΄Λουλούδι μυρισμένο μου

Όταν οι ερωτευμένοι “μιλούσαν” με λουλούδια

της Εύας Λαδιά

Σε ένα λουλούδι οι Ρεθεμνιώτες αναζητούσαν πάντα την ευωδιά της δημιουργίας. Ακόμα
και όταν δεν υπήρχε η πολυτέλεια της γλάστρας, ένα κλωνί βασιλικού ή μια ρίζα γιασεμιού,
θα βρίσκε πάντα τρόπο να ανθίσει. Εξασφάλιζαν θαρρείς μια διαρκή επιβεβαίωση της
θείας ευλογίας στο μπουμπούκι που άνθιζε και στην ευωδιά που πλημμύριζε τα δειλινά, τις
μικρές γειτονιές γύρω από τη Φορτέτζα και τον Κουμπέ, τον Μασταμπά και τα Περβόλια.
Έφτανε μια μικρή γωνιά πρασίνου για να καλύψουν οι Ρεθεμνιώτες τις αισθητικές τους
ανάγκες. Και αυτή η γωνιά ήταν παράλληλα και πηγή έμπνευσης για τόσους καλλιτέχνες. Ο
μεγάλος βάρδος του Ρεθύμνου, ο Γιώργης Καλομενόπουλος, δεν παραλείπει στα ποιήματα
που σκιαγραφούν το Ρέθυμνο μιας άλλης εποχής, με τις αναφορές όπως:
«Κουλουμπασιώτες βράχοι μου, περβολιανό ακρογιάλι μου, μυριστικά της γειτονιάς μέσα
στην κατάσπιλη γλάστρα. Μιας γλάστρας τα βασιλικά σκύβουν να με δουν. Δύο μαύρα
μάτια με κοιτούν και μου κρυφογελούν. Βαθιά τις ρίζες έριξε, χρόνια καλά, χρόνια παλιά
και ευωδιαστή τριανταφυλλιά εκεί προς το λιμάνι, και ρίζωσε και κάρπισε, πέταξε ρόδα και
κλαδιά, γίνηκαν μάτσο τα παιδιά, τα εγγόνια, παιδομάνι »
Όσο για τον σεμνό διάκονο της ποίησης Ανδρέα Κούνουπα, φρόντισε μέσα στους στίχους
να δώσει και τις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών που έσωζαν κάποτε καταστάσεις όταν
ο απλός λαός μας κατέφευγε στο φαρμακείο της φύσης.

«Όπου υπάρχει αλάδανος μυρίζει ο κόσμος γύρω. Φάρμακο για ρευματισμούς και άρωμα
για άγιο μύρο. Έχει το δεντρολίβανο και μυρωδιά και χάρη. Κάνει για πόνους της κοιλιάς,
το βάζω και στο ψάρι. Για εγκαύματα, για δύσπνοια και κωλικούς ο δυόσμος. Πίτες,
κεφτέδες ευωδιούν και ευφράεται ο κόσμος». 
Στη χαρά και στη λύπη, σε κάθε βήμα της κοινωνικής ζωής, ένα λουλούδι ήταν αρκετό να
εκφράσει συναισθήματα και να προσφέρει χαρά και έμπνευση. Με τη χάρη κάθε
λουλουδιού σκιαγραφούσε ο ποιητάρης τα προσόντα της αγαπημένης του. Ακόμη και
σήμερα στα γλέντια τα μεταφέρουν οι παλιοί λυράρηδες. Και με λουλούδια πάλι οι
σύγχρονοι, δίνουν περισσότερο παλμό και ομορφιά στις μαντινάδες που δημιουργούν,
γιατί ποιος μπορεί να βρει καλύτερο μετράρι της ομορφιάς πέρα από το λουλούδι; Όμως
τα άνθη χρησίμευαν και σαν ταχυδρόμοι της αγάπης σε εποχές που ο έρωτας κρυβόταν
πίσω από τις γρίλιες, και ένα βλέμμα της αγαπημένης γεμάτο σημασία, γέμιζε την ψυχή
του νέου με περισσότερη ηδονή από το άγγιγμά της. Σαν ήθελε λοιπόν κάποιος νέος να
εκμυστηρευτεί στην καλή του το αίσθημα που την πλημμύριζε για αυτήν, δεν είχε πάρα να
της προσφέρει ένα κλωνάρι αγγελικής που σήμαινε «με ενέπνευσες έρωτα». Εάν ήταν πιο
τολμηρός πρόσθετε ένα φύλο από αγιόκλημα. «Θα ήμουν ευτυχής εάν σε απολαύσω».
Ενδεχομένως τώρα η δεσποσύνη να έκανε και τα νάζια της, οπότε ανήσυχος ο νεαρός
ερωτευμένος, την ρωτούσε με ένα φύλλο αγκινάρας «αγνοείς τον έρωτά μου;». Και εάν
αυτή περιοριζόταν σε ένα φύλλο αγριελιάς «δεν σε εννοώ». Ο νεαρός διευκρίνιζε «με τον
τρόπο σου με τυραννείς;». Βέβαια εάν για τη δεσποσύνη το φλερτ δεν είχε ενδιαφέρον,
πετούσε στον θαυμαστή της ένα αγκάθι, όπερ μεθερμηνευόμενο «είσαι αναιδής», και
τελείωνε εκεί το θέμα. Όταν πάλι ήθελε να δώσει συνέχεια στον διάλογο, απαντούσε στο
γιασεμί του κυρίου που σήμαινε «είσαι  ερασμιωτάτη», είτε με ηξώ «και εσύ κόλακας»,
είτε με διπλό γιασεμί, «ευχαριστώ». Ο αμοιβαίος έρωτας εκφραζόταν με πλατύ
φιλοβασιλικό ή με λισοβότανο, που αποκάλυπτε σε κάθε ενδιαφερόμενη πλευρά «έχω
διακαή έρωτα». Ή λευκά και κόκκινα τριαντάφυλλα «η καρδιά μου φλέγεται για εσέ». Ενώ

με σκούρα τριαντάφυλλα έλεγαν οι ερωτευμένοι «λάμπεις σαν τον ήλιο». Και με κλώνο
αμυγδαλιάς «τρελαίνομαι για εσέ». Καμιά φορά όμως ερχόταν και η ψυχρολουσία με μια
κόκκινη ντάλια «μας ανακάλυψαν». Αυτό όμως που θα λέγαμε σήμερα «και τώρα τι
γίνεται;», δεν το βρήκαμε σε κανένα λουλούδι. Υπήρχε όμως η δυνατότητα με ένα άχυρο
σπασμένο, να ρωτήσει η κοπελιά «θα διαρρηχθούμε;». Για να έχει πλέον την απάντηση με
πράξεις και όχι με λουλούδι. Η πρόταση γάμου σε καλύτερες συνθήκες γινόταν με ανθό
αμυγδαλιάς που σήμαινε «επιθυμώ να σε συζευχθώ». Αλλά καμιά φορά οι ρεαλιστές
πρόσθεταν με ένα κλωνί βερικοκιάς «θέλω προίκα». Οπότε η νέα είτε έδειχνε την
απελπισία της με γαζία ή χρυσάνθεμα που δήλωναν «μου επλήγωσες την καρδιά,  θα
αυτοχειριαστώ!», είτε ξυπνούσε μέσα της η φλόγα της Καλιρρόης Παρρέν, και σαν γνήσια
φεμινίστρια του πετούσε μια βρίζα που σήμαινε αποστροφή και τελείωνε έτσι άδοξα το
ειδύλλιο.  Τα χρόνια περνούν όμως τα λουλούδια εξακολουθούν να παραμένουν κομιστές
συναισθημάτων και να δίνουν χρώμα και ευωδιά σε κάθε βήμα της ζωής. Από την απόθεση
σεβασμού στο προσκυνητάρι της πίστης μας, μέχρι τον αιώνιο αποχαιρετισμό. Τα
λουλούδια είναι και η τελευταία άμυνα που απόμεινε στους καιρούς μας για να σωθεί η
ομορφιά από τον γκρίζο γίγαντα που τον απειλή, γωνιές του Ρεθύμνου, μικρά στενά στην
Παλιά Πόλη, ρέκτες φίλοι του πρασίνου που επαδραστηριοποιούνται στο Ρέθυμνο,
καταθέτουν τη δική τους πρόταση για έναν κόσμο ομορφότερο μέσα σε οάσεις πρασίνου
για να έχουν και τα παιδιά μας τις δικές τους μνήμες αργότερα, έντονη τη μυρωδιά του
βασιλικού και του γιασεμιού, για να αναπέμπουν τον δικό τους εσπερινό εωθινό, κάνοντας
τα πάθη να παραλύουν μέσα στην ευωδιά και τα φτερά της ψυχής να ανοίγουν διάπλατα,
έτοιμα να κατακτήσουν τους ορίζοντες του ονείρου.

Αφήστε μια απάντηση