της Ειρήνης Χ. Λαγουδάκη- Χατήρη

Αθήνα 28/8/2017
Ο Χαράλαμπος ήταν ο τρίτος γιός του Δημήτρη Λαγουδάκη και της Αικατερίνης Βαβουράκη, γεννήθηκε το 1893,. Τα μεγαλύτερα αδέλφια του Γιώργος και Μιχάλης ξενητεύθηκαν στην Αμερική
το 1909 ή 1910, τη χώρα που τότε ήταν ο πόλος έλξης για μια καλύτερη ζωή. Ο Χαράλαμπος υπηρέτησε κατά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στο 4ο σώμα στρατού1. Ως γνωστότο 4ο σώμα στρατού παραδόθηκε από τον βασιλιά Κωνσταντίνο στις 29 Αυγούστου1916 στους
Γερμανούς, την προηγούμενη της κατάληψης της Καβάλας υπό των Βουλγάρων. 6.000 στρατιώτες
και 400 αξιωματικοί του παραπάνω σώματος στρατού, παραδόθηκαν από τον αξιωματικό
Χατζόπουλο στους Γερμανούς και οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο Γκέρλιτς-G ̈οrlitz της Ανατολικής
Γερμανίας από όπου και επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά το τέλος του πολέμου, φεβρουάριο
του1919. Εκεί βρισκόταν υπό τιμητική αιχμαλωσία, που σήμαινε ότι οι αιχμάλωτοι είχαν διαμονή
και φαγητό Με το τέλος του πολέμου 133 στρατιώτες μεταξύ των οποίων και ο αξιωματικός Ι. Χατζόπουλος είχαν φύγει από την ζωή ενώ περί τους 200 έμειναν στο Γκέρλιτς και κάποιοι
επέτυχαν επαγγελματικά Οι υπόλοιποι επέστρεψαν και στρατωνίστηκαν με συνθήκες χειρότερες
ενώ κάποιοι επέστρεψαν με Γερμανίδες ή Πολωνέζες αρραβωνιαστικές ή συζύγους και παιδιά. Ο
πατέρας μας ωστόσο επέστρεψε χωρίς βάρη και υποχρεώσεις αλλά με γνώση της Γερμανικής
γλώσσας την οποία όμως βελτίωσε λόγω της συνεχούς μελέτης και εξάσκησης της με τουρίστες. Στη συνέχεια βρέθηκε στην εκστρατεία για την Μικρά Ασία από τον Μάιο του 1919 μέχρι τον
Αύγουστο 1922 οπότε έγινε η οπισθοχώρηση των Ελληνικών στρατευμάτων.

Στις ιστορίες του
αναφερόταν τα Μουντιανά2 που αποτελούσαν το οικονομικό και εμπορικό κέντρο της πλούσιας
περιοχής της Προύσας. Η επιστροφή από τον στρατό έγινε το 1923, ενώ παντρεύεται την Αμαλία
Τζαγκαράκη το 1925. Η μητέρα μας, κόρη του Εμμανουήλ Τζαγκαράκη και της Αγγελικής Βαβουράκη από τα Σακτούρια, γεννήθηκε το 1905. Άβγαλτη και μικρή κοπελούδα γαλουχημένη με τα αυστηρά οικογενειακά έθιμα
της εποχής που από παιδί , σαν πρωτότοκη κόρη βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού χωρίς να
σταλθεί καν στο σχολείο παρά το ότι ο παππούς μου ήταν του Σχολαρχείου. Αυτό φανερώνει πως
εκείνη την εποχή τα κορίτσια ήταν υποδεέστερα και έπρεπε να μένουν σπίτι αγράμματα, ενώ τα
αγόρια είχαν την ευκαιρία να σπουδάσουν. Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν παραπονέθηκε για την αδικία
αυτή και μέχρι τα τελευταία της έτρεφε μια απεριόριστη αγάπη για τους γονείς και τ ́ αδέλφια της. Μετά τον γάμο ακολουθούν τα παιδιά Κατίνα, Αγγελική, Δημήτρης, δύο δίδυμα που δυστυχώς
έφυγαν μωρά, Γιώργος και Ειρήνη. Πολυμελής οικογένεια, αγώνας τα παιδιά να μεγαλώσουν, να
μάθουν γράμματα και να φύγουν από τα βάσανα του χωριού. Έρχεται η κατοχή και ο πατέρας με
τις Γερμανικές του γνώσεις εκτελεί χρέη διερμηνέα κάθε φορά που έρχεται Γερμανός στο χωριό. Ο
Δημήτρης θυμάται : <είναι του Αγίου Νικολάου, πολιούχος του χωριού, και οι χωριανοί χορεύουνε στην κουζίνα του σπιτιού μας ενώ στο διπλανό δωμάτιο κρύβεται ένας εγγλέζος κι ακόμα ο δήμαρχος καλεί τον πατέρα μας στο σπίτι του για διερμηνεία σε Γερμανό ενώ στο ίδιο σπίτι βρίσκονται δύο Άγγλοι.> Χρόνια δύσκολα αλλά και ηρωικά που όλοι με περισσή ψυχραιμία
αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις παίζοντας με το κεφάλι τους. Την επάρατο ημέρα του
ολοκαυτώματος του χωριού στις 22/8/44 το πρωί , ο πατέρας είχε πάει στο περβόλι, στην Κάτω
Βρύση, από όπου τον μάζεψαν οι Γερμανοί και τον έφεραν στην εκκλησία κι από εκεί στο Σπήλι, ενώ η υπόλοιπη οικογένεια είχε καταφύγει στο Δουμαεργιό την πρώτη βραδιά . Την επόμενη
συναντήθηκε όλη η οικογένεια και κατέφυγε στα Σακτούρια στο σπίτι του παππού μας, όπου και

ξεχειμώνιασε. Τον Μάρτιο η οικογένεια επέστρεψε στο χωριό και άρχισε να χτίζει στο Κάτω Χώρι
δωμάτιο -δωμάτιο το καινούριο σπιτικό της. Φθινόπωρο 1944, χειμώνας 1945,χρονιά της
προσφυγιάς και του ξεριζωμού για όλο το χωριό. Ο Δημήτρης ο μεγάλος αδελφός πρέπει να πάει
στο Γυμνάσιο, αλλά πως? Αυτοκίνητα έρχονται μέχρι το Μυξόρουμα από εκεί και κάτω δρόμος και
γέφυρες καταστραμμένα, το μόνο μέσο τα πόδια ή στην καλλίτερη περίπτωση το συμπαθητικό
γαϊδούρι. Χαρακτηριστικά τα Χριστούγεννα οι μαθητές βρίσκουν ένα φορτηγό που τους φέρνει
μέχρι τα Μυξόρουμα κι από κει με τα πόδια για τα χωριά που βρίσκεται η υπόλοιπη οικογένεια, με
καταρρακτώδη βροχή. Φτάνοντας όμως στο Ακουμανιανό ποταμό αδύνατον να το περάσουν
κινδυνεύουν να τους παρασύρει , πηγαίνουν στα Ακούμια και ζητούν να τους φιλοξενήσουν
συγγενείς για την βραδιά. Την επομένη που η βροχή έχει σταματήσει και το ποτάμι έχει ηρεμίσει, τολμούν να το διαβούν, διηγείται ο Δημήτρτης. Ο πατέρας και η μητέρα μας δούλευαν σκληρά για να ανταπεξέλθουν, όπως όλοι οι χωριανοί
εξάλλου. Πρωί κι απόγευμα στους αγρούς. Φθινόπωρο, Χειμώνας, όργωμα, μάζεμα ελιών, καλοκαίρι, θέρισμα, αλώνισμα, τρύγος. Καθημερινά η φροντίδα του σπιτιού, των ζώων και
περιβολιών. Τις ελεύθερες ώρες του ο πατέρας τις διέθετε για τα μελίσσια, ήταν η αγαπημένη του απασχόληση. Έπρεπε να κυνηγήσει τις σφήκες ,τους μπουμπούρους, να φροντίσει για την τροφή τους το χειμώνα
και το νερό τους το καλοκαίρι, να τις μετακινήσει για καλύτερη απόδοση. Η ασχολία με την
μελισσοκομία ήταν κουραστική αλλά έδινε το μέλι για την οικογένεια και μικρά κέρδη από την
πώληση μελιού και κεριού για την παρασκευή κεριών. Επίσης έκτιζε ξερολιθιές, του άρεσε να πελεκάει τις πέτρες να χτίζει τοίχους, ξεχέρσωνε χωράφια
δημιουργούσε πεζούλες για καλλιέργεια, φύτευε δένδρα. Η μητέρα έπρεπε να φροντίσει για το φαγητό και το ντύσιμο της οικογένειας. Εκείνη την εποχή όλα
έπρεπε να γίνουν από την οικοκυρά από τα εσώρουχα ως τα εξώρουχα καθώς και ότι χρειαζόταν το
σπίτι. Γιαυτό έπρεπε να υφάνει , αφού θα μιτοκτενιάσει και θα εξασφαλίσει πρώτα τις πρώτες ύλες
για το υφαντό. Έπρεπε να εξασφαλίσει το ψωμί της οικογένειας αφού καθάριζε το σιτάρι και το
έστελνε στο μύλο για άλεσμα , στη συνέχεια ζύμωνε και έψηνε τα ψωμιά στον φούρνο. Είμαστε, θυμάμαι ,κάθε βράδυ οι αδελφές μου κι εγώ υποχρεωμένες, να ξάνουμε τις μερίδες μας σε μαλλί
και μετά να πάμε για ύπνο. Βέβαια κείνη την εποχή δεν υπήρχε στα σπίτια ούτε ραδιόφωνο ούτε
τηλεόραση μόνο βεγγέρα παραμύθια, ιστορίες και ανέκδοτα. Θυμάμαι ακόμη τα παραμύθια και τις
ιστορίες που διηγούνταν οι πραματευτάδες που φιλοξενούνταν κάποια βράδια στο σπίτι μας , ο
Δημητράκης με τα ψιλικά που προμήθευε όλες τις νοικοκυρές του χωριού. Το 1952 ήλθε ο θείος
Γιώργος από την Αμερική και έφερε ένα ραδιόφωνο «ΖΕΝΙΤΗ» που δούλευε με κάτι τεράστιες
μπαταρίες. Μια ζωή με συνεχή αγώνα και αγωνία. Κι όταν τα παιδιά παίρνουν το δρόμο τους ,ο πατέρας
ασχολείται με τα μελίσσια του και τα Γερμανικά ! Θυμάμαι παιδί που μαζί με άλλα παιδιά
κυνηγούσαμε τους μπουμπούρους για να εισπράξουμε ένα πενηνταράκι για κάθε ένα που θα
σκοτώναμε. Παραδοσιακά όλες οι γυναίκες του χωριού ασχολούνται με την αξιοποίηση κάθε υλικού που
υπήρχε στο σπίτι. Έτσι τα ρετάλια από υφάσματα ή τα ρούχα που δεν φοριούνται πια κόβονται σε
λουρίδες και υφαίνονται στον αργαλειό, οι γνωστές κουρελούδες που χρησιμοποιούνται κυρίως ως
χαλιά αλλά και σε χίλιες άλλες χρήσεις . Η μητέρα μου, μετά από κάποια ηλικία που δεν μπορεί πια
να χρησιμοποιεί τον αργαλειό αξιοποιεί κάθε υλικό από κομμάτια υφάσματος δημιουργώντας
‘Πατσγουορθ’ για καλύμματα κρεβατιών ,μπαούλων… ,πλέκει με το βελονάκι με παλιά μαλλιά
(αφού ξηλώσει κάθε παλιό πλεκτό, παλιές κάλτσες..) κουβέρτες , μαξιλάρια πατάκια…. Χωρίς καμία
υπερβολή στις μητέρες και τις γιαγιάδες μας οφείλουμε ν ́ αποδώσουμε την πατρότητα της
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗΣ. ανακύκλωση είναι η επαναχρησιμοποίηση των παλιών υλικών σε χρηστικά
αντικείμενα. Μιας πράξης που γινότανε αυτονόητα από κάθε νοικοκυρά.
Σήμερα πια έχουν φύγει από την ζωή το 1982 ο πατέρας και το 1994 η μητέρα, θα ήθελα να
αναφέρω δύο ιστορίες που τις έχω ακούσει άπειρες φορές. Η μία αφορά στην αναφορά της
Ουρανίας Τ. Βαβουράκη στη μνήμη των γονιών μας γιατί συνέτρεξαν εκείνη και τον αδελφό της, όταν ήταν μικρά και ορφανά γιατί ο πατέρας τους είχε φύγει και η μητέρα έτρεχε στην εξοχή
αντικαθιστώντας τον άντρα του σπιτιού. Και η άλλη στην αναφορά της Καδιανής Ι. Βαβουράκη που
η μητέρα λέγει της πρόσφερε κάθε πρωί καφέ στο δρόμο, επί ένα και μισό μήνα κι όταν έβρεχε με
την ομπρέλα, σαν γύριζε από το Ρέθυμνο που ξενυκτούσε την άρρωστη μητέρα της. Ένα
μνημόσυνο, δύο μικρές αναφορές στη μνήμη τους.

Ειρήνη Χ. Λαγουδάκη- Χατήρη
1: α) www 4
ο σώμα στρατού 1916,β) www Defenceline.gr Aμυνα και Ασφάλεια. 2: Μουντανιά :Παραλιακή πόλη του Κιανού Κόλπου της Προποντίδας, επίνειο της Προύσας αλλά και του Ερτογρούλ και του Αφιον Καρά Χισάρ. Πριν την Μικρασιατική Καταστροφή είχε 8500 κατοίκους εκ των οποίων 7.000 Ελληνες, οι οποίοι μετά την εκδιώξη τους ίδρυσαν τα Νέα Μουντανιά το 1923 στη Χαλκιδική. (WWW. Η ΤΡΙΓΛΙΑ ΚΑΙ Η ΓΥΡΩ ΠΕΡΙΟΧΗ ).