Πρώτη φορά στη ζωή μου – αν και θεωρούμαι γεννημένος καλαμαράς-
δυσκολεύτηκα να σύρω λίγες γραμμές και να μπω στη κουντούρα του
θλιμμένου χορού που στελιώθηκε από χθες το μεσημέρι στην πόλη μας,
με το θλιβερό μαντάτο του θανάτου της Φανής Παπαδουράκη.
Είχα τη μεγάλη τιμή της στενού γνώριμου και φίλου της ωραίας
οικογένειας που δημιούργησε. Και ετσι είχα την ευκαιρία να γνωρίζω
από προσωπική αντίληψη την απέραντη σεμνότητα εκείνης που μέχρι
πριν δυο μήνες ήταν ανάμεσα μας.
Για την απερίγραπτη σεμνότητα και την ανθρωπιά της – βεβαιώνω με
κάθε ειλικρίνεια και χωρίς ίχνος υπερβολής- δεν έχω μέτρο σύγκρισης
σε κανένα άλλο ζωντανό ή πεθαμένο απ’ όσους γνώρισα.
Και πολύ φοβούμαι, ο,τι αν πράγματι υπάρχει μεταθανάτιος ζωή, η
αείμνηστη Φανή θα στηλώσει – όπως το έκανε και αλλωτε – το ήρεμο
γεμάτο καλοσύνη βλέμμα της επάνω μου και θα πει, θα ψελλίσουν
άτονα τα χείλη της με το αιώνιο χαμόγελο της «και συ Τέκνον Βρουτε;
Δε σου’ χα πει τόσες φορές ότι απεχθάνομαι κάθε δημοσιότητα»;
Αυτός ήταν ο λόγος – μαζί με τη συντριβή- που δυσκολεύει το
περπάτημα του κονδυλοφόρου μου..
Πάρα ταύτα…
Λίγοι είναι οι άνθρωποι εκείνοι που έχουν το προνόμιο να μην έχουν
δώσει καμιά θλίψη στους άλλους. Εκτός από μια. Τη θλίψη για το
θάνατό τους.
Ακόμη πιο λίγοι είναι εκείνοι που είναι προικισμένοι από το Θεό να
προσφέρουν μόνο χαρά στους συνανθρώπου τους, με το ακαταπόνητο
τρόπο του εξαντλήθηκαν δουλεύοντας σ’ ολη τους τη ζωή το «ωραίο».
Ακόμη λιγότεροι – δακτυλοδεικτούμενοι – είναι όσοι μπορούν να
κοιμούνται την κάθε νύχτα τους ήρεμα, αφού εχουν περάσει την ημέρα
που προηγήθηκε χωρίς ίχνος εγωπάθειας. Αυτό δεν είναι το πορτραίτο
του «καλού κ’ αγαθού Χριστιανού».
Είναι η μορφή της σημερινής νεκρής που κηδεύει με δικαιολογημένη
συντριβή η πόλη μας
Είναι η σεμνή, η αγαθή, η ευγενική μορφή της Φανής Παπαδουράκη.
Με την πνευματική της καλλιέργεια, τη φυσική της γοητεία και την
επιβλητική της αρχοντιά, κατακτούσε κυριολεκτικά καθένα που τη
γνώριζε.
Γι’ αυτό κι αυτήν την ώρα που η Φανή Παπαδουράκη οδεύει την κοινή
οδό των Θνητών, την ξεπροβοδίζουμε και τη συνοδεύουμε με την
απέραντη αγάπη που νιώθει ο κάθε άνθρωπος για κάτι που τον
γοήτευσε στη ζωή.
Υπήρξε μια μορφή για την οποία είναι σχεδόν ανώφελη η προσευχή της
Εκκλησίας «…παν αμάρτημα το παρ’ αυτής πραχθέν.. συγχώρεσον..»
γιατι δεν έχει ίσως αντικείμενον.
Η ζωή δεν της στέρησε τα αγαθά της . την αγαπούσε με πάθος και ήξερε
να την απολαμβάνει με παροιμιώδη λιτότητα. Ηξερε να χαίρεται τις
μικρές χαρές ασκητικά, διακριτικά, και αθόρυβα. Έπαιρνε τους
μεγάλους δρόμους των λογισμών και των ονείρων κι όμως έμενε με τη
σκέψη και με την πράξη αγκυροβολημένη ανάμεσα στο σπιτικό και το
κατάστημα της, πραγματική αρχόντισσα και στη μια θέση και στην
άλλη.
Ζούσε ολο τον καιρό δίπλα μας ανάμεσα μας και την αέρινη παρουσία
της περισσότερο τη μαντεύαμε, παρά την αισθανόμαστε.
Ήταν μεγάλη κυρία με τον ανθισμένο ίσκιο και τη βουβή φλυαρία των
αισθημάτων.
Έβλεπε τα μεγάλα με το δικό της στοχαστικό βλέμμα και πλησίαζε τα
μικρά με την αφράτη χαρά του πρωτόγονου και του πρωτόγνωρου.
Αυτή είναι η αρχοντοπούλα που κοιμήθηκε χθες τον αιώνιο ύπνο. η
αρχόντισσα που είχε στην ψυχή της την ανέφελη εύωδια.
Ψύχραιμη, θέλησε να σταθεί η στήλη μου αγαπημένη μας Φανή στο
θλιβερό της χρέος να σ ’αποχαιρετήσει.
Μα δεν τα κατάφερε.
Συγχώρα της- γιατί ξέρω δεν το’ θελες- μα το φτωχό του το χειρόγραφο
φεύγει από τα χέρια μου για το τυπογραφείο μουσκεμένο από τη
βροχή των αισθημάτων μου.
Να’ σαι πάντως βέβαιή ότι άφησες πίσω σου ένα ρυάκι που θα τρέχει
παντα ένα πεντακάθαρο κρυστάλλινο νερό να σ ’αντικατοπτρίζει και να
σε κρατεί πεντακάθαρη- όπως ήσουν- στη θύμηση όλων μας.
«ΚρητικήςΕπιθεώρησις»
Ιανουάριος 1978
ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ
ΦΑΝΗ ΓΡ. ΠΑΠΑΔΟΥΡΑΚΗ
ΣΤΑ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ
Ήρθε κι απόψε ο λογισμός
της μνήμης το καντήλι
ν’ ανάψει κι άλλη μια φορά
από τη θύμισή σου
κι ανέβηκε ο στεναγμός
αθέλητα στα χείλη
στη σκέψη, πως σαν σήμερα
κλαίγαμε τη θανή σου…
Γενάρης 78 – Γενάρης 80
Δύο χρόνια πέρασαν κιόλας από τη μέρα που μας ήρθε το φρικτό μαντάτο. Η Φανή ήταν νεκρή.
Εκείνο το φωτεινό βλέμμα είχε βασιλέψει, το μυρωμένο από καλοσύνη χαμόγελο είχε μαραθεί, η γλυκειά της φωνή δεν επρόκειτο να ξανακουστεί.
Κι όμως ήταν τόσο νέα. Είχε τόση διάθεση ακόμα να προσφέρει, είχε τόσους ακόμα πονεμένους να παρηγορήσει, τόσους φτωχούς ν’ ανακουφίσει, τόσους άρρωστους να συντρέξει, τόσα παιδιά να βοηθήσει. Μα δεν μπόρεσε ν’ αντέξει.
Η ύπουλη αρρώστεια είχε προχωρήσει πιο πέρα απ’ ότι πιστεύουμε.
Και αρχές του Γενάρη, παραμονές της Γιορτής της, η καρδιά της Φανής που χωρούσε όλους τους ανθρώπους πλούσιους και φτωχούς, δίκαιους και αδίκους, καλούς και κακούς, μορφωμένους και αγράμματους σταμάτησε να κτυπά.
Μας άφησε χωρίς στο διάβα της σύντομης ζωής της να έχει προλάβει να πικράνει και ν’ αδικήσει κανένα.
Χωρίς να έχει προλάβει να χαρεί ότι δημιούργησε, να αγκαλιάσει παιδιά των παιδιών της που τόσο λαχταρούσε γι’ αυτά να νοιώσει κι αυτή τη γαλήνη των γηρατειών.
Έσβησε τ’ αστέρι της το μεσουράνημά του.
Δεν έσβησε όμως ποτέ από την σκέψη μας η γλυκειά μορφή της.
Δεν ξεθώριασε κανένα από τα αισθήματα αγάπης και σεβασμού που τρέφαμε όλοι γι’ αυτή τη διαλεκτή συμπολίτισσα.
Και κανείς ποτέ δεν θα ξεχάσει το πέρασμα της Φανής απ’ αυτό το τόπο, απ’ αυτή τη ζωή.
Ένα πέρασμα σύντομο, μα τόσο φωτεινό…
ΕΥΑ ΛΑΔΙΑ
ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1980