Ο συγγραφέας Σταύρος Κελαϊδής έζησε τα χρόνια 1884-1964 μια ζωή πολυτάραχη και πλούσια σε εμπειρίες. Υπήρξε διαπρεπής δικηγόρος, αρχικά του Ρεθύμνου κι αργότερα των Χανίων. Παράλληλα όμως με τη δικηγορία υπήρξε “πνευματικός άνθρωπος” κι “ένας σοφός”, για τα τοπικά δεδομένα της εποχής του: εξέδωσε βιβλία, δημοσίευε άρθρα στον τοπικό Τύπο σχεδόν καθημερινά – ιδίως μετά τη συνταξιοδότησή του το 1954 – έδωσε πολλές και αξιόλογες διαλέξεις. Τα θέματά του είχαν σαν βάση την κρητική ιστορία και λαογραφία, αλλά και αναμνήσεις από πολέμους της περιόδου 1912-1945 στους οποίους συμμετείχε.
Ενώ ήταν νεαρός δικηγόρος πήρε μέρος ως οπλαρχηγός εθελοντών από την Κρήτη, αφενός στους πολέμους 1912-13 (για τους οποίους συνέγραψε μετά τη λήξη τους βιβλίο) και αφετέρου στον Βορειοηπειρωτικό αγώνα το 1914. Πήρε επίσης μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία, όπου κινδύνεψε να σκοτωθεί. Στη Μάχη της Κρήτης (1941) αλλά και μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς (1944), ανακλήθηκε στις τάξεις του στρατού και διορίστηκε πρόεδρος του στρατοδικείου στο νησί. Τα κείμενά του είναι γραμμένα με ύφος απλό και κατανοητό από τους πάντες και κυρίως από τους νέους, τους οποίους ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να διδάσκει.
Η ομιλία του Ι. ΠΡΟΚΟΠΑΚΗ ΣΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΟΥ
Κατά το τελεσθέν μνημόσυνον του αειμνήστου Σταύρου Κελαϊδή χθες (14/2/1960)ωμίλησεν ο
δικηγόρος κ. Ιωάννης Προκοπάκις του οποίου η επιμνημόσυνος ομιλία έχει ούτω.
Συμπληρώνεται σήμερον χρόνος από τότε που έφυγε. Και έφυγε τόσο ξαφνικά,
τόσο βιαστικά και τόσο απροσδόκητα, χωρίς καμμιά προειδοποίησι για το τελευταίο
ταξείδι, σα νάθελε να αποφύγη τις μάταιες τιμές του στερνού προβοδίσματος των φίλων
του, ως μετριόφρων και φιλοσοφημένος της ζωής – κι εδιάλεξε να φύγη όταν ένα καθήκον
των εκλογών του περισυνού Φεβρουαρίου, είχεν απομακρύνει τους αγαπημένους του
συναδέλφους, που τον περιέβαλαν με τόση μεγάλη αγάπη, για να ακολουθήση ίσως και
εδώ ως γνήσιος Κρητικός τη παραγγελιά του νέου της Κρήτης που εψυχοράγει κι
επαράγγελνε: «Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μας κι αν έρθουν οι γι’ εδικοί μας μην τωνε πης
κι απόθανα να τσι βαροκαρδίσης…».
Έφυγε και δε γράφει πια ο τύπος στις στήλες του, εκείνο που είχε γίνει το πιο
τερπνό, το πιο διδαχτικό, το πιο περιζήτητο ανάγνωσμα των αναγνωστών του, που είχε
τίτλο «από όσα Ενθυμούμαι» ή «από όσα διαβάζω» του κ. Σταύρο Κελαϊδή.
Ο θάνατος του Σταύρο Κελαϊδή, του υπέροχου φίλου και ανθρώπου, του γνησίου
Κρητικού, δεν αφίνει μόνον βαρύτατο πένθος εις τους δικούς του και τους φίλους του.
Αφήνει και μέγα κενόν δυσαναπλήρωτον, με προέκτασι σε όλη τη Κρήτη αλλά και πέρα την
Κρήτης.
Κατάγεται από την ιστορική οικογένεια των Κελαϊδίδων και εγεννήθη εις το Φρε
Αποκορώνου. Σε ένα χωριό σκαρφαλωμένο στις ρίζες των λευκών ορέων. Μα η οικογένειά
του έχει τις ρίζες της στο ιστορικό χωριό Μουρί Σφακίων, μια αετοφωλιά των λευκών
ορέων, που δεν επάτησε ποτέ καταχτητής. Εκεί εγεννήθη ο πατέρας του Γιάννης Κελαϊδής,
ο Παρθενίος Κελαϊδής και άλλοι επιφανείς πρόγονοι του πλάι στο διπλανό ιστορικό επίσης
χωριό την Ανώπολι όπου εγεννήθηκαν ο θρυλικός Δασκαλογιάννης οι Μακεδονομάχοι
Καραβίτης, Σεημένης και τόσοι άλλοι, για τους οποίους όλους σεμνύνεται η Κρήτη αλλά και
τα χωριά που τους εγέννησαν.
Ως νέος με σπάνια διανοητικά χαρίσματα τελειώνει τις γυμνασιακές του σπουδές,
αριστεύων πάντοτε. Φοιτά εις την Νομική Σχολή, σε χρόνο που ο Μακεδονικός αγώνας
παρουσιάζει και δυσχαίρειες και έξαρσι.
Ενωτίζεται την αγωνία του υποδούλου ελληνισμού και από μια ακατανίκητη
παρόρμησι που την εφλόγιζε η έμφυτη αγάπη του προς την ελευθερία και την υπέκαιε η
επιταγή της κληρονομικής παράδοσις, διακόπτει τις σπουδές του, κατατάσεται εις την
ομάδα του καπετάν Κλειδή – Ρεθεμιώτη- και έπειτα εις του θρυλικού Αρχηγού Καούδη,
έφηβος και αμούστακος ακόμη, για να αντιμετωπίση κακουχίες και κινδύνους των
Μακεδονομάχων, αλλά και να συμμεριστή τους θρύλους και τα κατορθώματά των.
Επανέρχεται τραυματίας και συνεχίζει τις σπουδές του. Φτάνει σε λίγο η εποχή που
η μεγάλη πολιτική φυσιογνωμία της Ελλάδας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος συνεγείρει το Έθνος
προς την εκπλήρωσι των πεπρωμένων του. Και η ψυχή του ποτίζεται και πάλι από τον
παλμό του Έθνους. Γίνεται ο πιστός θαυμαστής του μεγάλου Αρχηγού, μα και ο εθελοντής
και ο γενναίος πολεμιστής εις τους πολέμους, με διακριτική δράση. Μετακαλείται στη
Στρατιωτική Δικαιοσύνη και αφίνει εποχή με την απονομή της αληθινής Δικαιοσύνης. Και
όταν το όνειρο της Ελλάδος διαλύεται από ανάξιους ηγέτας επανέρχεται στο τόπο του με
τη συντριβή που νοιώθει ακόμη κάθε Έλληνας για τη μεγάλη καταστροφή. Παραιτείται από
τη θέσι του και ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου.
Τύχη αγαθή τον είχε φέρει στη πόλι μας. Γνωρίζεται με την επιφανή πνευματική
οικογένεια των Ανδρουλιδάκηδων και παίρνει σύζυγο την αδελφή του γνωστού
διακεκριμένου δικηγόρου, λογοτέχνη και δημοσιογράφου Νίκου Ανδρουλιδάκι και των
άλλων επίσης επιστημόνων αδελφών του την Αλεξάνδρα Ανδρουλιδάκη, μια διανοουμένη
νέα, αρχόντισα της τότε εποχής σε ήθος και σε αρετή. Αποκτά παιδιά που εκληρονόμησαν
το ψυχικό μεγαλείο των γονέων. Άρης Κελαϊδής ο αγαπημένος του μοναχογυιός, ο γνωστός
νομομαθής και δημοσιογράφος Αθηνών. Γαμβροί του, ο Βασίλ. Σπανδάγος, από τους
λίγους νομομαθείς που έχει να επιδείξη ο τόπος αυτός και ο Ανδρέας Τσουδερός επιφανής
επίσης επιστήμων νυν εκπαιδευτικός Σύμβουλος εις το υπουργείον Παιδείας. Και η ευτυχία
του θα ήτο ολοκληρωμένη κατά τα ανθρώπινα μέτρα αν δεν έχανε πρόωρα την εκλεκτή και
αγαπημένη του σύζυγο.
Αλλά ο Σταύρος Κελαϊδής δεν έζησε την απλή ζωή του κοινού ανθρώπου. Με τη
μόρφωσί του, τη πείρα του, την εργατικότητά του και με το καθαρό του μυαλό, που είχε τη
σφραγίδα της δωρεάς, ανοίγεται σε ευρύτερα στάδια. Επιδίδεται σε συγγραφικές εργασίες
και εκδίδει πολλά και αξιόλογα συγγράματα ιστορικού και λαογραφικού περιεχομένου. Τα
περί Μακεδονικού αγώνος και Μακεδονομάχων, έγραψε με ιδιαίτερη γραφυρότητα. Έζησε
επί πολύ μαζύ των και εγνώρισε τη δράσι των και με τη γλαφυρή του πένα τους
περιέγραψε και τους εζωγράφισε κυριολεκτικά και τους απεθέωσε ως τους αξίζει για τα
απίστευτα κατορθώματά των. Αλλ’ εκείνο που εδέσποζε στη ψυχή του, ήτο η αγάπη του
προς τη Κρήτη όπως ο μεγάλος Καζαντζάκις όσω και να ταξιδεύη στη ξενιθιά δεν
απομακρύνεται από τη Κρήτη του και οι παλμοί της καρδιάς του γι’ αυτήν ρυθμίζουν τη
πέννα του και τα έργα του τα πλείστα είναι ποτισμένα από την ψυχή του, ως ο «Καπετάν
Μιχάλης». Όπως ο Παντελής Πρεβελάκις με το χρονικό μιας Πολιτείας κ.α. όπως ο Γεώργης
Καλομενόπουλος με τα λυρικά του τραγούδια. Ή ο νέος λογοτέχνης και δημοσιογράφος κ.
Αγγελής που δε ξεφεύγει από τις πλαγές και κορυφές της Σφακιανής Μαδάρας και τα
δημοσιεύματά του έχουν το άρωμα του Κρητικού δίχταμου. Και οι τόσες εξέχουσες
φυσιογνωμίες Κρητών που ζουν μακρυά της, έτσι και ο Σταύρος Κελαϊδής αφετηρία των
στοχασμών του είναι η αγάπη του γι’ αυτήν. Έτσι την αισθάνονται όλοι όσοι προέρχονται
από αυτήν όπου και να βρίσκονται αλλά και όσοι την εγνώρισαν «Χαντώ πως δεν εγίνηκε
στον κόσμο τον επάνω, τόπος καλιά τση Κρήτης μας και ποιος δε το θωρεί; Το κόσμο εις τη
μια μεριά στην άλλη εκείνη βάνω κι ούλος ο κόσμος δε βαρεί η Κρήτη ότι βαρεί».
Έτσι στοχάζεται και ο δικός μας δόκιμος ποιητής Ρεθύμνιος Σπ. Λίτινας.
Αγαπημένο λιμέρι των στοχασμών του ήτον ο ιδιαίτερος τόπος της καταγωγής του,
τα Σφακιανά βουνά. Από το Γκίκυλο την Αγκαθωπή, τ’ αρμή του Καλλικράτη ως τις πλαγιές
του Ψηλορείτη, στήνει το θρονί του για ν’ αγναντεύη όλη τη Κρήτη και να υμνήση τον
υπερήφανο κάτοικο της.
Αθροίζει και κατατάσει στη μνήμη του ό,τι υπέροχο και υπερήφανο έχει να επιδείξη
η Κρήτη. Σα ναζησε αιώνες μέσα στο γεγονότα που απετέλεσαν τους θρύλους της.
Ανέστησε εικόνες από τη ζωή της με το πλούσιο λαογραφικό υλικό του. Και ύμνησε με το
δικό του τρόπο τη λεβετιά, την υπερηφάνεια, την αθρωπιά, την παληκαριά τη
μεγαλοφροσύνη, την αρετή του Κρητικού. Πόθος του και σκοπός του ήτο να διατηρηθούν
οι ωραίες του παραδόσεις, οι χοροί του, η λύρα του, τα τραγούδια του, χωρίς τις
ατέριαστες εκτροπές και η φορεσιά του ακόμη όπου πρέπει.
Πρώτυπο για μίμησι στο χορό έφερνε ένα λεβέντη, το Σταμάτη από το Σπήλι όπως
και δεν εξέχναγε ποτέ το περίφημο λεβέντη της Κρήτης και στο χορό του το Μακεδονομάχο
Καραβίτη.
Όταν άκουε τραγούδι κρητικό άτεχνο επαθαίνετο κι εφρόντιζε να υποδείξη και να
αποδείξη τη σωστή νότα του. Και τον πόθο του και το σκοπό του να διατηρηθή καθαρό το
χρώμα το Κρητικό στις εκδηλώσεις της ζωής της Κρήτης τον επεδίωκε με πάθος και με
πίστη επί πολλές δεκαετίες με τη συγγραφική του εργασία. Με τα τερπνά και διδαχτικά του
δημοσιεύματα. Με διαλέξεις και με παροτρύνσεις προς τους νέους και επέτυχε πολλά και
αξιόλογα ιδία στο τόπο που αφήκε την τελευταία του πνοή.
-Πλήγμα για τη Κρήτη ο θάνατος του. Αλλά και πλήγμα για τους πνευματικούς
ανθρώπους της περιωπής του. Από την τάξι του πρωτοπόρου λείπει ένας ακάματος
εργάτης του πνεύματος της μορφής του ένας αγνός ιδεαλιστής ένας αγωνιστής της αρετής
ή του ωραίου. Γιατί αλήθεια το διανοητικό το ψυχικό και το ηθικό μεγαλείο του Σταύρο
Κελαϊδή ήτο από τα σπάνια. Που του ξεχωρίζει τη ξεχωριστή εξέχουσα θέσι που πήρε.
-Πλήγμα για το Ρέθυμνο που τον επίστευε αποκλειστικά δικό του. Τον είχε στην
καρδιά του τον εκαμάρωνε και τον εθαύμαζε.
-Πλήγμα για τα Σφακιά που ορφανεύουν. «Κλαίντονε αι χώρες τα χωριά κλαίντονε
οι γι’ αντρειωμένοι. Μα όπως τον κλαίνε τα Σφακιά κανείς δε τόνε κλαίει».
-Σήμερο προσερχόμεθα οι φίλοι του και συνάδελφοι του να εκπληρώσωμε θλιβερόν
χρέος. Να ραντίσωμε το τάφο του με τα δάκρυά μας και να υποκλιθούμε ευλαβικά στη
μνήμη του που θα παραμείνη αιωνία.
ΒΗΜΑ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1960
Εν έτος μετά τον θάνατόν του
Σταύρος Ι. Κελαϊδής
Συνεπληρώθη προ ολίγου ένας χρόνος, αφ’ ότου ο Σταύρος Κελαϊδής εναπετέθη εις
την φιλόξενον γην του Ρεθύμνου το οποίον τόσον ηγάπησε.
Μέχρι τότε, μέχρι που απροειδοποίητα τον πήρεν ο θάνατος, κάθε μέρα και κάθε
ώρα ετόνιζε την παρουσίαν του μεταξύ μας. Με όσα σοφά, κατασταλαγμένα μακράς περί
των εγκωσμίων και των ανθρώπων πείρα, εις απλούν και απέριττον ύφος, έγραφε σχεδόν
κάθε μέρα εις τας εφημερίδας του Ρεθύμνου και των Χανίων -προ πάντων εις το
αγαπημένο του ΒΗΜΑ- με το αγέρωχο και ευθυτενές παράστημά του, με τας αναμνήσεις,
τας ανεξαντλήτους, και τα ευφυολογήματά του εις τις συντροφιές των οικείων και των
φίλων του.
Ο Σταύρος Κελαϊδής εγεννήθη εις Φρε Αποκαρώνουνε. Αλλ’ ηγάπα με πάθος το
Ρέθυμνον, ίσως διότι εδώ είχε τας καλυτέρας αναμνήσεις, διότι από εδώ κατήγετο η
αλησμόνητη σύντροφος του βίου του: Μια εκλεκτή κόρη του Ρεθύμνου, η Αλεξάνδρα
Ανδρουλιδάκι.
Πιστεύω και το πιστεύουν όσοι τον εγνώρισαν ό,τι όπως εγένετο θα ήθελε να ταφή
εις τα χώματα του Ρεθύμνου, όπου βρήκε τόσην αγάπην και τόσην στοργήν κοντά στην
αγαπημένη του κόρην την Βεατρίκην Σπανδάγου, η οποία κυριολεκτικά τον ελάτρευε, όπως
τον ελάτρευαν όλα τα τέκνα του και όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι του.
Αλλά ο Σταύρος Κελαϊδής είχε την οικογενειακήν ρίζαν από το Μουρί των Σφακίων
και ήτο προ πάντων και κυρίως Σφακιανός.
Τίποτε δεν θα εδέχετο να ανταλλάξη ούτε με ένα μέτρον της υπερήφανης, της
αδούλωτης και αιματοβαμμένης γης των Σφακίων. Και τίποτε δεν εθεώρει πολυτιμότερον
από την φιλίαν των Σφακιανών.
Και οι Σφακιανοί του, στους οποίους ευρίσκετο, μέχρι της τελευταίας του πνοής,
συμπαραστάτης και εις την χαράν και εις τας πικρίας των , του ανταπέδιδαν την αγάπην
του αυτήν πολλαπλασίαν.
Κάθε επίσκεψίς του εις στα Σφακιά ήτο ένα γεγονός δια τους κατοίκους του της
αγαπημένης του Επαρχίας.
Παρ’ ότι συνεπληρώθη χρόνος που αφήκε την ζωήν, ζη πάντοτε εις τας καρδίας και
τας διηγήσεις των Σφακιανών και αποτελεί ζωντανήν και προσφιλή ανάμνησιν δι’ αυτούς.
Και οι Σφακιανές Μαδάρες αντιλαλούν τον θρήνον δια την απώλειαν του και δεν θέλουν να
πιστεύσουν εις αυτήν.
Έλεγε δια τους Σφακιανούς ότι είχαν πάντοτε δίκιο, και εμόχθει δια να λυθούν τα
πολλά προβλήματα των και να ικανοποιηθούν αι ανάγκαι των και αι ανάγκαι της ηρωικής
Επαρχίας.
Ηγωνίσθη και κατά εχθρών και κατά φίλων δια να επιβάλη την ιστορικήν αλήθειαν
εν σχέσει με τον τόπο ενάρξεως της πολυαιμάκτου Κρητικής Επαναστάσεως. Και οφείλεται
αποκλειστικά εις αυτόν η αναγνώρισις και ο ετήσιος εορτασμός της επετείου της εις την
Θυμιανήν Παναγίαν. Την οποίαν επέτυχε, παρά τας αφαντάστους δυσχερείας, δια των
δημοσιευμάτων του, των υπομνημάτων του, των εκκλήσεών του προς τους Σφακιανούς και
με επανειλημένας μεταβάσεις του εις τα Σφακιά πολλάκις με την συνοδείαν ενός
αγαπημένου φίλου του του συμπολίτου τελωνειακού κ. Μανούσου Μανουσογιαννάκη.
Όμως ουδέποτε εκαυχήθη δια το μεγάλο αυτό επίτευγμά του, ενώ ήτο υπερήφανος
δι’ αυτό, ανήσυχος δε μέχρι της επιτυχίας του εορτασμού της επετείου, εδοκίμασε
παιδικήν χαράν μετά την καθιέρωσίν της και δια την πυκνήν συμμετοχήν των Ρεθυμνίων
εις αυτήν.
Ήτο πάντοτε επιφυλακτικός και δεν υπήρξε ποτέ κατήγορος και επικριτής των
άλλων των συνανθρώπων του. Διότι επρέσβευε, κατά το αρχαίον αξίωμα, ότι η μοίρα των
ανθρώπων είναι κοινή και είναι άγνωστον τι μας επιφυλάσσει το μέλλον.
Όταν προχθές εις το ετήσιον μνημόσυνόν του, με συγκίνησιν ωμίλησε δι’ αυτόν και
το έργον ο εκλεκτός επιστήμων και φίλος του κ. Ιωάννης Προκοπάκης δικηγόρος δεν
υπάρχει αμφιβολία ότι η ψυχή του Σταύρου Κελαϊδή θα ησθάνθη απέραντον αγαλλίασιν.
Και δι’ όσα είπε δι’ αυτόν ο εκλεκτός ομιλητής και κυρίως διότι αυτά προήρχοντο από
Σφακιανόν, που όπως και εκείνος, αισθάνεται υπερηφάνειαν δια την Σφακιανήν καταγωγήν
του.
Ο Σταύρος Κελαϊδής έφυγεν από την ζωήν απροσδοκήτως, αλλά με ήρεμην την
συνείδησιν. Ουδένα επίκρανε και επετέλεσεν ολόκληρον το χρέος του προς την κοινωνίαν
και έδωσεν όλην του την αγάπην προς την οικογένειάν του.
Ο θάνατος δι’ αυτόν τον απεστέρησε της χαράς να παρακολουθήση την πρόοδο των
εγγονών του και να βοηθήση δια την προκοπήν των όπως έπραττεν όταν ευρίσκετο εις την
ζωήν. Σίγουρα όμως του έδωσε και μίαν ικανοποίησιν. Να ευρεθή καλύτερα κοντά εις την
αγαπημένην του, την αλησμόνητην σύζυγόν του. Την Αλεξάνδραν Ανδρουλιδάκη, την
οποίαν ηγάπησε και πέραν του τάφου.
Κ.
ΒΗΜΑ 24/02/65