τη σκέφτεται πάντα, με άμετρη αγάπη, και λάβαινε πάντα
ενεργό μέρος σ’ όλες τις πατριωτικές εκδηλώσεις που οργάνωναν οι Κρητικοί που ζούσαν
στην Αθήνα. Πέθανε σε βαθιά γεράματα στην Αθήνα το 1911.
ΜΑΥΡΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Κρητικός αγωνιστής και οπλαρχηγός που καταγόταν από την
περιοχή των Αρμένων. Αμέσως μόλις ξέσπασε η κρητική επανάσταση του 1821, πήρε τα
όπλα και αγωνίστηκε με ηρωισμό και θάρρος. Εκτιμώντας τις ικανότητές του, οι
συγχωριανοί του τον ανακήρυξαν αρχηγό τους, και μ’ αυτή την ιδιότητα πήρε μέρος σε
πολλές πολεμικές επιχειρήσεις μέχρι το τέλος του Αγώνα (1830).
ΜΑΥΡΑΤΖΑΣ ΠΑΥΛΟΣ: Κρητικός αγωνιστής από τα Σφακιά της Κρήτης, ναυτικός, και
έδρασε κατά την περίοδο της επανάστασης 1866-1869.
Ήταν γνωστός και με το όνομα Γκρούτσας. Όταν οι Τούρκοι είχαν αποκλείσει τα
κρητικά λιμάνια, ο Μαυρατζάς πότε με το δικό του πλοίο και πότε με τα ελληνικά
ατμόπλοια «Αρκάδιον», «Ένωσις» και «Πανελλήνιον» έκανε τολμηρές προσβάσεις στις
κρητικές ακτές και ενίσχυε τον αγώνα μεταφέροντας τρόφιμα, πολεμοφόδια καθώς και
εθελοντές, διασπώντας έτσι τον στενό αποκλεισμό των κρητικών παραλίων.
ΜΕΛΙΔΟΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ (ή ΔΟΝΔΟΛΟΣ): Κρητικός οπλαρχηγός, καταγόμενος απ’ το χωριό
Μελιδόνι Μυλοποτάμου. Πάρα πολύ νέος εγκατέλειψε την πατρίδα του για να μυηθεί απ’
τους πρώτους στη Φιλική Εταιρία, η οποία τον έστειλε σε υπόδουλες ελληνικές επαρχίες να
μυήσει τους Έλληνες. Η δράση του ως Φιλικός εκτείνεται κυρίως στους ομογενείς της Μ.
Ασίας όπου τον έστειλε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης.
Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821, ο Μελιδόνης συγκέντρωσε αρκετούς
μυημένους, και τους οδήγησε στη Σμύρνη για λήψη αποφάσεων. Η Τουρκική κυβέρνηση
όμως αντιλήφθηκε ύποπτες κινήσεις, γι’ αυτό συνέλαβε και φυλάκισε αρκετούς Φιλικούς.
Μη μπορώντας να μένει άλλο στη Σμύρνη, ο Μελιδόνης μεταμφιέζεται σε Τούρκο και
ξεφεύγει, κατευθυνόμενος στο όρος Ανιφηντάγ, όπου ήταν συγκεντρωμένοι αρκετοί
Έλληνες συντρόφοι του. Είχε σκοπό με τη βοήθειά τους να σπεύσει προς σωτηρία των
ομογενών της Σμύρνης, αλλά δεν πρόλαβε. Οι Τούρκοι τον κατεδίωξαν μέχρι την απέναντι
παραλία της Σάμου, οπότε ο Μελιδόνης κατόρθωσε μετά από πολλές δυσκολίες να περάσει
απέναντι, στο νησί. Είχε ήδη πολλές απώλειες με αποτέλεσμα να του μείνουν τελικά
καμμιά πεντακοσαριά άνδρες. Με αυτή τη λίγη δύναμη απόκρουσε τους Τούρκους που
εισέβαλαν στη νησί τον Οκτώβριο του 1821.

Ύστερα από λίγους μήνες, κατεβαίνει με τους οπλοφόρους του στην Κρήτη, όπου
παίρνει μέρος σε διάφορες μάχες, διακρινόμενος, και λαμβάνοντας δίκαια τον μεγαλύτερο
στρατιωτικό βαθμό. Ειδικότερα, θα μείνει ιστορική η επιτυχία που είχε στην επαρχία
Αμαρίου (τουρκικό έδαφος), όπου το χειμώνα του 1822 μπήκε κρυφά τη νύχτα στο οχυρό
του χωριού Βαθειακού, και με ξαφνική επίθεση σκότωσε πολλούς Τούρκους, παίρνοντάς
τους τα όπλα και τα πολεμοφόδια.
Τον ίδιο χρόνο και στην ίδια επαρχία (Αμάρι) ο Μελιδόνης σκοτώθηκε από χέρι
συμπατριώτη του αρχηγού, του Ρούσου Βουρδουμπά, μετά από διένεξη, και πάνω σε
λογομαχία. Μόλις οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν το θάνατό του πήραν θάρρος και επετέθηκαν
στο ελληνικό στρατόπεδο. Όλοι οι σύντροφοι του Μελιδόνη πανικόβλητοι σκορπίστηκαν,
με αποτέλεσμα να κυριευτεί όλη η επαρχία του Αμαρίου από τους Τούρκους.
Ο Μελιδόνης τραγουδήθηκε όσο κανείς άλλος ήρωας Κρητικός:
«Κλαίει το Μυλοπόταμο, κλαίει τον και τ’ Αμάρι,
το Μελιδόνι σύθρηνο και φωνοκλήσι βγάνει».
Εκτός από τη λαϊκή δημοτική μούσα, ο Μελιδόνης εγκωμιάστηκε ως ήρωας και από
τους ξένους (γνωστό το δράμα «Μελιδόνις», εμπνευσμένο απ’ τη ζωή και το θάνατο του
ήρωα Κρητικού).
ΜΕΛΙΔΟΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Οπλαρχηγός της Κρήτης, αδελφός του ξακουστού Αντώνη
Μελιδόνη. Έφυγε απ’ την πατρίδα του από πολύ μικρός, και εξαιτίας του ευφυούς
χαρακτήρα του, κατόρθωσε να προσληφθεί στην Κωνσταντινούπολη ως πρακτικός γιατρός
της μητέρας του Σουλτάνου. Γρήγορα όμως άφησε αυτό το περιβάλλον, για να μυηθεί στη
Φιλική Εταιρία, που προετοίμαζε στη Βλαχία τον αγώνα. Ο ίδιος ο Μελιδόνης έσπευσε στη
Βλαχία, για να συναντήσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, μετά όμως τη γνωστή αποτυχία του
Υψηλάντη, ο Μελιδόνης μετέβηκε στην Πελοπόννησο, όπου προσλήφθηκε ως γραμματέας
του Δημητρίου Υψηλάντη.
Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 συγκεντρώνοντας ο Μελιδόνης
πολλούς Κρητικούς της Πελοποννήσου και της Ύδρας και ναυλώνοντας τρία πλοία, τα οποία
γέμισε με τροφές και πολεμοφόδια που συγκέντρωσε με δικές του δαπάνες, κατέβηκε στην
Κρήτη, ακολουθώντας τον αρμοστή της Μιχαήλ Αφεντούλη.
Στην Κρήτη, ο Γεώργιος Μελιδόνης συνέχισε, με δικά του έξοδα, να μαζεύει
στρατιώτες και να συντηρεί ένα σταθερό σώμα ανδρών, το οποίο έπαιρνε μέρος σε
διάφορες σπουδαίες μάχες της Κρήτης, με οπλαρχηγό τον ίδιο το Μελιδόνη.
Ευτύχησε να δει την Ελλάδα ανεξάρτητο κράτος, ο ίδιος μετά την επανάσταση
ανέβηκε στο Ναύπλιο, και κατέληξε στην Αθήνα όπου και τον βρήκε ο θάνατος (1866) σε
βαθιά γεράματα.

ΜΕΛΙΔΟΝΗΣ ΗΛΙΑΣ: Ένα από τα έξι αδέλφια – επαναστάτες Κρητικούς. Οπλαρχηγός και
αυτός, πολέμησε στην Κρήτη, μετά στη Σάμο, καθώς και στην Πελοπόννησο, εναντίον του
Ιμπραήμ πασά, μαζί με άλλους Κρητικούς που είχαν καταφύγει εκεί. Πέθανε το 1825 από
ατύχημα, ενώ μετέφερε αιχμάλωτους Αιγύπτιους με το πλοίο του Κριεζή (ανατινάχθηκε η
πυριτιδαποθήκη του πλοίου).
ΜΕΛΙΔΟΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Αδελφός του Ηλία και Χαράλαμπου Μελιδόνη, οπλαρχηγός.
Πολέμησε στο διάστημα 1821-1827 στην Κρήτη και στην Πελοπόννησο. Σκοτώθηκε το 1827
πάνω σε μια μάχη (Μεραμπέλλου).
ΜΕΛΙΔΟΝΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ: Αδελφός των γνωστών Μελιδόνηδων: (Αντωνίου, Αντρίκου,
Γεωργίου, Ηλία και Νικολάου). Πολέμησε ως οπλαρχηγός στον αγώνα του ’21 και μέχρι την
απελευθέρωση (1830) όπου και εγκαταστάθηκε στην Πελοπόννησο μαζί με άλλους
Κρητικούς.
ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΙ: Μεγάλη βυζαντινή οικογένεια, που στάλθηκε από τον Αλέξιο Α΄ κατά το 1091
για να ενισχυθεί το χριστιανικό στοιχείο του νησιού. Εγκαταστάθηκαν στη Δυτική Κρήτη και
ηγήθηκαν στις επαναστάσεις εναντίον των Ενετών κατά τον 13 ο και 15 ο αιώνα.
ΜΗΤΡΟΦΑΝΗΣ: Καταγόταν από το χωριό Άγιος Ιωάννης Αμαρίου του Ν. Ρεθύμνης.
Πριν από την Επανάσταση του 1821 ήταν γνωστός ως αμαρτωλός που είχε
διαπράξει πολλά κατά των γενίτσαρων.
Οι γενίτσαροι ζητούσαν τη θανάτωσή του και γι’ αυτό ο Μητροφάνης έγινε μοναχός
στη Μονή Ασωμάτων -ασφαλής θέση- χωρίς βέβαια να εγκαταλείψει το όπλο του.
Στην Επανάσταση του 1821 αγωνίστηκε με δικό του σώμα πολεμιστών.
Όταν ο Ιμπραήμ πασάς μάζευε εθελοντές Τούρκους για την Πελοπόννησο, ο
Μητροφάνης με τους επίλεκτους άνδρες του έσπευσε στην Πελοπόννησο και πολέμησε σε
πολλές μάχες μέχρι το 1827. Μετά τη λήξη του αγώνα, επέστρεψε στην Κρήτη.
Με τον ερχομό του στην Κρήτη, οι Τούρκοι θορυβήθηκαν και αποφάσισαν την
εξαφάνισή του, υποσχόμενοι μεγάλη αμοιβή σ’ όποιον έφερνε το κεφάλι του στο
Ηράκλειο.
Κοντά στη Μονή Ασωμάτων έστησαν ενέδρα και μόλις ο ανύποπτος Μητροφάνης
κατέφθασε, τον πυροβόλησαν. Αφού πείστηκαν ότι τον σκότωσαν, έκοψαν το κεφάλι του
και το μετέφεραν στον Άγιο Ιωάννη, τη γενέτειρά του, και μετά στο Ηράκλειο.
Αυτός ήταν ο μαρτυρικός θάνατος του ένδοξου Αρματωλού και αρχηγού
Μητροφάνη. Η μνήμη του όπως και τα κατορθώματά του παρέμειναν αθάνατα.

ΜΙΧΕΛΛΙΔΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΗΣ: Κρητικός αγωνιστής και οπλαρχηγός που γεννήθηκε στο
χωριό Πρασσές το 1855. Πήρε μέρος στις επαναστάσεις του 1878 και 1889, όπου
διακρίθηκε για το θάρρος και τη γενναιότητά του. Από το 1894 και μετά, σχημάτισε με τους
συντρόφους του μια ομάδα και τρομοκρατούσε τους Τούρκους όλης της επαρχίας
Ρεθύμνης, κάνοντας φοβερές επιδρομές στα τουρκικά χωριά. Σκοτώθηκε το καλοκαίρι του
1896.
ΜΟΣΧΑΚΗ (ή ΛΑΡΙΟΥ) ΚΑΤΕΡΙΝΑ: γεννήθηκε στον Μέρωνα του Αμαρίου, στην πρώτη
δεκαετία του 19 ου αιώνα. Η οικογένειά της ήταν από τις αρχαιότερες και πιο ξακουστές
οικογένειες του νησιού. Η ίδια η Κατερίνα ήταν κόρη εξαιρετικής ομορφιάς, και λέγεται ότι
η φήμη των φυσικών και πνευματικών χαρισμάτων της είχε φτάσει πέρα από τα σύνορα
του Αμαρίου…
Για την τύχη της Κατερίνας υπάρχουν δύο εκδοχές:
Κατά τη μία εκδοχή, την Κατερίνα έβαλε να την απαγάγουν ένας Τούρκος πασάς, ο
οποίος ή είχε ακούσει για την ομορφιά της, ή την είχε δει ο ίδιος. Κατά την άλλη εκδοχή, το
1823, όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στο Αμάρι σφάζοντας και λεηλατώντας, έφτασαν και στον
Μέρωνα, ανάμεσα στις γυναίκες λοιπόν που αιχμαλώτισαν, ήταν και η Κατερίνα Μοσχάκη.
Από το Μέρωνα οδηγείται στο Ηράκλειο, στο σκλαβοπάζαρο. Εκεί την αγοράζει κάποιος
έμπορος, που την οδηγεί στην Αίγυπτο.
Στην Αίγυπτο, η Κατερίνα αγοράζεται από τον περιβόητο Παρασαμνή μπέη της
Συρίας, και οδηγείται στο Βερούτι, όπου και έμεινε. Άρχισε να ζει μέσα στα πλούτη, στη
χλιδή και στη μεγάλη αγάπη που της είχε ο Τούρκος άντρας της. Μαζί του έκανε τρία
παιδιά, τα οποία μεγάλωναν σύμφωνα με τα μουσουλμανικά έθιμα.
Οι τόσες φροντίδες του συζύγου της όμως, και η πλούσια ζωή, δεν μπόρεσαν να
κάνουν τη νεαρή Χριστιανοπούλα να ξεχάσει τους δικούς της, την πατρίδα της και τη
θρησκεία της. Και πληγωνόταν βαθύτερα μέρα με τη μέρα, βλέποντας τα παιδιά της να
γίνονται Μουσουλμάνοι και να πιστεύουν στον Αλλάχ.
Ξένη μέσα σε ξένους, είχε ξυπνήσει η νοσταλγία και η αγάπη για τον τόπο της, που
τόσον καιρό έκρυβε μέσα της. Πνίγοντας τα μητρικά της ένστικτα λοιπόν, κάποια μέρα
δραπετεύει από το παλάτι με τη βοήθεια ενός υπηρέτη και μιας χριστιανικής φιλικής της
οικογένειας. Από το Βερούτι, φτάνει με καραβάνι στους Αγίους Τόπους, ή -κατ’ άλλη
άποψη- στην Τήνο, όπου έμεινε για ένα διάστημα στη μονή καλογραιών για να
ξεκουραστεί.
Εν τω μεταξύ, ανακαλύπτοντας τα ίχνη της, ο άντρας της φθάνει στην Τήνο και την
ψάχνει στο μοναστήρι, η Κατερίνα όμως, ντυμένη καλόγρια, κατορθώνει να τον ξεγελάσει.
Έτσι απαρηγόρητος ο πασάς πήρε το δρόμο για την Ανατολή…
Απερίγραπτη ήταν η συγκίνηση της Κρητικοπούλας όταν μετά από 12 ολόκληρα
χρόνια έφτασε στο χωριό της. Δεν έμεινε όμως για πολύ κοντά στους δικούς της, από φόβο
μήπως την ανακαλύψουν άνθρωποι του άντρα της. Εγκαθίσταται έτσι σε κάποιο γειτονικό
χωριό (Πόμπια), βρίσκοντας άσυλο σε κάποια φιλική της οικογένεια.

Τα χρόνια πέρασαν, ώσπου η Κρήτη ξαναβάφεται στο αίμα: Ήταν το 1866, όταν οι
Αιγύπτιοι στρατιώτες εισέβαλαν στο Αμάρι καίγοντας και ερημώνοντας τα χωριά. Αρχηγός
τους ήταν ο σκληρός και θαρραλέος Μεχμέτ Πασάς. Έφτασαν λοιπόν και στον Μέρωνα –
όπου είχαν μείνει μονάχα γυναικόπαιδα και γέροι- και ήταν έτοιμοι ν’ αρχίσουν την
καταστροφή, όταν παρουσιάστηκε μπροστά στον αρχηγό τους μια ηλικιωμένη γυναίκα,
που με άπταιστα αραβικά τον ικέτευε να μην πειράξει το χωριό της. Ο Μεχμέτ
παραξενεύτηκε και τη ρώτησε πως ήξερε τη γλώσσα. Όταν η Κατερίνα του διηγήθηκε την
ιστορία της, έκπληκτη είδε τον Μεχμέτ να πέφτει στα πόδια της αποκαλώντας την «γλυκειά
μου μανούλα». Ο Μεχμέτ ήταν ένας από τους γιούς της.
Μετά το περιστατικό, ο γιος της την παρακάλεσε να ξαναγυρίσει στην Αίγυπτο, μα η
πορεία της Κατερίνας είχε πλέον διαγραφεί. Αρνούμενη να γυρίσει στα παιδιά της,
υπερβαίνοντας για δεύτερη φορά τον εαυτό της, γύρισε στην Πόμπια όπου και πέθανε
μετά από λίγα χρόνια, αφού είχε σώσει το χωριό της απ’ τις ορδές των Αιγυπτίων.
ΜΟΣΧΟΝΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Κρητικός επαναστάτης, από το Μυλοπόταμο. Από μικρός ταξίδευε
ως έμπορος συχνάζοντας κυρίως στη Σμύρνη και στην Έφεσο. Στη Σμύρνη μυήθηκε από
ανθρώπους της Φιλικής Εταιρίας, και άρχισε αμέσως την αγωνιστική του δράση.
Συγκεκριμένα οργάνωνε εράνους ανά την Μ. Ασία για ενίσχυση του επικείμενου Αγώνα. Οι
Τούρκοι όμως τον υποψιάστηκαν, και έτσι ο Μοσχονάς κατέφυγε στη Σάμο, για να μεταβεί
σύντομα από κει στην Κρήτη. Εκεί, ως διοικητής των επαρχιών Κισσάμου και Σελίνου πήρε
μέρος σε πολλές μάχες που συντάραξαν το νησί, με την έκρηξη της επανάστασης του 1821.
Μετά από χρόνια, έλαβε μέρος και στις μάχες του 1841. Τα τελευταία του χρόνια τα έζησε
στην Ύδρα.
ΜΟΣΧΟΝΑΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Αδελφός του Γεωργίου Μοσχονά, κρητικός οπλαρχηγός και
αυτός. Διακρίθηκε στην Επανάσταση του 1821 τόσο ως πολεμιστής όσο και ως χειρούργος
– γιατρός προσφέροντας τις πολύτιμες υπηρεσίες του στους τραυματίες του Αγώνα. Το
1824 αρρώστησε και πέθανε από τις ταλαιπωρίες του πολέμου.
ΜΠΙΡΗΣ ΣΤΑΥΡΙΑΝΟΣ: Ο Σταύρος ή Σταυριανός Μπίρης γεννήθηκε στο χωριό Ασκύφου
Σφακίων το 1847. Η οικογένειά του έχει την ίδια ρίζα με τους Μπιράρηδες απ’ τους
Κομητάδες.
Το επώνυμό του προέρχεται από την τουρκική λέξη «μπιρ», που σημαίνει «ένας»,
«ο υπ’ αριθμόν ένα», «ο πρώτος». Κάποιος πρόγονος της οικογένειας, προφανώς
καπετάνιος, φαίνεται ότι αναζητούνταν από τους Οθωμανούς. Κι επειδή δεν ήξεραν το
όνομά του ρωτούσαν «που είναι ο μπιρ». Από κει πήρε η οικογένεια το παρανόμι Μπίρης.
Κατά την επανάσταση του 1877-78 ο Σταυριανός διακρίνεται στο τμήμα Ρεθύμνου
στο οποίο ήταν αρχηγός.
Πριν από την εξέγερση ο Μπίρης δρούσε σαν χαϊνης (επαναστάτης) στο διαμέρισμα
Ρεθύμνης, με οπλαρχηγούς τους Γεώργιο Αποστολάκη και Νικόδημο.

Ο πασάς της περιοχής για ν’ αποφύγει τις καταστρεπτικές επιδρομές και ν’
απαλλαγεί από ένα επικίνδυνο αντάρτη διόρισε τον Σταυριανό «γιούσπαση» του
Ρεθύμνου.
Ο διορισμός δεν άλλαξε τη νοοτροπία του Σταυριανού και μόλις δόθηκε το σύνθημα
για προετοιμασία νέας εξέγερσης παραιτήθηκε. Δραπέτευσε από το φρούριο της πόλης με
βάρκα και βρέθηκε στο ύπαιθρο αρχηγός του μεγαλύτερου σώματος οπλαρχηγών.
Ένα από τα επιτεύγματα της εξέγερσης του 1877-78 ήταν να δεχτεί η Υψηλή Πύλη
ώστε η Χωροφυλακή Κρήτης να αποτελείται από ντόπιους. Η σημαντική αυτή απόφαση
έδινε το δικαίωμα στους Κρητικούς με το πρόσχημα της Χωροφυλακής, να οργανώνουν και
να διατηρούν ένοπλα τμήματα.
Η Κρητική βουλή απένειμε στον Σταυριανό το βαθμό του λοχαγού και του
ανάθεσε την αρχηγία της Χωροφυλακής Σφακίων με υπαρχηγό, τον υπολοχαγό Εμμ.
Μανουσέλη.
Στην επόμενη Κρητική Επανάσταση του 1895-96 στην οποία ήταν ηγέτης ο
Μανούσος Κούνδουρος η παρουσία του Σταυριανού ήταν έντονη και αναφέρεται συχνά
στο «Ημερολόγιο» του Κούνδουρου.
Ο Σταυριανός για να μπορέσει να προσφέρει περισσότερα ζήτησε την άδεια να
παραιτηθεί από το αξίωμα του λοχαγού της Χωροφυλακής. Η παραίτησή του δεν έγινε
δεκτή, με τον συλλογισμό ότι θα πρόσφερε περισσότερο, σαν αξιωματικός. Αυτός όμως
τελικά παραιτήθηκε.
Μετά τα θετικά αποτελέσματα της επανάστασης του 1895 και τη δημιουργία της
Κρητικής Πολιτείας, ο Σταυριανός δεν αξίωσε ούτε δέχτηκε υλικές αμοιβές. Επέστρεψε στο
χωριό Ζουρίδι Ρεθύμνου, όπου ήταν εγκαταστημένη η οικογένειά του.
Μετά από λίγα χρόνια όταν ακούστηκε ότι θα γινόταν καινούργια επανάσταση στο
Θέρισσο και να πραγματοποιηθεί η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, ο Μπίρης πήρε από
τους πρώτους τα όπλα.
Οι «προστάτιδες Δυνάμεις» όμως δεν συμφωνούσαν με την Ένωση, αν και από το
Νοέμβριο του 1898 δεν υπήρχαν πια στο νησί Τούρκοι στρατιώτες. Οι «προστάτιδες
Δυνάμεις» σήκωσαν τα όπλα εναντίον των επαναστατών.
Σε μια από κείνες τις αψιμαχίες σκοτώθηκε ο Μπίρης, στις 2 Αυγούστου 1905. Το
Δημοτικό τραγούδι όμως κράτησε αθάνατο το όνομά του και τα κατορθώματά του.
ΜΠΙΤΣΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ή ΜΠΙΤΣΟΔΑΣΚΑΛΟΣ: Κρητικός αγωνιστής της μεγάλης οικογένειας
των Μπιτσάκηδων από την περιοχή Αγριλέ Κρήτης. Ο ίδιος γεννήθηκε στο Αγριλέ και το
1847 εγκαταστάθηκε στο Κακοδίκι. Το επάγγελμά του ήταν δάσκαλος, έλαβε όμως μέρος
στις επιχειρήσεις που έγιναν στην Κρήτη πριν το 1866. Οι απόγονοί του είναι κυρίως
γνωστοί με τα ονόματα «Τωμαδάκης» και «Σταματάκης». Απέκτησε έξι γιούς, από τους
οποίους οι σπουδαιότεροι είναι: Ο Εμμανουήλ, ο οποίος υπηρέτησε την πατρίδα του ως
οπλαρχηγός Κακοδικίου κατά την επανάσταση του 1866, και σκοτώθηκε στην πολιορκία
Καστελλίου Κισσάμου, ο Παναγιώτης, που έγινε μοναχός ονομαζόμενος Παρθένιος, και
είναι γνωστός για την εθνική του δράση στη Μακεδονία, ο Μιχαήλ, γνωστός ως

Αναγνώστης, μέλος της συνελεύσεως του 1866, και οι Μάρκος και Αντώνιος (αγωνιστές
κατά το 1866 και 1878).
ΜΥΛΩΝΑΚΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ: (οπλαρχηγός). Οπλαρχηγός από το Ατσιπόπουλο Ρεθύμνου.
Πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες στις κατά καιρούς Κρητικές Επαναστάσεις.
ΜΥΛΩΝΑΚΗΣ ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ: (οπλαρχηγός). Υπήρξε οπλαρχηγός που πήρε μέρος σε πολλές
κρητικές επαναστάσεις.

ΝΙΚΟΛΕΤΑΚΗΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ: Κρητικός αγωνιστής και ιερωμένος που καταγόταν από το
Ηράκλειο. Διετέλεσε επίσκοπος Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου. Το 1832 χειροτονήθηκε
επίσκοπος Αυλοποτάμου από τον μητροπολίτη Κρήτης Μελέτιο Νικολετάκη, που ήταν
ξάδελφός του. Το 1838, όταν ο επίσκοπος Ρεθύμνης έγινε μητροπολίτης Ιωαννίνων, ο
Καλλίνικος ανέλαβε και την επισκοπή Ρεθύμνης. Ήταν πολύ δραστήριος και τον διέκρινε
μεγάλη αγωνιστικότητα. Με δική του πρωτοβουλία και εισφορές των Ρεθυμνιωτών
χτίστηκε το 1844 στο Ρέθυμνο μεγαλοπρεπής καθεδρικός ναός των Εισοδίων. Στην κρητική
επανάσταση του 1866-1869, εξαιτίας της δράσης του, προκάλεσε την οργή των τουρκικών
αρχών, και κατέφυγε πρόσφυγας στη Σμύρνη όπου και πέθανε το 1868.
ΝΙΩΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Αγωνιστής της Κρήτης, καταγόμενος από το χωριό Ανώγεια της επαρχίας
Μυλοποτάμου Κρήτης. Γεννήθηκε όμως στη Μινώα της Αργολίδας το 1831. Όταν το 1866
ξέσπασε η επανάσταση στην Κρήτη, έσπευσε να βοηθήσει τους συμπατριώτες του στον
μεγάλο Αγώνα, αφού ανακηρύχθηκε αρχηγός στην επαρχία Μυλοποτάμου, έλαβε μέρος σε
πολλές μάχες κατά του εχθρού, στις περιοχές Ρεθύμνου, Ηρακλείου και Χανίων,
τραυματιζόμενος αρκετές φορές, εξαιτίας της τολμηρότητάς του στο πεδίο της μάχης.
Αδελφή του υπήρξε η Αγάπη Νιώτη, η οποία έλαβε μέρος ένοπλη στους αγώνες της
Κρήτης, στο πλευρό των αδελφών της. Διακρίθηκε για την ηρωικότητά της σε πολλές μάχες.
Όταν σταμάτησε ο αγώνας (1830) κατέφυγε με τ’ αδέλφια της και τον πατέρα της στην
Μινώα της Αργολίδος, όπου και πέθανε μετά από λίγα χρόνια μακριά από την πατρίδα της.
ΝΙΩΤΗΣ ΜΙΧΑΗΛ: Κρητικός οπλαρχηγός, καταγόμενος από το χωριό Ανώγεια της επαρχίας
Μυλοποτάμου Κρήτης. Γεννήθηκε το 1768, διακρίθηκε στην Επανάσταση του 1821.
Μετά την κατάπνιξη της επανάστασης στην Κρήτη (1830) κατέφυγε στην
Πελοπόννησο, παίρνοντας και το βαθμό του εκατόνταρχου. Πέθανε μακριά απ’ την
ιδιαίτερη πατρίδα του, το 1865, σε βαθιά γεράματα.
Γιος τους υπήρξε ο Σταυρούλης Νιώτης, που γεννήθηκε και αυτός στα Ανώγεια το

  1. Συμμετείχε με γενναιότητα στην Επανάσταση του 1821 στο πλευρό του πατέρα του,
    διακρινόμενος σε πολλές μάχες. Το 1830, όταν τέλειωσε δηλαδή η επανάσταση στην
    Κρήτη, κατέφυγε μαζί με άλλους Κρήτες στην Πελοπόννησο, όπου αγωνίστηκε φέροντας το
    βαθμό του πεντακοσίαρχου. Το 1841 επανέρχεται στην Κρήτη και συμμετέχει στην εκεί
    επανάσταση, μετά το τέλος της επανάστασης αυτής, πηγαίνει και πάλι στην Πελοπόννησο,
    όπου και πεθαίνει (1868).

ΞΕΤΡΥΠΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΗΣ: Γενναίος οπλαρχηγός της Κρήτης, καταγόμενος από το χωριό
Ανώγεια της επαρχίας Μυλοποτάμου Κρήτης, όπου και γεννήθηκε στα 1797. Κατά την
έκρηξη της Επανάστασης του 1821, αφού πήρε τα όπλα πολέμησε με σθένος τον εχθρό,
επικεφαλής των συγχωριανών του επαναστατών. Διακρίθηκε σε πολλές μάχες για την
ανδρεία του και για τις τολμηρές του επιδρομές και ενέδρες, γι’ αυτό και τιμήθηκε με το
βαθμό του τριακοσίαρχου.
Όταν το 1824 εισέβαλαν στην Κρήτη οι Αιγύπτιοι, πνίγοντας την επανάσταση στο
αίμα, ο Ξετρύπης έφυγε μαζί με πολλούς άλλους για την Ελλάδα, και συγκεκριμένα για την
Πελοπόννησο και Στερεά, όπου και πολέμησε στο πλάι σπουδαίων αρχηγών στις μάχες της
Άμφισσας, του Ναυαρίνου, του Φαλήρου κ.α.
Όταν αργότερα αναζωπυρώθηκε η επανάσταση στην Κρήτη, ο Ξετρύπης σπεύδει να
πολεμήσει στο πλευρό των συμπατριωτών του, μέχρι το 1830, οπότε η επανάσταση
ξεψυχά. Τότε ο κρητικός αγωνιστής ξανανεβαίνει στην Ελλάδα, όπου με το βαθμό του
ανθυπολοχαγού υπηρετεί τη Βασιλική Φάλαγγα. Το 1841 επανέρχεται στην επανάσταση
του έτους αυτού.
Διακρίνεται σε πολλές μάχες και προσφέρει με την πείρα του πολύτιμες υπηρεσίες
στον αγώνα. Πέθανε στην Κρήτη το 1872.
ΞΟΜΠΛΑΡΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Γεννήθηκε στις αρχές του 19 ου αιώνα στους Αρμένους. Σε
ηλικία 15 χρόνων βρέθηκε στο Ηράκλειο ως υπηρέτης Τούρκου Αγά. Συνόδευε
αναγκαστικά τον αγά του σε όλες τις συμπλοκές που έγιναν στο Ηράκλειο το 1821. Κάποια
μέρα όμως δραπέτευσε, ενώθηκε με τους Έλληνες επαναστάτες και πήρε μέρος σε πολλές
μάχες. Για τις υπηρεσίες του στην πατρίδα ο Καποδίστριας του παραχώρησε εθνική γη, την
οποία όμως δεν παρέλαβε.
Μετά την απελευθέρωση της τότε Ελλάδας φοίτησε σε Σχολείο και επιστρέφοντας
στο χωριό του το 1832 διορίστηκε δάσκαλος.
Κατά την επανάσταση του 1866 έλαβε μέρος σε πολλές τις μάχες του Ν. Λασιθίου
και αναγνωρίστηκε ως οπλαρχηγός Β΄ τάξεως, συνταξιοδοτούμενος αργότερα από την
Κρητική Πολιτεία.
Στα μέσα του 1868 και επειδή φοβήθηκε την καταδίωξη των Τούρκων έφυγε στην
Κάσο, όπου διέμενε η οικογένειά του. Όταν επέστρεψε στην Κρήτη διορίστηκε Γεν. Διοικ.
Σύμβουλος στο Ηράκλειο και μετά Διοικητικός Σύμβουλος στη Νεάπολη Μεραμπέλλου. Ως
Γεν. Διοικ. Σύμβουλος παρείχε πολλές ευκολίες και στους Χριστιανούς και στους Τούρκους.
Ο Γέρο – Ξομπλάρος, με την καλή του συμπεριφορά, ήξερε να επιβάλλεται και να
πείθει τους συμπολεμιστές του να τον ακολουθούν στο πεδίο της μάχης. Δεν ήταν
καυχηματίας και επιδεικτικός τύπος. Πίστευε πως αν ομολογούσε τη δράση του υπέρ της
Πατρίδας και της Θρησκείας θα έχανε πολύ από την αξία της. Μάλιστα δεν ήθελε να
υπάρχει πουθενά η φωτογραφία του και οι φίλοι του με πολύ δυσκολία κατόρθωναν να
του αποσπάσουν κάτι σχετικό με τη δράση του. Πέθανε το 1902 σε ηλικία 93 χρόνων, με
μόνο παράπονο το ότι δεν μπόρεσε να παρουσιαστεί στον πρίγκηπα Γεώργιο και να τον
χαιρετίσει το 1899, όταν ήλθε στη Σητεία.

ΞΩΠΑΤΕΡΑΣ: Μοναχός, οπλαρχηγός της Κρήτης και ένας από τους γενναιότερους
πολεμιστές της επανάστασης του 1821. Ονομαζόταν Ιωάννης Μαρκάκης και γεννήθηκε στο
χωριό Μανουσανά της επαρχίας Καινουρίου Ηρακλείου. Έγινε μοναχός τη μονή της
Οδηγήτριας Πυργιώτισσας και ονομάστηκε Ιωάσαφ. Από τότε πρωτοστάτησε στην
αντίσταση κατά των Τούρκων και η μονή έγινε επαναστατικό κέντρο. Οι Τούρκοι τον
διέβαλαν στο μητροπολίτη Κρήτης για ανήθικο βίο και πέτυχαν την καθαίρεσή του και την
απομάκρυνσή του από τη μονή.
Από τότε ονομάστηκε Ξωπατέρας ή Ξεπατέρας ή Ξέπαπας και έγινε οπλαρχηγός
μαζί με το Μιχαήλ Κουρμούλη και άλλους. Το 1824 πήγε για λίγο στην Πελοπόννησο, αλλά
επέστρεψε στην Κρήτη το 1825. Οι Τούρκοι του πρότειναν να σταματήσει τον αγώνα
εναντίον τους, αλλά ο Ξωπατέρας δε συμμορφώθηκε. Γι’ αυτό το 1828 τον πολιόρκησαν
στη μονή της Οδηγήτριας 1500 άνδρες Τούρκοι του Μεραμέτ – Αλή. Στη μονή βρίσκονταν,
μεταξύ των άλλων, η αδελφή του Αγάπη, ο ανηψιός του Κ. Τρουλλινός και ο Ν. Βλατάκης.
Μετά τριών ημερών πολιορκία, ο Ξωπατέρας επιχείρησε έξοδο από τη μονή, στην οποία
είχαν βάλει φωτιά οι Τούρκοι. Τον αποκεφάλισαν, αφού τον συνέλαβαν, και η αδελφή του
υποχρεώθηκε να περπατήσει με την αιμόφυρτη κεφαλή του αδελφού της στον ώμο.

ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: (1866-1926). Γεννήθηκε στον Ορθέ. Γόνος φτωχής και αγροτικής
οικογένειας. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στο Δημοτικό Σχολείο Μαγαριτών ανεχώρησε
για την Αθήνα με τον αδελφό του Γιώργη. Τελειώνοντας το γυμνάσιο σπουδάζει με
επιτυχία στη Φιλοσοφική Αθηνών ως φιλόλογος καθηγητής. Ως εκπαιδευτικός πρόσφερε
τα μέγιστα στην εξάπλωση και διατήρηση της Ελληνικής γλώσσας στην
τουρκοκρατούμενη τότε Μακεδονία. Ίδρυσε και οργάνωσε κρυφά ελληνόγλωσσα σχολεία.
Συνελήφθη και βασανίστηκε σκληρά από τους Τούρκους. Δραπέτης έρχεται στο Ηράκλειο
και για πολλά χρόνια υπηρετεί ως Γυμνασιάρχης. Στη συνέχεια υπηρετεί στην Αθήνα όπου,
πριν ν’ αποστρατευτεί, πεθαίνει το 1926. Για τις εθνικοεκπαιδευτικές του προσπάθειες
τιμήθηκε από την πατρίδα με το «Μέγα Παράσημο». Τάφηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών
δημόσια δαπάνη με τιμές πρωθυπουργού.
ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: (οπλαρχηγός). Γεννήθηκε το 1847 στις Καρίνες Αγ. Βασιλείου, και
συμμετείχε στον Αγώνα εναντίον των Τούρκων κατά τις ένοπλες κρητικές επαναστάσεις,
επικεφαλής μιας ομάδας συντοπιτών του ανταρτών. Η δράση του είχε εξαπλωθεί σε όλο το
νομό Ρεθύμνης.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο Γεώργιος Παπαδάκης, κατά την πυρπόληση του Αρκαδίου
επεχείρησε με τους άντρες του να βοηθήσει τους πολιορκημένους, αψηφώντας τον
κίνδυνο.
Απέκτησε εννέα παιδιά.
ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Γεννήθηκε το 1897 στο χωριό Σελλιά Αγ. Βασιλείου, Ν.
Ρεθύμνης, από τη Χρυσή και τον Ιωσήφ Παπαδάκη, ο οποίος πολέμησε στα Σφακιά, στη
θέση Περσινάκι, την οποία και κατέλαβαν πανηγυρικά.
Η καταγωγή της οικογένειάς του είναι από τον Οψιγιά Αμαρίου, αλλά το 1790
κάποιος προγονός του, ο Μιχαήλ Δαμβουνέλης, μετοίκησε στα Σελλιά και μετονομάστηκε
Παπαδάκης, γιατί ήταν παππάς.
Ο προπαππός του, Παπαδανδρουλής, πολέμησε τους Τούρκους με την ομάδα του
Σαββόπουλου. Ο Εμμανουήλ Παπαδάκης είναι ο Βενιαμίν της οικογένειας με άλλα έξι
παιδιά.
Τέλειωσε το δημοτικό και ασχολήθηκε με την υποδηματοποιία. Το 1917 πήγε
εθελοντής στη Θεσσαλονίκη, κοντά στο Βενιζέλο, και πολέμησε στην πρώτη γραμμή για έξι
χρόνια. Για την ανδρεία που επέδειξε στο Μακεδονικό μέτωπο, τιμήθηκε με διασυμμαχικό
Μετάλλιο Νίκης. Στη συνέχεια, πολέμησε στη Μ. Ασία από το 1919 μέχρι τον Αύγουστο του
’22 και τιμήθηκε με Αριστείον Ανδρείας. Η Μεραρχία του παραδόθηκε στα Μουδανιά και
έτσι έμεινε αιχμάλωτος. Απελευθερώθηκε το Μάρτιο του 1923, με ανταλλαγή, και από το
1928 μέχρι το 1964 ασχολήθηκε με το Εμπόριο. Παράλληλα διετέλεσε σύμβουλος,
πρόεδρος και γραμματέας μέχρι το 1943. Το 1951 αναδείχτηκε και πάλι σύμβουλος, το
1953 πρόεδρος και στη συνέχεια πάλι σύμβουλος μέχρι το 1962, οπότε έγινε πρόεδρος.
Αποχώρησε λόγω της μεγάλης του ηλικίας, το 1964.
Στη διάρκεια της προεδρίας του πραγματοποιήθηκαν τα εξής έργα:

Θεμελίωση της εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου, το 1935, δημιουργία υδραγωγείου στο
χωριό το 1954, διάνοιξη δρόμου προς το Κάστελλο όπου βρίσκεται το νεκροταφείο και το
ελαιουργείο.
Δώρισε στην κοινότητα τέσσερα σπίτια, τρία στα Σελλιά και ένα στο Πλακιά.
Το 1924, παντρεύτηκε με την Αμαλία Διακουνάκη Στυλιανού και είναι άτεκνος.
ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΛΑΜΠΡΟΣ: (αγωνιστής). Γεννήθηκε το 1879 στα Λευκώγια Αγίου Βασιλείου
του νομού Ρεθύμνου. Ήταν ταγματάρχης Χωροφυλακής, ο οποίος πολέμησε το 1912-13.
Πήρε μέρος στο κίνημα της Θεσσαλονίκης το 1917 και τιμήθηκε με πολλά στρατιωτικά
μετάλλια. Υπήρξε από τους πρώτους που επάνδρωσαν την Κρητική Χωροφυλακή της
Κρητικής Πολιτείας. Πέθανε στις 2/5/1938 στο Ρέθυμνο.
ΠΑΠΑΔΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΑΓΓΕΛΗΣ: Γεννήθηκε το 1875 στα Ρούστικα Ρεθύμνης, από την
Ασπασία και τον Ηλία Παπαδαντωνάκη, μια από τις πιο παλιές οικογένειες του χωριού.
Ο αδελφός του Κωνσταντίνος πολέμησε στη Μ. Ασία και πέθανε σε ηλικία 30
χρόνων, το 1919, από ελονοσία.
Ο Αγγελής, το τρίτο παιδί της οικογένειας, μέχρι το 1905 βοηθούσε τους γονείς του
στις γεωργικές δουλειές. Το 1905 πήρε μέρος στην Επανάσταση του Θερίσσου με το
Βενιζέλο, αλλ’ όταν γύρισε στα Ρούστικα, βρήκε το σπίτι του καμένο από Ρώσους και
φιλοπριγκιπικούς και αναγκάστηκε να μετοικήσει στο Μονοπάρι μαζί με τους γονείς του.
Δημιούργησε δική του ομάδα και πολέμησε ως οπλαρχηγός στην Ήπειρο και τη
Μακεδονία. Τραυματίστηκε στο Μέτσοβο και επέστρεψε στην Κρήτη, όπου παντρεύτηκε με
τη Γραμματική Ψαθά από τους Κούμους, και απέκτησαν έξι παιδιά.
Οι Βενιζελικοί τον κάλεσαν στην Αθήνα να αναλάβει υπηρεσία ως αξιωματικός αλλ’
εκείνος απέρριψε την πρόταση και παράμεινε στην Κρήτη.
Τα τραύματα του πολέμου του δημιούργησαν συρίγγιο και υπέφερε διαρκώς μέχρι
το 1929 οπότε τον δολοφόνησαν άγνωστοι στο αγρόκτημά του.
Το κράτος αναγνωρίζοντας τη δράση του και την προσφορά στην πατρίδα, του
χορηγούσε τιμητικά σύνταξη.
ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: καταγόταν απ’ το χωριό Καψόδασος της επαρχίας Αγίου
Βασιλείου Κρήτης. Όταν ο Μουσταφά – μπέης εξολόθρευσε το ηρωικό σώμα του
Χατζημιχάλη στην περιοχή Φραγκοκαστέλλου (κατά τον Αγώνα του 1821), ο
Παπαδογιάννης μαζί με άλλους κρητικούς, τον κατεδίωξε, αλλά πληγώθηκε. Τον αγώνα τον
συνέχισε ο συγγενής του Βασίλειος Παπαδάκης ή Παπαδογιάννης, οπλαρχηγός και αυτός,
στην επαρχία Σελίνου. Τον δολοφόνησαν όμως οι Τούρκοι το 1887.
ΠΑΠΑΚΡΑΝΙΩΤΗΣ: Κρητικός αγωνιστής και οπλαρχηγός που καταγόταν από το Πίκρι
Ρεθύμνης και έδρασε κατά την επανάσταση του 1866-69.

ΠΑΡΑΔΕΙΣΙΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: γεννήθηκε το 1909 στο Βυζάρι Αμαρίου, από γονείς
αγρότες. Τέλειωσε το δημοτικό στο Φουρφουρά, και το Λύκειο στο Ηράκλειο. Από τότε και
μέχρι το 1940, παρέμεινε στο χωριό του και ασχολήθηκε με τη γεωργία.
Με το ξέσπασμα του πολέμου, κατατάχθηκε στο στρατό, ως έφεδρος υπολοχαγός
Πυροβολικού, και πολέμησε στην Αλβανία κατά των Ιταλών. Μετά την κατάρρευση του
Μετώπου στην Ήπειρο, κατέβηκε στην Αθήνα, όπου δεν έπαψε στιγμή ν’ αντιστέκεται στον
κατακτητή.
Το Μάιο του 1941, έρχεται σ’ επαφή με κάποιο Βρετανό ασυρματιστή στην Αθήνα,
που κατασκόπευε τους Γερμανούς, και συνεργάζεται μαζί του για τη μυστική ενημέρωση
της Συμμαχικής Διοίκησης στην Κρήτη. Μετά την κατάληψη της Μεγαλονήσου, η επαφή με
τους Συμμάχους διακόπηκε προσωρινά, για να αποκατασταθεί σύντομα με την
αυτοπρόσωπη αποβίβαση του Παραδεισιανού στην Κρήτη, και συγκεκριμένα στο
Μοναστήρι Πρέβελη που είχε γίνει το Κέντρο διαφυγής των Συμμάχων.
Από τότε ο Παραδεισιανός παραμένει στην Κρήτη, και αναλαμβάνει τη φυγάδευση
συμμάχων και Ελλήνων στην Αφρική. (Πρέπει να σημειωθεί, ότι κατόρθωσαν μέσα σε λίγο
χρονικό διάστημα να διαπεραιωθούν στην Αφρική γύρω στους 1.900 άντρες του
Βρετανικού εκστρατευτικού σώματος στην Κρήτη). Οι φυγαδεύσεις γινόντουσαν τη νύχτα
στις παραλίες του Πρέβελη, του Κρότου Καινουρίου, των Καστελιανών, του Βιάννου κ.α.
όπου προσάραζαν σκάφη του Βρετανικού Ναυτικού κι έπαιρναν τους φυγάδες.
Τον Οκτώβριο του 1941, ο Παραδεισιανός, με εντολή του Βρετανού αξιωματικού
Σμιθ, αναλαμβάνει τη διεύθυνση του ασυρμάτου Σταθμού στο Αμάρι. Μ’ αυτό τον τρόπο,
γίνεται ο στενός σύνδεσμος των τοπικών παραγόντων της Εθνικής Αντίστασης της Κρήτης
με τους αξιωματικούς του Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής, σ’ όλο το διάστημα του
Αγώνα. Ένα από τα καθήκοντά του, ήταν επίσης και η εκλογή ικανών και έμπιστών
Κρητικών, που θα στελέχωναν τις υπηρεσίες πληροφοριών στα κέντρα του εχθρού, κι
ακόμα, η εξεύρεση των ασφαλών τόπων εγκατάστασης και λειτουργίας των Ασυρμάτων
του Στρατηγείου, η ασφαλής μετακίνησή τους κατά περιόδους, η εξασφάλιση των μέσων
ανεφοδιασμού κλπ.
Μερικά χαρακτηριστικά επιτεύγματα της δράσης της Υπηρεσίας, που κατηύθυνε ο
Παραδεισιανός στην Κρήτη, είναι: 1) Η ανακάλυψη και καταβύθιση όλων των μεταγωγικών
σκαφών μιας εχθρικής νηοπομπής. 2) η επισήμανση άλλης, μεγάλης νηοπομπής του
εχθρού, στο Καρπάθιο πέλαγος, που διαλύθηκε από τη Βρετανική αεροπορία. 3) η
προσωπική ανακάλυψη του Παραδεισιανού της μελετώμενης γερμανικής επίθεσης, 36
ώρες πριν την πραγματοποίησή της (1942), και η έγκαιρη ενημέρωση του θρυλικού
Μοντγκόμερυ 4) η απόσπαση από Γερμανό ασυρματιστή του γερμανικού κώδικα 5)
σαμποτάζ κατά του εχθρού, με την καταστροφή αεροπλάνων, καύση αποθηκών με υγρά
καύσιμα κλπ. 6) ψυχολογικός πόλεμος κατά των Γερμανών (π.χ. η τοποθέτηση
προκηρύξεων, που είχαν εκτυπωθεί στο Κάιρο, σε γερμανικούς καταυλισμούς από τον ίδιο
τον Παραδεισιανό), 7) η προσωπική επιτυχία του Παραδεισιανού, να πάρει από κάποιο
Γερμανό αιχμάλωτο πολύτιμο σχέδιο με εποπτική εικόνα του αεροδρομίου του Τυμπακίου,
8) ο ανεφοδιασμός των Κρητικών Αγωνιστών με όπλα και πυρομαχικά, το 1942 και 1944. Η

αποστολή του ’44 έγινε μάλιστα κάτω από την προσωπική επίβλεψη και την απόλυτη
ευθύνη του Π.
Το Φεβρουάριο του 1943, ο Παραδεισιανός έφυγε για τη Μέση Ανατολή, όπου
έμεινε περίπου μισό χρόνο, κι εκπαιδεύτηκε σε ειδική Σχολή Σαμποτέρ, καθώς και στην
Ειδική Σχολή Κατασκοπείας και Πληροφοριών του Στρατηγείου.
Τον Οκτώβριο του 1944, όταν έγινε η σύμπτυξη των Γερμανών σε ορισμένες
περιοχές της Κρήτης, ο Παραδεισιανός οργάνωσε με τ’ αδέλφια του και άλλους την είσοδο
των Εθνικών δυνάμεων στις πόλεις του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου. Μετά την είσοδο
αυτή, ανετέθη στον Παραδεισιανό η οργάνωση του δικτύου αντικατασκοπείας σ’ ολόκληρη
την Κρήτη, καθήκον που διατήρησε, μέχρι την ημέρα της απόλυσής του από τις Δυνάμεις
του Στρατού.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι σε όλο το διάστημα της Κατοχής, (1941-1944), παράλληλα
με την ευθύνη της Υπηρεσίας αποστολών, ασυρμάτων, πληροφοριών κλπ., ο
Παραδεισιανός είχε αναλάβει να εξοπλίσει ανταρτικές ομάδες στο Αμάρι, που
ξεπερνούσαν τους 150 άντρες (δυνάμεις Γερακάρι, Μέρωνος, Άνω Μέρους κ.α.).
Για χάρη του μεγάλου αυτού αγώνα, ο Παραδεισιανός και τ’ αδέλφια του διέθεσαν
όλα τους τα υπάρχοντα, τόσο στο χωριό τους, Βυζάρι και Άγιο Ιωάννη, όσο και στο μετόχι
τους στα Σάτα.
Τέλος, ο Παραδεισιανός έχει τιμηθεί δύο φορές με το παράσημο Εξαιρέτων
Πράξεων, καθώς και με το παράσημο Μ.Β.Ε. (Μέλος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας).
ΠΑΤΤΑΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ήταν γιος κάποιου αρματωλού, ο οποίος κατά την
επανάσταση του 1770 δρα στην επαρχία Αμαρίου κατά των Τούρκων, εγκαταλείποντας την
ιδιαίτερη του πατρίδα, τα Σφακιά, στην επαρχία του Αμαρίου παντρεύεται και γίνεται
γενάρχης της οικογένειας Παττακών. (Πρέπει να αναφερθεί ότι η οικογένεια των Παττακών
είναι μια από τις οικογένειες εκείνες που έχουν την καταγωγή τους από το αρχαιότατο
βυζαντινό γένος των Σκορδίληδων, οι Παττακοί είχαν κατά τους τελευταίους αιώνες της
Τουρκοκρατίας εγκατασταθεί στο χωρίο Ίμβρο των Σφακίων, και είναι γνωστοί με διάφορα
επώνυμα, ένδοξα κατά τις κρητικές επαναστάσεις: Μανούσακας, Μανουσογιαννάκης,
Πωλογεωργάκης, Κωστόπουλος, Βολουδάκηςκ.α.).
Ο Κωνσταντίνος Παττακός λοιπόν, παίρνει ενεργό μέρος στην Επανάσταση του 1821
ως αρματωλός, συνεχίζοντας έτσι την παράδοση του γενναίου πατέρα του.
Πολέμησε τους Τούρκους με διάφορα έξυπνα τεχνάσματα σ’ όλη την επαρχία
Αμαρίου, και η φήμη του ήταν τόση , ώστε ονομάστηκε Γενισταροφάγος (λόγω του άγριου
πολέμου που είχε εξαπολύσει εναντίον της φοβερής αυτής μάστιγας για τους Έλληνες).
Εκτός από τη δράση στην επαρχία του, πολεμά και στην Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα,
ως οπλαρχηγός. Γυρίζοντας πίσω στην Κρήτη, συμμετέχει με ανδρεία και στις επαναστάσεις
του 1841 και 1854.
Γιος του ήταν ο Απόστολος Π., ο οποίος πολέμησε στην επαρχία Αμαρίου ως
οπλαρχηγός, λαμβάνοντας ενεργό μέρος σ’ όλες τις επιχειρήσεις που έγιναν στην Κρήτη
στο διάστημα 1866-1879. Πέθανε το 1890 στην Αθήνα και κηδεύτηκε με δημόσια δαπάνη.

Γιος του Απόστολου (και εγγονός του Κωνσταντίνου Παττακού) υπήρξε ο Σταύρος.
Το επάγγελμά του ήταν συμβολαιογράφος, γρήγορα όμως τα καθήκοντά του
προσανατολίστηκαν προς τον Αγώνα των Κρητών, στον οποίο λαμβάνοντας μέρος
πολέμησε ως οπλαρχηγός στις επαναστάσεις των 1878 και 1889, καθώς και των ετών
1896/97. Πολέμησε, επίσης, και στους Βαλκανικούς αγώνες του 1912-13 επικεφαλής
σώματος Κρητών.
ΠΑΤΕΛ(Λ)ΑΡΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Κρητικός οπλαρχηγός, απόγονος της μεγάλης αρχοντικής
οικογένειας των Πατελλάρων, που διακρίθηκαν επί Ενετοκρατίας. Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο
Κρήτης και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες κατά την επανάσταση του 1841, ως οπλαρχηγός
των ομοχωρίων του.
Συγγενής του ήταν και ο Μάξιμος Πατελλάρος, ιερομόναχος και αγωνιστής κατά την
επανάσταση του 1821.
Μετά την καταστολή της επανάστασης στην Κρήτη, από τα Αιγυπτιακά
στρατεύματα, ο Μάξιμος κατέφυγε στο Ναύπλιο, όπου του απονεμήθηκε ο βαθμός του
λοχαγού της βασιλικής φάλαγγας.
ΠΑΤΕΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Γεννήθηκε το 1889 στη Βισταγή Αμαρίου, Ν. Ρεθύμνης. Ήταν ο πρώτος
γιος του Καπετάν Πατερονικολή, οπλαρχηγού, που σήκωσε το «μπαϊράκι» του χωριού για
βοήθεια στο Αρκάδι.
Το 1912-13 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών
στο Μπιζάνι.
Στο ίδιο μέρος, εκείνη την εποχή πολεμούσε και ο πατέρας του Νικόλαος Πάτερος,
ηλικίας τότε 65 χρόνων, επικεφαλής εθελοντικής ομάδας Κρητών.
Το χειμώνα, λοιπόν, του 1912-13 και ενώ πολεμούσε στην Ήπειρο τραυματίστηκε
και νοσηλεύτηκε στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Κέρκυρας. Στο ίδιο νοσοκομείο νοσηλευόταν
και ο στρατιώτης Οδυσσέας Καραλής, από την Πάτρα, με ακρωτηριασμένο το αριστερό του
πόδι από κρυοπαγήματα. Ήταν λοιπόν ανάγκη, για την καλύτερη και γρηγορότερη
επούλωση του τραύματος να γίνει μεταμόσχευση κρημνού, δηλαδή να προστεθεί υγιές
δέρμα στο πέλμα του ποδιού του. Τότε έλαμψε ο ιπποτισμός και το μεγαλείο της Κρητικής
ψυχής. Ο Γεώργιος Πάτερος δήλωσε ότι δέχεται να υποβληθεί στη μαρτυρική διαδικασία,
ως δότης δέρματος.
Πέθανε το 1983 στο χωριό του, τη Βισταγή Αμαρίου.
ΠΕΝΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΗΣ (ή ΤΣΑΚΑΛΟΣ): (αγωνιστής). Γεννήθηκε στο Ροδάκινο Κρήτης,
και υπήρξε ανιψιός του ξακουστού οπλαρχηγού Σήφη Λιάσκη (ή Βολουδάκη).
Το 1880 εντάχθηκε στην πολεμική ομάδα του θείου του, κι αρχίζει δράση κατά των
Τούρκων, κυρίως κλεφτοπόλεμο στην περιοχή του Ρεθύμνου (όπως μαρτυρά κι ένα
δημοτικό τραγούδι).
Το Μάρτιο του 1890 σκοτώνεται στους ανατολικούς πρόποδες του Ψηλορείτη,
κοντά στο χωριό Καμάρες, σε μια συμπλοκή με τον εχθρό.

ΠΕΤΡΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ή ΠΕΤΡΟΝΙΚΟΛΑΣ: Οπλαρχηγός της Κρήτης. Γεννήθηκε στο κρητικό
χωριό Ασή – Γωνιά γύρω στα 1830. Έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1866, και επειδή
από τις πρώτες κιόλας συγκρούσεις διακρίθηκε για την ανδρεία του, ανεκηρύχθηκε
αρχηγός των συγχωριανών του κατ’ αρχήν, και ολόκληρης της επαρχίας Ρεθύμνης
αργότερα.
Έλαβε, επίσης, μέρος σε πολλές μάχες της κεντρικής κυρίως Κρήτης, μέχρι το τέλος
του κρητικού αγώνα.
ΠΕΤΡΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ή ΠΕΤΡΟΝΙΚΟΛΑΣ: Γεννήθηκε στο χωριό Ασή – Γωνιά της επαρχίας
Ρεθύμνου Κρήτης το 1830 και διακρίθηκε στην Κρητική Επανάσταση του 1866. Ως αρχηγός
των κατοίκων της περιοχής του έλαβε μέρος σε όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, με 1869
(έτος λήξεως του Αγώνα).
ΠΕΤΡΑΚΗΣ ΜΑΡΚΟΣ ή ΠΕΤΡΟΜΑΡΚΟΣ: (αρχηγός). Γεννήθηκε στην Ασή Γωνιά και έδρασε
την περίοδο 1866-1897. Ήταν το φόβητρο των Τούρκων στην επανάσταση των Χαιρέτηδων,
το 1841, και διακρίθηκε στη σκληρή μάχη που έγινε στο Πρόβαρμα Αποκορώνου. Τον
Ιούλιο του 1866 προάχθηκε σε αρχηγό από την προσωρινή κυβέρνηση Κρήτης για τις
πολλαπλές υπηρεσίες του στον αγώνα για την ελευθερία.
ΠΛΕΥΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Οπλαρχηγός της Κρήτης γεννήθηκε το 1835 σ’ ένα χωριό της επαρχίας
Αγίου Βασιλείου Κρήτης. Όταν εξερράγη η επανάσταση του 1866, συμμετείχε σε πολλές
πολεμικές επιχειρήσεις και συγκρούσεις με τον εχθρό. Εξαιτίας της γενναιότητάς του
εξελέγη αρχηγός της επαρχίας του, και στο εξής συμμετείχε σε διάφορους αγώνες της
επαρχίας Χανίων και Ρεθύμνου, μέχρι το τέλος της επαναστάσεως.
ΠΛΕΥΡΗΣ ΜΙΧΑΗΛ: Οπλαρχηγός της Κρήτης, γεννήθηκε γύρω στα 1790 στα Ανώγεια
Κρήτης. Το 1821 έλαβε μέρος στην επανάσταση ως αρχηγός των συγχωριανών του, και
πολέμησε στις επαρχίες Χανίων και Ρεθύμνου. Το 1827 έλαβε διαταγή από τις ελληνικές
αρχές να σπεύσει με άλλους συμπατριώτες του στην Αττική για να βοηθήσει το Γεώργιο
Καραϊσκάκη. Κατά την επίθεση του Φαλήρου όμως (Απρίλιος 1827) σκοτώθηκε, αφού
πολέμησε γενναία, μαζί με τους περισσότερους Κρητικούς.
ΠΛΟΥΜΗΣ ΙΑΚΩΒΟΣ: Κρητικός αγωνιστής και κληρικός που γεννήθηκε το 1840. Το κατά
κόσμος όνομα του ήταν Γεώργιος. Έγινε μοναχός της μονής Βοσάκου και έμαθε τα πρώτα
του γράμματα κοντά στον ηγούμενό της Χατζή – Μελχισεδέκ. Πήρε μέρος στην επανάσταση
του 1866 και αγωνίστηκε σκληρά μέχρι το τέλος της. Τότε έφυγε για σπουδές στην ιερατική
σχολή της Σύρου και αργότερα στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πριν
προλάβει όμως να τελειώσει τις σπουδές του, ξέσπασε η επανάσταση του 1878. Ως γνήσιος
πατριώτης που ήταν, επέστρεψε αμέσως στην Κρήτη και αγωνίστηκε ως οπλαρχηγός. Όταν
τέλειωσε η επανάσταση αυτή, διορίστηκε ελληνοδιδάσκαλος στο Ρέθυμνο. Αργότερα
ανέλαβε τη διοίκηση της Μονής Χαλέπας Μυλοποτάμου και, όντας προοδευτικός, την

ανανέωσε και της έδωσε καινούργια ζωή. Το 1896 έγινε εφημέριος και επίτροπος του
επισκόπου Ρεθύμνης και λίγο αργότερα ιερέας της κρητικής πολιτοφυλακής. Πέθανε το
1926.
ΠΟΡΤΑΛΙΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: (οπλαρχηγός). Γεννήθηκε το 1833 στην Παντάνασσα Αμαρίου
του Ν. Ρεθύμνης.
Φλογερός επαναστάτης από τη φύση του, πολέμησε γενναία στις διάφορες
κρητικές επαναστάσεις.
Το 1858, στο ένοπλο κίνημα του Μαυρογένους, εκλέχτηκε πληρεξούσιος της
επαρχίας του.
Πολέμησε στην πολιορκία του Αρκαδίου και μετά το θάνατο του Διογένη
Μοσκοβίτη, εκλέχτηκε παμψηφεί γενικός αρχηγός Αμαρίου. Με αυτή την ιδιότητα πήρε
μέρος στις επαναστάσεις του 1878, 1889, 1896 και 1897, ενώ μετά την επανάσταση του
1866 εκλέχτηκε Διοικητικός Σύμβουλος.
Διετέλεσε μέλος της Δημογεροντίας Ρεθύμνης και το 1885 εκλέχτηκε πληρεξούσιος
Αμαρίου για την Κρητική Συνέλευση.
Στην Αθήνα του απονεμήθηκε ο Αργυρός Σταυρός του Σωτήρα.
Το 1902 διορίστηκε από τον πρίγκηπα Γεώργιο, ύπατο τότε αρμοστή στην Κρήτη,
σαν ένας από τους 10 βουλευτές για την Κρητική Βουλή.
Πέθανε στην Αθήνα στις 26-9-1909, και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη.
Υπήρξε πρώτος ξάδελφος του Γεωργίου Πορτάλιου, από την Πηγή Ρεθύμνης, που το
1866 ήταν γραμματέας της επαναστατικής επιτροπής στο Αρκάδι και σκοτώθηκε εκεί.
ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Κρητικός αγωνιστής και οπλαρχηγός που καταγόταν από παλιά
παραδοσιακή οικογένεια του χωριού Αρδάκτου της επαρχίας Αγίου Βασιλείου του νομού
Ρεθύμνης. Κατά την επανάσταση του 1866, ήταν οπλαρχηγός Αρδάκτου, Βάτου και
Ακτούντων και μ’ αυτή την ιδιότητα πήρε ενεργό μέρος και διακρίθηκε σε πολλές μάχες
που έγιναν στο νομό Ρεθύμνης. Σ’ αυτή την περίοδο, διετέλεσε και πληρεξούσιος Αγίου
Βασιλείου στις επαναστατικές συνελεύσεις.
ΠΡΕΒΕΛΗΣ ή ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Κρητικός οπλαρχηγός, μέλος της παλιάς ονομαστής
οικογένειας των Πρεβέληδων του χωριού Αδράκτου της επαρχίας Αγ. Βασιλείου του νομού
Ρεθύμνης. Η παράδοση αναφέρει κάποιο γενάρχη Πρέβελη (πριν απ’ την Τουρκοκρατία) ο
οποίος είχε ένα μεγάλο φέουδο. Την εκκλησία που ήταν μέσα στο φέουδο την έκανε
μοναστήρι, χαρίζοντάς της τα γύρω κτήματά του. Έτσι δημιουργήθηκε η γνωστή μονή
Πρέβελη.
Ο Γεώργιος ήταν οπλαρχηγός των χωριών Αδράκτου, Βάτου και Ακτούντων, κατά τη
μεγάλη επανάσταση της Κρήτης το 1866. Έλαβε ενεργό μέρος σε πολλές μάχες στο νομό
Ρεθύμνης, διακρινόμενος για τη γενναιότητά του. Τέλος, κατά τις επαναστατικές
συνελεύσεις, ο Πρέβελης συμμετείχε συχνά σ’ αυτές σαν πληρεξούσιος της Επαρχίας του
(Αγίου Βασιλείου).

ΠΡΙΝΑΡΑΚΗΣ ΕΠΑΝΕΙΝΩΝΔΑΣ: Γεννήθηκε το 1885 στο Δαμάβολο Μυλοποτάμου του Ν.
Ρεθύμνης, από οικογένεια γνωστή για τη συμμετοχή της στους Εθνικούς Αγώνες.
Το 1905 κατατάχτηκε σαν μαθητής Χωροφύλακας στην Κρητική Χωροφυλακή.
Ήταν ένας από τους 160 άνδρες της Κρητικής Χωροφυλακής τους οποίους έστειλε ο
Ελ. Βενιζέλος για να εκδιώξουν τη Βουλγαρική Φρουρά από τη Θεσσαλονίκη.
Από τη συμμετοχή του στους εθνικούς αγώνες 1912-13 προήχθη «επ’ ανδραγαθία»
σε Υπενωμοτάρχη και του απονεμήθηκαν διάφορα μετάλλια του Ελληνοβουλγαρικού
Πολέμου.
Το1915 προήχθη σε Ενωμοτάρχη και τον Αύγουστο του 1916, ενώ βρισκόταν για
υπηρεσία στην Αστυνομική Διεύθυνση Σερρών, αιχμαλωτίστηκε από τα
Γερμανοβουλγαρικά στρατεύματα και οδηγήθηκε στο στρατόπεδο Γκέρλιτς της Γερμανίας.
Δραπέτευσε και μετά από ομηρικές περιπλανήσεις, πάντα καταδιωκόμενος από
τους Γερμανούς, επανήλθε στην Ελλάδα τα Χριστούγεννα του 1918.
Το Φλεβάρη του 1919 αναχώρησε για τη Μ. Ασία και πήρε μέρος στη Μικρασιατική
εκστρατεία. Τον ίδιο χρόνο προήχθη σε ανθυπασπιστή και το 1921 σε Ανθ/ρχο.
Το 1924 για τη συμμετοχή του στην εξόντωση συμμορίας ζωοκλεπτών στην Κρήτη –
όπου και τραυματίστηκε – προήχθη κατ’ εκλογή σε Υπομοίραρχο.
Το 1934 έγινε Μοίραρχος και το 1935 επί Κυβερνήσεως Μεταξά διώχθηκε.
Πέθανε τον Ιούνιο του 1942 σε ηλικία 57 ετών, από μετακίνηση προς την καρδιά
βλημάτων που ήταν σφηνωμένα στην αριστερή πλευρά.
Με το Β.Δ. της 27-9-1945, το οποίο αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στην
αποκατάστασή του, δικαιώνεται μετά θάνατο με την ακύρωση του Διατάγματος της
αυτεπάγγελτης αποστρατείας και την προαγωγή του σε Μοίραρχο από 14/7/1930, σε
ταγματάρχη από 23/12/1935 και σε Αντισυνταγματάρχη από 27/4/1938.
Υπήρξε άνδρας προικισμένος με αρετές ανδρείας, τόλμης, αυταπάρνησης και
προσήλωσης στο καθήκον.
ΠΡΙΝΑΡΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Γεννήθηκε το 1848 στο Δαμάβολο Μυλοποτάμου του Νομού
Ρεθύμνης. Γιος του Μιχαήλ Πρινάρη και πατέρας του Μοιράρχου Επαμεινώνδα Πρινάρη.
Λόγω της Τουρκοκρατίας στην Κρήτη δε μπόρεσε να μάθει γράμματα και έτσι, παιδί
ακόμη, επιδόθηκε στη γεωργία και την κτηνοτροφία.
Από τη φύση του ανήσυχος και επαναστατικός τύπος, σε ηλικία 12 χρόνων, πήρε το
όπλο και ρίχτηκε στον αγώνα εναντίον των Τούρκων.
Ο παππούς του Εμμαν. Πρινάρης, αγωνιστής του 1821, του έδειχνε ιδιαίτερη
αδυναμία και όταν σχεδιαζόταν η επανάσταση του 1866 τον εγύμνασε ο ίδιος στο
ντουφέκι.
Έτσι το Μανωλιό, όπως τον έλεγε ο παππούς του, ήταν παντού πρώτο. Πρώτο στη
βάρδια, πρώτο στη μποσκάδα, πρώτο και στην επίθεση.
Σε ηλικία 18 ετών έγινε καπετάνιος. Σε μια μάχη στα 1866 συνελήφθη αιχμάλωτη η
Μαρία, σύζυγος του Γέρο-Μανώλη. Τότε το Μανωλιό, χωρίς δισταγμούς και φόβους

σχεδίασε την απελευθέρωσή της. Μεταμφιεσμένος σε Τούρκο μπήκε στο Τούρκικο
στρατόπεδο και την ελευθέρωσε.
Το Μανωλιό όμως δεν ησύχασε. Επικεφαλής 10 Μυλοποταμιτών σκόρπιζε παντού,
όπου υπήρχαν Τούρκοι, το φόβο και το θάνατο.
Στα 1876 παντρεύτηκε με την Καλλιόπη, το γένος Καραντώνη, και απέκτησαν
συνολικά 14 παιδιά.
Το 1880 κατατάχτηκε στη Χωροφυλακή. Το έτος 1889 κάποιος Τουρκαλβανός τον
έβρισε και ο Πρινάρης μη μπορώντας να ανεχτεί την προσβολή όρμησε πάνω του και τον
χτύπησε. Από τότε τον απέλυσαν ως ατίθασο και αντιπειθαρχικό.
Αργότερα πήρε μέρος στην επανάσταση του 1896 στον Κάμπο του Πλατανέ, όπου
και τραυματίστηκε, μάλιστα θα τον σκότωναν οι Τούρκοι αν δεν τον έσωζε ο Κονταξής από
το Άδελε.
Στα μέσα της επανάστασης του 1896-97 χάνει τη σύζυγό του και παντρεύεται για
δεύτερη φορά με τη Δέσποινα το γένος Δανδόλου. Του χορηγήθηκε κάποια μικρή σύνταξη,
για τις υπηρεσίες του στην πατρίδα και όταν το 1899 έπαυσε η Επανάσταση και η Κρήτη
κηρύχτηκε αυτόνομη, τότε ο Μανώλης Πρινάρης επιδόθηκε σε έργα ειρήνης και προόδου.
Κατάφερε να αποκτήσει μεγάλη περιουσία και κοινωνική εκτίμηση, εθεωρείτο δε
από τους πρώτους του χωριού.
Πέθανε σε ηλικία 83 χρόνων, το 1931, και τάφηκε με μεγαλοπρέπεια.

ΡΟΥΣΣΟΣ ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ: Οι Βουρδουμπάδες ήταν μια από τις πιο ιστορικές οικογένειες
των Σφακίων. Είχαν τη ρίζα τους από τους Σκορδίληδες, βυζαντινή οικογένεια, που το 1182
αποίκισαν στα Σφακιά.
Αντάξιος γόνος της οικογένειας των Βουρδουμπάδων είναι και ο Ρούσσος ή
Ρούσσιος Βουρδουμπάς, αγωνιστής κατά την επαναστατική περίοδο του 1821.
Όταν άρχισε η επανάσταση του ’21 στην Κρήτη, και οι καπετάνιοι μοιράστηκαν τα
καπετανάτα των Σφακιών, ο Ρούσσιος Βουρδουμπάς έγινε καπετάνιος του Εμπρόσγιαλου
και προσωρινά του Μουρίου, του πιο δύσκολου τομέα. Ο Βουρδουμπάς με τους μαχητές
του τραβούσε βαρύς και συλλογισμένος να πολεμήσει τους Τούρκους της Αμπαδιάς, τους
πιο άγριους της Κρήτη, (μοναδικοί απόγονοι των Σαρακηνών).
Ο πόλεμος άρχισε στις 16 Ιουνίου. Όταν ο ήλιος έπαιρνε να δύσει, η τύχη βοήθησε
τον Βουρδουμπά. Σκότωσε τον αρχηγό τους και σώριασε στη γη περίπου 300 Αμπαδιώτες,
την ώρα που άρχισαν να τρέπονται σε φυγή.
Αυτός ήταν ο πρώτος ουσιαστικά πόλεμος του Βουρδουμπά. Ωστόσο οι Αμπαδιώτες
δεν είχαν πει ακόμη την τελευταία τους λέξη και με νέο αρχηγό τους, τον Δελή Μουσταφά,
αγριότερος από τον προηγούμενο, συγκρούστηκαν ξανά με το σώμα του Ρ. Βουρδουμπά. Η
μάχη κράτησε όλο το ημερονύχτιο και στο τέλος ο Ρούσσος κατάφερε να δει το μεγάλο
αντίπαλο του σωριασμένο στη γη.
Ακολούθησαν οι δύσκολες μέρες της επιθέσεως του Καούνη, η εισβολή των
Τούρκων στα Σφακιά και το έπος του Κατρέ. Στις 20 Ιουλίου άρχισε η μάχη του Ομέρ
Εφέντη. Οι καπετάνιοι Βαρδουμπάς, Πωλογιωργάκης, Πρωτοπαπαδάκης, Μανουσέλης και
Δεληγιαννάκης δεν άφησαν ψυχή Τούρκου ζωντανή και συνέλαβαν τον Ομέρ. Στη συνέχεια
τσάκισαν τον Οσμάν στη ρίζα της Κυδωνίας, αλλά στη δεύτερη εισβολή των Τούρκων στα
Σφακιά έμειναν μόνοι και νικήθηκαν. Ο Βουρδουμπάς πολεμούσε νύχτα – μέρα σιωπηλός,
επίμονος, απρόσιτος.
Στο μεταξύ είχε φανεί ο Α. Μελιδώνης, ο οποίος ήλθε από τη Σάμο στην πατρίδα
του. Ο Μελιδώνης ήταν παλληκάρι αλλ’ εγωκεντρικός και μεγαλόστομος. Περνούσε στα
χωριά και διαλαλούσε τη δύναμη και την ανδρεία του. Το σοβαρότερο ήταν που ύβριζε
τους Σφακιανούς καπετάνιους και πιο πολύ το Βουρδουμπά. Ανάτρεπε την ιεραρχία που
ήταν τόσο αποφασιστική κείνη τη στιγμή για τον αγώνα.
Ο Ρούσσιος αντιπαθούσε αυτόν τον καυχησιάρη καπετάνιο το Μελιδώνη. Ο
Αφεντούλιεφ, ο τότε αρμοστής της Κρήτης, στην προσπάθειά του να επιβληθεί,
προωθούσε σκανδαλωδώς κάθε εχθρό των Σφακιανών και πρώτο το Μελιδώνη. Τα
γεγονότα αυτά γέννησαν ένα μίσος ανάμεσα στους δύο άνδρες. Ο ηγούμενος της Μονής
Ασωμάτων Ιωσήφ βρέθηκε στη συμπλοκή των δύο παλληκαριών και την αποδίδει στην
προκλητική στάση του Μελιδώνη. Πολλοί ιστορικοί δικαιώνουν το Ρούσσιο, άλλοι τον
κατηγορούν για το φόνο. Ο Καζαντζάκης στον «Καπετάν Μιχάλη» δίνει εικόνες
απαράμιλλες των αγωνιστών αυτών. Ο φόνος ήταν κηλίδα στην ιστορία του Βουρδουμπά.
Ο πόλεμος με τους Τούρκους συνεχίστηκε και ο Ρούσσιος έγινε στο εξής βίαιος και
οξύθυμος. Πολέμησε πάλι σκληρά το Σερίφ πασά στα Ηρακλειώτικα, τους Αιγύπτιους του
Χασάν πασά στην Κυδωνία και πέρα στο Λασίθι στην τραγική Μίλατι, είδε την τρομερή

σφαγή του σπηλαίου και άκουσε τις κατάρες των φιλήσυχων κατοίκων. Ο Τομπάζης ήρθε
στην Κρήτη αρμοστής, σε μια δύσκολη στιγμή, και αφού μέτρησε τα πράγματα και ζύγισε
τους πολέμαρχους, όρισε αρχιστράτηγο όλης της Κρήτης το Βουρδουμπά. Εκείνος άρχισε
νέα εισβολή στα Ηρακλειώτικα, αλλά δεν κατάφερε να ξανανάψει την επανάσταση στην
Ανατολική Κρήτη. Ο Χουσεΐν πάτησε στα Σφακιά (1824). Ο Τομπάζης έφυγε και η
επανάσταση κλονίστηκε. Ο κλεφτοπόλεμος άρχιζε.
Ο Ρούσσιος χάνεται ένα χρόνο από τα χαρτιά των ιστορικών. Μπορεί τα γεγονότα
να μην ήταν σοβαρά το χρόνο αυτό, μπορεί και η ηλικία του να μην τον άφηνε να
πολεμήσει στον κλεφτοπόλεμο.
Το 1926 όλοι οι Σφακιανοί πρωτοκαπεταναίοι και μαζί ο Ρούσσιος συλλαμβάνονται
με δόλο απ’ το Μουσταφά και κλείνονται στο κάστρο των Χανίων. Το 1927 η μάνα του,
επίσης φυλακισμένου του Χούρδου, κατάφερε να τους εφοδιάσει με λίμα. Έκοψαν τις
αλυσίδες και άρχισαν ν’ ανοίγουν υπόνομο. Για κακή τους τύχη όμως, απ’ τον υπόνομο σε
λίγο άρχισε να μπαίνει θάλασσα. Τότε τρύπησαν την οροφή και βγήκαν στις επάλξεις του
φρουρίου. Έδεσαν τις μεταξωτές τους ζώνες απ’ τα κανόνια και κατέβαιναν ένας, ένας. Σε
μια στιγμή δημιουργήθηκε πανικός, κρεμάστηκαν πολλοί μαζί στις ζώνες, εκείνες έσπασαν
και γκρεμίστηκαν. Ο Ρούσσιος μπορούσε να φύγει αλλά θέλησε να σώσει και τον
Πωλογιωργάκη. Οι Τούρκοι τους πρόλαβαν τους έκλεισαν πάλι στη φυλακή, αλλά το 1830
τους απέλυσαν για να κατευνάσουν τους επαναστάτες.
Μετά το 1832, που ο Μουσταφάς διευκόλυνε την εγκατάσταση των ορεινών
επαναστατών στα έρημα χωράφια των κάμπων, ο Ρούσσιος απέκτησε ένα μετόχι στον
Αποκόρωνα, το Γετίμ. Στα λίγα χρόνια που ακολούθησαν, ήσυχα, ο Ρούσσιος πήγε στους
Αγίους Τόπους και από τότε ακούγεται Χατζής. Το 1838 η επιρροή του είναι τεράστια στο
νησί. Παρουσιάζεται τότε σαν δικαστής (συμβιβαστής) μεγάλων υποθέσεων των
συμπατριωτών του.
Στην επανάσταση του 1841 τον βρίσκουμε αντιπρόεδρο «της των Κρητών
πολιτείας». Παίρνει μέρος στις συνελεύσεις όλες και πάλι χάνεται.
Το 1858 έχει πεθάνει και τον αντικαθιστά στις συγκεντρώσεις ο γιος του Σήφης.
Ο Βουρδουμπάς πέθανε και τάφηκε στο παλιό ερημοκλήσι της Παναγίας στο
Καρυδάκι.
ΡΟΥΣΤΙΚΙΑΝΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Οπλαρχηγός της Κρήτης, καταγόμενος από το κρητικό χωριό
Ρούστικα (από δω και το όνομά του).
Έλαβε ενεργό μέρος σε πολλές μάχες κατά του εχθρού, μέχρι το 1824 που
εξέπνευσε η επανάσταση στην Κρήτη. Τότε μαζί με άλλους συμπατριώτες του φεύγει για
την Πελοπόννησο, και επικεφαλής ο ίδιος μιας ομάδας Κρητών, πολέμησε γενναία τους
Τούρκους στο πλευρό του στρατηγού Σκούρτη. Συμμετείχε επίσης στη μάχη της
Σφακτηρίας, καθώς και στη πολιορκία της Τρίπολης υπό τις διαταγές του Κολοκοτρώνη.
Μετά το τέλος του Αγώνα, επέστρεψε στην Κρήτη, που στέναζε κάτω απ’ τον τουρκικό
ζυγό, και πήρε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις πολεμικές, όπως στην πολιορκία της
Γραμβούσας κ.α.

ΡΟΥΣΤΙΚΙΑΝΟΣ ΜΑΝΩΛΗΣ (ΣΤΑΜΑΤΑΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ): Γεννήθηκε στα τέλη του 18 ου αι. στα
Ρούστικα Ρεθύμνης. Καταγόταν από την οικογένεια Τζωρτζάκη. Επειδή συνδέθηκε με μία
Οθωμανίδα, Τζιντζαράκη στο γένος, οι συγγενείς της τον έδιωξαν και αναγκάστηκε να
φύγει στην Αίγυπτο.
Ο πατριωτισμός, η αγάπη του στη γενέτειρα, ίσως και η επίδραση της Φιλικής
Εταιρίας έγιναν αφορμή, ώστε, μετά την κήρυξη της Επανάστασης του1821, να επιστρέψει
στην Κρήτη. Κατά την Επανάσταση του 1821, έδρασε τόσο στην Κρήτη όσο και στην
υπόλοιπη Ελλάδα. Υπήρξε ξακουστός οπλαρχηγός, και ήταν κυρίως γνωστός με το όνομα
της ιδιαίτερης πατρίδας του (Ρουστικιανός).
Αναφέρουμε εδώ, μερικά από τα πιο σημαντικά γεγονότα της δράσης του.
Στις 17 Μαΐου 1821 και ενώ οι Τούρκοι ετοιμάζονταν να εκπορθήσουν τα Σφακιά, ο
Μανώλης Ρουστικιανός και άλλοι οπλαρχηγοί αναχαίτισαν τον εχθρό και τον ανάγκασαν να
οπισθοχωρήσει.
Στις 17 Ιουνίου, του ίδιου χρόνου, πολέμησε τους Τούρκους στο Ζουρίδι και στα
Ρούστικα και τους ανάγκασε να επιστρέψουν στο φρούριο του Ρεθύμνου.
Πολέμησε στην μάχη στον Άγιο Ιωάννη Αγ. Βασιλείου, στις 21 Ιουνίου και στις 25
Ιουλίου 1821, προσπάθησε, σε συνεργασία με άλλους οπλαρχηγούς, να εμποδίσει τους
Τούρκους να καταλάβουν τα Σφακιά.
Μετά την κατάληψη του ορεινού όγκου των Σφακίων, μαζί με 12 ακόμα
οπλαρχηγούς, έστηνε ενέδρες στους Τούρκους σχηματίζοντας κλοιό γύρω από το Ρέθυμνο
Η δράση του Μανώλη Ρουστικιανού στην Κρήτη συνεχίστηκε με μεγάλο ηρωισμό
και στα επόμενα χρόνια.
Τα χειμώνα του 1824 ο Ρουστικιανός, μαζί με τον Ζερβουδάκη, τον Χάλη, τον
Μαλικούτη, τον Δαμιανό και τον Κουρμούλη κλήθηκαν από την Ελληνική Κυβέρνηση για να
βοηθήσουν στις κρίσιμες στιγμές, που περνούσε η Ελλάδα, εξαιτίας του Εθνικού διχασμού
και του εχθρού.
Πολέμησε, επίσης, τον εχθρό στα Μεσσηνιακά κάστρα και, όταν έφτασε στην
Τρίπολη, ενώθηκε με τους άνδρες του Κολοκοτρώνη και συνέχισε τον αγώνα ενάντια στον
κατακτητή.
Πήρε, ακόμα, μέρος στη μάχη της Γραμβούσας στις 3 Αυγούστου 1825 και σε
πολλές ακόμη πολεμικές επιχειρήσεις, μέχρι της 22ας προς 23 ης Απριλίου 1827, οπότε οι
Κρήτες υπέστησαν ολοκληρωτική καταστροφή και ο ίδιος ο Μανώλης Ρουστικιανός
σκοτώθηκε.

ΣΑΚΚΟΡΑΦΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Κρητικός αγωνιστής, από το χωριό Άγιος Κωνσταντίνος Ρεθύμνου.
Γεννήθηκε στα 1790, και μυήθηκε από μικρός στη Φιλική Εταιρία. Ως Φιλικός, εργάστηκε
μαζί με άλλους για την ετοιμασία του Αγώνα. Όταν το 1821 εξερράγη η επανάσταση,
διορίστηκε διευθυντής της αστυνομίας της Κρήτης. Με το αξίωμα αυτό και με την ιδιότητα
του πολεμιστή έλαβε μέρος σε πάρα πολλές μάχες των περιοχών Χανίων και Ρεθύμνου,
επικεφαλής των συγχωριανών του. Το 1827 συμμετέχει στην Εθνική Συνέλευση της
Τροιζήνας, κατά την οποία διορίστηκε μέλος του κρητικού συμβουλίου. Όταν τέλειωσε η
επανάσταση (1830) ο Σακκόραφος φεύγει από την Ελλάδα και πεθαίνει στην Αθήνα το

  1. Παιδιά του ήταν ο Δημήτριος και ο Ιωάννης, που διακρίθηκαν στον κρητικό αγώνα.
    ΣΑΚΚΟΡΑΦΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Αγωνιστής της Κρήτης, καταγόμενος από το χωριό Άγιο
    Κωνσταντίνο της επαρχίας Ρεθύμνου, όπου και γεννήθηκε περί το 1790. Από μικρός είχε
    μυηθεί στη Φιλική Εταιρία, και από τότε εργάστηκε με ζήλο για το μεγάλο Αγώνα. Όταν
    εξερράγη η Επανάσταση του 1821, διορίστηκε φροντιστής της αστυνομίας της Κρήτης.
    Διατηρώντας αυτό το αξίωμα, συμμετείχε συγχρόνως και σε αρκετές πολεμικές
    επιχειρήσεις που γινόντουσαν στην περιοχή Ρεθύμνου και Χανίων, οδηγώντας μια ομάδα
    Κρητικών απ’ τον Άγιο Βασίλειο και το Ρέθυμνο.
    Το 1827 μαζί με άλλους συμπατριώτες του, αντιπροσώπευσε την Κρήτη στην πρώτη
    εθνική συνέλευση, που συνήλθε στην Τροιζήνα. Επίσης, διορίστηκε μέλος (κατά την
    συνέλευση αυτή) της κρητικής κυβέρνησης, ιδιότητα που διατήρησε μέχρι το τέλος του
    Αγώνα (1830). Το 1831 κατέφυγε στην Ελλάδα και το 1865 πέθανε στην Αθήνα. Παιδιά του
    ήταν ο Δημήτριος Σακόρραφος (1822-1900), ο οποίος έλαβε ενεργό μέρος στην κρητική
    επανάσταση του 1866, καθώς και ο Ιωάννης Σακόρραφος, οπλαρχηγός και αυτός (1824-
    1878), που πολέμησε γενναία στην επανάσταση του 1866 στην οποία αφιέρωσε και όλη
    του την περιουσία.
    ΣΑΟΥΝΑΤΣΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Κρητικός αγωνιστής και οπλαρχηγός που καταγόταν από το
    Ρέθυμνο. Μόλις ξέσπασε η επανάσταση του 1866-1869, πήρε αμέσως τα όπλα και εξελέγη
    από τους συμπολεμιστές του οπλαρχηγός. Σκοτώθηκε το Νοέμβριο του 1866, ενώ μαχόταν
    γενναία στη μονή του Αρκαδίου, όπου είχε επιτεθεί ο Μουσταφά – Πασάς.
    ΣΓΟΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Γεννήθηκε στην Κρήτη, αλλά μεγάλωσε στο Τολό μαζί με τα άλλα δυο
    αδέλφια του. Κατά την επανάσταση του 1858 κατέβηκε στην Κρήτη και αγωνίστηκε για την
    πατρίδα του με την ιδιότητα του οπλαρχηγού.
    Το 1866, όταν ήταν εγκαταστημένος στη Σύρο, οργάνωσε εθελοντικό σώμα και με
    δικά του έξοδα κατέβηκαν στην Κρήτη και πήραν μέρος στην επανάσταση. Διακρινόταν
    πάντα για το θάρρος και την τόλμη του, ριχνόταν πρώτος στη μάχη κατά των εχθρών και
    αποχωρούσε τελευταίος. Επειδή ήταν ριψοκίνδυνος και αφάνταστα τολμηρός, τον
    αποκαλούσαν τουρκοφάγο.
    Άξια μνήμης και πολύ διδακτικά είναι τα λόγια που απηύθυνε στον Τούρκο πασά,
    όταν τον κάλεσε να καταθέσει το όπλα του, γιατί διαφορετικά θα σκότωνε τον αδελφό του:

«Σύρε βρωμόσκυλο και πες στον αγά σου ότι ας κάμει ό,τι θέλει κατά του αδελφού μου,
αλλά να μάθει ο αγάς σου ότι και αδελφούς και αρσενικά παιδιά έχει ο αδελφός μου για να
εκδικηθούν εσάς τους απίστους».
Μετά το θάνατο των αδελφών Γεωργίου και Αντωνίου Δασκαλάκηδων, οι Ρεθύμνιοι
εξέλεξαν το Γεώργιο Σγουρό αρχηγό της επαρχίας του. Αυτός μαζί με τους γενναίους
οπλαρχηγούς του: Παπά – Μαρουλιανό, Ρωμιάκη, Βενιανάκη και άλλους οδήγησαν τους
Ρεθύμνιους σε ένδοξες μάχες.
ΣΓΟΥΡΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: Γεννήθηκε στην Κρήτη, λίγο πριν από την έκρηξη της επανάστασης του
’21 και ανατράφηκε στο Τολό. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Κυριάκου Σγουρού.
Επικεφαλής ενός εθελοντικού σώματος, πολέμησε και διακρίθηκε στη μάχη της
Καλαμπάκας. Κατά την Κρητική επανάσταση του 1858 κατέβηκε στην Κρήτη και εκλέχτηκε
γενικός αρχηγός Μυλοποτάμου.
Μετά το τέλος της επανάστασης, επέστρεψε στο Ναύπλιο και με Βασιλικό
Διάταγμα της 3 ης Απριλίου 1881, τιμήθηκε για τις υπηρεσίες του με χορήγηση μηνιαίου
χρηματικού βοηθήματος.
Στην επανάσταση του 1866, κατέβηκε πάλι στην Κρήτη και ανέλαβε τη γενική
αρχηγία του Δυτικού Τμήματος Μυλοποτάμου.
Πήρε μέρος σε πολλές μάχες εναντίον των Τούρκων και μάλιστα τραυματίστηκε δυο
φορές.
Μη θέλοντας να υποταχθεί, συνέχισε την επανάσταση, αλλά δυστυχώς μετά από
προδοσία, κυκλώθηκε από το τούρκικο στρατό στη θέση Αραβάνες και πιάστηκε
αιχμάλωτος. Αρχικά καταδικάστηκε σε θάνατο, μετά όμως μετατράπηκε η ποινή του σε
ισόβιο δεσμά.
Για ένα χρόνο παρέμεινε στις υγρές φυλακές Κωνσταντινούπολης και στη συνέχεια
ελευθερώθηκε με την επέμβαση της Ρωσικής πρεσβείας Κωνσταντινούπολης και του
Ιωάννη Φωτιάδη Πασά, Πρεσβευτή τότε της Τουρκίας στην Αθήνα.
Ως αρχηγός Μυλοποτάμου, πήρε επίσης μέρος στην επανάσταση του 1878, αφού
κατέβηκε ξανά στην Κρήτη από το Ναύπλιο.
Πέθανε το Δεκέμβρη του 1888.
ΣΓΟΥΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ: Γεννήθηκε γύρω στα 1788 στον Άγιο Μάμαντα Μυλοποτάμου του Ν.
Ρεθύμνης.
Σε ηλικία 34 χρόνων, πήρε το όπλο και ρίχτηκε στον αγώνα εναντίον των Τούρκων.
Επικεφαλής μιας ομάδας Μυλοποταμιτών σκότωσε το Μεχμέτ Κυρίμογλου, το φοβερό
γενίτσαρο Σκοτσούλιο, τον Τρικέφαλο, επίσης γενίτσαρο από το Καβούσι Ρεθύμνης και
πολλούς άλλους Τούρκους.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Ψυλάκη «ο Κυριάκος Σγουρός ήτο γίγας στο παράστημα και Αίας
στο βάδισμα, και άτρομος και επί ανδρική καλλονή και αναδρομή σώματος
διακρινόμενος».

Όταν το 1822 ανακηρύχτηκε επίσημα η επανάσταση στο Μυλοπόταμο και οι
Τούρκοι διώχτηκαν, άλλοι στο Ηράκλειο και άλλοι στο Ρέθυμνο, ο Αχμέτ Κυρίμογλου
παράλαβε 350 Μωαμεθανούς και κατέλαβε τον Πύργο στην Επισκοπή Μυλοποτάμου με
σκοπό να καταπνίξει την επανάσταση των Μυλοποταμιτών. Τότε λοιπόν ο Κυριάκος
Σγουρός, έχοντας την αρχηγία των κατοίκων του Μυλοποτάμου, πολιόρκησε τον Πύργο και
ζήτησε την παράδοση των πολιορκουμένων. Οι Τούρκοι αντιστάθηκαν και περίμεναν
ενίσχυση.
Πράγματι ο ισχυρός Μπαϊρακαγασής με 300 Τουρκοκρήτες βάδιζε προς ενίσχυση
των Κυρίμιδων. Οι αρχηγοί Σταύρος Ξετρύπης,, Σταύρος Νιώτης και Βασίλειος Σμπώκος
μαζί με άλλους Ανωγειανούς κατάσφαξαν αυτούς, ο δε αρχηγός Κυριάκος Σγουρός με τους
οπλαρχηγούς Αντώνιο Λαγγιανό, Βασίλειο Μαθιουδάκη και Αντώνη Καλλέργη, έσφαξαν
τους πολιορκημένους στον Πύργο εκτός από τους Κυρομογλούδες.
Κατά τον Οκτώβρη του 1823, όταν περί τα 350 γυναικόπαιδα από το Μυλοπόταμο
εγκλείστηκαν στο Σπήλαιο Μελιδονίου, υπό τον Χουσεΐν Βέη, ο Κυριάκος Σγουρός μαζί με
άλλους Μυλοποταμίτες οπλαρχηγούς αγωνίστηκαν και προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές
στο Χουσεΐν.
Με το τέλος της Επανάστασης, δηλαδή γύρω στα 1830, ο αρχηγός Σγουρός μαζί με
τους Νιώτη, Ξετρύπη, Τσουδερό και πολλούς άλλους κατέφυγε στο Ναύπλιο.
Ο πολυπαθής και διαπρεπής αυτός αρχηγός τιμήθηκε από την Κυβέρνηση με το
βαθμό του Ταγματάρχη Βασιλικής Φάλαγγας.
Κατά την επανάσταση του 1841 κατέβηκε στον αγώνα της Κρήτης, αλλά τέλος
σκοτώθηκε στη Σύρο από κάποιον Κύπριο, τον οποίο σκότωσε στη συνέχεια ο Ιωσήφ
Φραγκιαδάκης ή Φραγκιαδοσίφης.
ΣΕΪΜΕΝΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: Κρητικός οπλαρχηγός, μέλος της παλιάς επιφανούς οικογένειας των
Σεϊμένηδων, οι οποίοι έλκουν την καταγωγή τους από τους Ζαμπένζηδες και τους Βλάχους
ή Δασκαλογιάννηδες. Γεννήθηκε στην Ανώπολη της Κρήτης το 1880, κι έλαβε ενεργό μέρος
στο Μακεδονικό Αγώνα στο πλευρό του Παύλου Μελά, εναντίον των βουλγαρικών
συμμοριών.
Το 1904, ο Σεϊμένης αιχμαλωτίστηκε στη Στάτιτσα, και φυλακίστηκε στο Μοναστήρι,
ενώ το 1908, πάνω σε μια απελπισμένη του προσπάθεια να δραπετεύσει από τη φυλακή,
τουφεκίστηκε από την τουρκική φρουρά και σκοτώθηκε.
Εξάδελφός του ήταν ο Μανούσος Σεϊμένης, που έλαβε μέρος ως οπλαρχηγός στους
πολέμους του 1912-13, καθώς και στον ηπειρωτικό αγώνα του 1914. Έπεσε ενώ μαχόταν
ηρωικά στο χωριό Πόγιανη (22 Ιουνίου 1914).
ΣΙΓΑΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Ο Γεώργιος Σιγανός καταγόταν από το χωριό Αποσέπ (σήμερα
Πετροχώρι) και αποτελούσε εξέχον πρόσωπο, μεταξύ των προεστότων της επαρχίας
Αμαρίου, για τον πατριωτισμό και τη σύνεσή του.
Καμία σύσκεψη Αμαριωτών δεν μπορούσε να γίνει χωρίς την παρουσία του και η
γνώμη του ήταν εκείνη που συνήθως επικρατούσε, αν και ήταν πολύ νέος.

Το θάρρος του και η τόλμη τον κατέστησαν επίφοβο για την Τουρκική Κυβέρνηση γι’
αυτό και κατηγορήθηκε σαν ένας από τους πρωτεργάτες και τους υποκινητές της
Επανάστασης του ’21. Συνελήφθη από τους Τούρκους και είναι ευνόητη η τύχη που τον
περίμενε. Τον μετέφεραν μαζί με άλλους δύο, που τους θεώρησαν οπαδούς του, στην
Κωνσταντινούπολη, και εκεί τους απαγχόνισαν. Επίσης, εξαφάνισαν εντελώς την
οικογένειά του. Έτσι δεν επέζησε ο εθνομάρτυρας Γεώργιος Σιγανός για να εκπληρώσει τις
υπηρεσίες του στον αγώνα.
ΣΚΑΛΙΔΗΣ Λ. : (αρχηγός). Υπήρξε αρχηγός στις διάφορες κρητικές επαναστάσεις και έδειξε
μεγάλη γενναιότητα.
ΣΚΛΑΒΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Καταγόταν από το Μελιδόνι Μυλοποτάμου, του νομού Ρεθύμνου.
Το 1891, σε ηλικία 18 χρόνων, σκότωσε δύο από τους πιο επικίνδυνους Τουρκαλβανούς της
περιφέρειάς του. Πήρε μέρος στις επαναστάσεις του 1895 και 96. Στη μεγάλη μάχη του
Πλατανέ Ρεθύμνου, τραυματίστηκε τρεις φορές.
ΣΚΟΥΛΑΣ ΑΧΙΛΛΕΑΣ: Κρητικός στρατιωτικός, από τους Λάκκους της Κρήτης, όπου και
γεννήθηκε το 1887. Καταγόταν από τη γνωστή παλιά οικογένεια των Σκουλάδων, κι ο
πατέρας του ήταν οπλαρχηγός, ενώ ο αδελφός του Μακεδονομάχος.
Ο Σκουλάς κατατάχθηκε από πολύ νέος ως εθελοντής στο στρατό, και αφού φοίτησε
στη στρατιωτική σχολή των υπαξιωματικών, αποφοίτησε μετά από λίγα χρόνια ως
αξιωματικός. Με την ιδιότητα αυτή έλαβε ενεργό μέρος στους πολέμους του 1912-13 (στη
Μακεδονία) καθώς και 1916-1922 (στη Μακεδονία και Μ. Ασία) αφού πήρε το βαθμό του
συνταγματάρχη.
Πρέπει τέλος να σημειωθεί, ότι ο Σκουλάς έγραψε πολλές μελέτες ιστορικού και
στρατιωτικού περιεχομένου.
ΣΚΟΥΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Καταγόταν από τον οίκο των Σκουλάδων, γνωστής οικογένειας
κρητικών αγωνιστών κατά τους αγώνες των ετών 1821-1830. Υπήρξε απόγονος κάποιου
ηρωικού Σκουλά, ο οποίος έπεσε γενναία μαχόμενος κατά του εχθρού, κατά τις
επιχειρήσεις του 1833 στην περιοχή Γαράζο, καθώς και του παπά – Μιχάλη Σκουλά που
έπεσε το 1866 υπερασπιζόμενος τα τείχη του Ηρακλείου. Η οικογένεια Σκουλά κατάγεται
απ’ την κωμόπολη των Ανωγείων της επαρχίας Μυλοποτάμου.
Ο Γεώργιος έλαβε μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις της περιόδου 1896-97 ως
αρχηγός της επαρχίας Μυλοποτάμου. Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13
συνέβαλε στον αγώνα, οδηγώντας επίλεκτο σώμα Κρητικών εθελοντών, και συμμετέχοντας
στις επιχειρήσεις του Δρίσκου και του Μετσόβου.
Πέθανε το 1927 στα Ανώγεια της Κρήτης.

ΣΚΟΥΛΑΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Καταγόταν από την ξακουστή κρητική οικογένεια των Σκουλάδων
από τους Λάκκους της Κυδωνίας (σε αντίθεση προς τον άλλο οίκο των Σκουλάδων, τον
καταγόμενο απ’ τα Ανώγεια Μυλοποτάμου Κρήτης).
Γενναίος πρόγονος της οικογένειας αυτής αναφέρεται από την παράδοση κάποιος
Ιωάννης Σκουλάς, με γιγάντιο αθλητικό παράστημα, που γεννήθηκε γύρω στα 1765 και είχε
αδέλφια τους εξίσου γιγαντόσωμους άνδρες Εμμανουήλ και Νικόλαο τον Φεραλόλη, οι
οποίοι ήταν ο φόβος και ο τρόμος των γενιτσάρων της Κρήτης, που φθονώντας τον
αγέρωχο Εμμανουήλ, για το ήθος του, του έστησαν ενέδρα και τον σκότωσαν. Έτσι, τα
υπόλοιπα αδέλφια του Εμμανουήλ εξαπολύουν από τότε άγριο πόλεμο κατά των Τούρκων,
για να εκδικηθούν τον θάνατο του αδελφού τους. Στον αγώνα αυτόν παίρνουν μέρος και τα
παιδιά τους, ένα από τα οποία υπήρξε και ο Εμμανουήλ Σκουλάς ο νεότερος.
Ο Εμμανουήλ έλαβε ενεργό μέρος στην κρητική επανάσταση του 1858, καθώς και
στις πολεμικές επιχειρήσεις της περιόδου 1866-1869.
Διακρινόμενος για το θάρρος του στη μάχη, τιμήθηκε με το βαθμό του χιλίαρχου.
Έλαβε επίσης μέρος στις επαναστάσεις του 1878, 1889 και 1896/97.
Πέθανε σε μεγάλη ηλικία, γύρω στα 1900.
ΣΚΟΥΛΑΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: Κρητικός οπλαρχηγός, που διακρίθηκε σε διάφορες μάχες της
Ηπείρου. Καταγόταν από τον οίκο των επιφανών Σκουλάδων από τους Λάκκους της Κρήτης,
όπου και γεννήθηκε το 1880 από πατέρα οπλαρχηγό.
Το 1912 συμμετείχε ενεργά στην εκστρατεία της Ηπείρου, επικεφαλής ενός
επίλεκτου σώματος Κρητικών αγωνιστών. Διακρίθηκε για την γενναιότητα του σε πολλές
μάχες του πολέμου εκείνου (όπως των Τριών Χανιών, κοντά στη Χρυσοβίτσα, του Προφήτη
Ηλία Μετσόβου, και του Δρίσκου). Οι ταλαιπωρίες όμως του πολέμου τον έφεραν γρήγορα
στο θάνατο: Πέθανε στα Χανιά το 1914.
ΣΚΟΥΛΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: Καταγόταν από γνωστή κρητική οικογένεια, και γεννήθηκε στους
Λάκκους το 1842. Πρωτοστάτησε στην επανάσταση του 1866 και ως οπλαρχηγός της
επαρχίας του συμμετείχε σε αρκετές μάχες που έγιναν στις περιοχές Σφακίων, Κυδωνίας
και Σελίνου.
Διακρινόμενος σε όλες για τον ηρωισμό του, τιμήθηκε με το βαθμό του χιλίαρχου.
Κατά το 1868 αντιπροσωπεύει την επαρχία του ως πληρεξούσιος στην επαναστατική
συνέλευση του έτους αυτού, η οποία συνήλθε στο Μουρί των Σφακίων. Το 1870 εκλέγεται
δημογέροντας στην επαρχία Λάκκων, και στη συνέχεια βουλευτής της επαρχίας Κυδωνίας,
δυο φορές, από το 1872 έως το 1874. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στην επανάσταση του
1878, διατελεί πρόεδρος της τμηματικής επιτροπής Χανίων, ενώ συγχρόνως συμμετέχει σε
πολλές μάχες κατά του εχθρού, όπως σ’ αυτή του Αλικιανού, διακρινόμενος για την
ανδρεία του.
Όταν τέλειωσε η επανάσταση του 1878 και η Κρήτη έγινε αυτόνομη, ο Σκουλάς
διορίζεται γενικός αστυνόμος της επαρχίας Κυδωνίας, και στη συνέχεια λοχαγός της
κρητικής Χωροφυλακής.

Το 1889 συμμετέχει στην επανάσταση των συμπατριωτών του, και μετά την ατυχή
έκβαση όλων των επιχειρήσεων του έτους αυτού, φεύγει απογοητευμένος για την Αθήνα.
Δεν αργεί όμως να ξαναγυρίσει στην Κρήτη, για να εκλεγεί κατά το 1895 βουλευτής της.
Ένα χρόνο αργότερα συμμετέχει ενεργά στην επανάσταση του 1895/96, και συγκροτώντας
ο ίδιος επίλεκτο επαναστατικό σώμα, πολεμάει στη μάχη του Αλικιανού, στο πλευρό του
στρατηγού Τιμολέοντα Βάσσου. Όταν αργότερα ο πρίγκηπας Γεώργιος κατεβαίνει στην
Κρήτη, ο Σκουλάς τάσσεται στην πρώτη τάξη των αγωνιστών. Στα 1924 πεθαίνει μετά από
πολυετή πατριωτική δράση, και κηδεύεται με δημόσια δαπάνη.
ΣΚΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑ-ΜΙΧΑΛΗΣ: Γεννήθηκε το 1825 στο Γαράζο Μυλοποτάμου, Ν. Ρεθύμνης,
από αγρότες γονείς. Η γενιά του κατάγεται από τους Λάκκους Κυδωνίας, αλλά κάποιος
πρόγονός του μετοίκησε στο Γαράζο. Εκεί ο παπά-Μιχάλης Σκουλάς έμαθε τα πρώτα του
γράμματα στο κρυφό σχολειό.
Το 1855, σε ηλικία 30 χρόνων, χειροτονήθηκε ιερέας στο χωριό του. Δυναμικός και
θαρραλέος καθώς ήταν και μετά την κακοποίηση της μάνας το 1826 από τους Τούρκους,
διοργάνωσε ως οπλαρχηγός μία 20μελή ομάδα και μαζί με άλλους οπλαρχηγούς έστηναν
ενέδρες στους Τούρκους, σ’ ολόκληρο το Νομό Ηρακλείου.
Στην τοποθεσία Κουμπέ έδωσε την τελευταία του μάχη, γιατί αφού του τέλειωσαν
τα πολεμοφόδια, πολέμησε με την ξιφολόγχη του σώμα με σώμα τους Τούρκους και τέλος
υπέκυψε στο τούρκικο ιππικό. Οι Τούρκοι, τον αποκεφάλισαν, έδεσαν το κεφάλι του σ’ ένα
κοντάρι και γύριζαν στους δρόμους του Ηρακλείου πανηγυρίζοντας. Κάποια συγχωριανή
του μετέφερε το κεφάλι στο κοιμητήριο, ενώ το σώμα του τάφηκε στην Τήλισσο, κάτω από
μια ελιά.
ΣΚΟΥΛΑΣ ΜΙΧΑΗΛ: Καταγόταν από τη γνωστή οικογένεια κρητικών αγωνιστών από την
κωμόπολη Ανώγεια της επαρχίας Μυλοποτάμου Κρήτης. Υπήρξε συγγενής κάποιου Σκουλά
ο οποίος έπεσε ηρωικά μαχόμενος κατά των Τούρκων στην περιοχή Γαράζο, κατά το 1833,
καθώς και του ιερέα Μιχαήλ Σκουλά ο οποίος σκοτώθηκε το 1866 πολεμώντας προ των
τειχών του Ηρακλείου.
Ο Μιχαήλ γεννήθηκε στ’ Ανώγεια το 1829. Έλαβε ενεργό μέρος στην κρητική
επανάσταση του 1858, ενώ το 1866 πρωτοστάτησε στις πολεμικές επιχειρήσεις της
πατρίδας του, αφού εκλέχθηκε αρχηγός στην επαρχία Μυλοποτάμου. Συμμετείχε από τότε
και μέχρι του 1869 σε πολλές μάχες της περιοχής Ηρακλείου και Ρεθύμνου, κατά του
εχθρού, διακρινόμενος για τη γενναιότητά του. Πέθανε το 1878 στην Αθήνα.
ΣΚΟΥΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Καταγόταν από την ξακουστή οικογένεια κρητικών επαναστατών,
από το χωριό Ανώγεια της επαρχίας Μυλοποτάμου Κρήτης. Υπήρξε συγγενής κάποιου
ηρωικού Σκουλά ο οποίος σκοτώθηκε από τους Τούρκους στη μάχη του Γαράζο (1833),
καθώς και του γνωστού Μιχαήλ Σκουλά, επαναστάτη του 1866 ο οποίος έπεσε ηρωικά
μαχόμενος στο Ηράκλειο.

Έλαβε ενεργό μέρος στην επανάσταση της Κρήτης από το 1866 έως το 1869, ως
οπλαρχηγός της επαρχίας του. Σκοτώθηκε στις πρώτες επιχειρήσεις προ των τειχών του
Ηρακλείου. Τον αγώνα συνέχισε ο αδελφός του Ιωάννης Σκουλάς, αρχηγός στην επαρχία
Μυλοποτάμου. Εκτός απ’ τις επιχειρήσεις του 1866, ο Ιωάννης έλαβε επίσης μέρος και στις
κρητικές επαναστάσεις του 1878 και 1896-97.
Πέθανε στ’ Ανώγεια το 1909. Λίγο νεότερος υπήρξε ο αδελφός του Εμμανουήλ, ο
οποίος σκοτώθηκε κατά την άμυνα της μονής Αρκαδίου. (Σύμφωνα με εξακριβωμένες
πληροφορίες, ο Εμμανουήλ Σκουλάς ήταν εκείνος που ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη του
μοναστηρίου την ώρα που οι Τούρκοι έμπαιναν στη μονή, ενώ κατ’ άλλους τη φωτιά την
έβαλε ο Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης απ’ το χωριό Άδελε του Ρεθύμνου).
ΣΚΟΥΛΑΣ ΜΑΝΩΛΗΣ: Μαχητής στην πολιορκία του Αρκαδίου από το χωριό Ανώγεια
Μυλοποτάμου. Ήταν μορφωμένος νέος, είκοσι ετών, και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της
ζωής του μακριά από την Κρήτη, στην Αθήνα.
ΣΚΟΥΝΤΡΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ: (αρχηγός αντάρτικου σώματος Μακεδον. Ταγματάρχης). Γεννήθηκε
το 1878 στο ηρωικό χωριό Άδελε Ρεθύμνης, απ’ όπου καταγόταν και ο ήρωας του
ολοκαυτώματος της Μονής Αρκαδίου, Γιαμπουδοκωνσταντής.
Ο καπετάν Σκουντρής συμμετείχε, σε μικρή ακόμα ηλικία, στις τελευταίες κρητικές
επαναστάσεις εναντίον των Τούρκων.
Αργότερα αγωνίστηκε στη Μακεδονία σαν αρχηγός αντάρτικου σώματος. Πολέμησε
από το 1903-1909 στο Μακεδονικό Μέτωπο και τραυματίστηκε δυο φορές. Έλαβε μέρος
στους πολέμους του 1912-13 και το 1916 κατατάχτηκε στον τακτικό στρατό. Έφερε το
βαθμό του ταγματάρχη.
ΣΜΠΟΚΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Οπλαρχηγός της Κρήτης καταγόμενος από το χωριό Ανώγεια της
κρητικής επαρχίας Μυλοποτάμου, όπου και γεννήθηκε στα 1780. Όταν ξέσπασε η
Επανάσταση του 1821 εξελέγη αρχηγός των ομοχωρίων του, και διεξήγαγε πολυάριθμες
μάχες κατά των Τούρκων, στις περιοχές του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου, κυρίως. Συνέχισε
να πολεμά – διακρινόμενος για τον ηρωισμό του – σ’ όλη την διάρκεια του Αγώνα, μέχρι το

  1. Πέθανε στην πατρίδα του το 1858. Το επαναστατικό του έργο συνέχισε ο γιος του
    Κωνσταντίνος Σμπόκος, οπλαρχηγός και αυτός, που γεννήθηκε στα Ανώγεια το 1820.
    Συμμετείχε ενεργά κυρίως στη μεγάλη κρητική επανάσταση του 1866, μέχρι το 1869.
    Πέθανε το 1904.
    ΣΠΑΝΟΥΔΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ: Οπλαρχηγός της Κρήτης, διακρινόμενος κατά τον Αγώνα του
    ’21. Όταν εξερράγη η επανάσταση, ήταν από τους πρώτους που πήρε τα όπλα, πολεμώντας
    τον εχθρό, επικεφαλής μιας ομάδας αγωνιστών της περιοχής τους. Συμμετείχε επίσης
    ενεργά σε πολλές πολεμικές επιχειρήσεις που έγιναν στην ανατολική Κρήτη, υπό την
    αρχηγία του Ιωάννη Κοντού. Όταν όμως εισέβαλαν οι Αιγύπτιοι στη Μεγαλόνησο, μετά από

λίγα χρόνια, η επανάσταση εξασθένησε, και ο Σπανουδάκης μαζί με εκατοντάδες άλλους
συμπατριώτες του μεταβαίνει στην Πελοπόννησο για να συνεχίσει τον αγώνα (1825).
Το 1830, όταν τέλειωσε η επανάσταση στην Κρήτη, ξαναγυρίζει στο νησί του, μη
αντέχοντας όμως τον τουρκικό ζυγό φεύγει για την Κάρπαθο, όπου και πεθαίνει αρκετά
χρόνια αργότερα.
ΣΠΥΘΟΥΡΗΣ: Οπλαρχηγός, από την κωμόπολη Ανώγεια Κρήτης. Όταν εξερράγη στην Κρήτη
η επανάσταση του 1866, υπήρξε απ’ τους πρώτους που έλαβε τα όπλα κατά του εχθρού.
Πολέμησε με αξιοθαύμαστη γενναιότητα και εξυπνάδα, γι’ αυτό και ανακηρύχτηκε αρχηγός
του ανατολικού τμήματος της επαρχίας του. Από τότε και μέχρι την αποπεράτωση του
κρητικού αγώνα (1969) συμμετέχει σε όλες σχεδόν τις μάχες στην κεντρική και ανατολική
Μεγαλόνησο.
ΣΤΕΦΑΝΟΜΑΝΩΛΗΣ: Καταγόταν από το χωριό Κουρούτες. Οι Τούρκοι συνέλαβαν τη
σύζυγό του – η οποία κατάφερε να ξεφύγει στη προσοχή τους και να πέσει σε πηγάδι -και
το γιο του – που τον μετέφεραν στο Ηράκλειο και έκτοτε εξαφανίστηκε.
Μετά απ’ αυτό, ο Στεφανομανώλης πήρε τα βουνά και έγινε αρματωλός.
Αναδείχτηκε γενναίος πολεμιστής παίρνοντας μέρος σε πολλές μάχες στην Κρήτη, όπως και
στην πολιορκία του Πύργου στο Κανί Καστέλλι, όπου κατέσφαξαν τους πιο πολλούς
Τούρκους, άλλους δε τους αντάλλαξαν με λύτρα.
Μετά τη λήξη της δεκαετούς επανάστασης ο Στεφανομανώλης πήρε δεύτερη
σύζυγο, από το χωριό Πλάτη – Λασιθίου και εγκαταστάθηκε στο χωριό Κουρούτες.
Απέκτησε πολλούς γιούς και θυγατέρες.
Η σύζυγός ήταν πρωτεξαδέλφη του Επισκόπου Χανίων Νικηφόρου.
ΣΤΑΥΑΝΟΥΔΑΚΗΣ ΜΑΡΚΟΣ: (οπλαρχηγός). Γεννήθηκε στην Μαριού Αγ. Βασιλείου, Νομού
Ρεθύμνης γύρω στα 1724.
Η γενιά του καταγόταν από τα Σφακιά, αλλ’ ο πατέρας του Νικόλαος
Σταυανουδάκης μετοίκησε στην Μαριού.
Τέλειωσε το δημοτικό και επειδή τα δύσκολα χρόνια δεν του επέτρεψαν να
συνεχίσει τα γράμματα, καταπιάστηκε με γεωργικές δουλειές.
Σε ηλικία 20 με 25 χρόνων ζώστηκε τα άρματα και ανέβηκε στο βουνό με δική του
ομάδα πολεμιστών.
Ήταν ψηλός γεροδεμένος, σωστός λεβέντης, φόβος και τρόμος των Τούρκων.
Έπαιρνε εντολές από τον τότε γενικό οπλαρχηγό Τσουδερό και πήρε μέρος σε
πολλές μάχες εναντίον των Τούρκων.
Πέθανε σε ηλικία 70 περίπου χρόνων.
Ήταν παντρεμένος με την Καλλιόπη Γαληνάκη, επίσης από τη Μαριού, και είχαν
τρεις γιούς.

ΣΤΑΥΡΙΑΝΙΔΗΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Κρητικός οπλαρχηγός γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Κρήτης κατά
το 1825. Από μικρός έφυγε στην Αθήνα όπου σπούδασε γιατρός. Όταν τέλειωσε τις
σπουδές του επέστρεψε στο νησί του, όπου εγκαταστάθηκε στο χωριό Επισκοπή της
επαρχίας Ρεθύμνης. Υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της επαναστάσεως του 1866, και
μέχρι το 1869 πολέμησε με γενναιότητα τον εχθρό. Το 1878 συμμετέχει ενεργά και στην
Κρητική αυτή επανάσταση, ως γενικός αρχηγός της επαρχίας του.

ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: (αγωνιστής). Ήταν αδελφός του Ιωάννη και Γεωργίου και πήρε
μέρος σε πολλές καταδρομικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων.
ΤΑΤΑΡΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ή ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ: εθνικός ήρωας. Στην περιοχή του Κέντρους σκότωσε τον
Τούρκο Κατσαναλή και η Κρητική μούσα έψαλλε με το δικό της τρόπο τα κατορθώματα του
παλικαριού, που ήταν ονομαστός Τουρκομάχος και τρομοκρατούσε τους τυράννους.
ΤΖΕΒΡΑΚΗΣ ή ΤΣΕΡΒΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ: Αρματωλός της Κρήτης που έδρασε στα Κρητικά όρη
κατά την προεπαναστατική περίοδο του 1821. Μαζί με τους αδελφούς Κουφάκηδες από το
Αμάρι, είχε εξαπολύσει φοβερό πόλεμο κατά των γενιτσάρων, αποδεκατίζοντας τους.
(ιδιαίτερα στην περιοχή Επισκοπή της επαρχίας Μυλοποτάμου). Όταν ξέσπασε η
Επανάσταση του ’21 έγινε αρχηγός του δυτικού Μυλοποτάμου, ενώ δύο χρόνια αργότερα
γίνεται γενικός αρχηγός του Κάτω Μυλοποτάμου, διαδεχόμενος τον Θεόδωρο Χούρδο. Από
τότε συμμετέχει ενεργά σε πάρα πολλές μάχες, όπως σ’ αυτή του Αγίου Μάμα όπου και
πληγώνεται, σε μια συμπλοκή με τρεις γενίτσαρους σκοτώθηκε αφού προηγουμένως είχε
σκοτώσει τους δύο.
Γιος του υπήρξε ο Γεώργιος Τζεβράκης (ή Τσεβράκης ή Τσερβάκης). Πολέμησε ως
οπλαρχηγός κατά την επανάσταση του 1866, όπου διακρίθηκε σε πολλές μάχες για τη
γενναιότητά του. Την άνοιξη του 1867 τραυματίστηκε σε μια μάχη στα Αμπελάκια της
επαρχίας Ρεθύμνου εξαιτίας της τολμηρότητας με την οποία αντιμετώπιζε τον εχθρό. Όταν
τέλειωσε η επανάσταση, αρνήθηκε να παραδώσει τα όπλα, και γι’ αυτό φυλακίστηκε,
ελευθερώθηκε όμως με την μεσολάβηση των προξένων.
ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ ΓΕΡΩΝΥΜΟΣ: Ο Γερώνυμος Τουρνάκης καταγόταν από το Αποσέτι (σήμερα
Πετροχώρι) και ήταν γόνος της υπέροχης και ένδοξης οικογένειας Τουρνάκη.
Ήταν γνωστός για τα λαμπρά του ανδραγαθήματα, τόσο στο Ν. Ηρακλείου όσο και
στο Ν. Χανίων. Γνωστός επίσης και στους Χριστιανούς και στους Τούρκους συμπολεμιστές
του. Η ανδρεία του, η ταχύτητα και η ευστροφία του ήταν προτερήματα αμίμητα. Στο
πρόσωπό του ήταν συνενωμένη η ανδρεία με τη σύνεση.
Τα προτερήματα αυτά τον καθιστούσαν απρόσβλητο από τις τουρκικές σφαίρες σε
σημείο που έλεγαν ότι φορούσε φυλαχτάρι ή τίμιο ξύλο.
Όταν οι Τούρκοι επιχείρησαν να επιτεθούν τους Κουρμούληδες στο Κουσέ, ο
Γερώνυμος επιβιβάστηκε μαζί τους σε μια βάρκα και έπλευσαν στα Σφακιά. Μετά από
ολιγόχρονη παραμονή στα Σφακιά, επέστρεψε στο χωριό και έγινε πιστός ακόλουθος του Ι.
Μοσχοβίτη.
Σε κάποια μάχη μεταξύ Αμαριωτών και Ρεθύμνιων Τούρκων, ο Γερώνυμος
προχώρησε μέχρι τη θέση Εβλιγιά και εκεί σε μια μάνδρα κάρφωσε τη σημαία που έφερε
μαζί του. Οι Τούρκοι τον καταδίωξαν, αλλά όταν εκείνος ορμητικότατος γύρισε να πάρει τη
σημαία, οι Τούρκοι υποχώρησαν και ο Γερώνυμος κατάφερε να συλλάβει τον υπασπιστή
του πασά.

Σε κάποια άλλη μάχη στη Μαλάξα – Κυδωνίας σκότωσε το Τούρκο Γιαννιτσαράκιν
και του πήρε τ’ άρματα.
Ήταν τόσο γνωστός ο Γερώνυμος Τουρνάκης ώστε συχνά οι Τούρκοι ρωτούσαν γι’
αυτόν και τους απογόνους του εκφράζοντας το θαυμασμό τους.
ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Κρητικός αγωνιστής από την επαρχία Ρεθύμνης Κρήτης, και
ένας από τους τρεις γιούς του γενναίου κι ένδοξου στρατάρχη Γεωργίου Τσουδερού. Ο
Αναγνώστης καταγόταν από την παλιά ονομαστή οικογένεια των Καλλέργηδων (που είχαν
μετονομαστεί σε Τσουδερούς εξαιτίας του «τσουδίσματος», δηλαδή καψίματος, των
μαλλιών ενός καλόγερου, μέλους της οικογένειας, από κερί).
Ο Αναγνώστης πολέμησε ηρωικά, σε όλη τη διάρκεια των αγώνων του 1821, στο
πλευρό του πατέρα του, σαν θερμός συμπαραστάτης και συναγωνιστής του στις πιο
δύσκολες στιγμές της επανάστασης. Σε κάποια μάχη, σκοτώθηκε από τους Τούρκους ο
αγαπημένος του αδελφός Εμμανουήλ, το γεγονός αυτό τόσο πολύ συντάραξε τον
Αναγνώστη, που ορκίστηκε να εκδικηθεί με όλες τους τις δυνάμεις τον εχθρό.
Γεμάτος ορμητικότητα και πείσμα, σχηματίζει ένα σώμα από ιππείς, ακολουθώντας
στα πεδία των μαχών τον πατέρα του, αρχηγό των Λαπαίων (= Αγιοβασιλειωτών). Η
ακάθεκτη ορμή του και η απαράμιλλη μαχητικότητά του, τον είχαν κάνει τον πολυτιμότερο
βοηθό και το δεξί χέρι του Γ. Τσουδερού. Σε μια μάλιστα σύγκρουση με τον εχθρό στην
περιοχή του Ρεθύμνου, ο Αναγνώστης, παίρνοντας την πρωτοβουλία της επιχείρησης,
διακρίθηκε για τη στρατηγική του ικανότητα και την ανδρεία του.
Συγκεκριμένα γύρω από τη μάχη αυτή, λέγεται ότι όταν οι στρατάρχες της Κρήτης
έκαναν διάφορες συσκέψεις για τη δράση των ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων, οι άγριοι
Τούρκοι του Ρεθύμνου, με επικεφαλής τον περιβόητο γενίτσαρο Αλμπάνη, ετοίμαζαν την
εκδίκησή τους για το προηγούμενο πάθημά τους στους Αρμενόκαμπους. Έτσι, εισέβαλαν
μια νύχτα στο γειτονικό χωριό Αρκούδαινα, κι επετέθησαν κατά των αμέριμνων
Χριστιανών, σκοτώνοντας γύρω στους ενενήντα άντρες.
Μόλις πληροφορήθηκε τη φρικτή αυτή ενέργεια των Τούρκων ο Αναγνώστης
Τσουδερός, οδηγώντας γύρω στους 100 εκλεκτούς ιππείς και ενισχυμένος και από τους
Καπετανάκη, Ρουστικιανό και Κατσούρη, καταλαμβάνει με νυχτερινή έφοδο το
Ατσιπόπουλο, περιοχή κατάλληλη για τις ελληνικές επιθέσεις κατά των Τούρκων του
Ρεθύμνου. Οι Τούρκοι φοβισμένοι, δεν τόλμησαν για δυο μέρες να προχωρήσουν προς το
Ατσιπόπουλο, αλλά, αφού συγκεντρώθηκαν γύρω στις 2.000, βγήκαν στον Αρμενόκαμπο
για να μαζέψουν τρόφιμα.
Μόλις έμαθε αυτό ο Αναγνώστης Τσουδερός, επιτίθενται αιφνιδιαστικά εναντίον
τους με πενήντα γενναίους ιππείς, προκαλώντας τους μεγάλη σύγχυση και σκοτώνοντας
αρκετούς απ’ αυτούς. Εν τω μεταξύ, αφού ενισχύθηκε κι από άλλους συντρόφους του, ο
Αναγνώστης επιτίθεται εκ νέου στο κύριο σώμα των Τούρκων, σκοτώνοντας γύρω στους
200, και τρέποντας σε άτακτη φυγή τους υπόλοιπους, οι οποίοι πανικόβλητοι έτρεχαν με
κάθε τρόπο προς την πόλη για να σωθούν, εγκαταλείποντας στα χέρια των Ελλήνων και
δυο σημαίες.

Τη στιγμή όμως που οι Τούρκοι υποχωρούσαν άτακτα προς την πόλη του Ρεθύμνου,
εμφανίστηκε στο δρόμο τους ο Μεχμέτ Μπεγάκης (που είχε σπεύσει απ’ το Κάστελλο) με
εκατόν πενήντα εκλεκτούς Τούρκους, τους ανακόπτει την πορεία, και τους υποχρεώνει να
επιτεθούν στους Έλληνες στη θέση «Μοναχή Ελιά». Οι Έλληνες ήταν απασχολημένοι με την
περισυλλογή της πλούσιας λείας που είχαν αφήσει οι Τούρκοι. Ο Μπεγάκης πίστεψε ότι η
εκ των όπισθεν επίθεση προς τους ανύποπτους Έλληνες, θα προξενούσε μεγάλη σύγχυση
σ’ αυτούς, και οι Τούρκοι θα πετύχαιναν έτσι την άμεση εκδίκησή τους.
Υπολόγισαν όμως λάθος, γιατί οι ηρωικοί μαχητές του Αναγνώστη Τσουδερού,
αφού στράφηκαν πίσω τους με εξαιρετική ταχύτητα, έτρεψαν γι’ άλλη μια φορά σε φυγή
τους θρασύδειλους Τούρκους, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης τριάντα νέους νεκρούς,
μεταξύ των οποίων και τον Μεχμέτ Μπεγάκη.
Το σπουδαίο αυτό ανδραγάθημα του Αναγνώστη, γέμισε την ψυχή του στρατάρχη Γ.
Τσουδερού με χαρά και υπερηφάνεια, ενώ οι πολεμιστές αντιμετώπιζαν τον εκλεκτό γιο
του στρατάρχη με εκτίμηση και σεβασμό.
Τόσο μάλιστα είχαν εκτιμήσει και αγαπήσει οι στρατιώτες και συνεπαρχιώτες τον
γιο του Στρατάρχη τους, ώστε μετά το θάνατο του Αρχηγού τους (Γεωργίου Τσουδερού),
έκριναν τον Αναγνώστη Τσουδερό ως τον μοναδικό κατάλληλο για ν’ αναλάβει τη γενική
αρχηγία των Λαμπαίων. (Αυτό έγινε εν όψει της νέας συνταρακτικής και πολύνεκρης
Κρητικής Επανάστασης κατά των Τούρκων, το 1866).
Το 1831, ο Αναγνώστης Τσουδερός, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς του πατέρα του
έφυγε για την Πελοπόννησο, παίρνοντας μαζί του και τέσσερα αραβικά άλογα καθαρόαιμα
(τα οποία είχε αρπάξει από τον Αιγύπτιο στρατάρχη Χουσεΐν μπέη σε μια πεισματική μάχη
στο Μεσολόγγι, όπου μάλιστα σκοτώθηκε ο τελευταίος), γιατί αγαπούσε πολύ την ιππασία.
Στην πραγματικότητα όμως, έλπιζε ότι ίσως κατόρθωνε, με τα άλογα αυτά και τους
εκλεκτούς ιππείς που έφερε επίσης μαζί του, να συγκροτήσει ένα επίλεκτο σώμα από
ιππείς Κρητικούς, επικεφαλής των οποίων θα αναλάμβανε ο ίδιος.
Το σχέδιό του όμως δεν ευοδώθηκε, κι έτσι αναγκάστηκε να ενταχθεί με άλλους
τριακόσιους Κρητικούς σε άτακτα πολεμικά σώματα. Στη συνέχεια όμως, κατατάχθηκε στον
τακτικό στρατό, έχοντας πάρει τον βαθμό του ανθυπολοχαγού στη Βασιλική Φάλαγγα, και
υπηρέτησε υπό τις διαταγές του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη (ο οποίος καταγόταν από
την ίδια οικογένεια με αυτή των Τσουδερών). Υπηρετώντας τον Καλλέργη λοιπόν,
συμμετέσχε σε όλες τις εμφύλιες συγκρούσεις και πρόσφερε με πίστη και αφοσίωση τις
πολύτιμες στρατιωτικές υπηρεσίες του στο καθεστώς.
Κατόπιν εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην περιοχή του Ναυπλίου,
συγκεκριμένα μάλιστα στο Τολό του Δήμου Μινώας. Εκεί έμενε όταν του αναγγέλθηκε ότι
η κυβέρνηση αναγνωρίζοντας την πολύτιμη προσφορά του προς αυτών και την έντιμη
δράση του, τον ονομάζει λοχαγό της Βασιλικής φάλαγγας. Ο προβιβασμός αυτός, έγινε το
1838.
Το 1841, φτάνει στο Τολό και στ’ αυτιά του Τσουδερού η είδηση του νέου κρητικού
ξεσηκωμού. Αμέσως ο γενναίος αυτός άντρας εγκαταλείπει βαθμούς και οικογένεια, και
κατεβαίνει στην Κρήτη στο πλευρό του αρχηγού πατέρα του. Όμως η επανάσταση

αποτυχαίνει, κι ο Τσουδερός γεμάτος πίκρα αλλά και εγκαρτέρηση, εγκαταλείπει για
δεύτερη φορά την πατρίδα του σκλαβωμένη…
Βρισκόταν στην Πελοπόννησο λοιπόν, όταν απ’ άκρου σ’ άκρο της Ελλάδας – ακόμα
και στο εξωτερικό – αντήχησε το μήνυμα του κρητικού ξεσηκωμού του 1866, που
συντάραξε κάθε χριστιανική συνείδηση και που άφησε στο πέρασμά της χιλιάδες νεκρούς
και τα ερείπια να καπνίζουν για χρόνια πολλά… Ήταν από τους πρώτους πατριώτες ο
Τσουδερός που, παρά τα εβδομήντα του χρόνια έσπευσε στ’ αγαπημένα πάτρια χώματα
που καλούσαν απεγνωσμένα βοήθεια, παίρνοντας μαζί του τον γιο του Γεώργιο, τον
ανεψιό του Μιχαήλ και τον εξάδελφό του Εμμανουήλ. Αμέσως ανακηρύσσεται
αδιαφιλονίκητα αρχηγός των Λαμπαίων, οδηγώντας τους στο πεδίο της μάχης.
Η μοίρα όμως, τούδωσε να πιεί το πιο πικρό ποτήρι: σε μια επίθεση κατά του
Μουσταφά πασά (30 Νοεμβρίου 1866 στο Θέρισσο της Κυδωνίας), σκοτώνεται ηρωικά
μαχόμενος ο γιος του Γεώργιος, ως άξιος απόγονος του Στρατάρχη Γεωργίου Τσουδερού.
Καταπίνοντας τον πόνο του ο γέρο-αγωνιστής, εξακολούθησε τον πόλεμο, τώρα
είχε ένα λόγο -μάλλον δύο εφόσον παλιότερα είχε χάσει σε μάχη και τον αδερφό του- να
μάχεται κατά του εχθρού. Έλαβε μέρος σε όλες σχεδόν τις επιχειρήσεις των δυτικών
επαρχιών, χωρίς να δειλιάζει μπροστά στους σωματικούς πόνους, χωρίς να τον πτοούν οι
κακουχίες.
Έτσι, σε μια μάχη κοντά στην Αγία Ρουμέλη, αφού ένωσε τους ηρωικούς Λαμπαίους
με τα στρατιωτικά σώματα του στρατηγού Ζυμβρακάκη, πετυχαίνει λαμπρή νίκη κατά των
Τούρκων, οι οποίοι έπαθαν αληθινή πανωλεθρία (σκοτώθηκαν πάνω από διακόσιοι, ενώ
πολλοί στην προσπάθειά τους να διασωθούν πνίγηκαν στον κοντινό ποταμό).
Ο γενναίος Τσουδερός, αψηφώντας κακουχίες και σωματικές ταλαιπωρίες σπεύδει
από τους πρώτους να συμμετάσχει στην απόκρουση των κολοσσιαίων στρατευμάτων που
με αρχηγό τον Ομέρ πασά διατάχτηκαν να καταπνίξουν την επανάσταση. Η ογκώδης αυτή
εχθρική δύναμη που ανερχόταν στις 30.000 οπλισμένους άντρες βάδιζε προς τα Σφακιά,
τότε όλοι οι αρχηγοί και οπλαρχηγοί των Σφακιανών και Ρεθυμναίων -μεταξύ των οποίων
και ο Αναγνώστης Τσουδερός- αφού συγκέντρωσαν τους πολεμιστές τους άρχισαν να
χτυπούν αιφνιδιαστικά απ’ όλες τις κατευθύνσεις, με αποτέλεσμα να ακινητοποιήσουν τον
Ομέρ και τον στρατό του για δεκαπέντε ολόκληρες μέρες στα χωριά Αρκούδαινα, Επισκοπή
και Αργυρούπολη. Έτσι, ήταν αδύνατο το πέρασμα από τα Στενά της Ασή – Γωνιάς και των
Μυριοκεφάλων, μια που φυλαγόντουσαν νύχτα – μέρα από τους Έλληνες.
Ο εχθρός θα είχε βρεθεί σ’ ένα φοβερό αδιέξοδο αν δεν συνέβαινε κάτι που θα
χαρακτηριζόταν καθαρή ατυχία για τους Κρητικούς πολεμιστές: Παρόλο που ήταν
προχωρημένη άνοιξη, τη νύχτα της 21 ης Απριλίου 1867 έριξε χιόνι με αποτέλεσμα να
καταβάλλει τους μαχητές που φρουρούσαν ακοίμητοι τις διόδους. Πολλοί πέθαναν από το
κρύο, μεταξύ αυτών μάλιστα ήταν και ο Εμμανουήλ Τσουδερός, ξάδελφος του Αναγνώστη.
Τελείως απροφύλακτοι, στερημένοι απ’ όλα, εξαντλημένοι και γεμάτοι απόγνωση πέθαιναν
ο ένας μετά τον άλλο οι γενναίοι φρουροί τις ατέλειωτες εκείνες παγωμένες νύχτες. Ο ίδιος
ο Αναγνώστης Τσουδερός υπέκυψε στο φοβερό κρύο λίγες μέρες μετά τον εξάδελφό του

(Μάϊος 1867), αφήνοντας στο Τολό έρημη την πολυμελή του οικογένεια και σκλαβωμένη
ακόμα την πατρίδα του.
ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Κρητικός αγωνιστής και αρχηγός των Αγιοβασιλειωτών της Κρήτης
σε όλες τις επαναστάσεις του νησιού. Γεννήθηκε το 1768 στον Ασώματο Αγ. Βασιλείου του
Ν. Ρεθύμνης.
Ήταν γιος του Εμμανουήλ Τσουδερού και είχε άλλα 4 μικρότερα αδέλφια.
Ο Γεώργιος Τσουδερός έχοντας ανατραφεί με τις παραδόσεις της ιστορικής
οικογένειάς του έτρεφε άσπονδο μίσος κατά των Τούρκων. Φρόντιζε όμως να καλύπτεται
γιατί δεν μπορούσε να εγκαταλείψει την οικογένειά του απροστάτευτη στη διάθεση των
Τούρκων και να πάρει τα βουνά σαν αρματωλός. Πάντοτε όμως στα κρυφά καθοδηγούσε
τον αδελφό του Γιακουμή, συμπράττοντας συχνά μαζί του προς τιμωρία των Τουρκικών
αγριοτήτων. Ήταν όμως πιο συνετός και συγκρατούσε τον ατίθασο Γιακουμή να μην
σκοτώνει πολλούς Τούρκους, γιατί η οικογένειά του είχε εξαντληθεί από το «φόρο του
αίματος» που πλήρωνε στους Τούρκους.
Έτσι ο Τσουδερός συγκρατιόταν και περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία, η οποία του
δόθηκε όταν ήταν ήδη 53 χρόνων. Η ευκαιρία ήταν η έκρηξη της επανάστασης του ’21 και η
μάχη στον Άγιο Ιωάννη. Η μάχη στον Αγ. Ιωάννη ήταν και η πρώτη ελληνική νίκη που
αναπτέρωσε τις ελπίδες και τόνωσε το ηθικό των Ελλήνων.
Ο Γεώργιος Τσουδερός έλαβε μέρος σ’ όλες τις μάχες στην Κρήτη που έγιναν μέχρι
το 1830.
Όταν έφτασε στην Κρήτη ο αντιπρόσωπος του Δημ. Υψηλάντη και μέλος της
προσωρινής διοίκησης της Ελλάδας Μιχαήλ Αφεντούλιεφ, τον ανέδειξε σε εκατόνταρχο (17
Δεκεμβρίου 1821) και μετά σε πεντακοσίαρχο (4 Ιουλίου 1922.
Η δράση του Γεωργίου Τσουδερού έχει μείνει στην ιστορία γιατί υπήρξε από τους
ελάχιστους Κρητικούς αρχηγούς που διέτρεξε ολόκληρη την Κρήτη, σπιθαμή προς σπιθαμή,
από τον Κίσσαμο μέχρι τη Σητεία, πολεμώντας τον εχθρό.
Μετά την αποτυχία του Αφεντούλιεφ ως αρμοστή Κρήτης, στάλθηκε από την
Ελλάδα ως αρμοστής ο θερμός και έξοχος πατριώτης Εμμ. Τομπάζης. Εκτιμώντας τα
πατριωτικά αισθήματα του Γ. Τσουδερού και αναγνωρίζοντας τις υπηρεσίες του προς την
πατρίδα, ο Τομπάζης τον διόρισε υπαρχηγό στρατού, αφού γενικό αρχηγό είχε διορίσει τον
Ρ. Βουρδουμπά.
Ο Τσουδερός συνέχισε τον αγώνα διαδραματίζοντας σπουδαιότατο ρόλο σ’ όλες τις
μάχες στην Κρήτη. Η φήμη του λόγω σύνεσης και στρατηγικότητας είχε εξαπλωθεί παντού.
Ήξερε να πειθαρχεί και να επιβάλλεται στους στρατιώτες του, τιμωρώντας με
αυστηρότατες ποινές όσους παρεκτρέπονταν από τα όρια της ηθικής και της τάξης.
Λόγω των παραπάνω προτερημάτων του γρήγορα ανακηρύχτηκε Στρατάρχης απ’
όλους γενικά τους οπλαρχηγούς και των 4 επαρχιών του Ν. Ρεθύμνης.
Στο διάστημα της ύφεσης του αγώνα ο Γ. Τσουδερός περιόδευε από γωνιά σε γωνιά
σ’ όλη την Κρήτη εμψυχώνοντας τους καταπτοημένους συμπατριώτες του και
αναπτερώνοντας τις ελπίδες τους για τη λευτεριά.

Ο Τσουδερός δεν περιόρισε τη δράση του μόνο στους πολεμικούς αγώνες, αλλά
συχνά ενίσχυε αυτούς και οικονομικά όσο βέβαια μπορούσε.
Αργότερα ανακηρύχτηκε Στρατάρχης ολόκληρης της Μεγαλονήσου, διατηρώντας
συγχρόνως και τη γενική αρχηγία του Αγ. Βασιλείου.
Όταν ο αγώνας στην Κρήτη έπαιρνε να σβήσει, ο Τσουδερός ήταν από τους
τελευταίους που τον εγκατέλειπαν. Μέχρι τα μέσα του 1831 εξακολουθούσε να
περιπλανιέται από βουνό σε βουνό και από χαράδρα σε χαράδρα διώκοντας μ’ όση
δύναμη είχε τον εχθρό.
Ο πρόωρος θάνατος του Καποδίστρια ματαίωσε την υποσχεθείσα αναγνώριση των
εθνικών υπηρεσιών του Τσουδερού, καταδικάζοντάς τον να πεινά και να υποφέρει μέχρι το
1833, οπότε έφθασε στη Μεθώνη ο βασιλιάς Όθωνας, ο οποίος εκτιμώντας τις υπηρεσίες,
του υποσχέθηκε αναγνώριση και οικονομική ενίσχυση. Έτσι, το 1838, ο Τσουδερός
ονομάζεται Συνταγματάρχης της Βασιλικής Φάλαγγας. Αν και είχε το βαθμό αυτό έπαιρνε
μισθό ταγματάρχη. Έτσι ζούσε με κάποια σχετική ευκολία.
Ο Γ. Τσουδερός κουρασμένος σωματικά και συντριμμένος ψυχικά – μετά την
αποτυχία του επαναστατικού κινήματος στην Κρήτη (1841) – πεθαίνει πάμπτωχος το 1849,
σε ηλικία 91 χρόνων. Πέθανε μακριά από την πατρίδα του, μακριά από την αγαπημένη του
γη που δεν είχε εγκαταλείψει σχεδόν ποτέ.
ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: Κρητικός αγωνιστής από το χωριό Ασώματος Αγίου Βασιλείου του
Ν. Ρεθύμνης. Γόνος της παλιάς ονομαστής οικογένειας των Καλλέργηδων, αδελφός του
γενναίου στρατάρχη Γεωργίου Τσουδερού.
Στις αρχές της Επανάστασης του ’21 ο Ιωάννης παρακολουθούσε και βοηθούσε στο
πατριωτικό έργο του άλλου του αδελφού, ηγούμενου Μελχισεδέκ.
Στη συνέχεια ο Ιωάννης συμμετέχει ενεργά στη μάχη του Αγ. Ιωάννη του Καϋμένου,
όπου οι Έλληνες πέτυχαν την πρώτη τους νίκη εναντίον του εχθρού. Κατόπιν, ο Ιωάννης
έλαβε μέρος στην άγρια σύγκρουση με τον Δελή Μουσταφά και τους 300 άγριους
Αμπαδιώτες του στο Σπήλι. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν πολλοί Τούρκοι, ενώ ο Δελή
Μουσταφάς με τους δυο του κουνιάδους κατάφερε να ξεφύγει. Ο Ιωάννης Τσουδερός
περιφρονώντας κάθε κίνδυνο πέτυχε να φθάσει αθόρυβα πίσω από τον Μουσταφά και να
τον συλλάβει. Όλοι οι Χριστιανοί έμειναν εμβρόντητοι μπρος στην απίστευτη και
παράτολμη πράξη του Τσουδερογιάννη. Όταν ο Μουσταφάς οδηγήθηκε στους αρχηγούς
του ελληνικού στρατοπέδου, ζήτησε από τους οπλαρχηγούς να του επιτραπεί να δωρίσει
τα ξακουσμένα και πολύτιμα άρματά του σ’ όποιον απ’ αυτούς ήθελε. Οι αρχηγοί το
δέχτηκαν ελπίζοντας ο καθένας για τον εαυτό του, τον περιζήτητο οπλισμό. Όμως ο
Τούρκος κανέναν απ’ αυτούς δεν προτίμησε, ψάχνοντας με τα μάτια του προς όλες τις
κατευθύνσεις να βρει τον Ιωάννη. Οι αρχηγοί, σεβόμενοι την επιθυμία του αιχμαλώτου,
παρέδωσαν τα όπλα στον Τσουδερογιάννη.
Τον ίδιο χρόνο ο Ι. Τσουδερός παίρνει μέρος στη μεγάλη μάχη του Αμαρίου
διακρινόμενος για τη γενναιότητά του.

Τον Ιούλιο του 1822 χτυπά μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο τη μεγάλη στρατιά του
Χασάν πασά στην πεδιάδα της Κυδωνίας. Στις 3 Φεβρ. 1823 συμμετέχει ενεργά στην
επίθεση εναντίον των Τούρκων στο Πολεμάρχι.
Όταν το 1824 οι Αιγύπτιοι εισέβαλαν στην Κρήτη, παραλύοντας κάθε επαναστατική
κίνηση ο Ι. Τσουδερός οργάνωσε με τον αδελφό του Γεώργιο κλεφτοπόλεμο από βουνό σε
βουνό.
Ο Ιωάννης Τσουδερός υπήρξε το κύριο πρόσωπο του επεισοδίου που έλαβε χώρα
το 1827, όταν επικεφαλής 50 Ρεθυμνίων επιβιβάζεται σε πλοιάριο και ξεκινά για τις
επαρχίες Ρεθύμνης, προκειμένου να οργανώσει και εκεί κλεφτοπόλεμο. Πέφτουν όμως σε
Αμερικανική ναυαρχίδα, ο Αμερικανός ναύαρχος τους πέρασε για ληστοπειρατές και τους
συνέλαβε. Ο Ιωάννης Τσουδερός και οι 50 Ρεθυμνιώτες αφέθηκαν ελεύθεροι μετά από τη
μεσολάβηση του Γεωργ. Τσουδερού.
Η πολεμική του δράση συνεχίστηκε αργότερα στον αγώνα κατά του στρατού του
Μουσταφά πασά και στην εκστρατεία εναντίον των Τούρκων της Σητείας.
Όταν το 1841 ξέσπασε η νέα επανάσταση στην Κρήτη, ο Ιωάννης έσπευσε από τη
Μεσσηνία, όπου είχε μεταβεί μαζί με άλλους Κρητικούς, στη Μεγαλόνησο για να
προσφέρει τις υπηρεσίες του.
Αυτός ήταν ο Ι. Τσουδερός: ήρωας ακατάβλητος, ακούραστος, γενναίος και έντιμος.
ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ ή ΤΣΟΥΔΕΡΟΓΙΑΚΟΥΜΗΣ ΙΑΚΩΒΟΣ: Κρητικός αγωνιστής καταγόμενος από την
επαρχία Ρεθύμνης. Αδελφός του Γεωργίου Τσουδερού και του ηγούμενου Μελχισεδέκ.
Από μικρός έτρεφε άσπονδο μίσος κατά των Γεννιτσάρων της Κρήτης.
Κάνει την πρώτη του εμφάνιση στον αγωνιστικό χώρο το 1790, όταν χάνοντας την
υπομονή του σκοτώνει δύο γενίτσαρους, οι οποίοι επέμεναν να γιορτάσουν κάποιο γάμο
των Χριστιανών, αλλ’ η συμπεριφορά τους έγινε προκλητική και χυδαία.
Έκτοτε παίρνει τον οπλισμό του πατέρα του και ρίχνεται με άπειρο μίσος στον
αγώνα εναντίον των Τούρκων. Είναι γνωστά πολλά κατορθώματα του Τσουδερογιακουμή
κατά των Τούρκων. Τις παραμονές των Χριστουγέννων του 1770 εξόντωσε μια ομάδα
Τούρκων στο χωριό Γιαννού. Τόσο μεγάλη ήταν η καταστροφή που κάθε φορά προκαλούσε
στους Τούρκους, ώστε η οικογένειά του είχε εξαντληθεί οικονομικά από το «φόρο του
αίματος» που πλήρωνε στους Τούρκους. Ο Τσουδερογιακουμής είχε οδηγήσει την
οικογενειακή περιουσία σε καταστροφή από τους πολλούς φόνους που έκανε. Είχε γίνει το
φόβητρο των Τούρκων και κυρίως των Γενίτσαρων.
Οι Τούρκοι αποφάσισαν να τον εξουδετερώσουν μια και καλή, ταπεινώνοντας και
τρομοκρατώντας την οικογένειά του. Έστειλαν λοιπόν τον ανδρείο γενίτσαρο Σουμάν
Αλμανάκη Κεχαγιάμπαση στο σπίτι των Τσουδερών κα κατάσχει όλα τα όπλα όσα θα
έβρισκε εκεί.
Ο Τσουδερογιακουμής μόλις πληροφορήθηκε τα καθέκαστα, ετοιμάστηκε για
εκδίκηση. Τολμηρός και άφοβος καθώς ήταν παρουσιάστηκε πάνοπλος μπρος στον
Αλμπάνη και πέτυχε να ταπεινώσει τους Τούρκους.

Αυτά και πολλά άλλα έκανε 14 ολόκληρα χρόνια ο Τσουδερογιακουμής στους
Τούρκους, οργώνοντας τα βουνά και προστατεύοντας τους χριστιανούς από τα χέρια των
απίστων.
Μετά την αποτυχία του επαναστατικού κινήματος κατά των Τούρκων στις 3
Δεκεμβρίου 1805, περιστατικό φοβερό κατά το οποίο ο Τσουδερογιακουμής σώθηκε ως εκ
θαύματος, πήρε τους συντρόφους του και έφυγε στην Αίγυπτο. Οι Τούρκοι τον καταδίωξαν
ακόμα και κει. Πέτυχαν να δολοφονήσουν και τον ίδιο και τους συντρόφους. Ένας μόνος
σύντροφος του Τσουδερογιακουμή σώθηκε, ο Σπάνιας, ο οποίος επιστρέφοντας στην
Κρήτη, σχημάτισε νέα συμμορία εκδικούμενος το αίμα των δολοφονημένων συντρόφων
του.
ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ: Ο Μελχισεδέκ, του οποίου το κοσμικό όνομα ήταν Μιχαήλ,
γεννήθηκε το 1770 και υπήρξε τριτότοκος γιος του Εμμ. Τσουδερού – Καλλέργη. Έγινε
μοναχός στη Μονή Πρέβελη πριν το 1800 και πήρε το όνομα Μελχισεδέκ. Το 1817 γίνεται
ηγούμενος της Μονής, βαθμό τον οποίο διατήρησε μέχρι το θάνατό του.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στη Μονή Πρέβελη εμόνασε για αρκετό διάστημα και ο
αδελφός του Νικόλαος, παίρνοντας το όνομα Ανανίας.
Ο Μελχισεδέκ μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και φύσει φιλελεύθερος καθώς ήταν,
διαισθάνθηκε αμέσως το ρόλο που του επεφύλασσε η μοίρα. Άρχισε λοιπόν ν’
αλληλογραφεί με τον Πατριάρχη Γρηγόριο και ν’ ανταλλάσσει απόψεις γύρω από την
πυρετώδη προετοιμασία της εξέγερσης. Για κακή του τύχη ο Πατριάρχης συνελήφθη και
απαγχονίστηκε, η δε αλληλογραφία του κατασχέθηκε. Το όνομα του Μελχισεδέκ και άλλων
πολλών Φιλικών αποκαλύφθηκε.
Η Υψηλή Πύλη διατάζει τον Ισμαήλ – αγά Κουντούρη να συλλάβει τον ηγούμενο και
τους καλογέρους του και να τους απαγχονίσει. Πραγματικά ο αδίστακτος και πονηρός
γενίτσαρος Ισμαήλ – αγάς ετοιμάζεται να συλλάβει με δόλο τον Μελχισεδέκ. Ο Μελχισεδέκ
σώθηκε χάρη στον Αλή – αγά Ατζέμη, ο οποίος γνωρίζοντας το τουρκικό μυστικό του
παραγγέλνει να γίνει άφαντος. Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο ίδιος ο Μελχισεδέκ κατάλαβε το
σχέδιο του Ισμαήλ και έλαβε τα ανάλογα μέτρα. Αλλά όπως και να έχει το πράγμα -είτε
προδοσία δηλ. είτε απλή υποψία μεσολάβησε- ο ηγούμενος Μελχισεδέκ έδρασε
αποφασιστικά, σκεφτόμενος ότι είχε φτάσει η ώρα του ξεσηκωμού, κι ότι η αφορμή είχε
δοθεί με τον καλύτερο τρόπο.
Πρώτος σ’ όλη την Κρήτη ο Μελχισεδέκ Τσουδερός ύψωσε τη σημαία της
επανάστασης στο συνοικισμό Κούρκουλο του Ροδακίνου.
Ο Μελχισεδέκ ευλόγησε τη σημαία της επανάστασης εν νέσω δακρύων και
συγκινήσεων και ξεκίνησε τον αγώνα. Στέλνονται μηνύματα από τους καπεταναίους των
Σφακίων προς όλους γενικά τους κατηχημένους του νησιού, και έτσι, μετά την απόφαση
της κήρυξης της επανάστασης επικράτησε στην Κρήτη γενικός αναβρασμός προετοιμασίας.
Στις 29 Μαΐου 1821 συγκαλείται Γενική Συνέλευση των Κρητών και αποφασίζεται ο
σχηματισμός τριών στρατοπέδων και η έναρξη του αγώνα. Έκτοτε ο Μελχισεδέκ ρίχνεται

στον αγώνα κατά των Τούρκων, συντρίβοντάς τους σε πολλές μάχες, όπως στον Άγιο
Ιωάννη, στο Σπήλι.
Το όνομα του Τσουδερογούμενου Μελχισεδέκ έγινε ξακουστό σ’ όλα τα πέρα της
Κρήτης. Κάθε του πράξη την χαρακτήριζε ένας άκρατος πατριωτισμός. Τολμηρός και
γενναίος καθώς ήταν εξέθετε άφοβα κάθε φορά τη ζωή του σε βέβαιο θάνατο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μελχισεδέκ συμμετείχε ενεργά σ’ όλες τις μάχες, πλην
όμως ανώτερα διοικητικά καθήκοντα τον ανάγκαζαν να αφήνει την αρχηγία στον
μεγαλύτερο αδελφό του Γεώργιο. Φρόντιζε να έρχεται σε επαφή με τους υπόλοιπους
αγωνιστές της Ελλάδας για να προμηθεύει στους Κρητικούς μαχητές τα αναγκαία
πολεμοφόδια τα οποία, όπως ήταν φυσικό, δεν ήταν δυνατόν να τα βρίσκουν πάντα από τη
σκύλευση του εχθρού.
Ο ίδιος ο Μελχισεδέκ είχε αφιερώσει στον αγώνα πάρα πολλά χρήματα και ασημικά
της Μονής.
Ο ήρωας Τσουδερογούμενος έπεσε ηρωικά στο Πολεμάρχι Κισσάμου. Ο θάνατός
του αντήχησε σαν πένθιμο μοιρολόι απ’ άκρη σ’ άκρη σ’ όλη την Κρήτη και σε κάθε γωνία
της βασανισμένης αυτής γης δεν ακουγόταν παρά θρήνος και οδύνη για τον ηρωικό αρχηγό
των Λαμπαίων. Είναι χαρακτηριστικό το ποίημα της Αντωνούσας Καμπουροπούλου (από
τη συλλογή της «Τραγικά ποιήματα»), που περιγράφει τον ηρωικό θάνατο του Μελχισεδέκ.
Λαβώνουν τον ηγούμενος που ήτονε ανδρείος,
πρώτος εις τα στρατεύματα στους Τούρκους εναντίος.
Δέκα ημέραις έζησεν τ’ αδέλφια του μαζεύει,
τους καλογήρους του ζητεί και όλους τους βραβεύει.
Παραγγελιά κι ανάθεμα εις όλους τον αφίνει
να πολεμόσει την Τουρκιά και ας χαθούν κ’ εκείνοι.
Οι Τσουδεροί τ’ αδέρφια του γενναίοι εφανήκαν
φρικτούς πολέμους κάμασι και τον εκδικηθήκαν.
Ήτονε ο Γεώργιος πρώτος εις τα μπαηράκια,
εχάλασε πολλήν Τουρκιά, έκαψε και κονάκια.
Ο Ιωάννης πάντοτε είχε στην θύμησίν του,
τι τούλεγ’ ο ηγούμενος σαν έβγαιν’ η ψυχή του.
Κατακλυσμόν κι αφανισμόν εις την Τουρκιάν κάμνει
Και του Ρεθύμνου τα χωριά όλα εμπρός τα βάνει.
ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ ΜΙΧΑΗΛ: Κρητικός αγωνιστής από την επαρχία Ρεθύμνης Κρήτης, ανεψιός του
γενναίου στρατάρχη Γεωργίου Τσουδερού. Καταγόταν από την παλιά ονομαστή οικογένεια
των Καλλέργηδων. Μετά το θάνατο του εξαδέλφου του Αναγνώστη Τσουδερού (Μάιος
1867) ο Μιχαήλ ανέλαβε την αρχηγία των κατοίκων της επαρχίας Αγ. Βασιλείου
ακολουθώντας την παράδοση των Τσουδερών.
Πριν ακόμη αναλάβει την αρχηγία, όσο δηλ. ζούσε ο Αναγνώστης, συμμετείχε σε
πολλές μάχες κατά των Τούρκων. Σε μία απ’ αυτές, επικεφαλής 150 Αγιοβασιλειτών ως

οπλαρχηγός σπεύδει να συμπληρώσει τον όλεθρο του Μουσταφά στο Ασκύφου (16
Ιανουαρίου 1867).
Στις 25 Δεκεμβρίου 1866 η γενική συνέλευση Κρητών ανήγγειλε στον Μιχαήλ.
Τσουδερό ότι εξελέγη μέλος της επταμελούς προσωρινής κυβέρνησης Κρήτης και τον καλεί
να επισπεύσει την άφιξή του στην Αγία Ρούμελη και να αναλάβει καθήκοντα. Λόγω της
σύνεσης που τον διέκρινε δεν άργησε να καθιερωθεί, κι έτσι, από τα μέσα του 1867
προεδρεύει στη Γεν. Συνέλευση των Κρητών.
Η ανάληψη των παραπάνω πολιτικών καθηκόντων δεν εμποδίζουν το Μιχαήλ
Τσουδερό στην πολεμική του δράση που εκδηλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις της
Δυτικής και Μεσαίας Κρήτης.
Έτσι, στις 20 Ιανουαρίου 1868 και αφού είχε πλέον πάρει το βαθμό του Γεν.
Αρχηγού Αγ. Βασιλείου, ο Μιχ. Τσουδερός, μαζί με τους Βαρδάκη και Παπαμαρουλιανό
τρέπουν σε φυγή τους Τούρκους από το Χρωμοναστήρι και τους Μύθους καταδιώκοντάς
τους μέχρι το Ρέθυμνο.
Στις 26 Απριλίου του ίδιου χρόνου ο Μιχ. Τσουδερός συμμετέχει ενεργά στην
επίθεση κατά του Μεχμέτ πασά στη θέση Βρύσινα. Πρέπει να σημειωθεί ότι σ’ όλη τη
διάρκεια του αγώνα, ο Τσουδερός περιέτρεχε ακούραστος στις επαρχίες του Ρεθύμνου
εμψυχώνοντας και τονώνοντας τους αγωνιστές.
Υπήρξε ένας από τους 15 Κρητικούς Πληρεξούσιους, που μαζί με άλλους τρεις από
τη Σύρο, έφυγαν τον Ιούνιο του 1868 στην Αθήνα με ρητή εντολή να εισέλθουν στο
Ελληνικό Κοινοβούλιο, εξαναγκάζοντας την Ελλην. Κυβέρνηση να πάρει ενώπιον των Μ.
Δυνάμεων σθεναρή στάση για τους Κρητικούς.
Επιστρέφοντας ο Τσουδερός στην επαρχία του άρχισε να καταγίνεται με την τόνωση
του εξασθενημένου αγώνα, ενεργώντας επικίνδυνες επιθέσεις κατά των Τούρκων. Το 1878
όταν ξέσπασε νέα επανάσταση το Μιχ. Τσουδερός σπεύδοντας γρήγορα στο νησί του
προβαίνει σε κάθε είδους ενέργεια, προκειμένου να βοηθήσει την πατρίδα.
Η μεγάλη του ηλικία δεν τον εμποδίζει στο να καταρτίσει πολεμικό σώμα από 1000
άνδρες πολεμιστές στην κρίσιμη αυτή φάση του αγώνα.
Ο αγώνας όμως έληξε άδοξα και το όραμα του γέρο Τσουδερού δεν είχε προλάβει
να πραγματοποιηθεί.
Από τότε και μετά ο Μ. Τσουδερός βοηθά ως δήμαρχος των συμπατριωτών του
πλέον την πατρίδα του.
Σκοτώθηκε από αδελφικό βόλι σ’ ένα καυγά για κτηματική διαφορά, μεταξύ των
χωριών Ασωμάτων και Μαργιού.
Η Κρήτη θρήνησε το χαμό του συνετού προστάτη και πολύτιμου καθοδηγητή της.

ΦΟΥΝΤΟΥΛΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Γεννήθηκε το 1868 στα Ρούστικα Ρεθύμνης, Ν. Ρεθύμνης,
από γονείς αγρότες. Η γενιά του κατάγεται από το χωριό Ασφένδου Σφακίων, αλλά κάποιος
πρόγονος του, μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη, μετοίκησε στα Ρούστικα.
Ο Νικόλαος τελείωσε το σχολαρχείο στα Ρούστικα και στη συνέχεια ασχολήθηκε με
τη γεωργία και τη κτηνοτροφία.
Πήρε μέρος σε πολλές επαναστάσεις στην Κρήτη, ως οπλαρχηγός, και πολέμησε
εθελοντικά και με δική του ομάδα στον Μακεδονικό αγώνα.
Διακρινόταν για την τόλμη και τον πατριωτισμός του. Πολλές φορές έστηνε μόνος
του ενέδρες και σκότωνε τους Τούρκους.
Ο γιος του Ηλίας πολέμησε στη Μ. Ασία, όπου και σκοτώθηκε.
Ας σημειωθεί ότι ο Νικόλαος έφυγε στην Αμερική για 21 χρόνια και επιστρέφοντας
στο χωριό του, αγόρασε ελαιοτριβείο και συγχρόνως ασχολήθηκε με τη
γεωργοκτηνοτροφία.
Παντρεύτηκε με τη Μαρία Παπαδαντωνάκη ή Κουτσάκη και απέκτησαν έξι παιδιά,
από τα οποία σήμερα ζουν τα δύο, ο Ηλίας και η Εστία.
ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: οπλαρχηγός της Κρήτης που γεννήθηκε στο χωριό Γάλλου
του Ρεθύμνου το 1810. Αν και πολύ νέος ακόμα πήρε ενεργό μέρος στις μάχες της
περιόδου 1821-1830. Επίσης διακρίθηκε στις επαναστάσεις του 1841 και 1858. Η κύρια
πολεμική του δράση όμως τοποθετείται στην επανάσταση του 1866-1869 στην οποία
ξεχώρισε για τη γενναιότητα που επέδειξε μαχόμενος στις επαρχίες Ρεθύμνου και
Ηρακλείου.
ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ή ΚΑΠΕΤΑΝ ΓΑΛΛΙΑΝΟΣ: Γεννήθηκε στο χωριό Γάλλου της
επαρχίας Ρεθύμνης το 1869, γεγονός που του έδωσε την προσωνυμία Γαλλιανός.
Πήρε μέρος στις τελευταίες κρητικές επαναστάσεις του 1889 και 1897. Η Κρητική
Πολιτεία του έδωσε το βαθμό του πεντακοσίαρχου.
Το 1904 πήγε στη βόρεια Ελλάδα για να λάβει μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα. Το
1905 τραυματίστηκε στη μάχη της Λόνιτσας, λίγο αργότερα τον συνέλαβαν οι Τούρκοι και
κλείστηκε στη φυλακή.
Όταν δημιουργήθηκε η Κρητική Λεγεώνα, ανέλαβε τη διοίκηση του 1 ου λόχου. Έλαβε
μέρος σε πολλές μάχες και προήχθη στο βαθμό του λοχαγού. Πέθανε το 1951.
ΦΩΤΑΚΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ: Αγωνιστής της Κρήτης που καταγόταν από τις Μέλαμπες του Αγίου
Βασιλείου. Υπήρξε ενεργό και άξιο μέλος της Μεταπολιτευτικής Επιτροπής Κρήτης (1895-
1896) αντιπροσωπεύοντας την επαρχία του Αγίου Βασιλείου στην κρητική βουλή. Στην
Κρητική Επανάσταση του 1896-97 ανακηρύχτηκε αρχηγός της επαρχίας του. Υπήρξε επίσης
μέλος της επιτροπής που συνέταξε το σχέδιο Συντάγματος της Κρήτης το 1899. Ο Φωτάκης
πέθανε το 1912 ενώ διατελούσε νομάρχης Λασιθίου. Τα αδέρφια του Εμμανουήλ και
Νικόλαος ή Καπετανάκης διετέλεσαν κι αυτοί βουλευτές της κρητικής βουλής και
πληρεξούσιοι της επαρχίας του Αγίου Βασιλείου σε διάφορες επαναστατικές συνελεύσεις.

ΧΑΜΑΛΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Αγωνιστής της Κρήτης που διακρίθηκε για τη γενναιότητά του και
την αφοσίωσή του στον αγώνα. Καταγόταν από τις Μαργαρίτες της επαρχίας
Μυλοποτάμου. Λίγο πριν ξεσπάσει η Επανάσταση του 1821, ο πασάς της Κρήτης είχε
στείλει τον Χαμαλάκη σαν γραμματέα του σε μια αποστολή στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί
αυτός μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και όταν επέστρεψε στην Κρήτη, άρχισε περιοδείες σ’
όλο το νησί με σκοπό τη διάδοση της ιδέας του απελευθερωτικού αγώνα. Οι Τούρκοι όμως
που πληροφορήθηκαν τις δραστηριότητές του και το έργο του τον συνέλαβαν στο
Μυλοπόταμο και τον οδήγησαν δέσμιο στο Ρέθυμνο όπου και απαγχονίστηκε.
ΧΑΜΑΛΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: Οπλαρχηγός της Κρήτης που διακρίθηκε για τον ηρωισμό τον
οποίο επέδειξε σ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα του 1821.
Γεννήθηκε στις Μαργαρίτες Μυλοποτάμου. Πήρε ενεργό μέρος στις περισσότερες
από τις μάχες που έγιναν στην Κρήτη, στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα, όπου
τραυματίστηκε πολλές φορές. Όταν τέλειωσε ο κρητικός αγώνας, το 1830, εγκατέλειψε την
Κρήτη και ήρθε στην Ελλάδα. Εκεί διορίστηκε στη βασιλική φάλαγγα των αγωνιστών με το
βαθμό του υποχιλίαρχου. Πέθανε γύρω στα 1866. Ο αδελφός του Σταύρος ακολουθώντας
την ίδια πορεία στον απελευθερωτικό αγώνα, κατέληξε υπολοχαγός της βασιλικής
φάλαγγας των αγωνιστών στο Ναύπλιο. Πέθανε το 1870.
ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: Κατάγεται από πλούσια οικογένεια της Κρήτης της οποίας τα μέλη
από μουσουλμάνοι έγιναν χριστιανοί. Τους βρίσκουμε στην περιοχή του Μυλοποτάμου
Κρήτης, όπου είχε εγκατασταθεί ο πρόγονός τους Χουσεΐν μπέης ανώτατος αξιωματικός
των γενιτσάρων κατά τον ΙΖ΄ αιώνα, όταν είχε φύγει απ’ την Κωνσταντινούπολη. Για τον
Χουσεΐν η παράδοση αναφέρει ότι για 100 παράδες αγόρασε μια Χριστιανοπούλα, την
οποία παντρεύτηκε, αφού πρώτα της εκμυστηρεύτηκε ότι κατάγεται από Έλληνες και θέλει
να γίνει χριστιανός. Ο γιός του Χουσεΐν, ο Μουσταφά Χατζηχασάν Ογλού, μαθήτευσε στη
μονή Δισκορίου του Μυλοποτάμου, και έτσι έμαθε καλά τα ελληνικά γράμματα. Αργότερα
σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, και από εκεί, γυρίζοντας στην Κρήτη παντρεύτηκε
χριστιανή (από την γνωστή οικογένεια των Σγουρών) και έλαβε τον τίτλο του επάρχου.
Εγγονός του υπήρξε ο εν λόγω Ιωάννης Χατζηδάκης, που βαπτίσθηκε και πήρε το ελληνικό
αυτό όνομα (το παλιό του ήταν και αυτού Μουσταφά Χατζηχασάν Ογλού).
Γεννήθηκε στο Ηράκλειο, (1827) και ήταν γνωστός ως μπέης του Μυλοποτάμου,
μέχρι που βαπτίσθηκε κρυφά. Οι Τούρκοι όμως κάτι υποψιάστηκαν, και του έκαψαν δύο
φορές το σπίτι, με κίνδυνο να καούν και τα παιδιά του (μόλις που πρόλαβαν να τα σώσουν
οι γείτονες του χωριού του, του Αγ. Ιωάννη Μυλοποτάμου). Επειδή ο τουρκικός κλοιός όλο
και τον περιέζωνε, αποφάσισε να αποκαλυφθεί. Το γεγονός πήρε πανηγυρικές διαστάσεις
για το χριστιανικό κόσμο, μια και ο «μπέης» τη νύχτα της αναστάσεως του 1884 ομολόγησε
στην εκκλησία του χωριού του μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων ότι είναι χριστιανός, και
εκδήλωσε την επιθυμία να τον δεχτούν οι χριστιανοί στους κόλπους τους μαζί με την
οικογένειά του, αποκαλώντας τους πλέον με τα ελληνοχριστιανικά τους ονόματα.

Το παραπάνω γεγονός μεταδόθηκε αστραπιαία σ’ όλες τις γύρω περιοχές με
καμπανοκρουσίες, ενώ η τουρκική εξουσία στο Ρέθυμνο έκρινε σκόπιμο να μη σχολιάσει
καθόλου το γεγονός. Έτσι ο μπέης ονομάζεται πια Ιωάννης Χατζηδάκης, και παίρνει μέρος
σ’ όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις του διαστήματος 1896-1899 ως Έλληνας οπλαρχηγός της
Κρήτης.
Ο γιος του (Γεώργιος Χατζηδάκης) χρημάτισε πολλές φορές βουλευτής της κρητικής
βουλής, ενώ από τον στρατηγό Τιμολέοντα Βάσσο, διορίζεται διοικητικός επίτροπος. Μετά
την αναχώρηση του στρατηγού, γίνεται πληρεξούσιος στην κρητική επαναστατική
συνέλευση (με έδρα το Ακρωτήρι), μέχρι που ο πρίγκηπας Γεώργιος κατέβηκε στην Κρήτη.
Από το 1895 και μετά ο Γεώργιος Χατζηδάκης διατελεί δήμαρχος των Αβδανιτών
Μυλοποτάμου.
ΧΝΑΡΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ: (οπλαρχηγό). Οπλαρχηγός. Καταγόταν από τα Λειβάδια
Μυλοποτάμου, του νομού Ρεθύμνου.
ΧΝΑΡΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ: (οπλαρχηγός Ηπειρωτικού Αγώνα). Καταγόταν από τα Λειβάδια
Μυλοποτάμου, του Νομού Ρεθύμνου. Έλαβε μέρος στον Ηπειρωτικό Αγώνα ως οπλαρχηγός
και πολέμησε στη Δ. Μακεδονία, επικεφαλής αποσπάσματος. Μεγάλο του κατόρθωμα
ήταν η εξόντωση της συμμορίας του Χουσεΐν Ρετζέπη και Καράλη. Για τη δράση αυτή
τιμήθηκε με το αριστείο ανδρείας.
ΧΟΜΠΙΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ: Οπλαρχηγός κατά τον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα και
αποσπασματάρχης στο Μικρασιατικό Μέτωπο. Πολέμησε ηρωικά και προήχθηκε για
ανδραγαθία. Στη συνέχεια πήρε το βαθμό Μοιράρχου.
ΧΟΥΡΔΟΣ ΡΟΥΣΑΚΗΣ: Μαζί με το Μανούσο και το Θεόδωρο, υπήρξε ένα από τα τρία
γενναία αδέλφια – οπλαρχηγούς που έδρασαν στην Κρήτη κατά το 1821. Ο Ρουσάκης, μετά
από γενναία πολεμική δράση σ’ όλη την κρητική επικράτεια (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο,
Λασίθι) συλλαμβάνεται με δόλο το 1827, μαζί με τον αδελφό του, από τον Τούρκο
αρχιστράτηγο Μουσταφά μπέη. Μετά από ένα χρόνο όμως, κατορθώνει να ξεφύγει, και
ανεβαίνοντας στα κρητικά όρη πολεμά τον εχθρό μέχρι το 1830.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ (ή ΣΠΟΥΡΓΙΤΗΣ): Γεννήθηκε το 1884 στα Ρούστικα Ρεθύμνης,
από γονείς αγρότες. Κύρια ασχολία του ήταν η ξυλουργική.
Το 1905-1906 κατατάχτηκε εθελοντής στο σώμα του Εμμανουήλ Σκουντρή -αρχηγού
του Μακεδονικού αγώνα. Πολέμησε στη Νάουσα, εναντίον των Τούρκων, και έπαθε
σοβαρό τραύμα στο μηρό, από φαινικό οξύ, που το μετέφερε μέσα σε φιάλη που έσπασε.
Πήρε μέρος ως οπλαρχηγός στη μάχη των Ιωαννίνων και σε πολλές άλλες μάχες του
1912-13.
Για τις αξιέπαινες υπηρεσίες του στην πατρίδα του απονεμήθηκε αναμνηστικό
μετάλλιο από το Υπουργείο Στρατιωτικών στις 25 Μαρτίου 1914.

Η πολεμική δραστηριότητα διάρκεσε περί τα 14 χρόνια.
Παντρεύτηκε το 1914 με την Ευαγγελία Πετράκη, από τα Ρούστικα, και απέκτησαν
18 παιδιά.

Αφήστε μια απάντηση