ΤΟ ΜΕΤΑΞΙ

Εφοβήθηκατην «Θεός το κατέχει», λέει το Κατερινιό τση γειτόνισσας τση του

Καλλιού πως θα μας αφίσει πάλι χωρίς μετάξι οφέτος η Νοτιά τη νύχτα σαν την άκουσα να

φυσά.

Ανοίξανε καλέ κι οι μουρνές όσες, είναι στην απανεμίδα έχουνε πληθιερά,

φυλλαράκια κι όποιας νοικοκεράς ανοίξει ο μεταξόσπορος τση από πα κι ύστερα δε θα τση

ψοφίσει και δε θα τση πεινάσει.

Τα πατατοχώραφα γενήκανε και φυτευτήκανε και θάχμεν εδά μόνο τη συλλογή για

το μετάξι.

Μάννα κατέτος πως οι Κινέζοι πρωτοβρήκανε το μετάξι ωίλια πετακόσα χονιά ναι

δα που το κάνουνε εις την Κρήτη. Τριάντα μιλιούνια οκάδες μετάξι κάνουνε λέει στον

κόσμο κάθε χρόνο. Γάλλοι καθαλικοί παπάδες εκλέψανε μεταξόσπορο απού την Κίνα και

τον εφέρανε στη Γαλλία και μια φορά λέει το μετάξι ήτονα ένα με το χρυσάφι.

Μια οκά μετάξι, μια οκά χρυσάφι.

Μας είπεν ακόμη μάννα ο Δάσκαλος πως ένας βασιληάς αυτοκράτορας απού τον

ελέγανε «ΗΛΙΟΓΑΒΑΛΟ» επρωτοφόρεσενε μεταξωτά ρούχα αυτός εβασίλεψεν από το 218

– 222 μ. Χ.

Οι παλαϊνοί μας γροικώ και λένε πως κάνανε ποτέ μετάξι και καλό.

Ναίσκες μια χρονέ τόκαμε η πεθερά μου τ’ Αλισαβιό η Κακαγιάνον Αηδαινα και στο

τελευταίο φύλλον απού τούδωκενε του πέταξε και το μεταξόκλαδο κι εσφάλιξενε την

πόρτα και πήγενε στη γιαλιά στο γυαλό να μαγεροβγάνει και να θερίζει. Απής αποθερίσανε

ήρθανε και πάει και ξεκλιδώνει την πόρτα τζη.

Αμπώθει την πόρτα να μπη μέσα μα δεν ανοίγει. Τα κουκούλια επεταχτήκανε γύρου

– γύρου και στην πόρτα αποπίσω στσι παραστάτες και εις τα κλαδιά κι εφράξανε από μέσα

την πόρτα του σπιθιού σαν τον «περάτη». Πολλές φορές τση τόχω ακουστά να το λέει.

Δυο λογιώ μετάξι θα κάμω φέτος. Ένα κεντηνάρι κουκούλια είχα βαρμένα (100

κουκούλια) και βγήκαν ούλα ψυχαρίδες και ζευγαρώσανε. Επήραμενε και ξενικό

μεταξόσπορο μια «δακτυλήθρα» (είδος μέτρου για το μεταξόσπορο).

(Σημ. ο αναγνώστης θάδενε μεταξόσπορο και μεταξοσκούληκα και κουκούλι και

ψυχαρίδα. Να μας γράψει πως γίνεται στο κουκούλι μέσα ο μεταξοσκόλικας πουλάκι και

πετά).

ΨΗΛΕΣ ΜΟΥΡΝΕΣ

Σκέφτωμαι το και κείνο να το φύλλο πως θα το μαζώνω φέτος; Οι μουρνές μας είναι

ψηλές και λίγο φύλλο φτάνω από κάτω ζαλίζομαι και ν’ ανεβώ απάνω και δεν ανεβαίνω

ακροπονείμε κι ο κόκαλός μου.

Το Δεσποινιό σου νάναι καλά τσ’ απηλογάται το Καλλιό απού θα το μαζώνει κι απού

το ψηλότερο κλαδί και θα το κουβαλεί να το μεγαλώσετε.

Εγώ μάννα θ’ ανεβαίνω στα κορφάλια απού δεν ανεβαίνει το Δεσποινιό μας αν τήνε

ξανακάμεις άλλη μια φορά κιόλας. – Σ’ άλλους τόπους είναι γροικάς μικρά τα δεντρά και

κόβγουνε τα φύλλα με τα κλαδιά μαζύ και τα πετούνε του μεταξού.

Εχαλάσανε κι οι καλαμωτές μας και θέλει να τσι βουτσώσωμεν οφέτος.

Βρούλα αρτήκους, καλάμια και ορθοστάτες, έφερεν οπέρυσις το Νικολιό μου την

ευκή του Θεού νάχει αληθιερά.

Αρχοντομαθημένο λένε πως είναι το μετάξι!

-Με-τάξι τόπανε.

Θέμου μεγαλοδύναμε μου απού μάσε κυβερνάς να το σκέφτεται άνθρωπος.

Σκέψου δα Καλλιό από ένα σποραλάκι σαν τ’ αμάτι τση βελόνας να ξεπουλιάζει με

τη Νοθιά τη ζέστη μικρό μικρό σκουληκάκι ολόγδυμνο και να μην κρυγιώνει τη νύχτα να

μεγαλώνει με τσι μέρες ν’ αλλάσει ο μπογιάς του και το γδερμάτι ντου ν’ αρρωστά και να

ξαρρωστά μοναχό ντου δίχως γιατρό να φάει καλά να μεγαλώσει να κάμη το κουκουλάκι

και να σφαλυχτεί μέσα σκούληκας μεγάλος. Με τον καιρό ντου θα μεταμορφωθεί και θα

γενεί πουλάκι θ’ ανοίξει μοναχό ντου τον τάφον του σαν το «Χριστό» να βγη όξω να πετά

ώστε να βρη το ταίρι ντου να κάμουνε τα δυο ντωνε το μεταξόσπορο και να πάνε στη

μακαριότητα.

Πρέπει πως υπερηφανευτήκανε κι οι καλαθάδες οφέτος και δεν επεράσανε και με

τη βεντέμα οπέρυσις εξεπατωθήκανε τα καλάθια μας και δεν έχομενε και θα

κουβαλούμενε το μεταξόφυλλο με τη σπορόβουργια.

Και πως επεράσανε λέει Κερά Κατεριό οι αγιομισάροι στο Πανυγήρι στη Μεσσαρέ;

Και ποιος θα πάει απού το βουνό στο κάμπο και θα κακοπεράσει Καλλιό;

Ροδινισμένα ναι αποδά τα κριθάρια ντωνε, μεγάλε αγκουρίδες είναι στ’ αμπέλια

ντωνε, μαυρομαθιασμένα και ξυλομεστωμένα είναι τα κουκιά ντωνε και μας είναι ακόμη

δρουμπικάλια κι ότι κι είναι πορισμέναν απού τον αθό.

Στη Μεσσαρέ όποιοι ζούνε να μου πεις και μένα. Επαέ στο βουνό μόνο πως

μεγαλώνουνε τα χαράκια κάθα χρόνο κι οι πέτρες, παρά παίρνει το νερό κάθα χειμώνα το

χώμα γύρου – γύρου και φαίνουνται περισσότερο και πλιά μακρέ. Τα κριθάρια μας ότι και

ψηλώνουνε, τ’ αμπέλια μας ότι κι αθούνε τα σταφύλια, αγκινάρες δεν τσιτώνουν ακόμη.

Είντα ναι όμως; Το καλοκαίρι πάλι τσοι τρώει αυτούς η κάψα, το νερό λείπουνται

και μας περισσεύγει. Τα κοπέλλια ντωνε κλαίνε άρρωστα, και τώνε λένε φάε κοπέλλι μου

μα αυτά φωνιάζουνε Νανά – να κουμηθούνε.

Εμάς τα δικά μας πεινούνε και κλαίνε και τώνε λέμε κάμετε μωρέ Νανά κι αυτά

φωνιάζουνε και λένε δώσε μας Μαμά – ψωμί.

Δόξα σοι ο Θεός εμείς έχομενε την υγεία μας τον καθαρόν αέρα και το δροσερό

νερό, πολύ νερό και παστρικό και λίγο ψωμί.

Όποιος κι εν δουλεύγει και στρυφογυρίζεται λιάοτι αργαδινή απού κοιμάται

νηστικός.

Να πάω θέλω στο σπίτι να κατεβάσω τα βρουβάσταχα μα ψημένα θάναι μόνον ο

Θεός ο μεγαλοδύναμος να μάσε κυβερνά.

ΕΜΜ. ΙΩΣ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΗΣ

Χειρουργός

ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1972

Αφήστε μια απάντηση