ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΟΥ «ΑΔΡΙΑ» ΓΙΑ ΝΑ ΓΝΩΣΘΕΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

Μαρτυρία του Γιάννη Δαλέντζα


Με σφοδρότατη θαλασσοταραχή και ραγδαία βροχή επιβιβαστήκαμε από
το Ρέθυμνο στις 5 του Οκτώβρη. Ο «Αδρίας» γνωστό καράβι της
γραμμής έδινε πάντοτε συναίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς για το
ταξίδι μέχρι Πειραιά και εθεωρείτο το καλύτερο ποστάλι, ετσι οι
ταξιδιώτες δεν δίστασαν να επιβιβαστούνε . Το φορτίο αρκετό και οι
επιβάτες όλων των θέσεων υπερ αρκετοί και στιβαγμένοι στην Τρίτη
θέση και την τουριστική οι ειδήμονες λένε πως ξεπεράστηκε το
επιτρεπτό όριο και καταλογίζουν ευθύνες στις Λιμενικές Αρχές Κρήτης
πως δεν πήραν κανένα μέτρο.
Από τη Σούδα ξεκίνησε στις 9.30 νυχτερινή και το καράβι πάλευε με
επιτυχία εναντίον του καιρού. Είχε θαλασσοταραχή αλλά ο «Ανδριάς»
ατράνταχτος συνέχιζε την πορεία του. Στο σαλόνι οι επιβάτες πίνοντας
τον καφέ τους συζητούσαν και όπως πάντα υπολόγιζαν την ώρα που θα
έφτανε το βαπόρι στον Πειραιά, η ώρα κυλούσε ήσυχη και όλοι
τραβήχτηκαν στις καμπίνες τους για ύπνο. όλα είχαν ησυχάσει πάνω στον
«Αδρία» και τίποτε δεν προμήνυες την επικειμένη συμφορά γιατι κανείς
δεν μπορούσε να υπολογίσει στην ανικανότητα και στη κλασσική
ανεπάρκεια αυτών που διεύθυναν το πλοίο .
Στις 4.20 το πρωί ένα σκληρό συρτό τρανταχτό σαν σκίσιμο πελώριου
δένδρου στα δύο σκίστηκε κι οι επιβάτες τρομαγμένοι ξεπετάχτηκαν
στους διαδρόμους και ρωτούσαν έξαλλοι τί συμβαίνει. Κάποιος έδωσε
την πληροφορία πως ο Αδρίας είχε τρακάρει με κάποιο Καίκι αντίθετα
ερχόμενο, άλλος μίκρανε την ανησυχία λέγοντας πως τράκα με .. βάρκα.
Ωστόσο οι καμαρώτοι πανικόβλητοι κρατούσαν σωσίβια και έφευγαν
προς τη γέφυρα του βαποριού.
Ο γράφων αντελήφθη ταχύτατα τον κίνδυνο – έσπευσε στην καμπίνα
του σήκωσε τους δικούς του και με αστραπιαία ταχύτητα τους ανέβασε
στη γέφυρα, γυρίζοντας ξανά πήρε τα σωσίβια του τα έδεσε γερά στους
δικούς του και περίμενε τις ενέργειες Πλοιάρχου κα πληρώματος για τη
δάσωση των γυναικοπαίδων πρώτα όπως οι ρομαντικοί κανονισμοί
προβλέπουν. Τα χτυπήματα πάνω στους βράχους του «Αδρία
συνεχίζονταν και το πλοιο τρανταζόταν συθέμελα. Ο τρόμος των
επιβατών δυνάμωνε – ευτυχώς τα λίγα φώτα της εφεδρικής μηχανής δεν
έσβησαν. Κανείς δεν ήξερε πού βρισκόμαστε, και τί ακριβώς συμβαίνει-
τα γυναικόπαιδα ξεφώνιζαν απελπισμένα και οι ιπποτικοί άνδρες
μπουλούκια έξαλλων θηρίων ορμούσαν στη γέφυρα τσαλαπατώντας τα

πάντα. Κανένα ίχνος ηγεσίας καραβιού δεν φάνηκε πουθενά, καμιά
οδηγία δεν δόθηκε, ούτε και απλή πληροφορία, οι βάρκες δεμένες κατά
ένα τρόπο παράξενο, δεν έλυναν και οι μπασαλίδες που βρέθηκαν στα
χέρια μερικών επιβατών έκοβαν τα σχοινιά μες τα όλα, ετσι που να
αχρηστεύονται τελικά. Τα κύματα κάτω και και προς τ’αριστερο του
πλοίου προκαλούσαν τη φρίκη – η βροχή πυκνή και κρύα συνεχιζόταν
και ολοι είχαν μουσκευθεί ως το κόκαλο. Χρειαζόντουσαν γερά νεύρα
για αστραπιαία ενέργεια, το καράβι έπαιρνε διαρκώς νερά και ο κίνδυνος
να βουλιάξει ήταν άμεσος.
Κάποιο σκοινί κρεμάστηκε στα πλευρά του βαποριου και οι επιβάτες
γκρεμιζόντουσαν στο άαγνωστο στο χάος- ευτυχώς κάτω ήσαν βράχια.
Δυο – τρεις εργάτες θαλάσσης καταστρώματος κι ενας φαντάρος
παλληκάρι μετά από 2 ώρες κατάφεραν να κατεβάσουν σχοινόσκαλα και
χέρι χέρια τραβούσαν τους επιβάτες στις πλαγιανές ξέρες.
Ενας καταθλιπτικός μαύρος όγκος υψωνόταν ακριβώς πάνω από το
μπαταρισμένο από στην αριστερή πλευρά πλοίο και μεσα από την πυκνή
βροχή και τη ομίχλη πρόβαλε στον ορίζοντα βαθειάς και ακαθόριστης
απόστασης. Ήταν το ερημονήσι «Φαλκονερα» στις προεξοχές του
χτύπησε ή πλώρη του καραβιού και την ώρα αυτή: 4.20 τη διεύθυνσή του
είχε ο υπαρχος Αθανάσιος Αρμύρας,. Ο πλοίαρχος κοιμόταν και
αφυπνίστηκε τρομαγμένος κι αυτός ευτυχώς είχε την ετοιμότητα να
διατάξει το ρίξιμο του βαποριου έξω στους βράχους, γιατι ο υπαίτιος, ο
ανεπαρκής και ανίκανος υπαρχος μετά την πρώτη πρόσκρουση διέταξε
«οπισθεν ολοταχώς» οπότε το φοβερό ρήγμα που’ χε ο «Αδρίας» στο
αριστερό του πλευρό πλάι από την πλώρα, θα σερνόταν στα βαθειά και
θα πνιγόταν αυτανδρος και με ολους τους υπέρ 600 επιβάτες.
Πρέπει να τονισθεί και να κατανοηθεί ιδιαίτερα από την κοινή γνώμη της
Κρήτης πως η περίφημη ναυτική παραδοσης της Ελλάδος, επαθε μεγάλο
χτύπημα με την ανήκουστη φυγή του πληρώματος των αξιωματικών του
πλοίου- όπως και παραπάνω κανεις εντεταλμένος και αρμόδιος δεν
φάνηκε πουθενά κανείς δεν έδωσε οδηγία ουτε πληροφορία, ολοι
εξαφανίστηκαν ανάνδρως εγκαταλείψαντες σε μια πρωτοφανή
κατάσταση τους επιβάτες και ιδιαίτερα τα γυναικόπαιδα. Πρώτοι και
άξιοι διεκπεραιώθηκαν στου βράχους προς δόξα και τιμή του ηρωικού
κατά άλλα εμπορικού Ναυτικού μας οι αρμόδιοι ας κάμουν ανακρίσεις
και ας βγάλουν λάδι τη θολουρα του Ναυαγίου. Κανείς δεν φταίει όπως
ειπε κι ο Φραγκισκανός Καλόγηρος του υπερωκεανείου Ιωνία αργότερα,
ήταν θελημα Θεού.

Η Φαλκονέρα ξηρό άνυδρο, βραχώδες ερημονήσι μας φάνηκε ιδεώδης
τόπος διαμονής.. ναυαγών. Αμφιθεατρικά σκαλωμένοι οι άνθρωποι στο
βράχο, μουσκεμένοι από τη βροχή που συνεχιζόταν ως τις 2 το
απόγευμα. Στις 9.30 το πρωί φάνηκε η πρώτη παρηγοριά της οριστικής
διάσωσής μας. Το υπερωκεάνειο «Ιωνία» ύστερα το «Αιγαίον» η
«Πίνδος» και αργότερα δύο ναυαγοσωστικά. Στις 2 η ώρα λόγω σφοδρής
θαλασσοταραχής δόθηκε στο σύνθημα στους ναυαγούς για το ξεκίνημα
προς την αντιπέρα πλευρά του νησιού νοτιοδυτικά γιατι οι αλλιώς δε
γινότανε.
Αρχίσανε τοτε ένα συρσιμο προς την κορυφή του ολισθηρου βράχου με
νύχια και με δόντια, τραβιοντουσαν κουρασμένοι άνθρωποι στις
απόκρημνες πλαγιές της φαλκονέρας και μετά βασανιστικό σκαρφάλωμα
4 μιση ωρών φθάσαμε κατρακυλώντας σ’ ένα ορμίσκο γεμάτο μαύρη
λάσπη και βράχους. Οι βάρκες και οι Ατμάκατες του «Ιωνία» και των
άλλων ναυαγοσωστικών πλοίων μας παρέλαβαν αφού κάναμε αυτό το
αναγκαστικό μέτρο για να επιβιώσουμε.
Του Βάρναλη οι Μοιραίοι στην περίπτωση των ναυαγών του «Αδρία»
βρήκαν την πιο ζωντανεμένη ερμηνεία.
Βουβοί .. Μοιραίοι και άβουλοι αντάμα. Προσμέναμε ίσως κάποιο
θαύμα.. ετσι καθώς σκαλώσαμε μισόγυμνοι πάνω στο βράχο το σκληρό
αλλά σωτήριο.
Ετσι καθώς μας άρπαξαν τα προστατευτικά για την περίπτωσή μας νύχια
του Μαύρου Γερανιου.. Φαλκονέρα. Ήρθαν στο νου οι μοιραίοι και οι
σαρκασμοί τους.
Κάτω στα πόδια μας κυλούσαν τ’ άγρια κύματα που μανία στα μέσα του
Πελάγου και ο «ΑΝΔΡΙΑΣ» ψόφιο καράβι φάνταζε στα μάτια μας σαν
παιδικό παιχνίδι ξεφτισμένο, σπασμένο και αχρηστεμένο απ τα χεράκια
κάποιου περίεργου παιδιού που το βαρέθηκε και το παράτησε σπασμένο
και θλιβερό.
Πριν λίγες ώρες το ζωντάνευαν 700 καρδιές που χτυπούσαν στον ίδιο
ρυθμό χτυπούσαν της προσμονής και του πόθου για το γρήγορο φτάσιμο
στον Πειραιά.
Εφτακόσες καρδιές που λίγες στιγμές αργότερα αλλάξαν μονομιάς ρυθμό
και μοτίβο και συναισθήματα και γοργόφτερες, ποτισμένες με τρόμο
χτυπούσαν πάνω στο φοβερό ρυθμό της αγωνίας και της γρήγορης φυγής.

Το σκοτάδι ασυγκίνητο μας τύλιγε κι αδυσώπητη οι άνεμοι και οι
φουρτούνες, τράνταζαν και το κτυπούσαν στους βράχους
προαναγγέλλοντας το επικείμενο καταπόντισμα.
Τα λίγα φώτα της εφεδρικής μηχανής που άναψαν χάρη στην ετοιμότητα
του δευτέρου μηχανικού, σκορπούσαν κάποια ελπίδα στα θαμπά μάτια
των ναυαγών που ζητούσαν κάποιο προσανατολισμό.
Φωνές στριγκλιές σκίζαν τον αγέρα και σμίγοντας με το βουητό των
κυμάτων και της επίμονης βροχής το κτύπημα συνέθεταν την θανάσιμη
συμφωνία του χαμού…
Καμιά φωνή παρηγοριάς δεν ακούστηκε από πουθενά. Ουτε
αξιωματικοί, ουτε καμαρωτοί ουτε κι αυτος ο Καπετάνιος φάνηκαν
πουθενά. Ολοι λούφαξαν κι ολους τους συνεπήρε το ζωοδικό ένστικτο
της αυτοσυντήρησης και εξαφανίστηκαν θλιβεροί κομπάρσοι τους
δράματος, άχρηστοι απ’την ίδια τους ανικανότητα και την πλήρη
ανεπάρκεια τους, φυγάδες και λιποτάκτες μπροστά στον εχθρό,
ξεμπούκαραν στους βράχους κρύβοντας με επιμέλεια τα διακριτικά τους
για να μη τους λιντσάρει η δίκαιη οργή των ναυαγών.
Νοσηρός ρομαντισμός και ποιητική φαντασία χρειάστηκε για να
τροφοδοτήσει με ψεύτικες πληροφορίες τίς Αθηναϊκές Εφημερίδες που
παρουσίασαν για ήρωες και παλληκάρια τους θλιβερούς αυτούς
ανθρώπους που τρύπωσαν όχι στ’ αμπάρια- που ευχαρίστως θα το
έκαναν σε οποιοδήποτε άλλο κίνδυνο- τώρα ήταν γεμάτα νερά, αλλά στις
σχισμές των βράχων σώζοντας έτσι την αξιοπρέπεια των φυσιογνωμιών
τους που δημοσίευσαν οι Αθηναϊκές εφημερίδες.
Μας κάνανε εύθυμη εντύπωση οι φάτσες των φυγάδων αυτών που –
ελέω εφοπλιστικών συμφερόντων – φιγούραραν στον Αθηναϊκό τύπο ως
ήρωες..
Η δημοσιογραφία στην Κρήτη ασκείται όσο είναι μπορετό αντικειμενικά,
γιατι το αντίθετο ελέγχεται ταχύτατα απ’ τους αναγνώστες ενώ στην
Αθήνα το κάθε τι διοχετεύεται όπως – όπως και σερβίρεται στους
αφελείς αναγνώστες κατά τα συμφέροντα και μόνο.
Δι’ ο και ο «Προοδευτικός Φιλελεύθερος» αρνήθηκε να δημοσιεύσει
την παρούσα και η «Αθηναϊκή» μια επιστολή του Βουλευτή Ρεθυμνης
Ιατρου κ. Γεωργ. Τσουδερου- ζητώντας να ερευνηθεί ευρύτερα το
ζήτημα των ναυαγίων και του επιλεγόμενου προσωπικού των πλοίων –
πρέπει να τονισθεί ότι ο κ. Τσουδερός και ο βουλευτής κ. Ευάγγελος
Δασκαλάκης για το ναυάγιο του «Αδρια» έσπευσαν αμέσως στο Γενικό

λιμενάρχη και στη Γενική Διεύθυνση Λιμένων και στο Υπουργείο Εμπ.
Ναυτιλίας κι έκαναν έντονες παραστάσεις για την ανικανότητα και τη
φυγή του πληρώματος. Πληροφορούμε ότι ετοίμαζαν επερώτηση στη
βουλή και θα ζητήσουν ειδική τροποποίηση του σχετικού Νόμου για
αποζημίωση και τιμωρία βαριά των υπευθύνων .
Την παραπάνω κριτική κάνω διαβάζοντας τις ανακρίσεις και τις
αντιθέσεις με κάθε πραγματικότητα ειδήσεις του Αθηναϊκού Τύπου για
ηρωισμούς και τοιαυτα των φυγάδων του «Αδρία».
Γιαυτό θεώρησα χρέος απέναντι στις ίδιες εφημερίδες που έζησα χρόνια
το μόχθο τους εδώ να γράψω την αλήθεια και άλλες εντυπώσεις στο
«Βήμα» ενημερώνοντας την κοινή γνώμη της Κρήτης. Προσμέναμε
κάποιο θαύμα που δεν άργησε να φανεί.
Το υπερωκεάνειο «Ιώνιο» με τον παρήγορο όγκο του διέγραφε διαρκώς
κύκλους κοντά στο Ναυάγιο. Η ελπίδα για τη σίγουρη διάσωση μας
θέρμανε πιο πολύ και σιγά – σιγά άρχισε πάνω στο βράχο να
δημιουργείται.. κέφι και όρεξη.
Ένα παγούρι τσικουδιά προσφέρθηκε από γερόντισσα ναυαγό, που το
ξετρύπωσε με ευλάβεια – σαν πολύτιμο φυλαχτό από τον κόρφο της – ο
γράφων ανέλαβε τη διανομή και οι ρουφηξιές ηχούσαν χαρμόσυνα και οι
θερμαντικές και θέρμαναν κάμποσο τα ξεπαγιασμένα κορμιά μας.
Τα σωσίβια του «Αδρια» μας έσωσαν στη…στεργιά γιατι τα ξεσκίσαμε
βγάλαμε από μέσα άφθονο και ωραίο μπαμπάκι, παραγεμίσαμε τα
εσώρουχά μας τα βρεγμένα και απομονώσαμε έτσι την υγρασία που δεν
μας μούσκεψε τα σώματα.
Οι στρατιώτες ναυαγοί έδειξαν υπέροχοι υπεράνθρωπη και άξια κάθε
τιμής διαγωγή στάθηκαν παλληκάρια βοήθησαν ποικιλοτρόπως ανήκαν
στην εδώ 185 Μοίρα αντιαρματικού πυροβολικού και είναι οι παρακάτω:

  1. Κωνσταντόπουλος Λεωνίδας Στρατιωτης από την Αχαϊα
    Πελοπονήσου.
  2. Παρασκευόπουλος Ιωάννης Λοχίας και
  3. Καλυμνάκής Ιωάννης δεκανέας από την δωδεκάνησο.
  4. Δημητριάδης Χρήστος δεκανέας.
  5. Σαραφάκος Αριστείδης Στρατιώτης
  6. Γαϊτάνης Σταύρος Στρατιώτης
  7. Γρυπαίος Σπυρίδων δεκανέας.

Αυτός όμως που πάνω απ’ ολα πρέπει να εξαιρεθεί που στάθηκε
αληθινός ήρωας μαζεύοντας επι 10 ώρες μισόγυμνος, βρεγμένος από τις
σκάλες του «Αδρία» και από τη θάλασσα ναυαγούς ήταν ο Λεωνίδας
Κωνσταντόπουλος Στρατιωτης κι αυτός της ίδιας μονάδας.
Εφτακόσια στόματα ναυαγών ευγνωμονούν τους υπέροχους αυτούς
φαντάρους και εξαίρουν την λαμπρή συμβολή τους στη διάσωση τους,
τους αξίζει κάθε δημόσιος έπαινος, αλλά και η Μονάδα τους είμαι
βέβαιος οτι είναι περήφανη γιαυτους και θα τους τιμήσει δεόντως.
Έτσι κυλούσε η ώρα περιμένοντας τον τελικό λυτρωμό ενώ πληροφορίες
άρχισαν να κυκλοφορούν πως μερικοί καμαρότοι και 5-6 ναυαγοί –
θρασείς και πωρωμένοι άρχισαν το πλιάτσικο σκίζοντας τις αποσκευές
ναυαγών με μαχαίρια. Αυτό αποδείχτηκε αληθινό αργότερα – κι’ εδώ
έχει ευθύνη ο Πλοίαρχος που δεν περιφρούρησε το ναυάγιο και δεν
έλαβε κανένα μέτρο προστασίας από τις ληστείες.
Μπορούσε να μαζέψει τους φυγάδες του και να βγάλουν έξω όσα
μπορούσαν να βγουν.. αλλά δεν φάνηκαν πουθενά.
Σαν ζεστάθηκε η παγωμένη ψυχή των ναυαγών από την καυτή τσικουδια
και κεντρίστηκαν τα νευρικά κύτταρα απ’ το σπίρτο το κέφι άρχισε να
ανασαίνει και η όρεξη για καλαμπούρια – διηγήσεις και παραμύθια
φούντωσε.
Αυτό που βασικά έβγαζε το κέφι ήταν η σιγουριά του γλιτωμου και η
παρήγορη σιλουέτα του επιβλητικού υπερωκεανείου «Ιωνία» και των
άλλων βαποριών που τριγύριζαν γεμάτα φροντίδες στη φουρτουνιασμένη
θάλασσα δίνοντας την υπόσχεση του γρήγορου λυτρωμού μας.
Η φανταστική ανέμη γύρισε και το παραμύθι άρχισε.
«Ο Αγιος Κασσιανός καθόταν σε μια γωνιά του Παραδείσου και
ευτυχισμένος απολάμβανε τα αγαθά που ο Πανάγαθος άφθονα σκόρπισε
εκεί, γαλήνιος και μακάριος. Κάποια στίγμη των πλησίασε ο Αγιος
δικηγόρος, που τα κατάφερε με ένσταση να ξεγελάσει τον Αγιο Πέτρο
και μπήκε μέσα.

  • «Τί κάθεσαι έτσι Αγιε Κασσιανέ, δεν βλέπεις εκεί τι γίνεται; Ολο
    δώρα , ταξίματα, προσφορές, λαμπάδες και λιβάνια στέλνουν οι
    πιστοί στον Άγιο Νικόλαο , εσένα σε αποξέχασαν, δεν είναι …
    δίκαιη η διανομή των αγαθών του Παραδείσου και πρέπει να
    διαμαρτυρηθείς στον Πανάγαθο..»
  • και πώς θα γίνει αυτό άγιε δικηγόρε μου;
  • Μη σε μέλει εγώ θα σου κάνω τη σχετική αίτηση παραπόνων στο
    χέρι. Παρουσιάστηκε στον Πανάγαθο. Πρώτη φορά γινόταν τέτοιο
    πράγμα και ο Πανάγαθος άστραψε και βρόντηξε, φώναξε τον
    Αρχάγγελο και πρόσταξε.
    «Πήγαινε να μου φέρεις εδώ τον Νικόλαο»
    Ο Αρχάγγελος μετά από πολύ αναζήτηση γύρισε αναφέροντας στο Θεό
    πως δε βρήκε πουθενά το Νικόλαο. Όταν σε μια στιγμή ξέροντας ο Αγιος
    την προσταγή του Θεου φάνηκε μπροστά του, μουσκεμένος,
    αναμαλλιασμένος, η γενειάδα του η βιβλική έσταζε θαλασσινό νερό.
    -«Συγνώμη Πανάγαθε, αλλά έσωζα ένα καράβι που πνιγόταν και μάζεψα
    και τους ναυαγούς γι’αυτό άργησα λίγο.. ο Πανάγαθος στρεφόμενος
    επιτιμητικά στον άγιο Κασσσιανό. Τα βλέπεις γιατι οι πιστοί στέλνουν
    τις προσφορές στον Νικόλαο;
    Ο Κασσιανός έσκυψε μετανιωμένος το κεφάλι και ο Θεός ωστόσο τον
    τιμώρησε να γιορτάζει κάθε τέσσερα χρόνια. Και τον άγιο δικηγόρο
    διάταξε και τον οδήγησαν στη κόλαση.
    Από τοτε κανενας δικηγόρος δεν ξαναμπήκε στον Παράδεισο.
    Οι Ναυαγοί ακούγοντας το θρύλο αυτό σταυροκοπήθηκαν με κατάνυξη
    και ύψωσαν τα μάτια ψηλά δοξάζοντας το Θεό. Ωστόσο ο αέρας
    δυνάμωνε η βροχή πυκνή και τσουχτερή μας χτυπούσε πανω στο βράχο
    και γινόντουσαν μεγάλες προσπάθειες προφύλαξης και ζεστασιάς.
    Μια ναυαγός βαρύτατα τραυματισμένη η κυρία Καρτεράκη από τα Χανιά
    βογκούσε θλιβερά, είχε πέσει στη θάλασσα και πάλεψε με τα κύματα μια
    ώρα χτυπήθηκε στους βράχους και τραυματίστηκε αλλα ανασύρθηκε
    εγκαίρως.
    Ένας ναυαγός την κράτησε 4μιση ώρες στη πλάτη του μέχρι το σωτήριο
    ορμίσκο όπου επιβιβάστηκε στη βάρκα του «Ιωνία».
    Ο Καπετάν Δημήτρης Πόρτολος πλοίαρχος του «Ιωνία» και ολο το
    προσωπικό του και οι επιβάτες του έσπευσαν με στοργή και φρόντισαν
    τα πάντα. Θα τους είμαστε ευγνώμονες.
    Στον Πειραιά φτάσαμε στις 8 το πρωί της Κυριακής του7 του Οκτώβρη
    όπου μας περιμέναν οι δικοί μας ξάγρυπνοι επι 36 ώρες καθώς και
    χιλιάδες κόσμου.
    Οι Λιμενικές και τελωνειακές αρχές μας καλωσόρισαν με εγκαρδιότητα.
    Η Σωτηρία μας είχε συντελεστεί!

Ας είναι ευλογημένο το όνομα ‘ Αη Νικόλα!… Έκαμε για άλλη μια φορά
το θαύμα του.
Πρέπει να σημειωθεί πως στις βάρκες βοήθησε με αυταπάρνηση και ο
Μοίραρχος κ. Ι.Εφεντάκης που ψύχραιμα έδινε κουράγιο στους γύρω του
ναυαγούς.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΛΕΝΤΖΑΣ
Εφημ. «Βημα»1953

Αφήστε μια απάντηση