του -ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

Α) ΑΘΗΝΑΙ
9 Μαρτίου 1919.
Η κλάσις του 1919, που ανήκω στρατολογικώς, πρόκειται να παρουσιασθεί σήμερο, για να εκπληρώσει τη στρατιωτική της θητεία. Σύμφωνα με τη διαταγή του υπουργείου των Στρατιωτικών όσοι κληρωτοί κατάγονται απο την Κρήτη μένουν ένω απο το νησί και, δεν μπορουν να κατέβουν προσέρχονται και κατατάσσονται στο Γουδί.
Κατοικώ, πριν δυο χρόνια, στην Αθήνα. Υπηρετώ ως δικαστικός υπάλληλος κα συγχρόνως, είμαι δευτεροετής φοιτητής της Νομικής.
Τα οικονομικά μου, δεν επιτρέπουν ταξίδι. Γι’ αυτό παρουσιάζομαι εδώ. Μόλις τελειώνει η σημείωση των στοιχείων μου απο τον αξιωματικό Στρατολόγο με παραλαμβάνει ένας δεκανέας που έχει συγκεντρώσει ακόμη μερικούς και μας οδήγησε στο κουρείο του λόχου. Το κόψιμο των μαλλιών με ψιλή μηχανή ειναι η πρώτη στρατιωτική φιλοφρόνησις. Μετά ο ίδιο δεκανέας, μας πηγαίνει να πάρουμε στρατιωτική στολή απέναντι η αποθήκη ειναι γεμάτη απο δίκοχα, χιτώνια, περισκελίδες, επικνημίδες, περιπόδια, άρβυλα, λινοστολές, χλαίνες και άλλα είδη ξεχωριστά σωριασμένο το καθένα. Φωνάζουν ρώτα,ά τα ονόματα μας, ύστερα μοιράζουν τα πράγματα και παίρνει καθένας όποιο του λάχει.
Υπάρχει, παρα πέρα, θάλαμος ανοικτός, αδειανός για το χατήρι μας, μπαίνουμε και μας διατάσσουν να βγάλουμε τα πολιτικά μας και να φορέσουμε τα στρατιωτικά.
Με τούτο, βγαίνουμε απο το θάλαμο. Με τούτο το θέαμα για γέλια. Του ενός τα μανίκια, πέφτουν κοντά. Του άλλου το χιτώνιο χωράει τρεις σαν αυτον. Του τρίτου η περισκελίδα ειναι μακρύτερη απο τα πόδια του 20 πόντους, τ’ άρβυλα το ένα μικρό 35 νούμερο, και το άλλο μεγάλο 45.
Προσωπικά, τυχαίνει να πάρω γαλλικό χιτώνιο απο αυτα που φορούν οι Ζουάβοι, μου φτάνει στα γόνατα, ο λαιμός του χωρά τέσσερις σαν το δικό μου και τα άλλα είναι ανάλογα. Αν πεις για το δίκοχο, σκεπάζει τα αυτά και μέρος απο το σβέρκο μου.
Εμφανίζεται ένας επιλοχίας. Του λεμε ν’ αλλάξουμε κομμάτια απο τον ιματισμό, να πάρουμε αλλα που να έρχονται, περίπου στο σώμα μας. Μας απαντά σε τόνο αγέρωχο.
-Αυτά είναι. Δεν έχουμε άλλα. Οσοι είσαστε κομψευόμενοι, να ξέρετε πως στο στρατό, δεν χωρούν τέτοια.
Τον ρωτάμε για τα πολιτικά μας, τί να τα κάμωμε. Μας λέει:
-Δε σας χρειάζονται. Μέχρι ν’ απολυθείτε θα μας πέφτουν μικρά. Επι τόπου μας δίδουν μισή κουραμάνα, κουτάλι, πιρούνι, καραβάνα, σακίδιο,προσόψιο, η σάλπιγγα βαρά συσσίτιο, παρατασσόμεθα σε γραμμή δύο δύο και διευθυνόμαστε στο καζάνι. Μερικούς μπερδεύουν τα μεγάλα ρούχα και πέφτουν άλλου δεν αφήνουν τα στενά να βαδίσουν. Ο επιλοχίας προσπαθεί να δώσει βήμα. Εμείς γελούμε, στο σημείο αυτό φτάνει ο λοχαγός. Ευθυμεί κι ο ίδιος, όπως μας βλέπει και μας λέει:Περάσετε όπως μπορέσετε.
Όλο το πρωί ασχολούμαστε να αντικαταστήσωμεν από τη στολή μας ότι δεν μας είναι βολικό. Περνώ ήδη υποφερτά και κλινοσκέπασμα καινούργιο.
Το απόγευμα κάνομε γυμνάσια σουηδική γυμναστική βηματισμούς κλίσης δεξιά αριστερά μας alt. βέβαια σ’ αυτά δεν δυσκολευόμαστε. Σχεδόν όλος ο λόχος αποτελείται από αυτό φοιτητές νομικής ιατρικής φαρμακευτικής δύο της Ριζαρίου είχαν με τα ιερατικά τους τρεις του πολυτεχνείου δύο μαθηματικοί και δυο-τρεις τις σχολής γυμναστών. Ο Έφεδρος υπολοχαγός που υπηρετεί μαζί μας είναι καθηγητής φιλόσοφος και όταν βλέπει όλους τους σπουδαγμένους λέει “μωρε εδώ είναι η ιερός λόχος”!
11 Μαρτίου 1919
Παρουσιάζεται να καταταχθεί ένας Μοναχός. Φορεί ράσο και κρατεί στη μασχάλη του τρίχινο ντορβά. Φαίνεται μεγαλύτερος ακολουθεί όμως στην κλάση μας. Ο λοχαγός θέλει να τον πειράξει του λέει ας “αφήσομαι εδώ αγαθέ την Θείαν αποστολήν και ας επιδοθούμεν εις έργα χρήσιμα”. Ο καλόγερος θυμώνει, σηκώνει το ράσο και δείχνει ένα τεράστιο περίστροφο που κρατά στη μέση του. ΄Υστερα απαντά “εμείς με αυτό κάτω στο Άγιο τάφο κρατούμε την τιμή και τα δικαιώματα του γένους και της ορθοδοξίας όλης απέναντι στους ετερόδοξους. θαρρω πώς πράγματι η αποστολή είναι θεία και δεν επιτρέπεται σε κανέναν να μας κοροϊδεύει”.
Κόκκαλο λοχαγός. Ζωντανός άντρας ο άλλος και Ρεθυμιώτης ξυρίζεται ντύνεται γίνεται στρατιώτης με εξαιρετική εμφάνιση.
20 Μαρτίου 1919
Ασκήσεις άνευ όπλου καθημερινές πρωί βράδυ κυρίως βηματισμοί που μας κουράζουν ευτυχώς δεν έχει ακόμη ζέστη τα βράδια μάλιστα έχει κρύο το συσσίτιό μας είναι καλό το πρωί μετά το εγερτήριο γλυκό τσάι μία ολόκληρη καραβάνα ρίχνουμε μέσα άσπρο νοστιμότατο και καλοψημένο ψωμί που μας δίνουν και τρώμε χορταστικά με τη διαφορά πως πάντα παίρνουμε πρώτα μία κουταλιά της σούπας διαλυμμένη σε νερό κινίνο. Πολύ πικρό αλλά υποχρεωτικό όπως είναι στη γραμμή στρατιώτες συναντούν πριν από το λέβητα του τσαγιού υδρία τον 10 ανδρών με το κινίνο ο νοσοκόμος κρατάει ένα κουτάλι καθένας που περνά πίνει την κουταλιά του και προχωράει στο ρόφημα. Είναι πολύ αστείο να βλέπει κανείς τους μορφασμούς που κάνουν οι φαντάροι μέχρι να καταπιούν αυτόν το αναθεματισμένο κινίνο. Και αν το φτύσεις αλίμονό σου σε γυρίζουν και σου ποτίζουν διπλή δόση. Τέσσερα μεσημέρια τη βδομάδα τρώμε κρέας δύο όσπρια και ένα μπακαλιάρο ή ψάρι το βράδυ, τρώμε ελαφρώτερα. Τυρί φέτα ελιές καμία ρέγγα ρύζι ή ζυμαρικά με σκέτο λάδι φρούτο δεν προβλέπει το διαιτολογιό μας.
30 Μαρτίου 1919
Το 77ο Σύνταγμα πεζικού που υπηρετούμε μέχρι τώρα φεύγει από την Αθήνα και εμείς γιάννηδες -έτσι λέγουν τους κληρωτούς- μετατασόμαστε στο 78ο. …
Τούτο το Σύνταγμα είναι από τον τόπο μου και όλοι σχεδόν Αξιωματικοί και οπλίτες πατριώτες, γνωστοί, φίλοι συγγενείς. Με τους Κληρωτούς σχηματίζεται λόχος γίνεται συστηματική στρατιωτική εκπαίδευσης και γυμνάσια όλη μέρα από αξιωματικούς και υπαξιωματικούς. Ο χρόνος από το εσπερινό συσσίτιο μέχρι το προσκλητήριο περνά σε γλέντι με λίρα και χρώμα καθαρώς τοπικό. Η φαντάροι τραγουδούν ωραίες μαντινάδες. Σημειώνω μερικές από αυτές που ακούω
“Απόψε μαύρα κατάμαυρα μαλλιά κορμί έχει τη λαμπάδα μάτια που παίζουν αστραπές γεμάτα νοστιμάδα Είχα καρδιά και πήρες τι ψυχή και λάβωσες τη κι αν είχα και ποθες φιλιά εξεθεμελιωσες τη.
Στον ψεύτη κόσμο η χαρά σαν το πουλί διαβαίνει. Σαν το νερό στον ποταμό που πάει και δεν γιαέρνει.
Αρέσει μου να περπατείς κι εγώ να σε ξανοίγω. Γιατ’ είναι το νάζι σου πολύ και το κορμί σου λίγο.
Πέρασε ξαναπέρασε σείσου και ξανασείσου. Επέσαν οι νερατζανθοί απου την κεφαλή σου.
Τα ανυπέρβλητα ριζίτικα τραγούδια χρησιμοποιούν όταν θέλουν αν εξυμνήσουν την παλληκαριά τις πολεμικές αρετές, τις υψηλόφρονες σκέψεις του Κρητικού.
Αητέ που κάθεσε ψηλά στ’ ορος το χιονισμένο τρώεις το δρόσος του χιονιού πίνεις νερό κατάκρυο…
Αποψεν εκοιμήθηκα σε μια κορφήν απάνω κι ήρθε τ’αηδόνι της κορφής κι αγγουροξύπνησέ με.
Απού τα όρη έρχομαι περίσσια κουρασμένος κι’ είδα σ’εναν ελιόπρινο στον ίσιον τ’ απο κάτω ένα βοσκός ψυχομαχεί στη μέση τω προβάτω.
Παιδιά κι ήντα να γίνηκε του Πρέβελ’ο Δεσπότης μουδε στση μέσες φαίνεται μούδε τσαναμεσάδες μουδε στα Μοναστήρια ντου το Πίσω και το κάτω
22 Απριλίου 1919.
Πάσχα έρχεται σήμερο όλοι οι παροικία των Αθηνών και μας επισκέπτεται. Μεζέδες και κρασιά που προσφέρονται σε αφθονία δίδουν κέφι και το μεγαλώνουν.
Οι Κρητικοπούλες είναι εδώ να μας ευχηθούν παίρνουνε μέρος στο γλένι, εμπνέουν τους χορευτές αυτή δείχνουν όλη τη σβελτοσύνη τους. Κάνουν ταλίμια κτυπούν τ’ ατζιά και τα πόδια τους και η σκόνη σηκώνεται σύννεφο.
30 Απριλίου 1910
Oλοι οι κληρωτοί είμαστε σε γραμμές κατ’ άνδρα. Περνά από μπροστά μας επιτροπή και κάνει επιλογή για τα διάφορα όπλα. Με διαλέγουν για το πυροβολικό. Αμέσως μας χωρίζουν όλους που θα πάμε σε αυτό και μας ειδοποιούν πώς το πρωί θα φύγουμε στη θεσσαλονίκη
ΤΟΥΜΠΑ
1 ΜΑΙΟΥ 1919
Μεσάνυχτα μας ξυπνούν. Από τα είδη που μας έχουν δώσει αφήνουν την κουβέρτα, τη φορά με χιαστί, το υδροδοχείο, την καραβάνα, ένα προσόψιο σακίδιο μπαίνουμε στη γραμμή και με βήμα εν δύο,περνούμε, κατά πλάτος την Αθήνα και φτάνομαι στο σταθμό Λαρίσης. Εκεί ξαπλώνουμε στο δάπεδο ενός υποστέγου και περιμένουμε. Το τρένο τούτο έρχεται στις έξι. Μπαίνουμε σε βαγόνια “Ιπποι 8 άνδρες 40” και φεύγουμε. Τοποθετούμαστε καθιστοί. Η στενοκοπιά είναι μεγάλη. Τα πόδια μας ενοχλούν τους άλλους, τον άλλον στεναχωρούν εμάς, μερικοί είναι όρθιοι οι άλλοι κάθονται στα παράθυρα που δημιουργούνται μικροκαυγάδες. Αναφερόμαστε σε ένα σιδηροδρομικό και εκείνος μας αποπέρνει. “Δεν ντρέπεστε νά έχετε παράπονα; Αλλοι το δρόμο της θεσσαλονίκης στρατιώτες σαν και εσάς το καμάν με τα πόδια.”
3 Μαΐου 1919
Ύστερα από δύο εικοσιτετράωρα ταξίδι, το τρένο κινείται με ξύλα, φτάνουμε πάλι.
Μπαίνουμε στη γραμμή παίρνουμε δρόμους με καλντίριμια πλατείες πλακοστρωμένες. Στενοσόκακα έχουν σπίτια με κιόσκια και καφάσια, εκκλησίες, τζαμιά και σε δύο ώρες από το σιδηροδρομικός σταθμό μπαίνουμε στον τούμπα που λέγεται “Στρατόπεδον Λ. Εμπειρίκου”. Εδώ είναι το Έμπεδο Πυροβολικού Εθνικής Αμύνης και πρόκειται να μείνουμε.
Χειρήστη εντύπωση μου έκανε η τούμπα. Εχει βρέξει πρόσφατα και η λάσπη είναι μέχρι το γόνατο. τον Χειμώνα υποφέρεται γιατί όπως μας λένε παγώνει τώρα όμως είναι απελπισία η θάλαμοι είναι από πισσόχαρτο χαμηλοί. Σκύβεις για να μπεις. άβολοι και ρυπαροί.
Αφοδευτήρια δεν υπάρχουν και χρησιμοποιούνται λάκκοι μεγάλοι, ανοιχτοί όπου αποπατούν μαζί 20 -25 άντρες.
Κάθε δύο μέρες γεμίζουν, τους σκεπάζουν με χώμα και ανοίγουν άλλους.
10 Μαΐου 1919.
Κινδυνεύουμε να αρρωστήσουμε εδώ η λάσπη σιγά σιγά μετατρέπεται σε σκόνη γεμίζει τον αέρα και την αναπνέουμε. Κάνουμε γυμνάσια πεζικού και θεωρία πυροβόλου. Τρώμε φαγητό καλής ποιότητος και άφθονο πράγμα, που μας δίνει δύναμη. Έχουμε τη στεναχώρια πώς οι κληρωτοί δεν επιτρέπεται να κατεβαίνουμε στην πολιτεία γιατί δεν ξέρουμε να φερθούμε. Έτσι μένουμε μόνιμα στο στρατόπεδο.
Προχθές κατεβήκανε δύο από μας και καθώς ο στρατηγός Ι. Καθόταν σε ένα κέντρο στον Λευκό Πύργο, πήγαν και στάθηκαν μπροστά του προσοχή και τον χαιρετούσαν. Αυτός τους ρωτά “τι θέλετε;” απαντά ο ένας
- Στο λόχο μας έκαμαν θεωρία, άμα βλέπουμε κανένα αξιωματικό από ταγματάρχη και πάνω να τον χαιρετούμε ένα στάση.
Ο στρατηγός αφού γέλασε με την καρδιά του τους είπε “και αν κάθομαι εδώ όλη τη μέρα θα στεκόσαστε και εσείς μπροστά μου να με χαιρετάτε; Βρέ μπουνταλάδες εν στάση χαιρετάνε τους ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς, μα όταν βαδίζουν”. Τους έδιωξε. Έβγαλε όμως διαταγή να μη φεύγουν από τον περίβολο των στρατώνων οι κληρωτοί.
12 Μαΐου 1919
Η Αγία Τριάδα είναι συνοικία της θεσσαλονίκης κοντά μας. Εκεί πάμε σκαστοί στο δρόμο μας συναντούμε εγγλέζικο καταυλισμό. Ζηλεύουμε γιατί Εγγλέζοι φοράνε καινούργια ρούχα τρώγουν ωραία φαγητά κονσέρβες, μαρμελάδες, γλυκίσματα που ούτε στο όνειρό μας βλέπουμε εμείς. Όπως κατεβαίνουμε δεξιά είναι το μαγειρίο τους. Σκέπτονται 4 στρατιώτες μας να τους κλέψουν και καταστρώνουν το σχέδιο οι δύο θα πάνε να τσακωθούν μπροστά στο εγγλέζικο μαγειρίο θα θορυβούν και θα μαλώνουν, ο εγγλέζος μάγειρας θα βγει να τους παρακολουθήσει. Ασφαλώς και θα απορροφηθεί καθώς θα τους κοιτάζει. Έτσι κάνουν αυτοί. Οι άλλοι δύο στρατιώτες που θα περιμένουν παρακάτω θα τρέξουν στο μαγειρίο από την πίσω πόρτα του και θα αρπάξουν ό,τι μπορέσουν.
Πράγματι έτσι έγινε έκλεψαν οι αθεόφοβοι μία χύτρα όπως έβραζε με το κρέας βοδινό. Καθώς έβγαιναν στην πύλη του στρατοπέδου. τρέχοντας με τη χύτρα συνάντησαν μία διμοιρία που ερχόταν από τα γυμνάσια τραγουδώντας:
“It is a long way to Tippereri, it is a long way to go”. Good by Pikadily farewell Laster’s square. It is a long – long way toy Tippereri but my heart rids there”.
Που πάει να πει:
“Είναι μακρύς ο δρόμος για το Τιπερέρι, είναι μακριά για να πάω εκεί. . Ειναι μακρύς ο δρομος για το Τιπερέρι, για το γλυκύτατο κορίτσι που γνωρίζω. Εχε γεια Πικαντίλλι, χαίρε πλατεία Λαστερ. Ειναι μακριά το Τιπερερι μα η καρδιά μου μένει εκεί.”
Φοβήθηκαν και σταμάτησαν αλλά οι Εγγλέζοι δέ σκοτίστηκαν.
Οι φαντάροι πήγαν στην Αγία Τριάδα, έφαγαν το κρέας και τη χύτρα την πούλησαν.
30 Μαΐου 1919
Συγκροτείται ΧΧΧ Μεραρχία για τη Σμύρνη, επιθυμώ να συμπεριληφθώ.
Έχω ακούσει τόσα για αυτήν την πολιτεία και ακόμη αν γίνει πόλεμος πρέπει να είμαι εκεί. Δεν θέλω να είμαι κουραμπιές.
Ένας ηλικιωμένος λοχείας μου λέει:
– “ξέρεις τι θα πει πόλεμος; του απαντώ
-“δεν ξέρω. Θα μάθω”.
Η μεγάλη ιδέα που γνωρίζω από το σχολείο, οι πατριωτικοί ηρωισμοί και η οικογενειακή παράδοσης, με έχουν στο βασίλειό τους. Τίποτε άλλο δεν θέλω. Ούτε να σκεφτώ γυμνάσια και ασκήσεις. Μονότονα πράγματα γίνονται καθημερινά. Ανυπομονώ να φύγουμε.
ΣΜΥΡΝΗ-ΣΕΒΔΙ ΚΙΟΪ
7 Ιουλίου 1919
Επιτέλους επιβιβαζόμαστε από το λιμάνι της θεσσαλονίκης στο υπερωκεάνιο “θεμιστοκλης” και φεύγαμε για τη Σμύρνη.
Τι τεράστιο που είναι τούτο το βαπόρι; Βλέπουμε από το κατάστρωμα στο αμπάρι, άλογα μεγαλόσωμα να φαίνονται μικρά σάν τις αίγες. Με το ίδιο βαπόρι ταξιδεύει και ολόκληρο σύνταγμα του Πεζικού. Το ταξίδι γίνεται με εξαιρετική καλοκαιρία.
9 Ιουλίου 1919
Φτάνουμε στην Πούντα, έτσι λέγεται τούτο το σημείο του τεράστιου λιμανιού της Σμύρνης. Βγαίνουμε. Μόλις τελειώνει η αποβίβασης ξεκινούμε το βράδυ Οδικώς για το Σεβδί-Κιόϊ, χωριό έξω τις Σμύρνης.
Πάει δρόμος αμαξιτός και τρένο.
Δε σταθμεύσαμε μέσα στο χωριό, αλλά ανατολικότερα από αυτό, στο Καζαμίρ, σε οικοδόμημα Γεωργικής σχολής. Αυτή η σχολή είναι στο είδος της η πρώτη της Τουρκίας. Το κυρίως κτίριο μέσα σε μικρή πεδιάδα είναι διόροφο, πολύ φροντισμένο, εφοδιασμένο με μεγάλες αίθουσες διδασκαλίας, βιβλιοθήκης ,σπουδαστήριο, γραφεία.
Νοτικά από τούτο είναι άλλο. Οι στάβλοι της σχολής. Το μισό συγκρότημα τον σταύλων είναι φτιαγμένο για αγελάδες με δάπεδο μικρής κλήσεως και αυλάκι περισυλλογής των ούρων. Οι Φάτνες είναι από πλάκες μαλτέζικες.
Το υπόλοιπο είναι πτηνοτροφείο, κονικλοτροφείο και χώρος για άλογα. Δυτικά από τις δύο αυτές οικοδομές, υπάρχει άλλη κατεργασία του γάλακτος. Έχει αίθουσες παρασκευής βουτηρου με μαρμάρινα καλύμματα. Στις τράπεζες εργασίας ειδικούς λέβητες θερμάνσεως και ό,τι άλλο χρειάζεται για την επιστημονική παραγωγή του. Επίσης διαθέτει υπόγειες αποθήκες σταθερής θερμοκρασίας, με ράφια όπου τοποθετηθείται το τυρί και ωριμάζει.
Νοτικά σε απόσταση 50μ. το υπόστεγο χρησιμοποιείται για τα γεωργικά ιπποκίνητα μηχανήματα και το χημείο.
Η μόνη ανορθογραφία σε τούτη την πολιτισμένη περιοχή είναι ένα έλος έξω από το τυροκομείο με βρώμικα στάσημα νερά, εστία δυσοσμίας, μόνιμης ακαθαρσίας και το φοβερότερο ελονοσίας.
Η Σχολή βέβαια τώρα λόγω των περιστάσεων δεν λειτουργεί. Ο λογιστής της Πάσχ. Μιχ. μου δίδει όλες τις πληροφορίες και προσθέτει ότι το ίδρυμα είναι μεν δημόσιο τουρκικό αλλά στην ουσία ελληνικής επιχείρησης. Ο Διευθυντής είναι Τούρκος, ο καθηγητής τυροκομικής Γάλλος, το άλλο διδακτικό προσωπικό Ελληνες επίσης σπουδαστές κατά των 85%.
10 Ιουλίου 1919.
Αρχίζουν θεωρίες πυροβόλου και πεζικές ασκήσεις. Οι άντρες έχουν όπλα βραχίκανα, αράβιδες, μάνλιχερ και τα πυροβόλα μας είναι ορειβατικά γαλλικά Σαίντ Ετιέν, διαμετρήματος 6,5 μ άνευ ασπιδίων.
Το προσωπικό της Μοίρας είναι από τα καλύτερα που μπορεί να δώσει ο Ελληνικός Στρατός..
Ο Διοικητής, ανώτερος αξιωματικός, προέρχεται απο τη Στρατιωτική Σχολή, 35 περίπου χρόνων, σοβαρός, λιγομίλητος, ευγενικός εργατικός, λογικός και όπως νομίζω, άψογος στη δουλειά του. Ενας απο τους δύο λοχαγούς, ο είναι Μανιάτης , απο ιστορική οικογένεια. Συμπαθής και καλοκαμωμένος άνθρωπος. Δε μένει πολύ στη Μοίρα. Μετατίθεται σ’ αλλο Σώμα. Ο άλλο λοχαγός, ειναι μόνιμος υπηρεσιακός, αιωνίως με μούτρα συννεφιασμένα. Κατσουφής και ασχημάνθρωπος.
Οι υπόλοιποι αξιωματικοί, είναι, κατά το πλείστον, της Στρατιωτικής Σχολής, πειθαρχικοί και επιμελείς, εκτελούν πιστά, οσα έμαθαν. Οταν τους μιλεί ανώτερός τους, στέκονται προσοχή, χαιρετούν στρατιωτικά και, κατεβάζουν το πιλήκιό τους όταν τους το πει εκείνος. Απαιτούν απο τον κατώτερο, να γίνονται τα ίδια. Με υποδεεστέρους των, δεν έχουν παρά μόνο υπηρεσιακές κουβέντες και καμία απολύτως οικειότητα.
Γενικά η συμπεριφορά τους είναι καλή. Βέβαια υπάρχουν εξαιρέσεις . Δεν λείπουν οι ανόητοι και το κακό είναι πως δεν το καταλαβαίνουν, κάνουν τον έξυπνο και γελοιοποιούνται.
Ενας κορόϊδευε, κατα κόρον ενα δάσκαλο, που έχουμε κληρωτό και του έλεγε με ύφος βλακώδες, “διδάσκαλε αγαθέ, τί ποιήσω κλπ”. Ο δάσκαλός έκαμεν υπομονή αμέτρητες φορές αλλά κάποτε, βρέθηκε εκνευρισμένος και του απάντησε, κοφτά, “να σταθείς να γα….σω”. Το πράγμα, έλαβε διαστάσεις και θα έπαιρνε μεγαλύτερες, αν ο συνετός διοικητής δεν προλάβαινε.
Αλλος, διατάσσει ένα στρατιώτη “σήκω πάνω, κάτω κάτω”. Ο στρατιώτης υπακούει στη αρχή μα ύστερα όμως δυστροπεί. .Ο ανθυπολοχαγός, τον πλησιάζει να τον βάλει δια της βίας να κάμει την κίνηση. Ο στρατιώτη, που επιτίθεται και τον χτυπά. . Πήγαν στο Στρατοδικείο, με αποτέλεσμα να αθωωθεί ο στρατιώτης.
Ενας Έφεδρος αξιωματικός, υπηρετεί στη Μοίρα ο υπολοχαγός Π. Ειναι διαχειριστής και ως πολίτης, λογιστής. Εγκυκλοπαιδικά μορφωμένος, εχει περισσότερη απο τους μόνιμους, πείρα της ζωής είναι ομιλιτικός και ευχάριστος.
Δεν ξερω πολλά πράγματα αλλα, όπως διαπιστώνω απο τη συναναστροφή μου τους αξιωματικούς της Σχολής, φρονώ, πως η μορφωσις που παρέχεται σ’αυτήν ειναι ελλειπής. Η καλλίτερη μονομερής. Μαθαινουν στρατιωτικούς κανονισμούς, ασκήσεις, πειθαρχία. Ισως και κάποια στατιωτική αγωγή. Αλλα αυτά δεν αρκούν, να κάμουν τον στρατιώτη να τους σεβασθεί. Για να γίνει αυτό πρέπει ο αξιωματικός, να έχει άμεμπτη συμπεριφορά. Ο στρατιώτης, σέβεται και υπακούει τυφλά, πραγματικώς, το αξιωματικό του, οταν τον εκτιμήσει σαν άνθρωπο ανώτερο απο τον εαυτό του, στην ουσία όχι σαν τύπο. Τοτε η πειθαρχία, είναι αδιατάρακτη. Με το “προσοχή” και το “Ανάπαυσις” η πειθαχία είναι μηχανική, ανατρεπόμενη σε πρώτη ευκαιρία.
Οι αξιωματικοί, έχουν ενοικιάσει σπίτι, στο Σεβδί-Κιοϊ και μένουν τις νύκτες, πλην εκείνων της υπηρεσίας, που διανυκτερεύουν εδώ.
Στο στρατόπεδο, κοιμάται, μόνιμα ένας λοχαγός κτηνίατρος . εκτελεί την υπηρεσία ολης της Μεραχίας. Θα ειναι ως 60 ετών, καλοφαγάς, καλοπιοτής, φιλόσοφος. Καβαλάει ενα γέρικο άλογο, του εχουν διαθέσει κτηνονοσοκόμο με την ίδια νοοτροπία και, περιφέρονται συνεχώς αχώριστοι. Είχαν κι ενα σκύλο στην παρέα τους, αλλα κάποτε έφαγε το συσσίτιο του νοσοκόμου, αυτός του έβαλε νέφτι στον πισινό και τον έκαμε να εξαφανισθεί δια παντός.
Γιατρό δεν έχουμε. Τη σχετική υπηρεσία, εκτελεί υγειονομικός αξιωματικός που έρχεται απο άλλο σχηματισμό.
Αυτά για τους αξιωματικούς της Μοίρας. Οι στρατιώτες είναι απο όλη την Ελλάδα. Στερεοελλατίδες, Πελλοπονήσιοι, Θράκες, Μακεδόνες, Ηπειρώτες, νησιώτες. Και εξ Κρητης, ολοι ανεξαιρέτως νεοσύλλεκτοι της κλάσεως του 1919. Σε τούτους δεν επιτρέπεται έξοδος απο το στρατόπεδο ούτε εδώ. Και τον καιρό που δεν έχουμε γυμνάσια, χρησιμοποιούμε σε διάφορα παιχνίδια, λέμε ιστορίες και παραμύθια., μερικοί διαβάζουν, άλλοι γράφουν.
Μεσα στους πεντακόσιους άνδρες της Μοίρας υπηρετεί ένας, που μου κάνει εντελώς ξεχωριστή εντύπωση . ασθενικός με μαύρα χαρακτηριστικά, ψηλός μορφωμένος. Δυστύχημα είναι, η ασυνήθιστη συστολή, του, ο αιώνιος συλλογισμός του. Η ευγενική του φυσιογνωμία πολλές φορές, παρουσιάζει την πίκρα του θανάτου.
Στην Τούμπα γνωριστήκαμε πρώτη φορά. Μου είχε πει πως είναι τραπεζιτικός υπάλληλος . Εδώ έχουμε περισσότερη ώρα για κουβέντα και προσπάθησα να μάθω τί είναι ‘αυτό που τοσο τον απασχολεί.
Εκείνος, με τα πολλά, μου είπε την ιστορία του.
Ζουσε ευτυχισμένος με την οικογένειά του, σ’ ενα νησί των Κυκλάδων. Είχε πατέρα, μητέρα, μεγαλύτερη αδελφή. Στα 18 του χρόνια, μπήκε στη ζωή του μια κακή γυναίκα. Αυτή τον έκαμε δυστυχισμένο. Του απεκάλυψε οικογενειακό του μυστικό. Μπορεί να μην είναι αληθινό, όμως το πίστεψε και είναι αφορμή, να μην γνωρίζει τώρα, τους πραγματικούς γονείς του.
Δηλαδή, του είπεν αύτη η ανελέητη , οτι, μητέρα του, δεν είναι αυτή που του λέγουν,αλλα και του εξήγησε. Όταν πραγματική του, μητέρα, ήταν 20 ετών, έμεινε έγκυος σ’αυτόν απο κλεψιγαμία. Η μητέρα της, για να την καλύψει αφού συνεννοήθηκε το σύζυγό της και πατέρα της κόρης της, ισχυρήσθη πως η ίδια είναι έγκυος, είχε ανώμαλη εγκυμοσύνη, έπρεπε να πάει στην Αθήνα. Πήρε την έγκυο θυγατέρα της κι έφυγαν απο το νησί. Στην Αθήνα, έλειψαν κάμποσο, μέχρι που η θυγατέρα γέννησε τούτον το στρατιώτη. Τότε γύρισαν στο χωριό τους, είπαν το πράγμα όπως το ήθελαν, οτι, δηλαδή, η γριά ήτα η μητέρα του μικρού που έφεραν, έτσι το καταχώρησαν και στα χαρτιά του Δήμου.
Η κακούργα φιληνάδα, διαπίστωσε το αντίθετο, απο μια ασυνείδητη νοσοκόμα και, χωρίς να φοβηθεί το Θεό, τόπε στο αθώο κι έντιμο παιδί κι έτσι, κατάστρεψε, την ευτυχία του, και τη γαλήνη, μιας ολόκληρης οικογένειας.
Ιδιαίτερα, ο στρατιώτης, το πήρε πολύ βαρύ. Δεν μπορεί να το βγάλει το μυαλό του. Νομίζει πως το γνωρίζει ολος ο κόσμος, τον παρακολουθεί με περιφρόνηση και σκέπτεται “να ενας νόθος”.
Αγωνίζομαι να τον πείσω με λογικά και ορθά, όπως τα νομίζω, επιχειρήματα, οτι το πράγμα δεν μπορει να ειναι αλήθεια, ουτε πρέπει να έχει τόση εμπιστοσύνη στα λόγια ενός ή δύο γυναικών, δεν τις πιστεύει κανείς, οτι αυτόν εκτιμά και σέβεται ο κόσμος , ασχέτως με την προέλευσή του. Και στο κάτω κάτω, αν η ζει στο χωριό του είναι ανυπόφορη, μπορεί να μετατεθεί στη Αθήνα, όπου θα ζήσει ήσυχος και άγνωστος εν μέσω αγνώστων.
Εκεί, που μου φαίνεται, πως κάτι πέτυχε, αυτός με γυρίζει απο την άκρα, σαν να μην έχουμε μιλήσει καθόλου.
Πολύ ανησυχώ για το τέλος αυτού του εξαιρετικού ανθρώπου. Τα πράγματα όπως είναι γνωστό, εχουν την αξία που του δίνομε εμείς και οχι την πραγματική τους. Και η σκέψη οτι θα γίνει πάθος, διώχνει τη λογική.
Υπάρχει καντίνα, στρατιωτική, δίπλα μας, και μπορείς, να προμηθευθείς, απο αυτη τρόφιμα, γκαζόζες , γλυκά κουταλιού, σοκολάτες, ξηρούς καρπούς, τσιγάρα, όλα φτηνότατα. Με μια δραχμή, παίρνεις 8 σοκολάτες ή ένα μικρό πακετάκι τσιγάρα, ή δέκα παξιμάδια , ή 50 δράμια σαλάμι. Ενα κουτί σαρδέλες σουηδικές, έχει 70 λεπτά, μια κονσέρβα κορν μπιφ 80 λεπτά, ενα μεγάλο κουτι 24 τσιγάρα Καραβασίλη, 1.80 δραχμές.
Στην αρχή μπορούσες να πιείς και από ένα ποτηράκι κονιάκ ή ούζο, προς 20 λεπτά, αλλά έγινε κατάχρησης,μέθυσαν μία βραδιά μερικοί στρατιώτες, χτυπηθήκαν κ και απαγορεύτηκε παντελώς οι χρήσεις είναι οινοπνευματοδών ποτών.
1 Αυγούστου 1919
Επιτρέπεται να πηγαίνουμε στο Σεβδί-Κιόϊ όταν δεν έχουμε υπηρεσία. Το χωριό είναι όλο γενικώς Ελληνικό. Εχει δύο εκκλησίες και σχολή αρρένων και θηλέων . Υπάρχει λοχος της “προόδου” λεγόμενος που δίδει ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις κάνει συγκεντρώσεις και πρωτοστατεί σε κάθε θρησκευτική εθνική φιλανθρωπική κίνηση. Είναι. πλούσιο χωριό κόμματα κτήματα του καλλιεργημένα, λιπασμένα. Συγυρισμένα με την τελευταία λέξη της επιστήμης τ’ αμπέλια ακόμα σταφίδα σουλτανιά είναι χαρά θεού και τα ελαιόδεντρα κλαδεμμένα με τρόπο που να είναι δυνατοί η συλλογή του ελαιοκάρπου από το έδαφος με τρίποδες σκάλες.
Οι Σεβδικιώτες είναι παλικάρια. Πάντα το χουν αποδείξει. Στα 1821 πολέμησαν στους πολέμους 1912-1913 και στο πρόσφατο παγκόσμιο πήγαν στον Ελληνικό Στρατό εθελοντές. Είναι φιλόξενοι. Τα κορίτσια τους είναι ωραία και ευγενικά. Γνήσιες ελληνοπούλες κάνουν παρέα με στρατιώτες και τα σπίτια τους είναι ανοιχτά για αυτούς καλούς ή κακούς. Βέβαια, τούτο είναι μεγάλη καλοσύνη γιατί υπάρχουν μερικοί αδιάντροποι πολλές φορές δεν δείχνουν τον απαιτούμενο σεβασμό και κάνουν κατάχρηση των καλών διαθέσεων που έχουν οι Σεβδικιωτεςγια όλους μας.
Η αλήθεια είναι οι Κρητικοί πως είναι άψογοι στη συμπεριφορά τους. Είναι υπερήφανοι και δεν πηγαίνουνε διόλου σε σπίτια. Μα κι άν πάνε συνηθισμένη από τον τόπο τους σέβονται το περιβάλλον. Οι Σεβδικιώτες έχουν να το κάνουν.
Καφενεία υπάρχουν κάμποσα στο Σεβδι-κιοϊ. Το πιο πρωτότυπο είναι του μπάρμπα Ηλία στην νοτική πλευρά. Αυτός πουλά μόνο ούζο. Το σήμα κατατεθέν του καταστήματος είναι ένα είδος μεζές κατασκευασμένος από πολτό ντομάτας δεμένο σφιχτότερα από το κοινό και βρασμένο με λαδόξυδο. Ταιριάζει πολύ με το ούζο και δημιουργεί πελατεία.
15 Σεπτεμβρίου 1919
Η Μοίρα παρελαύνει μπροστά στο επιτελείο της Μεραρχίας. Κάνει εντύπωση το ωραίο παράστημα των ανδρών και υψηλή στάθμη της εκπαιδεύσεως των. Έχουν κάνει εξ ολοκλήρου το καθήκον τους στην εκπαίδευση των ανδρών η όλη η εμφάνισής τους είναι άψογη.
16 Σεπτεμβρίου 1919
Ένα στρατιώτης σηκώνεται το πρωί και θέλει να σκοτωθεί. Δεν βλέπει. Το βράδυ κοιμήθηκε καλά. Μαζεύονται γιατρός και νοσοκόμοι, προσπαθούν να τον παρηγορήσουν αλλά αυτός φωνάζει “το φως του το φως του”. Τον φεύγουν για τις Σμύρνη. Εκεί διαπιστώνεται η τύφλωσις. Όλοι συγκινηθήκαμε. Εγώ μάλιστα δεν κοιμήθηκα όλη τη νύχτα και τα τσακάλια που ουρλιάζουν κάθε βράδυ εδώ και τις άλλες φορές με νανουρίζουν άποψη μου φαίνονται απαίσια ενοχλητικά και με εκνευρίζουν. Ο Στρατιώτης είναι πολύ φίλος μου.
10 Νοεμβρίου 1919.
Η Μοίρα πρόκειται να πάει σε προκάλυψη. Τα πάντα ετοιμάζονται. Χαίρομαι για αυτό.
ΑΓΙΆΣΟΥΛΟΥΚ -ΑΖΙΖΊΕ
25 Νοεμβρίου 1919.
Το πρωί επιβιβαζόμαστε στο σιδηρόδρομο που περνά δίπλα μας προς Αιδίνη. Συναντούμε τους σταθμούς Τουρμπαλί Τριάντα Αγιασουλούκ και το απόγευμα είμαστε στο Αζιζιέ. Αριστερά απο το χωριό τούτο και πριν μπούμε σε αυτό καθώς πηγαίνουμε από τη Σμύρνη ακριβώς την έξοδο της σήραγγας που άρχιζε από το Αγιασουλούκ και τελείωνε εδώ. Κατεβαίνουμε. Πάνω από τη σύραγγα είναι βουνό ανεβαίνουμε καταβληζόμαστε και πιάνουμε θέσεις με τα πυροβόλα μας στραμμένα προς τα Σώκια που κατέχονται από Ιταλούς, οι οποίοι αφήνουν τους Τούρκους να ενοχλούν την Ελληνική ζώνη.
15 Δεκεμβρίου 1919.
Σιγά-σιγά αντιλαμβανόμαστε πως η νέα θέση μας κάθε άλλο είναι παρά μέτωπο. Κανείς δεν τολμά να διαταρράξει την ησυχία μας. Επιδειδόμαστε εις το να κατασκευάσουμε ξεροπέτρινα σπιτάκια και να επιδιορθώσουμε άλλα που είχανε κτισει το 78ο Σύνταγμα. Αυτό ήταν πρωτύτερα από μας στον τομέα. Το Αζιζιέ είναι μικρό αλλά ωραίο και εύφορο χωριουδάκι. Έχει ελαιόδεντρα, οπωροφόρα αμπέλια, κτηνοτροφία.
Η εγκατάστασης μας είναι πολύ καλή στα σπιτάκια. Το κάθε ένα χωράει 6-8 στρατιώτες και όπως είναι χτισμένα ή στο Πρανές του λόφου από τη βορινή τους πλευρά λίγο εξέχουν του εδάφους.
Από τη Νοτική έχουν τις πόρτες. Είναι ζεστά και δεν βάζουν νερό. Στεγάζονται από ειδικό αδιάβροχο χώμα (λεπίδα) που υπάρχει εδώ σε μεγάλη αφθονία. Το μέρος έχει πολλές βροχές και θα ήταν δύσκολο να ζήσει κανείς χωρίς αυτά.
20 Δεκεμβρίου 1919.
Ζητώ και παίρνω άδεια για το Αγιασουλούκ. Είναι ο προηγούμενος από το Αζιζιέ σταθμός του σιδηροδρόμου. Πέντε χιλιόμετρα πριν. Όταν ερχόμαστε με το τρένο είδα ερείπια ασυνήθιστα και ένα κάστρο. Έχω υπόψη μου πως κάπου εδώ ήταν η παλαιά Εφεσος σπουδαιωτάτη πόλης της αρχαιότητος και των βυζαντινών χρόνων. Πηγαίνω. Κατα καλή μου τύχη βρίσκω τον ιερομόναχο της Μητροπόλεως Εφέσου, Ιερόθεο Μ. Και εκείνος μου εξηγεί πώς Αγιάσουλούκ είναι παραφθορά των λέξεων Άγιος Θεολόγος. Στο μέρος που στα ερείπια του ναού είναι γεμάτα από τοιχογραφίες μερικές από τις οποίες διακρίνονται οι εκκλησία κτίστηκε από τον Ιουστινιανό.
Υπάρχουν πολλά χαλάσματα εδώ αλλά το Αγιάσουλουκ δεν είναι όπως νόμιζα η παλαιά Έφεσος. Εκείνη είναι δυτικότερα και δεν μπορούμε να πάμε. Βρίσκεται στην Ιταλική ζώνη.
Το Αγιασουλουκ είναι σήμερο ένα μικρό ελληνικό χωριουδάκι με αμπέλια οπωροφόρα δέντρα και πολλές συκιές. Δεν έχει κανένα κέντρο. Το μεσημέρι τρώμε στο σιδηροδρομικό σταθμό εγώ το σιτηρέσιό μου και ο Ιερόθεος συσσίτιο από το λόχο φρουράς. Τέσσερις το απόγευμα περνά το τρένο πληρώνω 21 γρόσια όπως και το πρωί και γυρίζω στο Αζιζιέ.
25 Δεκεμβρίου 1919.
Χριστούγεννα. Προπωλού μας διάβασαν στην Ημερήσια Διαταγή πως όποιος στρατιώτης θέλει αλληλογραφία με κορίτσια από τη Σμύρνη μπορεί να γράψει στο σύλλογο
“ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΣ ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΟΥ “. Λαϊκών κέντρο φασουλα Σμύρνη”.
Έγραψα. Σήμερα έχω την απάντηση. Είναι από μία Σμυρνιοτοπούλα. Χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο “Δάφνη”. Το γράμμα όπως είναι διατυπωμένο προϋποθέτει επιστολογράφο με μόρφωση και πατριώτη.
Αρχινά ύμνο για τον Έλληνα πολεμιστή. Αυτός δεν είναι οποιοσδήποτε οπλοφόρος αλλά είναι πάντοτε ο απαράμιλλος μαχητής της ιδέας. Πολεμά για να κατακτήσει και να υποδηλώσει λαούς αλλά για να τους απαλλάξει από τη σκότη της αμάθειας ή να ελευθερώσει τον εαυτό του και τους αδελφούς του από τους ξένους ζυγούς. Και πάντοτε σκοπός του είναι η ηθική και το δίκαιο”. Για την Κρήτη ιδιαίτερη μνεία. Αναφέρει το προελληνικό πολιτισμό της το αρχαίο μεγαλείο της. Φτάνει στις αμέτρητες επαναστάσης της, όλες οι απεγνωσμένες και σκληρές γιατι στρέφονται εναντίον μεγάλων Αυτοκρατοριών όπως η Ρώμη η Βενετία η Τουρκία και είναι μόνη της. Αλλά ποτέ δεν διστάζει ούτε φοβάται. Καταλήγει στον “Ελευθέριο Βενιζέλο”Είναι ο μεγάλος της εποχής μας. Ο σταλμένος από τη θεία πρόνοια στη νέα Ελλάδα να τη βγάλει από την αθλιότητα και να τη μεγαλώσει να κάνει να χτυπήσουν πάλι Χριστιανικά τα σήμαντρα της Αγίας Σοφίας”.
Στο υστερόγραφο σημειώνει το θεωρώ τιμή και ευχαρίστησή μου να αλληλογραφώ με ένα παιδί της κρήτης”.
Μαζί με το γράμμα λαμβάνω δέμα με διάφορα γλυκίσματα και τα μοιράζω στους φίλους.
Η ζωή περνά ήσυχη και χωρίς επεισόδιο. Όπως χιονίζει αυτές τις μέρες συνεχώς ξεχιονίζουμε τα καλύβια μας και το κρύο είναι αρκετά δυνατό. Παίρνω σχεδόν κάθε μέρα εφημερίδες περιοδικά δέματα και επιστολές από τη Δάφνη η οποία με υποχρεώνει. Πολύ ασχολούμαι να τις απαντώ στην αλληλογραφία αυτή αναλύουμε όλα τα θέματα που μπορεί να συναντήσει κανένας στη ζωή του και τα γράμματά μας είναι ολόκληρες εφημερίδες. Δεν είναι πολύ να πω πως με αγωνία περιμένω το ταχυδρομείο να δω τι μου στέλνει κάθε μέρα η υπέροχη αυτή ελληνίδα.
30 Δεκεμβρίου 1919.
Νοτική πλευρά του βουνού μαζεύει όλο τον ήλιο του χειμώνα. Μία στιγμή να βγει μπαίνει στις εγκαταστάσεις μας και μας ζεσταίνει. Αλλά η θέρμανση δεν υπάρχει.
Εν τω μεταξύ διατηρείται η ίδια ζωή. Μόνιμος ψυχαγωγία είναι τα έντυπα και τα γράμματα από τη Δάφνη.
Αλήθεια είναι μεγάλη υπηρεσία που προσφέρει στο στράτευμα το άξιο “Σωματείο της Μικρασιάτιδος Αδελφής του Στρατιώτου”.
Σε κάθε σώμα ή σχηματισμό έχει στρατιώτες αλληλογραφεί στέλνει έντυπα δέματα από μάλλινα και διάφορα άλλα χρήσιμα είδη για όλους.
1 Ιανουαρίου 1920.
Ο καιρός περνά κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Ζούμε στο βουνό του Αζιζιέ ανενόχλητοι τις ελεύθερες ώρες μας τραγουδάμε ποιήματα στρατιωτικά ωραία που μάθαμε σαν τούτο.
Μέσ’ απ’τη φλόγα του Πολέμου Γλυκειά μ’ αγαπη και καλή Με τα γοργά φτερα του ανέμου Σου στέλνω ολόθερμο φιλί.
Κι όταν θαμαι πιο μακριά σου θέλω εμένα να θυμηθείς και να ζω μεσ’ τα όνειρά σου Σαν θα γέρνεις να κοιμηθείς.
Η Αυγούλα δες πως προβαίνει και ελπίδες κι άνθη κρατά και η Διάνα γλυκά σημαίνει ταρατίρα -Τάρι-τα.τα-τα.
Στις εορτές της πρωτοχρονιάς τα δώρα της “Μικρασιάτιδος Αδελφής του Στρατιώτου” είναι πάρα πολλά και πλούσια. Μάλλινα κάλτσες φανέλες κασκόλ και άλλα. Τέσσερα μεγάλα κιβώτια παραλαμβάνουμε από το τρένο. Μερικά βιβλία και περιοδικά συμπληρώνουν την αποστολή.
Η Δάφνη σε ένα γράμμα της μου τονίζει πως δεν είμαστε μόνοι μας. Η ευγνωμοσύνη και η έγνοια του έθνους μας συντροφεύουν όπως κι αν είμαστε όπου κι αν είμαστε. Και ιδιαίτερα η δική της στοργή και η εκτίμηση είναι πάντα μαζί μου.
Η πρωτοχρονιά σήμερα. Ο καινούργιος χρόνος αρχηνά με δυστύχημα. Ο ημιονιγός Κ.Σ, είναι σταυλοφύλακας πάει να ξεμπερδέψει ένα μουλάρι που έχουμε επιτάξει. Όμως καθώς πλησιάζει πίσω του και σκύβει αυτό του δίδει μία κλωτσιά στο κεφάλι και τον αφήνει επιτόπου. Περνά το τρένο των μεταφέραμε στο χειρουργείο αλλά δυστυχώς μόνο για να διαπιστωθεί ο θάνατός του.
Έχουμε μουλάρια διπλής προελεύσε. Τα περισσότερα πήραμεν από το Γαλλικό στρατό αλλά σήμερα και καλόβολα. Τα άλλα είναι από επίταξη ελληνικά. Τούτα όλα είναι δύστροπα και άγρια
Ένα μάλιστα πάρα πολύ τόσο που για να το πεταλώσουν το βάνουν κάτω 8 έως 10 άντρες. Ο επιλοχίας πεταλωτής μία μέρα έμπηξε δύο ξύλα σε ένα τοίχο πέτρινο. Στην περιοχή είναι πέτρες πολλές, σπίτια χτισμένα από αυτές και διαχωρίσματα περιουσιών.
Τα ξύλα αυτά μόλις χωρούσαν στο χώρο που ήταν μεταξύ τους το μουλάρι. Το ξεπετάλωσε και το βαλε με τα οπίσθια προς τον τοίχο. Το γαργαλούσε στην κοιλιά και αυτό κλωτσούσε στον πέτρινο τοίχο.. όπως ήτανε φυσικό πόνεσε πολύ με τις πρώτες κλωτσιές καθώς τα πισίνα του πόδια χτυπούσαν να δυνατά γυμνά της πέτρες .Υστερα κλωτσούσε με λιγότερη δύναμη. Και στο τέλος έπαυσε να κλωτσά. Του έβαλε μετά πίσσα στα πόδια μέχρι που θεραπεύτηκαν οι πληγές. Αλλά φοβότανε πλέον να κλωτσήσει. Πάντα περίμενε πώς πίσω του υπάρχει ο πέτρινος τοίχος.
6 Ιανουαρίου 1920.
Η ημέρα των θεοφανείων. Και τούτη θα περνούσε όμως όπως και οι άλλες αν δεν ερχόταν ο Μαλατέζος άνθρωπος υπόπτου εξωτερικού. Έχει τρυπήσει τη μύτη μίας μεγάλης αρκούδας έχει περάσει ένα σιδερένιο χαλκά. Της έχει βγάλει τα δόντια, την τραβά. Την έχει μάθει να κάνει ορισμένα γυμνάσια, μαζεύεται κόσμος της φόρεσε μία ποδιά, αυτή γυρίζει και μαζεύει μόνο γρόσια, δίγρωσα και ό,τι άλλο ρίξουν οι θεατές. Για κάθε ενδεχόμενο κρατεί ο Μαλατέζος ένα κοντάρι και το κατεβάζει στην κεφαλή της όταν δεν τον ακούει.
Εντύπωση κάνει το τριγωνικό κεφάλι της αρκούδας το χονδρό σώμα της παρά ταύτα η ευκινησία της. Πιάνει ο αφεντικός της το κοντάρι από μία μεριά και ένας άλλος από την άλλη όψη ένα 80 μέχρι 2 μέτρα. Ύστερα φωνάζει. Η αρκούδα πηδά περνάει πάνω από το κοντάρι και πέφτει απαλά σαν πούπουλο στο έναντι μέρος. Πιάνει σχοινάκι που παίζουν τα παιδιά το γυρίζει με εθελοντή βοηθό. Το θηρίο δείχνει μεγάλη σβελτάδα το σχοινάκι περνά κάτω από τα πόδια του και πότε δεν το πατά. Επίσης κάνει διάφορες τούμπες χωρίς να αγγίζει το έδαφος τα μπροστινά πόδια της.
Σε μία στιγμή λέει στο θηρίο:
-έρχονται τσέτες προφυλάξου.
Η αρκούδα πέφτει πρηνής και σύρεται με την κοιλιά. Ακόμη της λέει: “τι κάνει η βάβω για να της δώσουν κρασί; Η αρκούδα κλαίει.”πώς περνάνε το ποτάμι ή τυφλή πώς βαδίζουν οι κουτσοί; και άλλα πολύ αστεία πράγματα στα οποία πάντα καταλήγωσα απαντά. Στο τέλος λέει ο Μαλατεζος..
-“αξιότιμοι κύριοι σας ευχαριστώ πολύ. Η παράστασης έλαβε τέλος και είναι εντελώς δωρεάν.
Οι Φαντάροι σκάνε στα γέλια γιατί τους λέει “αξιωματικούς κυρίους”.
Παρά το ότι η εμφάνιση του Μαλατέζου τον αδικεί εντούτοις είναι ανάπηρος πολέμου 1912 – 1913 και έχει συστατική από το Γενικό Στρατηγείο. Παρουσιάζει χαρτί ζωμένο με τη φωτογραφία του Βασιλέως Κωνσταντίνου, την υπογραφή του και ιδιοχείρως τη φράση”εις τους γενναίους συμπολεμιστάς μου δύο ενδόξων πολέμων 1912-19″. Και άλλο που του δίδουν αναμνηστικά μετάλλια με την ονομασία των μαχών που έλαβε μέρος υπογραμμένο από του υπουργού των στρατιωτικών Ελευθέριο Βενιζέλου.
15 Ιανουαρίου 1920.
Φέρνουν μερικούς στρατιώτες για να συμπληρώσουν τα κενά στη μονάδα. Ο επιλοχίας τους ρωτά για την ταυτότητά τους και τι δουλειά έκαναν προτού στρατευθούν. Ένας δυσκολεύεται να δώσει να καταλάβουν.λεει:
-ήμουν σε κουρείο
-τι δηλαδή κουρέας
-όχι
-κάλφας
-όχι
-ταμία-
-όχι
-τι ήσουνα λοιπόν
-να πήγαινα στα κουρεία και με ξύριζαν τα παιδιά
-ποια παιδιά
-αυτά που μάθαιναν την τέχνης
-δηλαδή στα γένια σου μαθαίναν μπαρμπέρηδες
-ναι
-Μπράβο. Ασφαλώς θα είσαι γενναίος.΄
ΧΑΤΖΗΛΑΡ-ΝΥΜΦΑΙΟΝ
20 -27 Ιανουαρίου 1920
Διαδίδεται ότι φεύγουμε από το Αζιζιέ για ένα χωριό Χατζηλάρ. Βγαίνει και το σχετικό τραγούδι “τώρα πανθίζουν τα κλαριά και βγάζει γης χορτάρι φεύγει η μοίρα πυροβολικού και πάει στο χατζηλάρι”.
27 Ιανουαρίου 1920.
Πράγματι αφήνομε τα ωραία σπίτακια μας, και αναχωρούμε προς Β.Α. βαδίζομαι όλη μέρα με καιρό βροχερό. Το βράδυ καταβληζόμαστε ανατολικά του Βαϊνδυρίου, αφού περάσαμε τα Θειρα και τον ποταμό Κάϊστρο.
28 Ιανουαρίου 1920
Άμα στεγνώσαμε φορτώναμε και αρχίζαμε νέα πορεία προς Ανατολάς. Περνούμε ανηφορική χαράδρα. Δεξιά μας υπάρχουν μεγάλοι βράχοι με ποταμάκια ανάμεσά. Η χαράδρα μας βγάζει σε ωραία κοιλάδα γεμάτη σήμερα και άγρια απορροφόρα δέντρα αμπέλια και καλλιεργημένες εκτάσεις
. Δυτικά μας τρέχει γραφικότατο ρυάκι. Οι όχθες είναι πλημμυρισμένες από αγριαχλαδιές άγρια αμυγδαλιές τριανταφυλλιές. Η άγριαμυγδαλιές και ήμερες είναι σε πλήρη άνθηση φαντάζουν μέσα στο όργιο της όλλης βλαστήσεως και παρουσιάζουν τοπίο υπέροχο.
Ίσιος δρόμος μας οδηγίες της βορειοανατολικές η πορείες του όρους νυμφαίου όπου η κωμόπολις που βέβαια όπως τη βρίσκουμε δεν έχει καμία σχέση με την παλιά δόξα της ομώνυμης πόλεως. Υπάρχουν οκτώ Ελληνικές εκκλησίες και σχολεία αρρένων και θηλέων που φυτούν περίπου 500 μαθητές και μαθήτριες.
Διανυκτερεύομαι στα αντίσκηνά μας πάνω σε ένα υγρό έδαφος.
30 Ιανουαρίου 1920.
Προηγείται από μας Τάγμα Πεζικού. Είς τα χωριά Καραογλάνια και Τσομπανησιά, υπάρχουνε πληροφορίες πως φάνηκαν άτακτοι. Τα επισκεπτόμαστε. Από την έρευνα που κάνουμε με το πεζικό δεν προκύπτει τίποτα.
ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ
31 Ιανουαρίου 1920
Από τον ίδιο δρόμο που ήρθαμε γυρίζουμε πίσω. Περνούμαι βορινά του Χατζηλάρ αλλά δεν σταματούμε και, το βράδυ είμαστε στην Αγία Τριάδα ένα χωριό παράλιο μεταξύ Κορδελιού και Σμύρνης. Η Αγία Τριάδα είναι εξολοκλήρου Ελληνική.
Υπάρχουν δύο εργοστάσια από τα οποία το ένα μας χρησιμεύει να στρατονιστούμε. Διατηρεί τμήμα σαπωνοποιοίου με αίθουσες μεγάλες για την αποξήρανση του σαπουνιού στις οποίες βολευόμαστε θαυμάσια. Επίσης ομώνυμη εκκλησία βυζαντινού ρυθμού με τρούλο και σχολειό. Ένας τόπος παραθερισμού πλουσίων Σμυρνέων. Έχουν οικοδομήσει σύγχρονα σπίτια. Επικοινωνεί με τη Σμύρνη με το σιδηρόδρομο Κατσαμπά και με πλοιάριο. Απ’εδώ περνά ο αμαξιτός δρόμος Σμύρνης Κορδελιού 13 χιλιόμετρα.
.
1 Φεβρουαρίου 1920
Μεγάλες απόκριες σήμερα. Καθένας τέτοια μέρα πολύ θυμάται το σπίτι του και τους δικούς του.
Βρέχει συνεχώς και δεν ξέρουμε καμία εκδήλωση. Ούτε από τους ντόπιους. Στην Ανατολική έξοδο της αυλής του εργοστασίου που μένουμε είναι ένα κομψό σπίτι και μένει οικογένεια με μικρά παιδιά. Το απόγευμα ακούμε γυναικείες κραυγές και κλάματα. Τρέχουμε με τον έφεδρο υπολοχαγό, μας ανοίγουν μπαίνουμε και βλέπουμε ένα παιδί σε αφασία. Ο πατέρας του έχει μαγαζί στις Σμύρνη αλλά δεν υπάρχει πολιτικό τηλέφωνο να ειδοποιηθεί. Πάμε στον διοικητή μας. Εκείνος παίρνει το στρατιωτικό τηλέφωνο τη μεραρχία εκεί υπηρετεί ένα συμμαθητής του αξιωματικός αυτός στέλνει και ειδοποίεί τον πατέρα του παιδιού που έρχεται σε λίγο με αμάξι και φέρνει γιατρό. Το παιδί σώζεται και το ηθικό μας μεγαλώνει.
Οι άνθρωποι σχολιάζουν το πράγμα δεν είναι μόνο καλοί στρατιώτες αλλά και καλοί χριστιανοί.
15 Ιανουαρίου 1920.
Ένας δεκανέας από την Καρδίτσα γνωρίζεται με ένα κορίτσι και η γνωριμία δεν αργεί να μετατραπεί σε σφοδρό έρωτα. Έχουν συναντήσεις κρυφές εδώ και στη Σμύρνη .
Ο Δεκανέας λέει στο κορίτσι για τον εαυτό του πολλά. Είναι πλουσιόπαιδο σπουδαγμένος και μεγάλος επιχειρηματίας. Εμείς ξέρουμε πως είναι κατ’ επάγγελμα αρραβωνιαστικός όπου πάμε κάνει τα ίδια και τον έχουμε σιχαθεί. Υπηρετεί μαζί μας ένας επιλοχίας πεταλωτής πατριώτης του ηλικιωμένος, πρακτικός και καλός άνθρωπος ο οποίος καλεί ιδιαιτέρως τον δεκανέα και του κάνει παρατηρήσεις. Του λέει πως τα καμώματά του , δεν είναι σωστά και αυτός δεν θα θέλει να έχει αδελφή που να τη μεταχειρίζονται οι άλλοι όπως αυτός μεταχειρίζεται τα κορίτσια του κόσμου. Ο δεκαννέας υποκρίνεται. Τελειώσαν τα ψέμματα τούτη θα την παντρευτεί οπωσδήποτε. Ένα βράδυ μάλιστα φέρνει να πάνε μαζί σπίτι.
Η μητέρα του κοριτσιού έχει αδελφή ανύπαντρη πολύ καλή. Αλληλοερωτεύονται με τον πεταλωτή την παντρεύεται αυτός σαν τίμιος άντρας αλλά ο δεκαννέας αρρωσταίνει πάει στο νοσοκομείο και από κει γίνεται άφαντος.
20 Φεβρουαρίου 1920.
Η ζωή μας στην Αγία Τριάδα είναι ήσυχη και πολιτισμένη. Ο κόσμος μας σέβεται και μας εκτιμά όπως και εμείς τον προσέχουμε. Μας λένε ότι οι πιο πειθαρχημένοι και με καλή συμπεριφορά στρατιώτες που πέρασαν από το χωριό τους, είμαστε εμείς. Με άδειες πάμε στο κοντινό χωριό Μπαριακλι όλο και αυτό ελληνικό στο Κορδελιό στη Σμύρνη.
Το Κορδελιό είναι πλούσιο προάστια της Σμύρνης και λέγεται Τουρκικά Καρσιακάς. Έχει ωραίες επαύλεις, καλούς δρόμους, γραφική προκυμαία, κήπους σε εκκλησίες σχολεία Αρρένων και θηλέων. Οι κάτοικοι είναι όλοι σχεδόν Έλληνες. Υπάρχουν και μερικοί Αρμένιοι. Όλοι όμως ανεξαιρέτως μιλούνε ελληνικά. Σήμερο από το πρωί βρίσκομαι στον εξαίρετο αυτό τόπο και περιδιαβάζω. Τα κέντρα του είναι πολύ περιποιημένα και καθαρά. Κάνουμε παρέα με τον φίλο μου τον δεκαεννέα Ι.Β . Πατριώτη μου που υπηρετούμε μαζί.
Το μεσημέρι τρώμε σε ένα εστιατόριο. Από την προσφορά κατάλαβε τον γκαρσόνι από πού είμαστε. Το λέει στον διευθυντή αυτός πλησιάζει μας εξηγεί πως είναι και αυτός Κρητικός από τα Χανιά, έχει πραγματικά Κρητικό επίθετο. Γεννήθηκαν εδώ αλλά θέλει να κατέβει στο νησί όπου κατοικούσαν οι πρώτοι θείοι, πρωτοξαδέρφια και άλλοι συγγενείς του που δεν γνωρίζει. Στο τέλος προτείνει να μας κάνει το τραπέζι, πράγμα ευγενές εκ μέρους του, αλλά εμείς δεν δεχόμαστε το υποσχόμαστε να πάμε άλλη φορά και φεύγουμε.
Όταν μας αποχαιρετά μας εμπιστεύεται ότι στο Κορδελιό υπηρετεί ένας Κρητικός αξιωματικός του πυροβολικού τα έχει μπλέξει με μία Αρμενοπούλα, πολύ πλούσια και που του έχει πει ο ίδιος θα την παντρευτεί.
Το πρωί ήρθε στο Κορδελιό με πλοιάριο πληρώσαμε 4 μεταλίκια ο καθένας που κάνει ένα γρόσι (το μεταλλίκι είναι χάρτινο νόμισμα και έχει σχήμα και μέγεθος ίδιο με του δικού μας γραμματοσήμου).
Απόψε φεύγουμε με το τρένο πληρώνοντας το ίδιο ποσό περνούμε από τους Ελληνικούς συνοικισμούς Αλάμπεη, Πετρωτά και, φτάνουμε στην Αγία Τριάδα το βράδυ.
25 Φεβρουαρίου 1920
Η Αγία Τριάδα όπως είπαμε είναι παραθαλάσσιο χωριό. Έχουμε τα αποχωρητήρια μέσα στη θάλασσα. Δηλαδή από βράχο σε βράχο στερεώσαμε ξύλα, ανεβαίνουμε σε αυτά για σωματική μας ανάγκη και, τα περιττώματα δέχεται η θάλασσα.
Το πρωί καθώς πήγαινε ν’αποπατήσει ένα στρατιώτης πέφτει στις ακαθαρσίες. Τρέχουν οι άλλοι τον βγάζουν του ρίχνουνε πολλά νερά, τον πλένουν, αυτός όμως μένει λιπόθυμος, βγάζει αφρούς από το στόμα έρχεται ο γιατρός.
Αυτός ο στρατιώτης παθαίνει συχνά την αρρώστια μα έχει διαδοθεί πως το κάνει επίτηδες. Βάζει δήθεν σαπούνι στο στόμα του και αφρίζει. Ανέχεται χωρίς να παρουσιάσει αντίδραση να τον τρυπούνε με βελόνες των πισινό και στο στήθος. Επιδιώκει με αυτά να τον απολύσουν από το στρατό. Τώρα τον μεταφέρνουν στο νοσοκομείο σε ελέγχόμενη κατάσταση.
26 φεβρουαρίου 1920
Πάω με άδεια στη Σμύρνη. Βέβαια έχω έρθει κι άλλες φορές όμως κάθε φορά που επισκέπτομαι διαπιστώνω πως η πολιτεία αυτή είναι από άκρως σε άκρου ελληνική. Και πώς κατοικείται από πληθυσμό πολιτισμένο.
Οι Ελληνες της Σμύρνης είναι γλωσσομαθής, ταξιδεύουν συχνά στο εξωτερικό, έχουν όλο το εμπόριο, τη βιομηχανία την επιστήμη την τέχνη στα χέρια τους και τέλος ανεξάντλητο εθνικό και θρησκευτικό ενδιαφέρον.
Συντηρούν στην περιφέρεια της πόλεως και στα περίχωρα 55 εκκλησίες, σχολή αρρένων και θηλέων, φυτούν 20.000 Ελληνόπουλα φιλανθρωπικά ιδρύματα, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία, βρεφοκομία, συσσίτιο απόρρων με χρήματα που προέρχονται από εισφορές δικές τους, κληροδοτήματα και δωρεές πάλι πλουσίων.
Όσοι μένουν στις Σμύρνη Τούρκοι Αρμένιοι Ιουδαίοι και Ευρωπαίοι, μιλούν ελληνικά γιατί αυτή είναι η γλώσσα που επικρατεί.Οι Τούρκοι τη Σμύρνη τι λένε “Γκολιουαρ Ισμιρ” δηλαδή Ελληνική Σμύρνη.
Πρώτη μου δουλειά αναζητήσω τη Δάφνη . Στο “λαϊκό κέντρο φασουλά στη Μικρασιάτισσα Αδελφή του Στρατιώτου”. Και εκείνη σε ένα γράμμα της το ζήτησε. Μου είπαν ότι μάλλον λείπει έχει καιρό να φανεί. Με την ευκαιρία που βρίσκομαι στο κέντρο παρουσιάζομαι στη διεύθυνση και την ευχαριστώ για τα πράγματα που παίρνουμε και την ψυχαγωγία που μας δίνει στο μέτωπο η αλληλογραφία με τα μέλη του στα περιοδικά και στα βιβλία. Η διευθύντρια μου απαντά “απλώς κάνουμε το χρέος μας και μάλιστα μειωμένο”. Στεναχωρέθηκα πολύ με την πληροφορία πως η Δάφνη δεν είναι εδώ και για να λέω την αλήθεια, υποπτεύθηκα ότι στο Κέντρο σκέπτεται “καλά Ελληνα στρατιώτη σε περιποιούμαστε και σε ψυχαγωγούμε όσο καιρό είσαι στο μέτωπο αλλά δεν σου φαίνεται πως πάει πολύ να ζητάς και προσωπική γνωριμία ίσως δεν θα ταιριάζει”;
Φαίνεται να μάντεψε τη σκέψη μου η κυρία που μιλάμε και μου υποδεικνύει πως παρακάτω δεξιά όπως βαδίζουμε στο μεγάλο δρόμο του φραγκομακαλά, θα συναντήσω φεύγοντας ένα φαρμακείο. Εκεί υπηρετεί όσα μίας η αδελφή της Δάφνης. Να τη ρωτήσω.
Τη βρίσκω. Πραγματικά η αδελφή της λείπει στην Αλεξάνδρεια. Απαντά όμως στην ερώτησή μου με βραδύτητα με τα μούτρα κάτω χωρίς διάθεση. Νομίζω επιβεβλημένων να χτυπήσω μία με την άλλη τις φτέρνες των αρβύλων μου με τις εγγετρίδες θόρυβο ώστε να το νιώσουν όλοι στο φαρμακείο, να χαιρετίσω στρατιωτικά και να φύγω χωρίς να πω άλλη λέξη.
Βαδίζω στη προκυμαία. Ένας ωραιότατος πλακόστρωτος δρόμος φαρδύς περνά τραχειοδρόμος με άλογα. Το Νοτικό μέρος του είναι το εμπορικό κέντρο της πόλεως. Μεγάλα καταστήματα όπως στην Αθήνα και στα μεγαλύτερα πλούσια σε όλα τα είδη συναλλαγής. Όπως είναι γνωστό η Σμύρνη είναι το λιμάνι που έχει σε όλη τη μικρασία την περισσότερη κίνηση και από τα μεγαλύτερα της Μεσογείου.
Ύστερα από τη συνεννόησή μας συναντώ έξω από το ελληνικό φυλάκιο εδώ τον εξάδελφό μου Ιώ.Π. φοιτητή της Ιατρικής, τώρα λοχεία νοσοκόμο, που υπηρετεί από καιρό στο Στρατιωτικό νοσοκομείο της Σμύρνης. Έχει άδεια και αναλαμβάνει να με ξεναγήσει.
Θέλω να πάμε στην Ευαγγελική Σχολή.πλουσιόπαιδα πατριωτάκια μου, κορίτσια και αγόρια εχουν σπουδάσει εδώ. Ο ίδιος έχει μία μετάφραση από τον Ισίδωρο Σκυλίτση των “ΑΘΛΙΩΝ” του Βίκτωρος Ουγκώ που όπως θυμάμαι έχει τυπωθεί το 1874 εις το τυπογραφείο “Τύπος” εντός της Ευαγγελική Σχολής. Πάμε αλλά είναι κλειστά.
Λειτουργεί στην παραλία μέσα σε πολυτελέστατο οίκημα. Η είσοδος του και τα σκολοπάτια του ανεβαίνουν στο προαύλιο της εισόδου που είναι μαρμάρινα.
Εδώ ο στρατιώτης έχει δωρεάν ειδικά φάκελα και χαρτί να αλληλογραφήσει. Αυτά τα χαρτοφάκελα είναι επικεφαλίδα. Στην άνω αριστερή γωνία την Αμερικάνικη σημαία. Στη δεξιά μέσα σε ένα κόκκινο τρίγωνο και πάνω σε κυανή ταινία τα γράμματα Y.M.C.A και μεταξύ της ημέρας και του τριγώνου τα κεφαλαία γράμματα “ARMY AND NAVY YOUNG MEN’SCHRISTIAN ASSOCIATION WITH THE COLORS”.
Επίσης ο στρατιώτης έχει αίθουσα να αναπαυτεί και να διαβάσει εφημερίδα περιοδικά και βιβλία να πάρει φτηνα, να αγοράσει τσιγάρα διαθέτουν Ελληνικά Καραβασίλη βάρκα γαλλικά και εγγλέζικα λάκια, κάλτσες και ό,τι άλλα μικροπράγματα θελήσει.
Επίσης υπάρχει εστιατόριο, πληρώνεις πρώτα , ύστερα παιρνεις το πιάτο σου ο ίδιος. Κάθεσαι και τρώς ΄πάντα ομως πληρώνεις πρώτα και μετα ο ίδιος κάθεσαι και τρώς σχεδόν, δωρεαν. Αν θελεις κι άλλο μπορείς να πάρεις. Πάντα ομως πληρώνεις πρώτα και σερβίρεσαι μόνος σου.
Μετά το Σπίτι του Στρατιώτου επισκεπτόμαστε μερικούς “οίκους ανοχής”. Είναι γεμάτοι από στρατιώτες, ναύτες δικούς μας και ξένους πολίτες δεν υπάρχει τόπος προσφορότερος να είδει κανείς το πλάσμα του θεού “εν ολέθρω”.
Η δυστυχισμένες υπάρξεις που εξυπηρετούν τον πληρωμένο έρωτα η κοπέλες τραβιούνται και σπρώχνονται από τους πελάτες μεθούνται εξευτελίζονται. Μαστουρωμένες συνεχώς πέφτουν από τη μία ανδρική αγκάλη στην άλλη, το στόμα τους και το σώμα τους βρωμάνε από μακριά οινόπνευμα, τσιγάρο, χασίς. Προκειμένου να τραγουδήσουνε βγάζουν ανάρθρους λαρυγισμούς που σε ανατριχιάζουν με λίγα λόγια “Η Πάνδημος Αφροδίτη” είναι αξιολύπητη.
Υπάρχουν βέβαια τέτοια σπίτια στη Σμύρνη περισσότερο περιποιημένα. Αλλά παντού βασιλεύει για σχήμα και η ρυπαρώτης οι κατάπτωση του ανθρώπινου όντως. Τ’ αφροδίσια στην πρώτη γραμμή του πίνακα των νοσιμάτων.
Ο Συνοδός και συγγενείς μου φοιτητής λοχίας νοσοκόμος ο οποιος γνωρίζει από την υπηρεσία του, μου λέει πως τώρα η ελληνική διοίκησης προσπαθεί να βάλει σε κάποια τάξη την όλη υπόθεση. Δεν ξέρω αν θα πετύχει ξέρω όμως πως ο νέος πρέπει να έχει τα μέσα να ικανοποιεί τις ορμές του χωρίς το κοινωνικό στίγμα που λέγεται “μπουρδέλο”.
Σε συνέχεια μπαίνουμε στον κινηματογράφο. Βλέπουμε μερικές σκηνές από ένα γαλλικό έργο “Αιματοβαφές ξενοδοχείον”. Αστυνομικό. Είναι επιχείρηση ελληνική και παρά την επιμονή μας δεν πληρώνουμε.
Αφήνουμε τον κινηματογράφο προχωρούμε αριστερά προς τις ελληνικές συνοικίες της Αγίας Αικατερίνης, του Αγίου Τρύφωνος του Αγίου Δημητρίου της Ευαγγελίστριας και φτάνουμε στις μεγάλες ταβέρνες. Όπου παίρνουμε μας υποδέχο
νται μας φιλεύουν ενθύμια μας φέρονται με μεγάλοι οικειότητα σαν να είμαστε παλιοί συγγενείς και γνώριμοι. Σε ένα σπίτι κοντά στην Ευαγγελίστρια του Α. Στεφανίδη μας τραπεζώνουν και ας είναι ακατάλληλη ώρα. Έρχονται άντρες γυναίκες κορίτσια από τη γειτονιά κουβαλούν ό,τι καλό έχουν κάθε τι μαζί μας συντροφεύουν και μας διασκεδάζουν. Μας κάνουν την εξαιρετική τιμή να μας καταβοδόσουν.
Οταν φεύγουμε 100 μέτρα έξω από το σπίτι του κυρίου Στεφανίδη και είναι αλήθεια πως θαυμάζουμε την ευγένεια και την καταδεκτικότητα όλων αυτών των εξόχων ανθρώπων.
Περνάμε από την οδό Σαν Ρόκκο. Ο ξάδελφός μου έχει εδώ πρώτο θείο από τη μητέρα του και δύο εξαιρετικά κορίτσια πρώτες ξαδέλφες τη Φωφώ και την Αυριλία. Τους κάνει μεγάλη ευχαρίστηση η επισκεψή μας και μας περιποιούνται πάρα πολύ μας παρακαλούν να μεινουμε αλλά είναι η ώρα περασμένη και εγώ πρέπει να φύγω για την Αγία Τριάδα. Τα μέσα συγκοινωνίας έχουν σταματήσει ώρα 11:30 και πηγαίνω πεζός. Η απόστασης είναι 9 χιλιόμετρα.
25 Φεβρουαρίου 1920.
Τον φίλο και συμπατριώτη μου λοχεία Γ.Γ. , που ώς πολίτης είναι γλύπτης έρχεται και βρίσκει στην Αγία Τριάδα από της Σμύρνη μία φιλική του παρέα άντρες και γυναίκες. Με προσκαλεί να λάβω αν θέλω μέρος της συντροφιά. Δέχομαι ευχαρίστως.
Στο Μπαριακλι, λειτουργεί παραλιακό κέντρο που διευθύνει, γνωστός μας απο το Κορδελιό. Εκει τους πάμε, πίνουμε τα σχετικά μας και με τους ανάλογους μεζέδες, αυτοί φέρνουν μαζί τους, μαντολίνο και κιθάρα, παίζουν και τραγουδούν θαυμάσια τραγούδια όσα, ειναι τώρα επίκαιρα, όπως, “την ανθισμένη αμυγδαλιά”, το “Παρήλθαν οι χρόνοι, εκείνοι”, το Ελα πέτα εδώ στην αγκαλιά μου”, “το Νερωμένο κρασί”, “Σφίξε με δώσ’ μου κι άλλα φιλιά κι ας πεθάνω”, “θελω σαν πρώτα στην αγκάλη σου να γέρνω” κ.α.
Με τους επισκέπτες, είναι ο ζωγράφος Γ.Φ συμφοιτητής του φίλου μου Γ.Γ στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού, ο οποίος τραγουδά, εξαιρετικά, Ριγολέττο και άλλα κλασσικά. Υστερα, το κέφι μεγαλώνει και μετατρέπεται σε χορούς, καλαματιανό, τσάμικο, Κρητικούς Ευρωπαϊκους. Σιγά, σιγά, μαζεύεται όλη γη Μοίρα και ολο το χωριό, έξω απο το Κέντρο (εχει τζαμόπορτες)και παρακολουθούν το σπάνιο αυτό φαινόμενο, γλεντιού
Έρχεται η ώρα να φύγουμε και ζητούμε το λογαριασμό. Καταχωρώ αντίγραφο εδώ. Τον πληρώσαμε εγώ και Γ.Γ
- Οκάδες κρέας 4 προς γρόσια 15 την Οκά, ίσον γρόσια 60
- Ταραμάς εν όλω γρόσια 15
- Κρασί οκάδες 8 προς 4 μεταλίκια την οκά ίσον γρόσια 8
Το ολον γρόσια 83
Δηλαδή, δραχμές έξι και δέκαπέντε (6.15)!
Σαλάτες της εποχής και κρασί δύο οκάδες, πρόσφερε το κατάστημα, που επιγράφεται “Νηρεύς”, επι πλεόν του ανωτέρω λογαριασμού.
Στις 8 γυρίζουμε όλοι στην Αγία Τριάδα, τραγουδώντας. Οι φιλοξενούμενοι μας, επιστρέφουν στη Σμύρνη, με τη βάρκα του μπάρμπα – Βάγκο.
25 Μαρτίου 1920
Μεγάλη Τετάρτη και Εθνική εορτή. Γίνεται παρέλαση τμήματος της Μοίρας στη Σμύρνη. Οι άνδρες που μείναμεν εδώ, λειτουργηθήκαμε στην επιτόπια εκκλησία . ιερουοργησεν ιερεύς της Μητροπόλεως Εφέσου που εδρεύει στο Κορδελιό, και μίλησε περί της σημασίας της εορτής, απο απόψεως θρησκευτικής και πατριωτικής. Λεει πως πολλά, ευλογημένος και μας λιωνει στα πόδια μας. Οταν, η ομιλία κρατήσει, πάνω απο ένα τέταρτο εως είκοσι λεπτά της ώρας γίνεται ανιαρή και κανείς δεν τη προσέχει. Μάλιστα στην εκκλησία, που ο κόσμος ειναι όρθιος και νηστικός, περισσότερο.
Το απόγευμα είμαι υπηρεσία. Δεν βγαινω καθόλου.
27 Μαρτίου 1910
Μεγάλη Παρασκευή. Ολη τη μέρα ασχολούνται τα κορίτσια του χωριού να στολίσουν τον Επιτάφιο. Φέρνουν πολλά και ωραία λουλούδια . Αλλά, τα άνθη της νερατζιάς, έχουν την τιμιτικής τους . Συμβολίζουν την Αγνότητα και την Ελπίδα που, τόσο ταιριάζουν στο κλίμα της Θυσίας του Θεανθρώπου.
Το βράδυ , πάω στη Σμύρνη και παρακολουθώ τον Επιτάφιο της Αγιας Φωτενής. Μεσα στην εκκλησία, είναι αδύνατο να μπω. Βρισκω θέση δίπλα της, στο κατώφλι της θύρας του υποκαταστήματος της Τραπέζης Αθηνών.ο καιρός καλό. Χιλιάδες άνθρωποι στέκονται σ’ολη την έκταση που βλέπω,με αναμμένα κεράκια του Θείου Πάθους. Είναι η πρώτη μεγάλη Παρασκευή που ο ελληνισμός τη Σμύρνης, ειναι ελεύθερος. Πόσοι αιώνες, πόση προσμονή, πόσες θυσίες, πόσες τουρκικές φρικαλεότητες, χρειάστηκαν, ωσπου να’ ρθει τουτη η ευλογημένη μέρα. Και τη δέχεται ο κόσμος με χαρά, με κατάνυξη με στοχασμό.
Σε μια στιγμή, παραμερίζει το πλήθος. Κάτω απο τους πένθιμους ήχους που δίδουν οι καμπάνες , του μεγαλοπρεπούς κωδωνοστασίου, βγαίνουν απο την εκκλησία, πρώτα, τα εξαπτέρυγα με τον ιερό κλήρο, επι κεφαλής του οποιου ειναι ο Μητροπολίτης.
Εχει δεξια τον Αρμοστή, και αριστερα τον Αρχιστράτηγο. Επιτάφιος φέρεται στα χέρια στρατιωτών, ειναι περικυκλωμένος απο μαυροντυμένα κορίτσια, “τας μαυροφόρους”, που κρατουν κάνιστρα γεμάτα άνθη. Απο τη μια και την άλλη μεριά του Επιταφίου, ακολουθεί τιμητική φρουρα, πυροβολητές, με τα βραχύκαννα, υπο μάλης.
Κατόπιν έρχονται τρεις ακόμη σειρές “μυροφόρων” και ακολουθούν οι επιτελείς του Στρατηγείου, οι επίσημοι, το Χριστεπώνυμο πλήρωμα. Με αυτή την τάξη μπαίνουν στην ευρωπαϊκή Οδό. Τα αντίθετα κράσπεδά της , κατέχουν στρατιώτες του πεζικού με τα οπλα “πενθίμως φερόμενα”.
Εκατό μέτρα μπροστά σε τουτον τον δρόμο, σταθμεύει ουλαμός Ιππικού ο οποίος, μόλις βλέπει τα εξαπτέρυγα, κινείται, ωστε εις την απόσταση αυτή, να προηγείται της ολης πομπής. Και εις το τέλος της , ακολουθεί επίσημες, ουλαμός Ιππικου.
Ο κόσμος, μαζί μαζί με τον Δεσπότη και τον κλήρο, ψάλλει το “΄Ερανναν τον Τάφον” και καταλαβαίνει ο ακροατής, πως η ψαλμωδία, δεν αποδίδει μόνο ένα απλό θρησκευτικό μελος, αλλα αποτελεί το ξεχείλισμα βαθειάς ευδαιμονίας της ψυχής, υμνωδία αινέσεως προς τον Θεό για την εκπλήρωση, του προαιωνίου εθνικού πόθου. Μήπως, κείνο που μας γοητεύει απο μικρούς, “πάλι με χρόνια με καιρούς παλι δικά μας θα’ναι.”, δεν είναι, τουτη την ώρα, μια χειροπιαστή πραγματικότητα;
Η λιτάνευσις προχωρεί μεχρι τη πλατεία Φασουλά, απ’ οπου συναντουμεν άλλον Επιτάφιο, της εκκλησίας του Αγίου Τρύφωνος. Απο δίοδο, αριστερά περνάμε στην προκυμαία. Φωταγωγημένα ολα τα σκάφη που ναυλοχουν στο λιμάνι,επίσης το λιμεναρχείο, το τελωνείο. Φυσικά, και τα πολεμικά μας “ΛΗΜΝΟΣ” “ΛΕΩΝ”.
Από την προκυμαία, γυρίζουμε πίσω στην Αγία Φωτεινή, μπαίνουμε σ’ένα δρόμο αριστερά, διαστραυρώνουμε τον παράλληλο δρόμο βγαίνουμε στην Ευαγγελική Σχολή κι απο εκεί στη εκκλησία.
Σε ολη τη διαδρομή, μπαλκόνια, παράθυρα, ταράτσες, αυλές, ασκεπείς χώροι, είναι φωτισμένοι και γεμάτοι κόσμο, που θυμιάζει, και σταυροκοπιέται. Θέλει να απολαύσει με ολες τις αισθήσεις του, ενα πράγμα που ήταν για αυτόν και για τους προγόνους πολλών αιώνων, το τιμιότερο, το θελκτικώτερο, μα και το τιμιότερο όνειρο, τη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.
Η ώρα ειναι 24.00. Φεύγω για την Αγία Τριάδα, με πλοιάριο. Έχει απόψε , λογο τη βραδιάς. Προλαβαίνω κ’εδώ την περιφορά του Επιταφίου. Ο ιερεύς εξυπηρετεί και άλλη ενορα, πήγε πρώτα σ’αυτήν και ύστερα έρχετ’εδώ. Ο κόσμος, στη ίδια ψυχολογία όπως και στη Σμύρνη.
Μονο που η μονοτονία ποικίλλει, με βαρελότα και άλλα πυροτεχνήματα. Μόλις επιστρέφω στον στρατώνα, μαθαίνω τη θλιβερή είδηση, πως ο στρατιώτης Α. που είχε πέσει το Φεβρουάριο στις ακαθαρσίες των αποχωρητηρίων της Μοίρας, πέθανε στη Σμύρνη, παρεξηγημένος απο τους γιατρούς πως.. υποκρίνεται. Να φαντασθεί κανείς το λάθος των επιστημόνων και, το δράμα αυτού του ήσυχου, του σιωπηλού, του δύστυχου ανθρώπου.
28 Μαρτίου 1920
ΗΜΕΡΑ ΠΑΣΧΑ
Είμαι στην Εκκλησία της Αγίας Τριάδας, που παρακολουθούμε μαζί με άλλου, την ακολουθία της Αναστάσεως. Το “Χριστός Ανέστη”, λέει ο ιερέας, πάνω σε εξέδρα κατασκυασμένη, για τούτο τον σκοπό απο στρατιώτες. Το εκκλησίασμα, δεν είναι μονο απο την Αγία Τριάδα, ειναι και απο τα παρακείμενα χωριά Πετρωτά, Μπαριαλί, Αλάμπεη. Ψαλλομεν ολοι το τροπάριο. Ανταλλάσουν με δάκρυα ευχαριστήσεως, τον ασπασμό της Αγάπης οι Ελληνες Χριστιανοί, γιατι το σύνθημα της φετινής Αναστάσεως δεν αντηχεί, όπως άλλοτε, κάτω απο τον τρούλο μια φοβισμένης εκκλησίας, μα στη απεραντωσύνη του ουραίου θόλου, άφοβο, ελεύθερο , δυνατό, όπως είναι και η Βουλή του Κυρίου.
Μετα την εκκλησία, γυρίζουμε στη Μοίρα. Σήμερο, αντί ροφήματος το πρωί διανέμεται στου άνδρες μαγειρίτσα, το εθνικό φαί της Λαμπρής, για την ηπειρωτική Ελλάδα. . Τα αρνιά γυρίζουν στις σούβλες, Ρουμελιώτες. Ειναι , πολύ ειδικοί, για τούτη τη δουλειά. Το αρνί, το κάνουν λουκούμι.
Οι επισκέψεις αρχίζουν απο τις 10. Πρώτοι απ’ολους έρχονται οι γείτονες, κάτοικοι της Αγίας Τριάδας, με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Τους δεχόμαστε εγκάρδια. Μας έχουν και τους έχουμε υποχρεώσει. Ένας πλούσιος Κρητικός, που διευθύνει μεγάλο κατάστημα στη Σμύρνη, φτάνει με την οικογενειά του κατα τις 11. Κρατά φωνογράφο , με χορούς σε δίσκους. Συγκεντρωνόμαστε όλοι οι Κρητικοί, είμαστε απασχολημένοι στον ωραίο αυτο, προϊστορικό πυρρίχιο, απροειδοποίητα παρουσιάζεται ο αρχιστράτηγος Παρασκευόπουλος, με το επιτελείο του. Τον προλαμβάνουν ο διοικητής και οι αξιωματικοί και τον υποδέχονται. Εκεινος προχωρεί προς εμας, σταματήσαμε, και μας εύχεται. Λέει σε λίγο “Κρητικοί χόρευαν εδώ την ώρα που ήρθαμε”;
“μάλιστα” του απαντούμε.
“να συνεχίσουν”.
Ξαναρχίζει ο φωνογράφος και χορός. Ο αρχιστράτηγος, χειροκροτεί. Ο συνταγματάρχης Παγκ. , πιάνει στο χορό και κάνει μερικούς κύκλους. Υστερα φεύγουν. Καθώς απομακρύνεται ο στρατηγός, του φωνάζει ενας στρατιώτης απο που ψήνουν τα αρνιά.
-Στρατηγέ μου και του χρόνου στην Πόλη.
Ευχαριστιέται ο στρατηγός, γυρίζει, βλέπει τον στρατιώτη και του απαντά δυνατά.
-ευχαριστώ.
Μετά τον αρχιστράτηγο, ερχεται ο Διοικητής της Μεραρχίας, υποστράτηγος Α.Μ. Τσουγκρίζει αυγά με τους οπλίτες, μιλάει με τους αξιωματικούς. Ειναι στρατιώτης γενναίος και ήρεμος. Τα σιγά, τα ήσυχα λόγια του, όπως τα λέει, το διαπεραστικό βλέμμα του, κάτω απο τα μικρά γυαλιά του, έχουν τη δύναμη να δημιουργούν πειθώ. Η κάτι περισσότερο. Πίστη. Όλες τις φορές που τον βλέπω και τον ακούω, σχηματίζω την ιδέα της πολύτιμης συμβολής του στο στραύτευμα. Αν ομως δεν τον απασχολούσε το σκληρό αυτό επάγγελμα, θα είχε τη δυνατότητα να είναι μεγάλος άνθρωπος.
Μεχρι το βράδυ, συνεχίζονται οι επισκέψεις. Ωραία κορίτσια έρχονται, μάς κάνουν παρέα, μιλούν και χορεύουν μαζί μας κυρίες και κύριοι , οι πιο επιφανείς της Σμύρνης. Το βραδάκι, μας τιμά ο δεσπότης με τρεις ιερείς. Πρώτα, χαιρετούν με το “Χριστός Ανέστη”. Υστερα, εύχονται, χρόνια πολλά, ευλογούν και πηγαίνουν αλλου.
7 Μαϊου 1920
Ειναι της Αναλήψεως
Πάμε στη Σμύρνη με τον γλύπτη πατριώτη, και συνάδελφο μου Γ.Γ ν’ αποδώσουμε την επίσκεψη στους φίλους που φιλοξενήσαμε προ καιρού στο Μπαριακλί, ύστερα απο επίμονη πρόσκληση τους. Το μεσημέρι στις 12, τους βρίσκουμε μαζεμένους , στο “Σπίτι του Στρατιώτου” μαζί τους ειναι ο ξάδελφος μου φοιτητής της ιατρικής Ι. Π. Με τις εξαδέλφες του, Φωφώ και Αυρήλια. Κι ο ζωγράφος Γ.Φ κρατώντας την κιθάρα του, αρχηγός.
Με την εντολή του κατευθυνόμαστε προς τα Σχοινάδικα, κοντα στην εκκλησία του Αγίου Ιωαννου. Μέσα σε στενό δρομάκι, απαντά ο διαβάτης, μια πόρτα συνηθισμένη. Πάνω της, εχει επιγραφή, με μεγάλο, δυσανάλογο για το μέγεθός της πλαίσιο, που γράφει:
ΚΑΦΕΖΥΘΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟΝ ΤΟ “ΦΡΙΚΤΟΝ ΛΑΘΟΣ”
Έπεται και το όνομα και το επίθετο του ιδιοκτήτου.
Το “ΦΡΙΚΤΟΝ ΛΑΘΟΣ” , δεν βραδύνει ο επισκέπτης να συναντήσει. Κάθεται αμέσως μέσ’ απο την είσοδο , σε μορφή γυναίκας – εκτρώματος. Γένια αραιά, μουστάκια επίσης, ελιές μεγάλες και μικρές στο πρόσωπο, μύτη σουβλερή με κλήση προς τα πάνω, όγκος ακατέργαστος στο σύνολο, τον περιμένει να του πεί , με χοντρή και βραχνιασμένη φωνάρα.
-Καλώς ήρθατε.
Να φροντίσει να ειναι υποχρεωτική σε προσφορά καθήσματος, τραπεζιού, τραπεζομάνδηλου, και οτι άλλου χρειάζεται.
Κολακεύεται να την αποκαλούν “Κόνα Ευταλία”.
Το θύμα του ΦΡΙΚΤΟΥ ΛΑΘΟΥΣ, είναι ο σύζυγος της “Κονας”. Λεπτός, ψηλός, με μπαρμπέτες και καλλιτεχνικά φερσίματα, διευθύνει το κατάστημα και πέντε χρόνους το προσέφερα “αδιαιρέτως” με την Κόνα Ευταλία.
Η απόκτησης του καταστήματος είχε προϋπόθεση, την , δια νομίμου γάμου, αποκατάσταση της Ευταλίας. Ο Φαέθων (το όνομά του) πάντα καταδεκτικός και καλόβολος, αλλα με οικονομικά άστατα, φαίνεται, να είχε δυνατές κρίσεις απενταρίας κείνη την εποχή και αυτές ως “ενεργός αιτί”, τον έσπρωξαν εις την διάπραξη του “ΦΡΙΚΤΟΥ ΛΑΘΟΥΣ”. Τωρα, το πράγμα, τετέλεσται. Δεν υπάρχει θεραπεία και ο Φαέθων για να τιμωρήσει τον εαυτό του και να παραδειγματίσει άλλους, έχει βάλει στην ταμπέλα του μαγιαζιού του, το μοιραίο, το ανεπανόρθωτο, ίσως και το περισσότερο αξιόλογο, περιστατικό της ζωής του. Το λάθος του.
Το κατάστημα, ειναι αρκετά μεγάλο, και παρά το ότι περιλαμβάνει “αίθουσες δι’ οικογενείας’, δεν θεωρείται κακόφημο. Συχνάζουν γλύπτες, ζωγράφοι ηθοποιοί, μουσικοί, ιεροψάλτες, βαρελοποιοί, καρροποιοί σιδηρουργοί και άλλοι, που πιστεύουν για τον εαυτό τους πως διαθέτει κάποιο καλλιτεχνικό τάλαντο. Εννοείται οτι και κείνοι άνθρωποι, οπως εμείς, γίνονται δεκτοί ευχαρίστως.
Περνούμεν απο το δωμάτιο της εισόδου αυτή -περιβόλι, πάρα πολύ περιποιημένη. Δεξαμενή με χρυσόψαρα, άνθη χρωματιστά φυόμενα πάνω σε πρασινάδα, δείχνουν ωραία σχήματα και ζωγραφιές. Σ’αυτή την αυλή βλέπουν οι πόρτες των “δωματίων δι’ οικογενείας”. Μπαίνουμε στο μεγαλύτερο. Η βορεινή πλευρά του είναι εικονογραφημένη. Παρουσιάζει τον Ερωτα που σαϊτεύει κόκκινες καρδιές στα κλαδιά ενός δέντρου. Και δεν άφησε καμία ατρύπητη απο το βέλος του. Κάτω απο την εικόνα, υπάρχει σημείωσις, στην αρχαία ελληνική.
“Και σ’ ουτ’Αθανάτων φύξιμομς ουδεις ουθ’ αμερίων σε γ’ανθρώπων
Που θα πει: κανείς δεν μπορεί να σου ξεφύγει (Ερωτα) ουτε αθάνατος ουτε θνητός. Είναι σχεδίασμα του Φαέθωνος που , δεν είπαμε πως, εχει άρτια μόρφωση. Είναι τελειόφοιτος της Σμυρναίας Ευαγγελικής Σχολής.
Απο τον ανατολικό τοίχο, ειναι κρεμασμένα μουσικά όργανα, σε σειρά. Βιολι, μαντολίνο, κιθάρα,λαγούτο και 2-3 πνευστά. Στη γωνία, είναι τοποθετημένο που περιποιημένο ενα πιάνο, παλιάς κατασκευής. Και εξηγεί ο καταστηματάρχης, πως τουτο είναι προσφυλές ενθύμιο της μητέρας του μ’αυτό, η μακαρίτισσα, είναι μαθήματα μουσικής, χρόνια πολλά, στις νέες και τους νέους της Σμύρνης και καθώς θυμάται τη μητέρα την αρχοντογυναίκα, την καλλιτέχνιδα, δακρύζουν τα μάτια του.
Τη μέση του δωματίου πιάνει τραπέζι με 14 καθίσματα γύρω -γύρω, όσοι είμαστε.
Στη Β.Δ γωνία του, σε άλλο τραπέζι, τρώνε τέσσερις γυναίκες και δύο άνδρες. Τους χαιρετούμε, καθόμαστε στις θέσεις μας, τα φαγητά και τα ποτά έρχονται, επιδιδόμαστε στο έργο μας με γρηγοράδα κι ευσυνειδησία.
Λίγο αμα αρχίσαμε, έρχεται ο Φαέθων, κρατώντας στα χέρια του τέσσερα πιάτα αγριογούρουνο στιφάδο, που μας φιλεύει η γειτονική παρέα. Είναι Αρμένηδες, ενας απ’ αυτούς είναι κυνηγός, έχουν μισό στη διάθεση τους. Περιμένουν κι άλλους. Ο κυνηγός , εξηγεί.
-Συγνώμη, τα προσφέρουμε σ’ ολη την παρέα, μα, ιδιαίτερα, στους στρατιώτες. (Ειμαστε τρεις, ο Γ.Γ, ο ξάδελφός μου κι εγώ).
Εμείς, τους κερνάμε, οι φιλοφρονήσεις συνεχίζονται. Όσο πάει με την επίδραση του οινοπνεύματος, αναπτύσσεται πολύ η οικειότης, προτείνω να ενωθούμε μια παρέα, το πράγμα γίνεται σκέτο. μ’ ενθουσιασμό, χαρούμενοι, κεφάτοι.
Οι νέοι, εύκολα συναδελφώνονται. Οι μεγάλοι τους διαιρούν, τους φανατίζουν, τους βάνουν να σκοτώνονται.
Αρχίζουν οι συστάσεις. Οι άνδρες λέγονται Αχαρών και Καραμπέτ. Τα κορίτσια ειναι αδελφές των, δύο του καθενός, έχουν ονόματα, Σιρανούς, θα πεί Αγάπη, Ασιακουϊ, θα πει Ουρανία, Μαριάμ, το όνομα της Θεομήτορος και Χριψιμέ που θα πει..δε ξερω τι θα πει. Απο τους ανδρες, ο ένας διακοσμητής σε πιάτα. Ο άλλος κάνει σκαλιστά με πυρογραφίες. Καλλιτέχνες και οι δύο κι απο εκεί οι σχέσεις τους με το κατάστημα. Τα κορίτσια ειναι τελειόφοιτε της Σχολής Καλογραιών Σμύρνης.
Οι στρατιώτες, δηλώνουμε την ταυτότοτητά μας και συνεχίζουμε.
Τρώμε, πίνουμε αστειευόμαστε, γελούμε. Ύστερα πολλαπλασιάζεται η ευθυμία, οι Αρμενοπούλες τραγουδάνε, αρμένικα πατριωτικά τους, και γαλλικά. Οι δικές μας, αλλά εμείς ξέρουμε διαφορετικά απο ολα τα προηγούμενα και τα λέμε.
Τουτη την ώρα έρχεται ο καταστηματάρχης και πέρνει μέρος στην παρέα. Πριν καθήσει ξεκρεμά απο τον τοίχο το βιολί και φέρνει κι ο ζωγράφος Γ.Φ την Κιθάρα και με όση δύναμη και ικανότητα διαθέτουν χωρίς να ρωτήσουν κανένα παίζουν το θούριο του Βενιζέλου, και το τραγουδούν.
“Βενιζέλε μας Πατέρα της Πατρίδος
Βενιζέλε μας Σωτήρα της Φυλής. Κάθε πόθου μας και κάθε μας Ελπίδας Εισαι Συ Ζωή και φως και αγωνιστής.¨
Γίνεται πανδαιμόνιο, με τα χειροκροτήματα και τα ζητώ. Οι υπόδουλοι, πιστεύουν τον Βενιζέλο σαν Μεσσία, που έστειλεν ο Θεός, να τους ελευθερώσει απο τουρκική δουλεία. Απόστολος τουτου του Μεσσία, ειναι ο Έλληνας στρατιώτης.
Ετσι μας βλεπουν ο Μικρασιάτης Ελληνισμός και όλοι, που δεν είναι Τούρκοι.
Αυτος ειναι ο λόγος για το οποίο παντού όπου βρεθούμε, ολες οι συμπάθειες μας αγκαλιάζουν.
Ο Φαέθων, εκτός του οτι είναι άριστος βιολιστής, είναι και θαυμάσιος τραγουδιστής.
Σχηματίζει στο άψε σβήσε χορωδία τον Αχαρών, τον Γ.Φ. (τον ζωγράφο), τη Φωφώ, τη Σιρανούς, και τραγουδάνε τα πιο μελωδικά τραγούδια που ακούστηκαν ποτέ ελληνικά, γαλλικά, ιταλικά.
Υπάρχει ώρα που φαίνονται καλά στον άνθρωπο, όλα που τον περιστοιχίζουν. Τέτοια ώρα πρέπει ναναι τούτη , για ένα. Νομίζω όμως δικαιολογημένο τον ενθουσιασμό μου. Η σύνθεσης της παρέας είναι ανυπέρβλητη, η χορωδία της, τα όργανα της δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα απο τις καλύτερες επαγγελματικές. Μα και η απλή συζήτηση που κάνουμε ειναι συναρπαστική. Οι καλοί τρόποι, δεν βρίσκονται εύκολα.
΄Ολα τα κορίτσια, έχουν τη χάρη και τη γοητεία τους. Α εκείνη η Φωφώ, εχει θεϊκά προσόντα, τη νοικοκυροσύνη, την καλή καρδιά. Αδιάκοπα τοποθετεί πιάτα, φέρνει πετσέτες, μαχαιροπήρουνα, ποτήρια, κόβει κρέας,, προσφέρει μεζέδες, κάθε χειρονομία της είναι κομψή και το λόγια της προς όλους, πρόσχαρα και γελαστά.
Το γλέντι συμπληρώνεται με χορούς. Εκτελούνται διάφοροι ντόπιοι, καλαματιανός, τσάμικος. Κάποιος φωνάζει. Να χορέψουν οι Κρητικοί. Ο Φαέθων, ξέρει πως η δεύτερη στροφή του τραγουδιού του Βενιζέλου
“Λευτεριά για σένα, ω λευτεριά, το χάρο δεν ψηφάμε και σαν το πει ο Λευτέρης σαν πουλιά, στον Πόλεμο θα πάμε” είναι Πεντοζάλης.
Την παίζει χωρίς καθυστέρηση, την επαναλαμβάνει, χορεύουμε και ο χορός μας, δίδει συνθήματα σε εκδηλώσεις που δεν μπορώ να περιγράψω. Υστερα, το γυρίζουμε στους Ευρωπαικούς. Δεν είμαι καλός χορευτής. Τώρα πετώ.
Εννιά το βράδυ, έρχονται οι άνθρωποι που περιμένουν οι Αρμένηδες. Τρεις γέροι και δυο γριές, γονείς και θείος των. Μόλις μπαίνουν μενουν κατάπληκτοι.
Είχαν συνεννοηθεί, να φάμε το μεσημέρι, τα παιδιά στο κέντρο. Υστερα να πάνε κάπου και το βράδυ στις 9 θα μαζεύονταν να δειπνήσουν ολοι μαζί. Η τύχη όμως, είχε κανονίσει τα πράγματα αλλιώς. Ο Καραμπέτ (ο κυνηγός)τους εξηγεί. Λέει για μας. Είναι Κρητικοί. Οι νεοφερμένοι ευχαριστιούνται, τους κάνουμε μέρος, καθίζουν τους δείχνουμε το σεβασμό που επιβάλλεται, πίνουμε μαζί τους, η Σιρανούς κάνει τα καλύτερα της, ύστερα έρχεται ο Φαέθων με μπουζούκι τώρα, παίζει μερικούς ανατολίτικους γνώριμους σκοπούς, θυμούνται τα νιάτα τους, τραγουδούν και χορεύουν όπως παλιά σαν να μην υπάρχει η διαφορά του χρόνου.
Στην αρχή, μου έκαμε κακή εντύπωση το μαγαζί με τα “δωμάτια δι’ οικογενείας”, τα “καλλιτεχνικά” φερσίματα του Φαέθωνος, και τη παρουσία του ΦΡΙΚΤΟΥ ΛΑΘΟΥΣ. Τώρα έχω αλλάξει γνώμη,θαυμάζω τον Φαέθωνα, είναι πρώτης τάξεως άνθρωπος και καλλιτέχνης , και το ΦΡΙΚΤΟΝ ΛΑΘΟΣ, είναι αδιάφορο για ολα που συμβαίνουν γυρω του, απασχολημένο στο έργο του κι αυτό, του πλυσίματος και του καθαρισμού των ειδών του εστιατορίου.
Η ώρα πέρασε μονο μιάς . τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Ειδοποιείται ο καταστηματάρχης απο τη γειτονιά, πώς πρέπει να παύσει ο θόρυβος, χαιρετούμε με ευγνωμοσύνη τους φίλους που μας χάρισαν εξαίρετες αναμνήσεις και τους αφήνουμε.
Ξεκινούμε πεζοί με τον Γ.Γ κάνουμε στο Χαλκά -Μπουνάρ , σταθμό για καφεδάκι και στις 6 το πρωί με το προσκλητήριο, είμαστε Αγία Τριάδα.
17 Μαίου 1920
Κυριακή. Ο Ξάδελφος μου Ιω. Π. Ο νοσοκόμος, φοιτητής της ιατρικής, έχει ενα φίλο Τουρκοκρητικό στη Σμύρνη. Υστερ’ απο συνεννόηση μας, κατεβαίνω το μεσημέρι, συναντώμεθα και του κάνουμε επίσκεψη. Το μαγαζί του ειναι στην ανατολική μεριά της προκυμαίας κι εχει επιγραφή στην ελληνική
“ΚΑΦΕΝΕΙΟ Η ΩΡΑΙΑ ΚΡΗΤΗ
ΙΜΠΡΑΗΜ ΚΟΥΤΣΑΥΤΑΚΗ.¨
Μας υποδέχεται με φιλοφροσύνη.
Γεννήθηκε στον Αγιο Δημήτριο Ρεθύμνης, εκεί μεγάλωσε, διατηρεί αλληλογραφία με συνομηλίκους του.
Σε τουτο το κέντρο, συχνάζουν όλοι οι Κρητικοί μπέηδες που, κατοικούν στη Σμύρνη, όχι ο όχλος. Το έχει ωραία επιπλωμένο και στολισμένο. Απέναντι απο την είσοδο στο τοίχο, υπάρχει χάρτης της Κρήτης, στη τουρκική γλώσσα και δίπλα του, η γνωστή λιθογραφία των δύο ανθρώπων που ο ενας κοιλαράς με γεμάτο λίρες το χρυσό χρηματοκιβώτιο του είναι ΠΩΛΩΝ ΤΟΙΣ ΜΕΤΡΗΤΟΙΣ .
Ο άλλος που έχει ποντικούς παρέα και τραβά τα μαλλιά του με μπαλωμένο παντελόνι είναι ο ΠΩΛΩΝ ΜΕ ΠΙΣΤΩΣΙ. Και τα δύο κάδρα αυτα ως μας λέει τα έχει φέρει απο το Ρέθεμνος.
Σανιδένιο πατάρι έχει στο βάθος τ μαγαζί και εκεί βγαίνουν και φουμάρουνν το ναργιλέ τους οι πιο επίσημη και η χοζάδες αφήνει το βοηθό που στο καφενείο και μας πάει στον Άη βασίλη στον Αλή πασά Μεϊδάνη κοντά στο διοικητήριο εκεί ένας άλλος τουρκοκρητικός διευθύνει εντελώς λαϊκό καφενέ για χωρικούς και εργάτες συμπατριώτες και όλοι μαζεύονται εκεί συναντούμε πολλούς κάνουν κύκλο γύρω μας βρίσκονται φίλοι των πατεράδων μας ρωτούν με ενδιαφέρον και συγκίνηση για όλα τα πράγματα στην Κρήτη άτομα σπίτια μαγαζιά ακίνητα όσες περιποιήσεις μας κάνουν τους φαίνονται λίγες και στο τέλος άμα μιλήσαμε τρεις ώρες αποκλειστικά για την Κρήτη φεύγουμε. Μας αποχαιρεούν και μας προσκαλούν να ξαναπάμε,
20 Μαΐου 1920
Η δραστηριότητα που βλέπω στην Μοίρα προμηνύει μετακίνηση. Συμπληρώνονται οι παντοειδείς ελείψεις, απαγορεύονται όλες οι άδειες. Τα γυμνάσια γίνονται πρωί βράδυ θεωρίες και πειθαρχία μπαίνουν στην ημερήσια διάταξη. Αν έχουμε δώσει εσώρουχα εδώ έξω για πλύσιμο πρέπει να τα πάρουμε μαζί μας και τις δοσοληψίες μας να τις τακτοποιήσουμε. Το πράγμα όμως δεν στεναχωρεί κανέναν. Θα μας δοθεί ευκαιρία να γνωρίσουμε κι άλλα μέρη. Μερικοί φίλοι μου έχουν δημιουργήσει αισθηματικούς δεσμούς με κορίτσια εδώ στη Σμύρνη κάπως λυπούνται γιατί θα αναγκαστούν να τους διακόψουν. Να πω την αλήθεια και εγώ θα ήθελα να κάνω ακόμη μερικά γλέντια σαν τον προχθεσινό του Φαέθονος, αλλά με τη σκέψη πως σε μας έδωσε ο θεός το προνόμιο να ξαναφέρουμε το Γένος στην παλιά του δόξα όλη η Μικρά Ασία είναι γεμάτη από εκλεκτούς ανθρώπους σαν εκείνης της παρέας που φεύγει κάθε δισταγμός.
30 Μαΐου 1920
Ετοιμαζόμαστε για αναχώρηση, τακτοποιούνται τα πάντα ,γίνονται δοκιμαστικές φορτώσεις και εκφορτώσεις στα μουλάρια, λύσεις συναρμολογήσεις των πυροβόλων ,παίρνουμε τριών ημερών εφεδρική τροφή.
31 Μαΐου 1920 φεύγουμε οι κάτοικοι της Αγίας Τριάδας μας κατευοδώνουν. Να μας θυμάστε να μας γράψετε και μόλις φτάσετε. Μερικές κοπέλες κλαίνε. Εχουν το λόγο τους. είναι φερμένοι και από τη Σμύρνη κάμποσοι και κάμποσες. Όμως δεν τους επιτρέπεται να πλησιάσουν. Έτσι ο θερμός χαιρετισμός γίνεται από μακριά με το υγρό από τα δάκρυα μαντηλάκι. Εχε γεια Αγία Τριάδα με την όμορφη Βυζαντινοτρούλη εκκλησία.
Μενεμένη
Αφήνουμε επίσημα στο χωριό που τόσο καιρό μας φιλοξένησε. Σε δύο ώρες περνούμε δίπλα από το εύφορο Ταχτατζι Κιόϊ, πλούσιο ελληνικό χωριό και τούτο. Μπροστά μας είναι βουνό. Το Γιαμανλάρ -νταγ το παρακάμπτουμε από τα δυτικά του και μπαίνουμε στον κάμπο της Μενεμένης. Είναι φοιτεμένος από καπνά, μποστανικά, πεπονιές, καρπουζιές, σησάμι, αμπελοφάσουλα, σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, θαυμάσιες φυτείες και σε μεγάλη αυθονία ηλιόδεντρα και μέλισσες, κάνουν πιο ωραίο το τοπίο. Προχωράμε Περνούμε έξω απο ένα ελληνικό επίσης χωριό το Λουτζάκι και φτάνουμε στην Μαινεμένη. Δεν μένουμε διερχόμαστε την πολιτεία. Είναι κτισμένη σε εντελώς επίπεδο μέρος, ο μισός της πληθυσμός είναι ελληνικός, τα μαγαζιά επίσης ελληνικά, οι άνθρωποι μας χαιρετούν και μας καλωσορίζουν στη γλώσσα μας. Υπάρχουν 6 εκκλησίες και πολλά σχολεία ελληνικά που φυτούν χείλη μαθητές. Το δικό μας στοιχείο έχει και εδώ στα χέρια του όλο το εμπόριο όλη την οικονομική δραστηριότητα. Το βράδυ φτάνουμε στο χωριό Εμίρ- Αλέμ δίπλα στις σιδηροδρομική γραμμή Σμύρνης- Μαγνησίας και διανυκτερεύουμε.
1& 2 Ιουνίου 1920.
Δύο μέρες μένουμε στο χωριό , ο κάμπος της Μαινεμένης συνεχίζεται και εδώ έχει τα ίδια προϊόντα με εκείνο, είναι όμως λιγότερο φροντισμένος και πλεονάζουν τα καπνά. Ο πληθυσμός του χωριού είναι ανάμεικτος. Δεν βλέπω σχολείο ούτε εκκλησία. Ένας έλληνας ο Θωμάς Νικολάου μας λέει πως πριν από λίγες μέρες πέρασαν ένα βράδυ Τσέτες έφιπποι σταμάτησαν ήπιαν νερό και πότισαν τα άλογα τους. Ερεύνησαν μερικά σπίτια τα βρήκαν έρημα ή κάτοικοι είχαν κρυφτεί όπου μπόρεσε ο καθένας, μόνο το σπίτι που ήταν το πηγάδι και οι δέχτηκαν δεν άνοιξαν και κατα σύμπτωση μέσα σε αυτό ήσαν μερικές γυναίκες και παιδιά που δεν πρόλαβαν να φύγουν.
Παρακολουθούσαν έντρομες από τις χαραμάδες στον παρατηριών της κινήσεις των ανταρτών οι οποίοι στο τέλος έπιασαν μερικές κότες τις πήραν μαζί τους και τράβηξαν ότι κάπως το βουνό για Γιαμανλαρ-νταγ.
3 Ιουνίου 1920. Το πρωί φεύγουμε από το Εμιρ Αλέμ ακολουθούμε αμαξιτό δρόμο παράλληλο με το ποταμό Έρμο και τη σιδηροδρομική γραμμή, συναντούμε το Τεπετζι-κιοι,όπου κάνουμε ωριαία στάση.
Όλοι ημέρα πέρασε με μεγάλη ζέστη και το βράδυ στις 9:30 φτάνουμε στη Μαγνησία.
Μαγνησία
Στη δυτική πεδιάδα της πόλεως μας περιμένουν ένας αξιωματικός και παίρνει στρατιώτες του φρουραρχείου να μας οδηγήσουν στον τόπο της στρατοπαιδεύσεως μας. Περνάμε από την πόλη. Έρημη την ώρα τούτη από κυκλοφορία. Περιπολίες μονοκινούνται. Τα στενοσώκακά τις μόλις χωράνε τα φορτωμένα από τα πυροβόλα και το υλικό μας μουλάρια. Διασταυρώνουμε κάποιον φαρδύ το δρόμο. Φωτίζεται με φανάρια του πετρελαίου. Είναι η αγορά. Πάνω από πόρτες των κλειστών καταστημάτων προσέχω επιγραφές. Οι πλείστες ελληνικές λίγες τουρκικές. Και μία ελληνοτουρκική. Οπωσδήποτε ο καταστήματα αρχής είναι Κρητικός. Γράφει ελληνικά:”ΜΕΧΜΈΤ Ο ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ,ΥΦΑΣΜΑΤΟΠΩΛΕΙΟ” και από κάτω Τουρκικά.
100 μέτρα ανατολικότερα. Πλενόμαστε. πίνουμε και ποτίζουμε τα ζώα.
Σκεπτόμαστε μήπως το διαυγέστατο νεράκι είναι το σχηματιζόμενο από τα δάκρυα της Νιόβης. Είδη ευτυχισμένη μητέρα βρίσκεται καταραμένη από τους θεούς στην κορυφή τούτου του όρους γύρω της μεγάλο σε ο βράχος και της σκέπασε.”Σιπύλω προς άκρω πετραία βλάστα δαμασεν”. Και ακόμη τα μάρμαρα στάζουν τα δάκρυα της.
Κοιμόμαστε ήσυχα στη μαγευτική και δροσερή τούτη τοποθεσία.
4 Ιουνίου 1920.
Ωραία και μεγάλη πεδιάδα μπορεί να της μαγνησίας είναι όλη μπροστά μας. Βουνά και τα χωρίζει από την άλλη μικρότερη. Τούτο είναι η μεθόριος. Πέρα από αυτό τουρκική επικράτεια. Πιο κοντά μας είναι ο Ερμος. Οι τουρκοι το λέγουν Γκέντιζ Τσάϊ. Είναι μεγάλος ποταμός με τα νερά του θολά σχηματίζει επικίνδυνα ρεύματα για τους κολυμβητές. Πάει καιρός που διάβασαν στην ημερήσια διαταγή της μοίρας έπαινο από τον αρχιστράτηγο σε τέσσερις Κρητικούς στρατιώτες. Αυτοί πήγαν να πληθούν στον ποταμό παρασύρθηκε ο ένας οι άλλοι τρεις ρίχτηκαν να τον σώσουν με αποτέλεσμα να πνιγούν και οι τέσσερις. Μεγάλη πράξις ήρωισμού και αυταπαρνήσεως αλλά χάθηκαν τέσσερις στρατιώτες και έγινε αφορμή να απαγορεύεται το κολύμπι σε όλους εδώ.
Όλη την ημέρα μένουμε στο ίδιο μέρος. Χορταίνουμε νερό και σκιά. Όμως ο τόπος είναι γεμάτος φίδια ευτυχώς όχι δηλητηριώδη. Καθώς πάει ο δεκανέας και δάσκαλος Φ.Σ. που μένουμε μαζί στο αντίσκοινο να σηκώσει την κουβέρτα του βρίσκει από κάτω να τεράστιο φίδι κουλούριασμένο.
5 Ιουνίου 1920
Ζέστη και σήμερα. Πρωί-πρωί στο ποταμάκι. Τούτο συνορεύει από την απέναντι μεριά του την ανατολική με μεγάλο περιβόλι από κερασιές τώρα στο καιρό στον καιρό της εσωδιάς τους. Τα κεράσια είναι σαν τα δικά μας τα πολίτικα με τη γραμμή από πίσω που μοιάζει με τον πρώτο γράμμα του αραβικού αλφαβήτου το Ελιφ. Καθώς καθαρίζομαι έρχεται ο κύριος του περιβολιού ένας γέρος ψηλός έλληνας ο μπαρμπα Διαμαντής και μου δίνει μερικά κεράσια. Μου προσθέτει πως θέλει να δει τον διοικητή να τον ευχαριστήσει γιατι οι στρατιώτες τις Μοίρας δεν του πείραξαν το περιβόλι. Φαίνεται πως οι πεζοι το είχανε ρημάξει ακόμη όταν ήταν ακάμωτο το πράγμα).
Όντως ο μπαρμπα Διαμαντής έρχεται κατά τις 9:00 με 4 κόφες κεράσια φορτωμένες σε δύο ζώα καμία 120ρια ο κάδης και ζητά το διοικητή τον βρίσκει και του κάνει την προσφορά “έφερα τα λίγα κεράσια για τους στρατιώτες ευχαριστώ για τη διαγωγή τους. το κεράσι είναι λαχταριστό κανένας δεν μου πείραξε ούτε ένα καρπό”. Ο διοικητής του λέει πως δεν μπορεί να κρατήσει τα κεράσια δωρεάν είναι πολλά. Μπαρμπα Διαμαντής επιμένει και στο τέλος ο διοικητής τα δέχεται. Στέκεται ο ίδιος ο μπαρμπα Διαμαντής τα μοιράζει παίρνει τις κόφες και γυρίζει στο περιβόλι του. Και τούτη τη μέρα περνάω ωραία χωρίς επεισόδια. Λογαριάζω να ανέβω την επομένη στο άγαλμα της Νιόβης παίρνοντας άδεια να μου δώσουν ασφαλώς και μερικού στρατιώτες που θέλουν να με ακολουθήσουν. Απόψε κατεβαίνω στη μαγνησία. Συναντώ στο δρόμο των ιερέα Σινώπιον. Κατάγεται από το Κουσάντασι (Νέα Έφεσος) ιερουργεί εδώ. Επίσης είναι δάσκαλος.
Με πληροφορεί πως στην περιφέρεια της Μαγνησίας είναι 25 εκκλησίες πολλά σχολεία αρρένων και θηλαίων του φοιτούν μαθητές και μαθήτριες γύρω στις 4.000. Τον ευχαριστώ πηγαίνω να βρω το συμπατριώτη μου έμπορο με τη δήλωση επιγραφή του καταστήματός του. Δυστυχώς απουσιάζει. Έχω βραδύνει και γυρίζω στο Σώμα μου.
6 Ιουνίου 1920
Την περασμένη νύχτα ήρθεν ένας αγγελιοφόρος από ότι μεραρχία. Κάτι σοβαρό. Ο διοικητής εκάλεσε αμέσως στη σκηνή του τους διοικητές των πυροβολαρχιών.
Έκαμαν σύσκεψη και ύστερα είπαν ότι ο σχηματισμός που ανήκω θα φύγει τη νύχτα για το Ταράρ Κιόϊ, χωριό 12 χιλιόμετρα βορινά μας στη μεθόριο. Αντίο λοιπόν προς το παρόν όνειρο της Νιόβης.
Θ) ΕΡΜΟΣ ΤΑΤΑΡ ΚΙΟΙ
Βραδάκι αναχωρούμε. Παίρνουμε τη γέφυρα της ΄Ερμου αρκετά με μεγάλη. Και οι δύο όχθες του ποταμού είναι γεμάτες από ευχές κατά το πλείστον και στη μία μετά τα μεσάνυχτα φτάνουμε στο Τατάρ Κιόι. Το χωριό έχει και εκκενωθεί από κατοίκους. Μένουν μέσα στα σπίτια τους στρατιώτες του 98ου συντάγματος. Ελάχιστα δέντρα βλέπω στην περιφέρεια λιγοστό νερό και η ζέστη είναι αφόρητη. Οι στρατιώτες και εγώ υποφέρουμε από ευκοιλιότητα.
Πληροφορούμε πως ο διοικητής του λόχου Πεζικού που μένει εδώ είναι συγγενής μου Υπολοχαγός Αλέξανδρος Κουνδ. Ο οποίος μας περιμένει έρχεται και μας συναντά. Μας λέει πως μεταξύ 2 χωριών που είναι βορινά απέναντί μας 2-3 χιλιόμετρα που λέγονται Σαραχανλί και Εδροπα παρουσιάστηκαν τούρκοι άτακτοι.
Τοποθετούμε το παρατηρητήριό μας στην οροφή ενός σπιτιού.
Όπως είναι γνωστό η διόπτρα που χρησιμοποιείται η στα παρατηρητήρια του πυροβολικού έχει τρεις φακούς. Εις τον ένα που είναι χαμηλότερα από τους άλλους δύο φέρει το μάτι του ο παρατηρητής. Οι άλλοι δύο είναι ψηλότερα και βλέπουν στο θεωρούμενο αντικείμενο. Δηλαδή περίπου η διόπτρα είναι μία ψαλίδα ανεστραμένη. Εις την βάση της γωνίας της είναι ο προσοφθάλμιος φακός. Εις τα άνω άκρα των βραχιόνων της είναι οι αντικειμενικοί φακοί ένας εις το κάθε άκρο. Έτσι η διόπτρα γίνεται περισκόπιο και ο παρατηρητής μπορεί να είναι κάτω από τα κεραμίδια μία στέγης παραδείγματος χάρη με το μάτι του στον προς οφθάλμιο φακό οι αντικειμενικοι φακοί πάνω από τη στέγη και έτσι αφανής να παρακολουθεί όλη την κίνηση γύρω του.
Με το παρατηρητήριο χαλάσαμε την ησυχία οικογένειας πελαργών. Στη βάση της φωλιάς των φτάνουμε φτάνουν οι άνω φακοί της διόπτρας. Η πελαργοί βγαίνουν το πρωί τους κοιτάνε με περιέργεια ύστερα παίρνουν τα μικρά τους και φεύγουν.
7 Ιουνίου 1920
Βραδιάζει χωρίς τίποτα το ξεχωριστό. Μόνο ζέστη, φοβερά βαρύ κλίμα. Δεν μπορούμε να ανοίξουμε τα μάτια μας.
8 Ιουνίου 1920. Η ασυνήθιστη κίνησης εφοδιάζονται οι μονάδες και οι στρατιώτες με ότι τους λείπει. Το μεσημέρι μας λένε το μυστικό. Αύριο το πρωί θα προελάσουν προς Σαραχανλι -Εδροπα-Μπουρουν Ορεν.
Και από εδώ για σκοπό να γυρίσω στην Νιόβη. Τώρα βέβαια αποκλείεται. Βλέπω από μακριά το Σίπυλο και το μέρος πού είναι το άγαλμά της.
Την αποχαιρετώ για πάντα. Έχε γεια “Τάλαινα μήτηρ”.. εμείς είμαστε ταγμένοι από τη Μοίρα σε άλλες επιδιώξεις. Ακολουθούμε τον Βενιζέλο σε ένα καταπληκτικό τροχασμό προς το Εθνικό Μεγαλείο και τη Δόξα.
ΜΠΟΥΡΟΥΝ – ΟΡΕΝ
9 Ιουνίου 1920.
Στο Τατάρ Κιόϊ βασίλευε η τέλεια απραξία και όλο νυστάζαμε σαν να’ χαμε πιεί φάρμακο. Σήμερα λείαν το πρωί εξορμάμε προς Βοράν χωρίς να βρούμε αντίσταση.
Πρώτο χωριό που συναντάμε είναι το Εδροπα.. το βλέπαμε από το Ταράρ Κιόι. . Ένας μικρός λοφίσκος μας χώριζε. Από τούτο το χωριό που τώρα έχει υψωμένη λευκή σημαία των περασμένο Απρίλη οι Τουρκοι έριξαν στο ελληνικό έδαφος μερικές κανονιές.
Από τον Έδροπα ανεβαίνουμε σε λόφο και φτάνουμε στην κορυφή του. Στις δυτικές υπώριες του λόφου στην αρχή του άλλου κάμπου μπροστά μας είναι το χωριό Μπορούν-Ορεν. Εδώ μερικοί άτακτή μας πυροβολούν. Απαντά το πεζικό ρίχνει το πυροβολικό μερικές βολές και διαλύονται. Κατηφορίζουμε δεξιά μας σε μονοπάτι. Βλέπω έναν τούρκο σκοτωμένο. Είναι πολίτης που τον χρησιμοποίησαν οι δικοί μας σάν οδηγό το πρωί τους παρεπλάνησε και έτσι δόθηκε η ευκαιρία σε ενόπλους τούρκους να διαφύγουν. Ο λοχαγός ΣΤ. τον εξετέλεσεν επι τόπου. Βαδίζουμε σαν σε περίπατο.. περνούμε από τα χωριά Καισλάρ και Τσερκεζ -Κιοϊ. Είναι και τα δύο ωραία με νερά, δέντρα και ελιές. Οι κάτοικοι δεν έχουν φύγει. Υψώνουν λευκές σημαίες.
Το βράδυ διανυκτερεύουμε έξω από το χωριό Παλαμούτ.
10 Ιουνίου 1920.
Το πρωί συνεχίζεται ο περίπατος και διαρκεί όλη την ημέρα. Ο δρόμος μας είναι μέσα από το ωραίο ευφορότατο κάμπο. Έχει στη μέση του τον ποταμό Υλλό, παραπόταμο του Έρμου. Πολύ μας βασανίζει η ζέστη του Ιουνίου όλες τις ημέρες ιδιαίτερα σήμερο και η σκόνη που σηκώνεται όπως βαδίζουν οι άνδρες και τα κτήνοι. Κοιμόμαστε δίπλα στον ποταμό.
ΑΞΑΡΙ
11 Ιουνίου 1920
Βαδίζουμε όλη τη μέρα και το βραδάκι φτάνουμε στο Αξάρι. Ένα χιλιόμετρο πριν μπούμε στην πόλη καταβληζόμαστε. Πάνω σε ομαλό έδαφος είναι χτισμένη η Πολιτεία. Βλέπει καθένας θαυμάσιες καλλιέργειες από αμπέλια, σταφίδα, βαμβάκι, καπνά, μποστανικά και χασίς (αφιώνι μήκων ή υπνοφόρος). Τούτο το τελευταίο καλλιεργείται ελεύθερα και μοιάζει με μεγάλες παπαρούνες. Το χρώμα των ανθέων του είναι άσπρο προς το ροζ.
Το Αξάρι όπως φαίνεται απ’ εδώ έχει πολύ πράσινο, πλατάνια και άλλα δέντρα, σημείο άφθονου νερού. Δυτικά από την πόλη περνά ο παραπόταμος του Έρμου.Υλλος και ο σιδηρόδρομος Σμύρνης Πανόρμου.
Στον καταυλισμό μας έρχεται επιτροπή ένας παππάς 4-5 χριστιανοί και άλλοι τόσοι Τούρκοι. Ζητούν τον διοικητή. Αναφέρουν ότι εδώ όλοι οι κάτοικοι είναι αγαπημένοι. Προστατεύονται αμοιβαίως. Παλαιότερα οι Τούρκοι βοήθησαν τους χριστιανούς και αυτοί τους ανταποδίδουν. Με την επιτροπή είναι ο δάσκαλος. Πιάνω σχέσεις μαζί του και την επόμενη ορίζουμε συνάντηση στο Αξάρι.
Ευτυχώς υπάρχει πηγή στο στρατοπεδό μας. Κάνω στοιχειώδη καθαριότητα βράζω τα εσώρουχά μου να ψοφήσουν μερικά από τα ανιαρά παράσιτα που με βασανίζουν. Αυτή η εργασία λέγεται στην εξευγενισμένη γλώσσα του στρατού αποθηρίασης.
11 Ιουνίου 1920
Με την πρωινή υπηρεσία και το συσσίτιο πηγαίνω στο αξάρι. Συναντώ τον δάσκαλο που γνώρισα χθες. Λέγεται Σταϊκόπουλος οι πρόγονοί του ήρθαν εδώ από τα Κύθηρα.
Πολύ όμορφη πολιτεία και καθαρή με πολλές βρύσες. Καθόμαστε σε καφενείο ο καφεπόλης λέγεται Τσολάκης όχι Κρητικός. Ο δάσκαλος μου λέει την ιστορία του Αξαριού και τη γράφω.
Ήτανε στην παλιά εποχή εδώ οι πόλεις των θυατείρων την κατάστρεψαν οι Τούρκοι και έσφαξαν όλο το χριστιανικό πληθυσμό της. Ύστερα από χρόνια πολλά, ξανάρθαν ΄Ελληνες νησιώτες ιδίως από τα Κύθηρα και εγκαταστάθηκαν. Έφεραν και τη Χάρη της συμπατριώτησας των, της παναγίας της Μυρτιδιώτισσας. Την εορτάζουμε με μεγαλοπρέπεια κάθε χρόνο στις 24 Σεπτεμβρίου. Έρχεται τότες ο δεσπότης Εφέσου που είναι περιφέρεια του κάνει τη Θεία λειτουργία, ύστερα ακολουθούν γλέντια χοροί διασκεδάσεις. Βαστούν μέρες.
Το Αξάρι έχει 10.000 Ελληνες, 5 εκκλησίες, λειτουργούν 2 ελληνικά σχολεία που φοιτούν 700 μαθητές, νοσοκομείο φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος. Όλα τα κοινωφελή ιδρύματα είναι της ελληνικής κοινότητος. Οι έλληνες εκμεταλλεύονται και εδώ τον τόπο. Έχουν στα χέρια τους όλο το εμπόριο. Μένει στο Αξάρι γιατρός Έλληνας.
Στο τέλος του Μάη 1919 πρωτοήλθε ο ελληνικό στρατός περιποιήθηκε το πληθυσμό αδιακρίτως εθνικότητος έδωσε δωρεάν φάρμακα και άλλα χρήσιμα. Αυτά μου λέει ο δάσκαλος. Εν τω μεταξύ έρχονται πολύ Αξαριώτες και καθίζουν γύρω από μας. Κατάλαβα πως τους φαίνεται παράξενο ενδιαφέρεται ένας λοχίας για τέτοια πράγματα και μάλιστα να τα γράφει.
Στη συνέχεια κάνουμε μία βόλτα στην πόλη διαπιστώνουμε την ύπαρξη ωραίων κοριτσιών όλοι οι κάτοικοι μας χαιρετούν και με όρεξη και εγκαρδιότητα. Ρωτώ αν υπάρχουν Κριτικοί οι Τούρκοι μου απαντούν καταφατικά. Επίσης μου λέγουν ότι ένας από αυτούς γύρισε στην Κρήτη έφερε κυψέλες μελισσών και πρόβατα Κριτικής ράτσας αυτά που έχουν εδώ με τις τεράστιες στρογγυλες ουρές και λίπος, δίδουν ανούσιο παχύτατο κρέας, που σχεδόν δεν τρώγεται. Βράδυ γυρίζω στο στρατόπεδο.
12 Ιουνίου 1920
Το πρωί μετά την υπηρεσία και ύστερα από το μεσημβρινό συσσίτιο ζητούν άδεια από το διοικητή μου να ξαναπάω στο Αξάρι. Ξέρει πως κρατώ ημερολόγιο και συνήθως με διευκολύνει. Τώρα με ρωτά πριν μου δώσει την άδεια “τι σπουδάζεις;” απαντώ “δικηγόρος” μου λέει “εσύ θα πρέπει να είσαι δάσκαλος ή αρχαιολόγος” δεν ξέρω αν έχει η δίκιο ή όχι μου δίδει όμως την άδεια.
Μπαίνοντας στο Αξάρι βλέπω έξω από την εκκλησία πολλούς ανθρώπους. Δεν είναι Κυριακή η άλλη εορτή ούτε ώρα λειτουργίας. Είναι Τετάρτη μεσημέρι.
Πηγαίνω μέχρις εκεί. Ρωτώ και μου απαντούν ότι η εκκλησία είναι του Αγίου Νικολάου και γίνεται παράκλησις για το παιδί που ανάπηρο. Το βλέπω καθισμένο μέσα σε ένα μεγάλο πλεκτό κάνιστρο, πικραμένο και παραπονεμένο, του εχουν βάλει ένα μαξιλάρι στην πλάτη να ακουμπά στον ίσκιο του ανατολικού τοίχου της εκκλησίας
Είναι ντυμένο στα μαύρα κατάχλωμο αδύνατο και αξιολύπητο. Θα έχει ηλικία μέχρι 5 ετών. Δίπλα του στέκεται η γιαγιά. Μετά τη δέηση περνάνε οι χριστιανοί μπροστά από το μικρό του λένε ο θεός να σε γιατρέψει και συγχρόνως ρίχνουνε στα πόδια του τον οβολό τους ότι προαιρείται καθένας. Κάνω και εγώ το ίδιο. Μετά πλησιάζω τον παπά και ζητώ να μάθω γιατί γίνεται αυτό. Μου απαντάω ότι υπάρχει έθιμο σε ανάλογες περιπτώσεις
Η άρρωστοι γιατρεύονται με τη βοήθεια του Αγίου και τα χρήματα που εισπράττονται δίνονται για τις ανάγκες των.
Ο Παπάς, μου λέει ακόμη διάφορες πληροφορίες για τον τόπο, οτι λέγεται Αξάρι απο τον τουρκικό Ακ- Χισσάρ, που θα πει λευκό φρούριο. Οτι η δική του οικογένεια ειναι απο τις πιο παλιές των Θυατείρων και επέζησεν απο τη μεγάλη σφαγή, με τη βοήθεια του Θεού.
Μετα, πάμε με τον ιερέα στο καφενείο Τσολάκη, της πλατείας. Με πολύ ενδιαφέρον με ρωτούν οι κάτοικοι για θέματα σχετιζόμενα με την Κρήτη, αλλα εκείνος τους λέει τον τόπο της καταγωγής μου είναι καλοί άνθρωποι και πολιτισμένοι.
Όπου κι αν συναντούμε Ελληνες μέχρις εδώ, πάντοτε βρίσκουμε πως επιβάλλονται στις άλλες εθνότητες. Ειναι οι πιο μορφωμένοι, οι πιο έξυπνοι, οι πιο προοδευτικοί. Αυτό συμβαίνει εδώ σε μεγαλύτερο βαθμό. Οι Τούρκοι του Αξαρίου, που βλέπω είναι χειρότεροι, απο τους άλλους Τούρκους. Οι ΄Ελληνες τους χρησιμοποιούν για τις χειρωνακτικές δουλειές, σαν εργάτες και σαν αχθοφόρους. Τους δίδουν και το ψωμί τους που μόνοι τους αμφιβάλλω αν θα μπορούν να το κερδίσουν. Καμία επιχείρησις του τόπου δεν είναι σε τουρκικά χέρια.
Είναι βράδυ και φεύγω για το Σώμα μου. Αποχαιρετώ τους Αξαριώτες και μ’ αποχαιρετούν.
15 Ιουνίου 1920
Μεχρι τώρα μείναμε στο λαμπρό Αξάρι. Οι στρατιώτες μας, το γύρισαν και το γνώρισαν. Σήμερο φέύγουμε. Βαδίζομεν ήσυχα ολη τη μέρα, το βράδυ φτάνουμε σ’ ενα ωραίο ελληνικό χωριό που λέγεται Κέλεμπος. Μας πλησιάζουν μερικοί Τούρκοι. Παρουσιάζονται στο διοικητή. Θέλουν να τους μιλήσουν. Ο διοικητής τους διώχνει, κρατά ενα μεσήλικα, με μικρά γένια, ασπρο σαρίκι και Ασιατική βράκα. Οπως μάθαμε, τουτος ειναι αξιωματικός του Τουρκικού Στρατού, ο εχθρός του Κεμάλ, λιποτάκτησε. Ζητεί να φυγαδευθεί για την Ελλάδα.
Και τουτο το χωριό είναι εύφορο και πλούσιο. Εχει αμπέλια πολλά.
ΙΒ) ΧΑΜΗΔΙΕ- ΧΟΡΟΣ- ΚΙΟΪ
16 Ιουνίου 1920.
Πρωί, συνεχίζεται ο περίπατός μας. Κάνουμε μερικές στάσεις, ενός τετάρτου, να ξεκουραστούμε. Βαδίζουμε σε ομαλό δρόμο, χωρίς κανένα, επεισόδιο, αι το βράδυ φτάνουμε εξω απο χωριό που λέγεται Χαμηδιέ. Οι κάτοικοι είναι Ελληνες, διατηρούν εκκλησία, αλλα μιλουν τουρκικά. Το ίδιο και σ’ αλλο ελληνικό χωριό, κοντά το Χορός – Κιόϊ. Εκεί εχουν την εικόνα και την εκκλησία της Αγίας Αναστασίας. Ειναι θαυματουργή και καθώς λένε, ενα απο τα επτά έργα του Ευαγγελιστού Λουκά.
17 Ιουνίου 1920.
Προχωρούμε κανονικά. Κοντά στο Πασά – Κιόϊ, γίνεται μικροσυμπλοκή, το βράδυ διανυκτερεύουμε στο Χαλάλ, μικρό χωριουδάκι, ακατοίκητο.
ΙΓ.ΜΠΑΛΙΚΕΣΕΡ -ΚΕΡΜΑΣΤΗ- ΠΑΝΟΡΜΟΣ
18 Ιουνίου 1920.
Προχωρούμε. Φτάνουμε στο Μπαλικεσέρ, ειναι πολίχνη με εμπορική κίνηση και ο πολιτισμός παρουσιάζεται σε σιδηροδρομική γραμμή, τηλεγραφικούς στύλους και καλό δρόμο αμαξιτό. Οι άνθρωποι στέκονται μπροστά στα καταστήματά τους και μας χαιρετούν, ξεθεωμένους απο τη σκόνη και τη ζέστη.
Κάποιος γέρος μας λέει “Καλώς τα παιδιά”. Ο γέρος αυτός ,με πληροφορεί στα γρήγορα, πως στην πόλη και τη περιφέρεια του Μπαλικέρ, υπάρχουν 17 εκκλησίες, ελληνικά σχολεία αρρένων και θηλέων που φοιτούν 1500 μαθητές.. Δεν σταματούμε διόλου, βαδίζομεν 8 χιλιόμετρα ακόμη και διανυκτερεύουμε .
Στο Μπαλικεσέρ το πρωί βομβαρδιστήκαμεν απο ελληνικό αεροπλάνο, κατα λάθος και σκοτώθηκε ένας στρατιώτης.
19 Ιουνίου 1920
Ο δρόμος μας σήμερο, μας βγάζει νοτικά απο ενα κεφαλοχώρι που λέγεται Σουζουρλού, αλλα δεν το πλησιάζουμε. Η προέλασις εξακολουθεί ήσυχη. Μετα απο 6 χιλιόμετρα σταματούμε να περάσουμε τη νύχτα.
20 Ιουνίου 1920
Φτάνουμε στο ελληνικό χωριό, Κερμαστή, εύφορο και μεγάλο . Έχει τρεις εκκλησίες και σχολεία που φοιτούν 340 μαθητές, όπως με πληροφορεί, ο έμπορος και επίτροπος της εκκλησίας, Ιωάννου. αμπέλια πολλά δέντρα και νερά υπάρχουν εδω. Στην Κερμαστή οι ΄Ελληνες μιλούν ελληνικά.
Αλλασουμε κατεύθνση και στρέφουμε αριστερά. Πηγαίνομε προς Πάνορμο.
Η πορεία μαςς γίνεται με μεγάλο καύσωνα. Στις οκτώ το βράδυ προσεγγίζουμε το χωριό, Τας – Κιοπρού και διανυκτερεύουμε.
21 Ιουνίου 1920
Μπροστά μας, ειναι ο εύφορος κάμπος του Μιχαλίτς και το χωριό. Στα βορειοανατολικά του, η ομώνυμη λίμνη. Στο Μιχαλιτς και τα γύρω χωριά, ολα ελληνικά, υπάρχουν 19 εκκλησίες και σχολεία αρρένων και θηλέων που φοιτούν 1500 Ελληνόπουλα.
ΙΔ) ΑΡΤΑΚΗ
22 Ιουνίου 1920
Προχωρούμε αριστερά, ΒΔ, πάμε σε καθαρώς ελληνική πολιτεία, την Αρτάκη. Είναι πάνω στη χερσόνησσο της Κυζίκου. Υπαρχουν εδώ, εκκλησίες βυζαντινές, άλλες σύγχρονες και εδρεύει Επίσκοπος. Οι άνθρωποι μας δέχονται με ενθουσιασμό και κωδωνοκρουσίες. Ολοι μιλούν ελληνικά εχουν πολλά σχολεία αρρένων και θηλέων, που φοιτούν ανω απο 1000 μαθητές. Στα σχολεία ολης της Χερσονήσου της Κυζίκου , φοιτούν 4000 μαθητές, υπάρχουν 57 εκκλησίες και ο ελληνικό πληθυσμό, περνά τις 45.000. Εις την Αρτάκη, μένουν, λίγοι Τούρκοι και λιγότεροι Κιρκάσιοι. Ενας Ιερέας μας πλησιάζει . τον ρωτώ, τί αξιοπρόσεχτο εχει η πόλις. Μου απαντά.
Εχουμε ωραίο, ασφαλές λιμάνι, και αρχαία ιστορία. Την πόλη την έκτισαν την πρώτη φορά Ελληνες και μάλιστα Κρήτες. Οταν ήσαν εδώ οι Βυζαντινοί, οικοδόμησαν πολλές εκκλησίες. Ερείπια σώζονται ακόμη.
Τούτος ο ιερέας, είναι και ο δάσκαλος όπως συνήθως συμβαίνει στη Μικρασία.
Υπηρετούν και άλλοι πολλοί δάσκαλοι στην περιφέρεια. Ολους ελέγχει διευθύνει και πληρώνει απο εισφορές των κατοίκων ο δεσπότης της Κυζίκου.
Πολύ ευπρεπής, φιλόξενη και καθαρή πολιτεία η Αρτάκη. Δεν θυμίζει καθόλου Τουρκική νοοτροπία.
ΙΕ) ΠΑΝΟΡΜΟΣ
23 ΙΟΥΝΙΟΥ 1920
Γυρίζομεν ανατολικά προς τα περίχωρα της Πανόρμου, όπου παραμένουμε . Βλεπουμε, να συμπληρώνονται οι ελλείψεις μας σε υλικό. Μας φέρνουν και μερικούς άνδρες, ημιονηγούς.
Ενας απ’ αυτούς είναι αμφιβόλου εθνικότητος. Τον ερωτά ο επιλοχίας, πώς λέγεται. Απαντά ακατάληπτα. Τον ξαναρωτά. Λέει σιγά και καθαρά “Τζιτζιφας Σιτρίς του Ελκανάζ”.
Παρατηρεί ο επι
λοχίας Σ.Β στο γραμματικό του, τον καθηγητή φιλόλογο και τώρα δεκανέα Κ.Μ σε ύφος αυστηρό: “Τζιτζιφάς”, πάει κι ερχεται “Σιτρίς” δεν θα πει τίποτα,και θα γράψεις “Σωτήρης”. Επίσης “Ελκανάζ” είναι ακατανοητό και θα γράψεις “Αλκινόου”. Επομένως, ο στρατιώτης θα γράφεται “Τζιτζιφάς Σωτήριος του Αλκίνοου”. Ετσι θα τον φωνάζεται ολοι. Ο κακομοίρης ο Τζιτζιφάς ακούει χασκούμενος. Αλλα δεν υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω συζήτηση.
24,25,26 Ιουνίου 1920
Μου δίδεται η ευκαιρία να πάω στην Πάνορμο. Είναι αρκετά μεγάλη ελληνική πόλις. Τούρκοι μικράς σημασίας, απο όλες τις μεριές. Σκουπιδιάρηδες και χαμάληδες.
Ολα τα καταστήματα είναι ελληνικά. Εμπορεύονται γεωργικά προιόντα και ορυκτό βόρακα. Τα ορυχεία είναι πλησίον και τα εκμεταλεύονται Ελληνες.
Εδώ τελειώνει ο σιδηρόδρομος που έρχεται αππο την Σμύρνη. Στο σταθμό υπάρχει πινακίδα που γράφει γαλλικά, PANDERMA VILLE, και σχετική τουρκική.
Η πολιτεία εχει 5 εκκλησίες και σχολεία Ελληνικά που φοιτούν 800 μαθητές. Και των δύο φύλων.
Γυρω στην Πάνορμο, είναι πλούσιοι κήποι απο οπωρόδενδρα, αχλαδιές, μηλιές, δεσπολιές, ροδακινιές, άφθονα αμπέλια και ελαιόδενδρα. Οι κάτοικοι είναι καλόκαρδοι και φιλόξενοι. Οι Θεολόγος Φλωρίδης ένας έμπορος και διανοούμενος, τον γνώρισα τυχαία, μου δίδει ολες τις πληροφορίες για τον τόπο. Η Πάνορμος είναι πατρίδα σπουδαίων ανθρώπων. Τώρα ακόμα, ζουν καθηγητές, επίσκοποι, γιατροί. Ο διευθυντής της Θεολογικής Σχολής Χάλκης, είναι Πανορμίτης.
Πιστεύει ο Φλωρίδης, οτι κάνεις πια δεν πρέπει ν’ αμφιβάλλει, πως ο Βενιζέλος, πάει ν’ αναστήσει την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Και ό,τι ήλθεν ο καιρός να τελειώσει, η Θεία Λειτουργία, στην Αγία Σοφία. .
Κι εγώ πιστεύω τα ίδια πράγματα. Είθε να γίνουν έτσι.
27 Ιουνίου 1920. Συμπληρώνονται όλες οι ελλείψεις μας. Ετοιμαζόμαστε για την ανατολική Θράκη. Εν τω μεταξύ, για να μην καθόμαστε, γίνονται ασκήσεις.
ΙΣΤ) ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ
6 ΙΟΥΛΙΟΥ 1920
Καταπλέει το πλοίο “Ουράνα” του Πανταλέοντος, να μας πάει στην Ανατολική Θράκη, να πολεμήσουμε τον Τζαφφέρ Ταγιάρ.
Αυτός ειναι Τούρκος Συνταγματάρχης και όπως ο Κεμάλ στη Μικρα Ασία, ετσι και αυτός εδώ, δεν αναγνωρίζει διεθνείς συνθήκες, αλλα εξακολουθεί τον πόλεμο.
Οπως μαθαίνουμε στο πλοίο, μας μιλεί ενας ανθυπολοχαγός του Πεζικού ο Ταγιάρ έκαμε δηλώσεις στον Ευρωπαικό τύπο και είπε “αν τολμήσει κι έλθει ελληνικός στρατός στη Θράκη, θα τον πετάξω στη θάλασσα.¨. Οι στρατιώτες ξεσπούν σε μεγάλους γουχαϊσμούς και ειρωνίες. Φτάνουμε στην Ηράκλεια. Λενε,“βρε τον καϋμένο – ας κάμει λίγη υπομονονη”. Πραγματικά το ηθικό του στρατού μας είναι ανυπέρβλητο. Καμία δύναμη δεν μπορεί να σταθεί μπροστά του. Ειναι νικήτης, έχει διοίκηση, καλή διατροφή, ενδυμασία, υπόδηση και τις υποθέσεις του Εθνούς διευθύνει, Μεγαλοφυϊα.
Μολις απομακρύνεται το βαπόρι απο την ξηρά, δίδεται το σύνθημα “ύπνος κατα θέλησιν”, ολοι κοιμούνται μακαρίως, πλην της υπηρεσίας.
ΗΡΑΚΛΕΙΑ ΡΕΙΔΕΣΤΟΣ
7 ΙΟΥΛΙΟΥ 1920
Κάνουμε εδώ ταξίδι, όνειρο. Πρωί- πρωί, φτάνουμε στην Ηράκλεια. Τη βλέπουμε απο το καράβι. Βγαίνει πεζικό, ομαλά. Αμα εγινε τουτο, συνεχιζουμε με το “Ουράνα’ προς τη Ραιδεστό. Η Ηρακλεία τουρκικά λέγεται “Εγερλί’ και η Ραιδεστός “Τεκιρνταγ”. Στη Ραιδεστό, αποβιβαζόμαστε και στρατοπεδεύουμε στο δυτικό μέρος της. Βορειοδυτικά μας είναι υψώματα. Πληροφορούμαστε, το κατέχονται απο στρατεύματα εχθρικά.
Μέχρι τώρα πακολουθούσαμεν ενα απο τα Συντάγματα Πεζικου της Μεραρχίας μας. Τώρα ακολουθούμε το 53ο σύνταγμα της ΧΙΧ Μεραχίας. Διοικητής του ειναι ο συνταγματάρχης Κ.
8 ΙΟΥΛΙΟΥ 1920
Νύχτα -νύχτα, το πρωί, ανεβαίνουμε στα υψώματα. Τίποτα το σοβαρό. Μονο ρίχνονται, μερικοί πυροβολισμοί. Απ’ το λόφο φαίνεται ο απέραντος κάμπος της Ανατολικής Θράκης, κατα ένα μεγάλο μέρος του. Ευτυχία του Θεού βασιλεύει εδώ. Καθαυτό. Γη της Επαγγελίας. Σπαρτά, εξαιρετικής ποιότητος, χρυσίζουν παντού. Διώχνομεν απο το μυαλό μας κάθε έννοια προσωρινότητας πιστεύουμε πως η παραμονή της Ελλάδας θα ειναι παντοτεινή και λέμε τώρα θα χορτάσει ψωμί η ψωροκώσταινα, Δόξα σοι ο Θεός”.
Αριστερά μας σε μεγάλη απόσταση, φαίνονται δέντρα πολλά καταπράσινα . Μας εξηγούν. Ειναι μουρνιές και τα ελληνικά χωριά της περιοχής, χρησιμοποιούν τα φύλλα για να τρέφουν μεταξύ. Μαζί μας, υπηρετεί ενας απο αυτά, ο Γ. Νικολαίδης.
Πολλές φορές μας έχει μιλήσει για τις εκκλησίες τους, τα σχολεία τους, τον πλούτο τους.
9 Ιουλίου 1920.
Φτάνουμε σε λεκανοπέδιο, περικλειόμενο απο χαμηλούς χοματόλοφους. Στη μέση του, μας πιάνει δυνατή καταιγίδα, με εκτυφλωτικές αστραπές, φοβερές βροντές, χοντρό χαλάζι και ραγδαιότατη βροχή. Τοσο δυνατές είναι οι βροντές και τόσο φωτεινές οι αστραπές, ωστε, τα άλογα και τα μουλάρια που στις εκπυρσοκροτήσεις των πυροβόλων, βόσκουν ή στέκονται ατάραχα, τώρα τρομάζουν, συγκρατούνται με φωνές των ημιονηγών και τα χαληνά.
Δεν εχουμε μαζί μας αντίσκηνα, χλαίνες ή κουβέρτες. Τα έχουμε αφήσει στη Ραιδεστό, να κινούμαστε ευκολότερα. Φορούμε θερινές βαμβακερές στολές. Ετσι παίρνομε τη Θεομηνία, όσοι είμαστε έφιπποι πάνω στ’ άλογα και οι πεζοί, όρθιοι.
Ο διοικητής , ο υπασπιστής , οι αξιωματικοί, βρέχονται όπως και εμείς. Κανείς δε σκέπτεται να χρησιμοποιήσει μικρό υπόστεγο ασφαλές, αδειανό, δίπλα μας.
Ολοι οι Ελληνες είναι ίσοι απέναντι στον Νόμο τεχνητό ή φυσικό. Αυτή η μπόρα βάστηξε τρεις ώρες. Είμαστε όλοι, βρεγμένοι, μέχρι κόκαλο, τα ρούχα μας έχουν κολήσει επάνω μας. Εγιναν λάσπες, κτήνη και άνδρες βαδίζουν με μεγάλη δυσκολία πάω στο χωρις πέτρες ολισθηρό έδαφος.
Το βράδυ , φτάνομε στο Μουρατλί,. Οι λευκές σημαίες είναι υψωμένες. Πιάνομε διάφορα βακτήρια και φροντίζομε, με φωτιές,να σουρώσουμε . Βεβαια το πράγμα, είναι δύσκολο, ξημερωνόμαστε άγρυπνοι και τουρτουρίζοντες.
10 Ιουλίου 1920
Περιμένομε τον ήλιο, που δεν βραδύνει να φανεί. Με τις ευεργετικές, για την περίσταση ακτίνες του, στεγνώνομαι και ζεσταινόμαστε.
Και συνεχίζουμε την προέλαση, χωρίς κανένα εμπόδιο.
ΙΗ) ΧΑΪΡΑΜΠΟΛ
Διαβαίνουμε την κωμόπολη Χαϊραμπολ (Χαριουπολις). Εδώ βρίσκουμε ένα Κρητικό Τούρκο αστυνομικό. Δεν φοβήθηκε καθόλου, ουτε κουνήθηκε απο τον Αστυνομικό Σταθμό.
Ο πατέρας του, ήταν απο τον Κισσό της Ρεθύμνης, και λεγότανε, Γιουσουφ Αριφαγαδάκης. Τούτος λέγεται Αλή ογλού Γιουσούφ. Οι Τούρκοι έχουν επίθετα μόνο στην Κρητη. Εδώ γράφουν το νομά τους πρώτο, ακολουθεί η λέξεις “ογλού” που θα επι “υιός” και ύστερα το όνομα του πατέρα τους.
Είναι ψηλός άνδρας, με ξανθό στριμμένο μουστάκι, φορεί, στρατιωτική στολή, πέτσινες μαύρες γκέττες, φέσι μαύρο απο αστραχάν. Παρουσιάζεται στον συνταγματάρχη Κ. Και του λέει πως έχει μάθει οτι είναι γενναίος αξιωματικός και οτι αγαπά τους Κρητικούς. Βεβαια σε άπταιστη ελληνική (το κρητικό ιδίωμα γιατί ειναι η μητρική γλώσσα).
Ο Κ. Τον προσέχει και του προτείνει να τον πάρει μαζί του. Ο Αλής απαντά “Ναι εκτιμώ την αξία που μου δίνει , είμαι αντίθετός τοσο με τον Ταγιάρ οσο και με τον Κεμάλ, αλλ’ αυτο που μου ζητάς, δε μου φέρει τιμή. Δε θα το’ κανε κανείς Κρητικός. Αν θελεις, στείλε με σπίτι μου στη Σμύρνη’. Ο Κ. Διατάσσει τη στρατονομία να τον οδηγήσει πίσω στη Ραιδεστό, να κρατηθεί, κατω απο τους καλύτερους όρους, μέχρι νεοτέρας διαταγής. Και του υπόσχεται: “ Σου δίνω το λόγο μου πως απ’εκει, θα σε στείλω όπου θέλεις”.
Και ειναι βέβαιο, πως θα το κάμει ο συνταγματάρχης Κ. Είναι παλληκάρι. Εχει λογο.
Ο ίδιος Τουρκοκρητικός Αστυνομικός, δίδει μερικές πληροφορίες. Ο στρατός του Τζαφφέρ Ταγιάρ, στην ουσία, δεν υπάρχει. Συγκροτήθηκεν απο κακοποιούς, άοπλους, αγύμναστους, απείθαρχους. Καθένας, πήγε με το άλογό του, με την ιδέα του πλιάτσικου αλλα δεν μπορουσαν να συντηρηθούν. Κι όταν έμαθαν πως έρχεται ο Ελληνικός στρατός διαλύθηκαν.
Ολα τα χωριά που περνάμε και η Χαριούπολις, έχουν υψωμένες λευκές σημαίες . απο τους κατοίκους δεν έχει φύγει κανένας. Με θαυμασμό και περιέργεια, παρακολουθούν απο τις πόρτες των σπιτιών τους την παρέλαση του δοξασμένου Ελληνικού στρατού.
11 Ιουλίου 1920
Νύχτα φεύγουμε απο τα περίχωρα της Χαϊραμπολ και σχεδόν τρέχουμε. Περνούμε το Λουλέ – Μπουργκάζ και το Μπαμπά -Εσκί. Μεγάλα χωριά μέσα στον εύφορο κάμπο, που βόσκουν, ήσυχα αγελάδες, πρόβατα, άλογα. Τα σπαρτά δεν έχουν θεριστεί. Τί ωραία που ειναι! Στάχυ σιτάρι, με 100-150 σπόρους, έχουν μετρήσει οι στρατιώτες. Στο Μπαμπα – Εσκί, στη δυτική άκρη του χωριού, βλέπω ένα τζαμί με μεγάλο τρούλο.
Οπως και τα αλλα σπίτια στην ύπαιθρο της Θράκης κι εδω είναι χτισμένα με πήλινες άψητες πλίνθους , συγκρατούμενες απο άχυρα. Λίγες στέγες έχουν κεραμίδια, οι πολλές είναι βρούλινες. Ελάχιστοι τοίχοι εχουν επιχρισθεί απο έξω με ασβέστη,. Η πέτρα ειναι άγνωστη εδώ.
Το μεσημεράκι όμως έχουμε περάσει 1-2 χιλιόμετρα, βορεινά του Μπαμπά Εσκι, βλέπω μεγάλη κίνηση αξιωματικών και εφίππων συνδέσμων. Ερχεται διαταγή νηα σταματήσομεν όπου βρισκόμαστε.
ΙΘ) ΜΠΟΣΤΑΝΛΙ
Κάτι έκτακτο συμβαίνει. Δεν ξέρουμε τί ακριβώς. Μετά λίγη ώρα, γυρίζουν όλοι πίσω. Μαθαίνουμε πως στο Μποστανλι, χωριό ενα χιλιόμετρο βορειότερα απο εμάς, πιάστηκε απο το άλογο του πεσμένος μεσα στο αμπέλι, ο Αρχηγός της Επανάστασης, συνταγματάρχης του τουρκικού στρατού, ΤΖΑΦΦΕΡ -ΤΑΓΙΑΡ , απο πολίτες και παραδόθηκε απο αυτούς στο 98ο Σύνταγμα Πεζικού
Η είδηση, επιβεβαιώνεται απο τη Μεραρχία. Φωνές χαράς και ζητοκραυγές στρατιωτών, για ώρες πολλές, γεμίζουν τον ορίζοντα. Ζήτω ο Στρατός- Ζήτω ο Βενιζέλος.
“Και στην Πόλη ταχεια΄μέσα στην Αγιά Σοφιά θα σου ψάλλουν Λευτέρη Ωσανα.”
12 Ιουλίου 1920.
Μένομε να ξεκουραστούμε και να καθαρηστούμε . ζητάω να πάω στο Μπαμπά – Εσκί, αλλα δεν επιτρέπεται.
Απο εδώ που είμαστε, βλέπουμε τους πολίτες να θερίζουν, να αλωνίζουν να περιφέρωνται ελεύθεροι. Ακουεται μερα και νύχτα χαρακτηριστικός θόρυβος των φορτομένων βωδάμαξων, που κουβαλούν αγαθά σε αποθήκες. Το πολύτιμο αυτό μέσο μεταφοράς, πηγαίνει παντου λόγω της ομαλότητος τους εδάφους, και τον Χειμώνα ακομα γιατι παγώνουν οι λάσπες . Ετσι δεν διακόπτεται η συγκοινωνία ούτε μεταφορά ειδών και ανθρώπων.
13 ΙΟΥΛΙΟΥ 1920
Φευγομεν απο τον ίδιο δρόμο. Πρόεκειται να γυρίσουμε στη Ραιδεστό κι απο εκεί, ατμοπλοίκώς, πάλι στην Μικρά Ασία.
Σκεπτόμαστε και το ευχόμαστε ως μια που επεσε ο Ταγιάρ, γρήγορα θα δώσει ο θεός αν παθει το ίδιο και ο συνάδελφός του, ο Κεμάλ στην Ανατολή.
19 Ιουλίου 1920
Το πρωί καθώς περνούμε απο ενα χωριουδάκι, μερικοί ημιονηγοί κλέβουν πέντε εξι κοτόπουλα και τα βάζουν κατα βάση επάνω στα σάγματα. Αμα απομακρυνθήκαμε καμια πεντακοσαριά μέτρα απο το χωριό, συναντούμε τον συνταγματάρχρη Κ. . Αναπαύεται με το Επιτελείο του, κάτω απο τον ίσκιο μας αγριοαχλαδιάς. Μόλις βλέπει τα πρωτότυπα λάφυρα, καλεί τον επικεφαλής υπολοχαγό. Του κάνει δριμειες παρατηρήσεις μπροστα σε όλους και τον απειλεί πως θα τον τουφεκίσει. “Επίτρεψες, του λέει σε Ελληνες στρατιώτες, που δεν στερούνται ουδενός και που είναι ήρωες, να γίνουν κλεφτοκοτάδες”!
Τελικά διατάσσει να σταματήσει η φάλαγγα, να πάρουν τις κότες στα χέρια τους οι ημιονηγοί που τις είχαν κλεμμένες να τις γυρίσουν στο χωριό με συνοδεία ιππέων απο το Πεζικό. Περιμένουμε κι οταν οι Ιππείς γυρίζουν και βεβαιώνουν οτι τα κλωπιμαία απεδώθησαν , συνεχίζομε την πορεία μας. Δεν ξέρω τί έγινε ο υπολοχαγός, όμως το μικρότερο που έχει να του κάνει ο συνταγματάρχης Κ., ειναι να τον στείλει Στρατοδικείο.
Κ) ΡΑΙΔΕΣΤΟΣ
20 Ιουλίου 1920
Το μεσημεράκι φτάνουμε στη Ραιδεστό και στρατοπεδεύομαι πάλι δυτικά της πόλεως. Ο κουρέας της Μοίρας, μας καλλωπίζει. Κοντά μας υπάρχει νερό. Βρίσκουμε τους μεγαγωγικους που είχαν μείνει εδώ με τις αποσκευές μας, κουβέρτες, χλαίνες, λινοστολες και αλλάζουμε. Εχουμε στην εφεδρεία, δοχεία κενά πετρελαίου, ο εφοδιασμός μας δίδει σαπούνι, βράζουμε τα εσώρουχα ου φορούσαμε τόσες μέρες να καθαρισουν, τα πλύνομε, πλυνόμαστε κι εμείς. Δίδεται διαταγή, ολες τις μέρες που μένουμε εδώ, να παίρνομαι, με τα ζώα μας, στα καθαρά νερά της Προποντίδας το μπάνιο μας.
Τη Ραιδεστό επισκέφθηκα, μερικές φορές. Ειναι ελληνική πολιτεία. Οι δρόμοι της, λιθόστρωτοι, τα μαγαζιά εμπορικά, μπακάλικα, ιχθυοπωλεία, κρεοπωλεία, ολα ελληνικά εχουν τέσσερις εκκλησίες, δικό τους δεσπότη, και δυο σχολές αρρενων και θηλέων . τις σχολές εχουν δωρήσει και προικοδοτήσει ομογενείς πλούσιοι. Υπάρχει και ελληνικό νοσοκομείο.
Μια απο τις εκκλησίες τους, ειναι πολυ παλαιά, της Παναγίας της Ρευματοκράτισσας, με θαυματουργή εικόνα. Λέγεται ετσι, διότι άπιστους που θέλησαν να πατήσουν την πολη, πριν πολλά χρόνια, έριξε στο ρεύμα που περνά δίπλα και τους έπνιξε.
Γνωρίζομαι με ενα καφετζή, Φώτιος Ιγν. Λέγεται. Το μαγαζί του ειναι προς τη θαλασσα. Ουζο, αφθονοι μεζεδες, ειναι το εμπόρευμά του. Κρασί δεν ξοδεύει για τους άλλου. Μονο για τον εαυτό του. Και παντα ειναι μεθυσμένος. Του είπα πως είμαι Κρητικός. Μολις με βλέπει, για να μ’ευχαριστ΄σηει , φωνάζει “ζήτω ο Βενιζέλος”.
Το βράδυ περνώ απο το Φρουραχείο και ρωτώ για τον πατριώτη ου Τουρκοκρητικό αστυνομικό της Χαϊραμπόλ. Με πληροφορούν πως πραγματικά, ο Κ. Τον εστειλε στη Σμύρνη, μέσω Πανόρμου, σιδηροδρομικώς.
27 ΙΟΥΛΙΟΥ 1920
Πρωί. Επιβιβαζόμαστε, κατα τύχη, στο ίδιο πλοίο που μας έφερε, το “Ουράνα” .
ΚΑ) ΜΟΥΔΑΝΙΑ
28 Ιουλίου 1920.
Ύστερα από καλό ταξίδι και συνείδηση ανθρώπων που έκαμαν το καθήκον τους φτάνουμε στα βουδανιά.. το επίνειο της Προύσας. Αποβιβαζόμαστε αμέσως την ξύλινη προβλήτα. Ύστερα οδοιπορούμε μέχρι τον νοτικό μέρος της πόλεως σε δάσος ελαιοδένδρων και καταβληζόμαστε. Τη νύχτα είμαι άρρωστος με πυρετό.
29 Ιουλίου 1920.
Το πρωί αισθάνομαι πολύ άσχημα. Ζαλίζομαι. Δεν μπορώ να σταθώ όρθιος. Γράφομαι στο βιβλίο ασθενών και παρουσιάζομαι στο γιατρό με εξετάζει πολύ ώρα. Μου λέει “δεν σου βρίσκω τίποτα σοβαρό έχεις ανάγκη από ανάπαυση θέλεις να σε στείλω στο νοσοκομείο;” απαντώ “όχι”. Με αφήνει ελεύθερο υπηρεσίας για τρεις μέρες και μου δίδει μερικά φάρμακα. Εν τω μεταξύ η μοίρα ετοιμάζεται να μεταναστεύσεις στην Κίο. Ένα μέρος του υλικού θα μεταφερθεί διά θαλάσσης. τα υποζύγια είναι πληγωμένα και τα σάγματα σε κακή κατάσταση από τη συνεχή πορείαα. Τα κτήνη θα οδηγηθούν δια ξηράς γυμνά. Φορτώνονται τα πυροβόλα πολεμικό υλικό όσο χρειάζεται σε μουλάρια που δεν έχουν πληγές και το άλλο μπαίνει σε τρία πλοιάρια με κουπί και πανί. Μου γίνεται πρόταση να πάω με 8 στρατιώτες επικεφαλής. Δέχομαι. Είμαι άρρωστος καίτοι σήμερο δεν έχω πυρετό και θα πάω με μεγαλύτερη άνεση.
2 Αυγούστου 1920.
Το πρωί επιβιβαζόμαστε και ξεκινούμε με ούριο άνεμο. Μόλις βγαίνουμε από το λιμάνι των Μουδανιών γίνεται άπνοια και ακινητοποιούμε. Ο καραβοκίρης και η ναύτες που είναι Έλληνες κάνουν την πρόγνωση πως στο μεσημεράκι θα έχουμε πάλι άνεμο. Το βραδάκι θα είμαστε στην Κίο. Η απόσταση είναι κοντινή περίπου 20 χιλιόμετρα. Ένα πολύ ανιαρό κακό μας κρατεί όλους. Το έχουμε συχνά από την ανεπαρκή καθαριότητα των φαγητών και των καζανιών. Ευκοιλιότητα. Παρόλη την ενόχληση της αρρώστιας βρίσκω ευκαιρία να ρωτήσω τον καπετάνιο για τα Μουδανιά. Δεν είχα την ευκαιρία να μάθω. Με πληροφορεί πως είναι κατά τα 3/4 ελληνική πόλης έχει με την περιφέρεια της 16 εκκλησίες σχολεία αρρένων και θηλαίων εις τα οποία φοιτούν πάνω από 1000 μαθητές και μαθήτριες.
ΚΙΟΣ
Το βράδυ κατά τις 7 φτάνουμε στην Κίο και δεν αποβιβαζόμαστε σύμφωνα με τη διαταγή μέχρι να έρθει αξιωματικός της στρατιωτικής διοικήσεως και να μας οδηγήσει. Από τα καράβια εκεί ως φαίνεται όμορφη πόλις. Αριστερό μέρος της όπως τη βλέπουμε είναι υψηλότερο από το δεξιό
Στην ξηρά μπροστά μας τρέχουν παιδιά. Είναι Ελληνόπουλα. Φωνάζουν παίζουν βρίζονται ελληνικά. Στις 8:00 έρχεται του αξιωματικός μας υποδεικνύει και με τα κουπιά πάμε δεξιά σε απόσταση 15 μ. έξω από το οίκημα. Τούτο έχει πόρτα προς τη θάλασσα. Ξεφορτωνόμαστε και βάζω με τα πράγματα στην ευρύχωρη αυλή του.
3 Αυγούστου 1920.
Το απόγευμα στις 5 έρχεται και η υπόλοιπη Μοίρα.
7 -9Αυγούστου 1920.
Τακτοποιούμεθα σε διάφορα καταλύματα γύρω στο πρώτο. Ελεύθερος υπηρεσίας μέχρι τις 10-8 1920. Χρησιμοποιώ την ώρα μου να γυρίσω το μέρος. Η Κίος είναι πόλη ξαπλωμένη αμφιθεατρικά κατά μήκος ενός ήσυχου κόλπου της προποντίδος. Οι Τούρκοι τη λένε Γκεμλέκ. Τελείως ελληνική με καταστήματα, κέντρα διασκεδάσεως, μαγειρεία, όλα είναι ελληνικά. Υπάρχουν πέντε εκκλησίες, σχολεία αρρένων και θηλέων με 550 μαθητές ελληνόπουλα. Λιγοστοί οι Τούρκοι και Αρμένηδες που κατοικούν στην Κίο δεν έχουν να παρουσιάσουν τίποτε.
Ανάμεσα στα άλλα μαγειρεία ένα είναι Τουρκικό και ένα Αρμενικό λίγο νοτιότερα της μικρής γέφυρας του κέντρου της πόλεως. Δεν μπήκα στο πρώτο. Το δεύτερο παρασκευάζει με τα άλλα φαγητά κρέας με κυδώνια,
Μερικοί το προτιμούν. Σε όλα τα εστιατόρια πλην του τουρκικού πάντα βρίσκει κανείς αγριογούρουνο. Ένα ειδικό πλοιάριο εκτελείται συγκοινωνία κωνσταντινουπόλεως Νικομήδιας Χίου. Με αυτό δεν επιτρέπεται να ταξιδεύουν στρατιωτικοί εκτός αν έχουν άδεια του γενικού στρατηγείου. Το απόγευμα της 9ης Αυγούστου με καλούν στο γραφείο της Μοίρας και μου κοινοποιούν διαταγή της Μεραρχίας. Τοποθετούμε στη δικαστική υπηρεσία της.
Με άλλα λόγια πρέπει να φύγω από την ΧΧΧα Μ.Ο.Π.
Δεν θέλω το άγνωστο περιβάλλον ούτε να είμαι εκεί ένας αριθμός. Στη Μοίρα περνούμε ωραία μετακινούμε έφιππος. Βρίσκομαι ανάμεσα σε φίλους και συμπολίτες αξιωματικούς και στρατιώτες τέλος με συνδέει μακρινή ιστορία με όλο το έμψυχο και το άψυχο υλικό της. Αναφέρω αυτά τα πράγματα στο διοικητή μου (Ταγματάρχης Ζ.Χ) μου απαντά καλύτερα θα ήταν να μείνεις αλλά αφού έχουμε διαταγή να φύγεις δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.
Μου ετοιμάζουν το σχετικό φύλλο πορείας και φεύγω αυθημερών για την έδρα της Μεραρχίας που είναι στα Μουδιανά.
11 Αυγούστου 1920.
Παρουσιάζομαι στον διευθυντή του δικαστικού της Μεραρχίας. Είναι συγγενείς μου στρατιωτικός δικαστικός σύμβουλος Γ. Ταγματάρχης Ε.Π.
Του λέω την αντίθεσή μου για τη μετάθεση και του εκθέτω τους λόγους. Έχει εκκρεμή εργασία. Δεν βρίσκει όχι μόνο δικαστικούς υπαλλήλους που του χρειάζονται αλλά ούτε καν εγγράμματους. Με παρακαλεί αν δεν μπορώ να μείνω μονίμως να καθίσω μερικό καιρό να ενημερώσουμε το γραφείο. Τον ακούω. Δουλεύουμε μαζί 10 μέρες και τις περισσότερες νύχτες τακτοποιούμε αρχείο βιβλία πρακτικά αποφάσεις.
ΠΡΟΥΣΑ
18 Αυγούστου 1920.
Κάποιος πρέπει να πάει στην Προύσα να παραλάβει έντυπα για τη Διεύθυνση Δικαστικού της Μεραρχίας και το Στρατωδικείο. Ζητώ να κάνω εγώ αυτή την υπηρεσία θέλω να δω την πόλη. Πρωί φεύγω. Η απόστασης Μουδανιά – Προύσα είναι 38 χιλιόμετρα σιδηροδρομικώς. Περνά το τρένο στην αρχή ανάμεσα από ανώμαλο έδαφος με λιόδεντρα ύστερα ανεβαίνει στον ευφορώτατο κάμπο της Προύσας. Δεξιά και αριστερά από τη γραμμή βλέπω ευτυχισμένα ελληνικά χωριά. Σε όλα διακρίνονται εκκλησίες χωράφια ποτιστικά γονιμότατα δέντρα αμπέλια και άφθονες μουρνιές.. ένα συνάδελφός μου ο Φ .Πολ με εξυπηρετεί άμεσα την ώρα του μεσημεριού μοιραζόμαστε το συσσίτιο του, ύστερα σεριανίζουμε τη θαυμάσια Προύσα πνιγμένη μέσα στο πράσινο και τα νερά του Ολύμπου της Μυσίας, εις τις βόρειες κλιτύες του οποίου είναι χτισμένη. Απο δεξιά περνουμε την ακρόπολη της κατευθυνόμαστε στις θερμοπυγές του Τσεκιργκέ, ειδικές για δερματικά νοσήματα. Εδώ έρχονται όσοι στρατιώτες υποφέρουν από ψωρίαση και υπηρετεί στην Αστυνομία, πολύ αγαπητός συγγενής μου.
Τα κτίρια των λουτρών που χρησιμοποιούνται από τους στρατιώτες είναι ακάθαρτα τόσο που διστάζει κανείς να πλησιάσει.
Για να συμπληρωθεί η κακοποίηση του από τη φύση ωραιότατου τούτου τοπίου υπάρχει λαϊκά χαμετυπία εξευτελιστικής αγριότητος. Γυρίζουμε στην Προύσα, συναντούμε ακμάζουσες βιομηχανίες μεταξιού, βαμβακιού, όλες τις ελληνικά χέρια, ωραία καταστήματα, λουτρά. Οικήματα, ελληνικά σχολεία που φυτούν γύρω στα χίλια παιδιά, νοσοκομείο και 5 εκκλησίες.
Πιστεύω πως ο Όλυμπος της Μεσσίας είναι το πολυυδρώτερο βουνό της Μικράς Ασίας από όσα έχω ιδεί και η Προύσα η περισσότερο υδρευόμενη πόλις.
Με το βραδινό τρένο των 7 γυρίζω στα Μουδανιά.
18 Αυγούστου 1920
Η εργασία της Διευθύνσεως Διοικητικού της Μεραρχίας έχει τακτοποιηθεί. Ζητώ να γυρίσω στο Πυροβολικό. Γίνεται έτσι. Ακυρώνεται η διαταγή δια νέας και επιστρέφω στη Μοίρα όπου με υποδέχονται με χαρά.
23 Αυγούστου 1920. Τις μέρες που λείπω τα πάντα έχουν τακτοποιηθεί εδώ. Γίνεται συσσίτιο υπαξιωματικών δόθηκε νέος σχηματισμός και υπόδηση στους οπλίτες και τους βλέπεις να κυκλοφορούν τα βράδια στην πολιτεία ντυμένοι ωραία, φρεσκοξυρισμένοι, φρέσκ σιδηρωμένοι, γυαλισμένοι σαν να είναι σπουδαστές στρατιωτικής του σχολής. Παίρνω και εγώ ότι μου αναλογεί. Ένα χιτώνιο καινούργιο μία περισκελίδα ιππέος με δέρματα άρβύλα ωραιότατα, εγγλέζικη χλαίνει με μάλλινη φόδρα άσπρη, δερμάτινες περικνιμίδες, δύο λινοστολές καμποτ, δύο ζεύγη περιπόδι, ( κάλτσες) μία εξάρτηση πυροβολικού με δύο τελαμώνες και δίκοχο.
24 Αυγούστου 1920.
Σήμερα το απόγευμα ντύνομαι με τη νέα στολή προσθέτω και τους πτέρνιστήρες (σπιρούνια) και περιπατώ με δύο φίλους μου στο καλντιρίμι της Κίου. Βγάνουμε και φωτογραφία για να θυμόμαστε τη στιγμή καθιστός ο υποφαινόμενος στη μέση όρθιος στα δεξιά μου ο δάσκαλος- τώρα δεκανέας -Φωτ Σαφ. και στα αριστερά μου ταχυδρομικός (τώρα δεκανέας) Κ. ΚΩΤ. και οι δύο Μακεδόνες.
Η φωτογραφία γράφει στην επάνω μεριά της “Κίος 1920”.
28 Αυγούστου 1920
Ο δάσκαλος Σαφ. Ειναι ψάλτης, πηγαίνει στην εκκλησία, εδώ βοηθά στη λειτουργία, αποκτά της συμπάθεια του ιερέως και των ιεροψαλτών που είναι όλοι οι δάσκαλοι στα σχολεία που συντηρεί η ελληνική χριστιανική κοινότητα με διευθυντή έναν Αρχιμανδρίτη.
Όλοι οι μορφωμένοι στην Κίο γνωρίζουν εκκλησιαστικά γράμματα και ψαλμωδία. Για τους δασκάλους όμως είναι απαραίτητο προσόν. Χωρίς εκκλησιαστική μόρφωση και γνώση βυζαντινής παρασηματικής δεν νοείται να είναι ένας δάσκαλος. Σήμερα το βράδυ καλούν τον Σαφ. στο σπίτι του και τον κύριο Τσουκαλά για ούζο και πάει. Τούτος ο Τσουκαλάς είναι Κωνσταντινουπολίτης γυμναστής σε όλα τα σχολεία. Έχει βάλει βάσεις κλασικού αθλητισμού στην Κίο. Μετέτρεψε σε γυμναστήριο ένα χωράφι που είναι ανατολικά της πόλεως το έχει περιφράξει και τοποθέτησε μονόζυγα δίζυγα και άλλα όργανα γυμναστικής. Είναι ενθουσιώδης τύπος Έλληνας γεμάτος πατριωτισμό και χριστιανική πίστη. Όλα αυτά μας τα λέει ο δάσκαλος που έρχεται τα μεσάνυχτα πολύ κεφισμένος και ομιλητικός
29 Αυγούστου 1920
Σήμερα είναι η εορτή του Αγίου Ιωάννου. Γίνεται λειτουργία πάει και ο στρατός. Οι ψαλτάδες κάνουν τα καλύτερα. Τους. Λένε όλα τα τερεριμ τερεμ. Μιλά ο Τσουκαλάς για την Ανάσταση του ‘Εθνους, τα δάκρυα ηρέμουν τα μάτια του από τη συγκίνηση κάνει μνημόσημο των Μεγάλων Ανδρών της νεότερης ελλάδος και βάζει τον Ελευθέριο Βενιζέλο επικεφαλής όλων. Τελειώνοντας το λόγο του εύχεται στον παριστάμενο δεσπότη του χρόνου σαν τέτοια μέρα να έχουν εκπληρωθεί όλοι οι πόθοι της φυλής να τον αξιώσει ο παντοδύναμος να λειτουργήσει μαζί με τον Πατριάρχη και όλη την Οικουμενική Σύνοδο στην Αγιά Σοφιά. Ο Δεσπότης κλαίει και τον φιλεί. Το πλήρωμα φωνάζει “γεννοίτο”. Και η ευλογημένη μέρα δεν φαίνεται να είναι μακριά.
30 Αυγούστου 1920.
Η ζωή μας στην Κίο είναι ευχάριστη. Τίποτα δεν μαρτυρεί πολεμική περίοδο. Γυμνάσια βέβαια απαραίτητα όμως ύπνος το μεσημέρι έξοδος το βράδυ και πάντα ωραίο συσσίτιο. Δεν λείπουν τα ειδύλλια μεταξύ ντόπιων κοριτσιών και στρατιωτών. Πολλά είναι ειλικρινή. Δύο στρατιώτες του Πεζικού και ένας Χωροφύλακας παντρεύτηκαν χθες βράδυ.
1- 15 Σεπτεμβρίου 1920.
Η ωραία ζωή της Κίου εξακολουθεί. Ανησυχούμε για τη μαθαίνουμε πως των βασιλέα Αλέξανδρο, δάγκωσε μία μαϊμού και είναι σε κακή κατάσταση. Μάλιστα έφεραν Ευρωπαίους γιατρούς τα πράγματα φαίνεται απίστευτα. Ο στρατός στεναχωριέται για τον Αλέξανδρο. Είναι δημοφιλής ήρθε στο μέτωπο της Θράκης και μας είδε αλλά εκτός από αυτά είναι λεβεντόπεδο και καταδεκτικός. Λένε πως ο ίδιος μπαίνει κάτω από το αυτοκίνητό του και το επισκευάζει και ότι βοηθά όλους που βρίσκονται σε δύσκολη θέση όπως ένα καραγωγέα στο Φάληρο. Ήταν καρφωμένος σε υγρό χωράφι αυτός το άλογο του και το κάρο του και ως τους είδε περνώντας με το αυτοκίνητο του ο Αλέξανδρος πήδησε κάτω, τους τράβηξε με τα γερά του μπράτσα και βγήκαν όλοι από τη λάσπη. Έφτασαν χωροφυλακές και από τις χαιρετούρες και τα “μεγαλειότατε” που του λεγαν κατάλαβε ο καροτσέρης. Αλλά εν τω μεταξύ ο βασιλέυς έφυγε χωρίς να μιλήσει.
Εκείνο που τον κάνει περισσότερο αγαπητό είναι ότι συμπάθησε μία ελληνοπούλα την Ασπασία Μάνου και την παντρεύτηκε σαν τίμιος έλληνας. Τώρα εκείνη είναι εγκυος 4 μηνών. Του είπαν να την αφήσει να πάει στην Ευρώπη που του βρήκαν πριγκίπισσες νυφάδες να διαλέξει. Αυτός όμως δεν θέλησε καθόλου να συζητήσει τέτοιες ατιμίες.
26 Σεπτεμβρίου 1920.
Η κατάσταση του Βασιλιά χειροτερεψε. Έρχονται τηλεγραφήματα και λένε πως κινδυνευει. . Τούτο κρατεί το στρατό σε μεγάλη συγκίνιση. Δεν γίνεται πιστευτό πως ο Αλέξανδρος μπορεί να πεθάνει από το δάγκωμά της μαϊμούς. Μερικοί υποψιάζονται δολοφονία. Άλλοι φτάνουν στο σημείο να πουν πως ο δυστυχισμένος πατέρας του έβαλε να τον δηλητηριάσουν για να γυρίσει στο θρόνο.. Δεν τον πρόσεξαν όσο έπρεπε άφησε τους γιατρούς και καμαν τα δικά τους.
1 Οκτωβρίου 1920
Σήμερα γίνεται παράκληση στην εκκλησία για τη σωτηρία του Βασιλιά. Πάμε και εμείς μετά την παράκληση ο δεσπότης διαβάζει τη δική του δέηση και βάστηξε μία ώρα και 10 λεπτά.
Το βράδυ όπως καθόμασταν στην παραλία σε κάποιο ουζάδικο με τον Δεκανέα έρχεται ο γυμναστής Τσουκαλάς με τη γυναίκα του και την αδελφή του ένα κορίτσι ετών 18 και μας κάνουν παρέα
Είναι και οι δύο Κωνσταντινουπολίτισσες ευγενικές και καλοκαμωμένες γυναίκες. Με ρωτούν για την ιδιαίτερη πατρίδα μου τον Βενιζέλο τον ψηλορείτη και ιδιαίτερα διάφορα άλλα ζητήματα
Ο δάσκαλος Σ. δεν χορταίνει να μιλά για τη “Λισσάβω” του, έτσι λένε τη γυναίκα του. Αναστενάζει όταν θυμάται πως 8 μέρες μετά το γάμο του τον πήρανε στο στρατό και δεν την ξαναείδε.
Μου κάνει μεγάλη χαρά η συζήτηση με τους ευχάριστους και πολιτισμένους συνομιλητές . Πλησιάζει όμως η ώρα του προσκλητηρίου, ζητούμε συγνώμη χαιρόμαστε πολύ αμοιβαίως για την γνωριμία. Καληνυχτίζουμε και φεύγουμε.
ΑΣΚΑΝΙΑ ΚΑΡΑΜΟΥΣΑΛ ΓΙΑΛΟΒΑ
9-14 οκτωβρίου 1920.
Πρόκειται να γίνουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο εσωτερικό. Έτσι θα μας δοθεί η ευκαιρία να γνωρίσωμε την ενδοχώρα. Το πρωινό ξεκινούμε από την Κίο βαδίζομαι ανατολικά της και μπαίνουμε σε χαράδρα. Αριστερά μας δύο μέτρα βαθύτερα από το δρόμο τρέχει νερό καθαρό σε ποταμάκι. Ο Κιανός ποταμός. Αυτός παίρνει το νερό που ξεχειλίζει από την Ασκανία λίμνη το πάει στον κόλπο της Κίου. Δεξιά μας είναι ψηλός και απότομος βράχος.
Μεταξύ του βράχου και του ποταμού περνά ο δρόμος.
Κατά τις 11 φτάνουμε στην όχθη της Ασκανίας. Από κει στρέφουμε αριστερά και αφήνουμε δεξιά και πίσω μας τη λίμνη. Στη δυτική άκρη της είναι ένας μεγάλος λόφος καμωμένος από μικρές και μεγάλες πέτρες. Δεν μπορώ να μάθω πώς και γιατί έγινε.
Λίμνη είναι μακρόστενη από Δυτικά προς Ανατολικά έχει μακρος γύρω στα 20 χλμ. και πλάτος κειμενόμενο το μεγαλύτερο υπολογίζω . πέντε. Οι Τούρκοι τη λένε Ισνίκ-Γκιολ δηλαδή λίμνη της Νίκαιας. Η Νίκαια είναι στην απέναντι μας ανατολική οχθη της λίμνης και διακρίνεται καλά. Παρά πολύ ήθελα να δω τη Νίκαια. Είναι τόσο στο γνωστή στην ιστορία. Αλλα τώρα κατέχεται απο Τουρκους, που έχουν κατασφάξει τον ελληνικό πληθυσμό όπως έμαθα.
Ανηφορίζουμε προς βόρεια ακολουθώντας τον αμαξιτό δρόμο προς Κάρα – Μουσάλ. Το τοπίο παρουσιάζεται ωραιότατο. Δέντρα αγριοφουντουκιές, βυσσινιές, βελανιδιές, μουρνιές, σκεπάζουν προδρόμος και νερά άφθονα σε όλες τις μεριές.
Περνούμε τα χωριά Γεντιλίκ και Παζάρ – Κιόϊ. Οι κάτοικοι τους τα έχουν εγκαταλείψει. . Φαίνεται από εφνιδιάστηκαν από την επίσκεψή μας φοβηθήκαν και ετράπησαν σε άτακτη φυγή.
Τα σπίτια είναι γεμάτα κινητά πράγματα, κατοικίδια ζώα να περιφέρονται ανήσυχα και ελεύθερα. Υπάρχει ευμάρεια. Βλέπουμε έπιπλα καθίσματα κρεβάτια οικιακά και μαγειρικά σκεύη αρκετά καλής ποιότητος. Προχωρούμε ακόμη ένα χιλιόμετρο. Από εδώ φαίνεται ο κόλπος της Νοικομίδιας ολόκληρος και στο ανατολικό του μυχό η πόλις. Ακόμη σε λίγο βλέπουμε στην προς το μέρος παραλία του κόλπου τη λουτρόπολη Γιάλοβα και δεξιότερα το Καραμουσάλ. Αριστερά μας προς Δυτικά είναι το βουνό Τας Ντάγ.
Το βαθύ πράσινο που δίδει σε όλη την περιοχή πραγματικά ρωμαλέα βλάστησης γίνεται στην προποντίδα και δείχνει αρμονική συνέχεια με το έντονο γαλανό της χρώμα. Τα χωριά και τα σπιτάκια που είναι σκορπισμένα στην κοιλάδα και τις υπερώρειες του Τας Νταγ. άσπρα με κόκκινες κεραμιδωτές στέγες είναι σαν τα ψεύτικα μεσα στο ζωηρό φυτικό τους περιβάλλον.
Μερικοί Τσέτες ενοχλούσαν την περιφέρεια. Απέναντι μας βορειοανατολικά διακρίνεται το βουνό όλυμπος της βυθινίας. Η τσέτες διασκορπίστηκαν και εξοντώθηκαν από το Πεζικό χωρίς επέμβαση δική μας.
14 Οκτωβρίου 1920.
Τρεις μέρες καλοκαιρία μας επιτρέπει να απολαύσουμε το θέαμα εδώ της φύσεως πάνω σε αυχένα λόφου μεταξύ Παζάρ κιοϊ και Καραμουσάλ. Σήμερο ξεκινούμε να γυρίσουμε στην Κίο και ενώ είμαστε καθ οδόν ένοπλοι Τούρκοι έβαλαν φωτιά στο δάσος που περνά ο δρόμος μας βορειοδυτικά της Ασκανίας λίμνης.
Δεν έκαμαν όμως η φουκαράδες σας σωστο υπολογισμό στον τρόπο και στον τόπο της διαφυγής τους. Κυκλώθηκαν από τον Πεζικό, πιάστηκαν μερικοί, παραδόθηκαν άλλοι έπεσαν στην Ασκανία και κοντολογείς δεν σώθηκε κανείς.
Κάηκε αρκετή έκτασης όμως δεν δυσκολευόμαστε στην πορεία μας και το βράδυ είμαστε στη βάση μας.
Εδώ πληροφορούμαστε το θάνατο του Αλεξάνδρου. Όλοι τον λυπηθήκαμε ακόμα και η εχθροί του βασικού βασιλικού θεσμού. Ήταν τόσο νέος 27 ετών. Και το όνομά του είχε συνδεθεί με τις ενδοξότερες σελίδες της νέας ελληνικής ιστορίας.
15 Οκτωβρίου 1920
Γίνεται δέησις στην εκκλησία της Κίου υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του βασιλέως. Μιλεί ένας ιερωμένος έξυμνεί τα προσόντα του αποθανώντος και προσθέτει ότι ο θάνατος του ήρθε λίγο πριν πάρει στην Αγιά Σοφία τον τίτλο και τη θέση του βυζαντινού αυτοκράτορα. Ευχήθηκε τέλος ο ομιλητής ο θάνατος αυτός να μη φέρει ζημιά στην υπόθεση της μεγάλης Ελλάδος.
Όλοι τον ακούσαμε και ενώσαμε τις ευχές μας με τις δικές του.
Εν τω μεταξύ ή σαν παραμύθι ιστορία του αλεξάνδρου και αυτός ο ίδιος πέρασαν στη νεωνιότητα.
16 Οκτωβρίου 1920.
Από καιρό συζητούν για εκλογές μάλιστα ψιθυρίζεται πως θα ψηφίσουμε και εμείς. Το μεσημέρι ένας σύνδεσμος φέρνει χαρτιά από τη Μεραρχία. Διαδίδει ο ίδιος πως αυτά τα χαρτιά είναι οδηγίες και εκλογικά είδη. Η εκλογές ορίστηκαν την 1η Νοεμβρίου.
Πολύ στρατιώτες έχουν πάρει γράμματα από τους δικούς των. Τους παροτρύνουν να ψηφίσουν την αντιβενιζελική παράταξη. Αυτή έχει υποσχεθεί αποστράτευση και Ειρήνη. Λίγοι εκείνοι που παρακινούνται από τα σπίτια τους να ψηφίσουν τον Βενιζέλο.
Στη Μοίρα γίνονται συζητήσεις σε ζωηρό τόνο και βγαίνει διαταγή που απαγορεύει την πολιτική συζήτηση μεταξύ των ανδρών.
20 Οκτωβρίου 1920.
Στη Μοίρα οι Στρατιώτες και οι Αξιωματικοί εχουν διαιρεθεί σε δύο μερίδες. Κριτικοί. Μυτιλήνιοι Μικρασιάτες, Θράκες, Ηπειρώτες βενιζελικοί όλοι. Η άλλη αντιβενιζελικοί.
Ο διοικητής της μοίρας δεν εκφράζεται. Ούτε μπορεί κανένας να καταλάβει πού ανήκει. Μάλλονπως φαίνεται να είναι απο τους νόμους πως οστρατός πρέπει να μείνει έξω από την εκλογική διαμάχη. Τούτο που γίνεται έρχεται σε αντίθεση με την πειθαρχία. Μάλιστα τον ακούσαμε κάποτε και το λεγε φανερά σε έναν Επιτελή της Μεραρχίας. Οι αλλοι αξιωματικοί σχεδόν στην ολότητα ανήκουνε στην αντιβενιζέλικοί παράταξη. Βέβαια δεν το λένε αλλά η στάσεις και τα λόγια που τους φεύγουν το δείχνουν.
Παρά το ότι οι διοικήσεις του Σώματος Στρατού και της Μεραρχίας υποτίθεται να είναι προσκείμενες στην κυβέρνηση εν τούτοις τηρούν άψογη στάση. Κανείς προερχόμενος απ’ αυτές δεν παρουσιάστηκε ποτέ να πει τί πρέπει να κάμει ο στρατός. Ούτε και χαρτί έστειλαν να λάβουμε γνώση. Εν τω μεταξύ η αντιβενιζελική οργιάζουν. Κινούνται και το κήρυγμά τους περι ειρήνης και αποστρατεύσεως πιάνει. Καθένας θέλει να πάει στο σπίτι του και με τον Βενιζέλο δεν τελειώνουμε ποτές.
Αρχίζουν μικροεπεισόδια. Στις 9 μεσημβρίας πήγαινε ένα στρατιώτης Μικρασιάτης να πάρει νερό. Άλλος, Πατρινός τούτος, του πέταξε μία καραβάνα στα πόδια. Ο πρώτος του παρεξήγησε και αντάλλαξανε μερικές ύβρεις. Ο Πατρινός τον είπε προδότη. Ο άλλος τον αναπέδωσε και πιάστηκαν στα χέρια. Οι πιο ψύχραιμοι τους ξεχώρισαν. Το περιστατικό είναι πρωτάκουστο στη Μοίρα.
22 Οκτωβρίου 1920.
Όλη τη σκέψη των ανδρών πιάνει ο προεκλογικός πυρετός. Η Υπηρεσία προσπαθεί να τους απασχολεί με γυμνάσια πορείες, παιχνίδια. Όταν τους μένει καιρός δεν κάνουν άλλη συζήτηση.
Στην πόλη που κατεβαίνουν μιλούν ανοιχτά εναντίον του Βενιζέλου. Η ντόπιοι είναι να σκάσουν. “Βρε παιδιά αν φύγει αυτός πάμε αντίθετα στις μεγάλες δυνάμεις. Θα μας χτυπήσουν. Και θα χάσουμε ό,τι έχουμε. Και από την άλλη μεριά κάνεις δεν μπορεί να αντικαταστήσει το Βενιζέλο. Έκαμε την Ελλάδα μεγάλη και ένδοξη.”
Το δυστύχημα είναι πως αυτές οι μεγάλες αλήθειες δεν προσέχονται. Και αυτό το βλέπω με μεγάλη μου ανησυχία.
25 Οκτωβρίου 1920.
Ο γραμματεύς της Μοίρας Δεκανέας και καθηγητής Μ. μου λέει σήμερα πώς κάνουν ονομαστική κατάσταση των ανδρών που δικαιούνται ψήφου. Επικυρωμένη από τη Μεραρχία θα χρησιμεύσει σαν εκλογικός κατάλογος.
Η Μοίρα θα έχει το δικό της εκλογικό τμήμα στα γραφεία της.
26 Οκτωβρίου 1920.
Άλλο επεισόδιο κομματικώς σημειώνεται σήμερο. Μερικοί πολίτες και δυο τρεις στρατιώτες του Πεζικού διασκεδάζουν στην πόλη. Το πιοτό τους έφερε να τραγουδήσουν το Βενιζέλο. Πήγαν μία ομάδα άλλοι στρατιώτες, τους έδειραν και έσπασαν φιάλες και πιάτα. Αναγκάζεται η διοίκησης να κάμει περιπολίες από 20 άνδρες υπο αξιωματικών.
1 Νοεμβρίου 1920.
Ημέρα των εκλογών. Κάθε αξιωματικός κάθε στρατιώτης θα ψηφίσει σήμερα ελεύθερα το κόμμα που του αρέσει. Και τους υποψηφίους τους περιφέρειας που κατάγεται. Έχουν σταλεί έντυπα ψηφοδέλτι από τον κομμάτων των κομματικών υποψηφίων και των ανεξαρτήτων για όλες τις περιφέρειες της χώρας.
Υπάρχουν δύο ψηφοδόχα κιβώτια. Ένα για τους αξιωματικούς και άλλο για τους οπλήτες. Την εκλογή διευθύνων τρεις αξιωματικοί δύο ξένοι που δεν τους γνωρίζω. Ο ένας Ταγματάρχης του Πεζικού ο δεύτερος λοχαγός της Επιμελητείας ο Τρίτος είναι δικός μας Υπολοχαγός Γ.
Στη μοίρα υπηρετούμε τώρα πέντε Κριτικοί όλοι οπλίτες. Έρχονται οι άλλοι πρωί-πρωί και με συναντούν. Θα ψηφίσουμε Βενιζελικούς υποψήφιους των περιφερειών. Πηγαίνουμε στο εκλογικό τμήμα. Ο υπολοχαγός της Μοίρας ξέρει και μας διευκολύνει να βρούμε τα ψηφοδέλφια της προτιμήσεως μας. Το περίεργο είναι πως ένας καστρινός στρατιώτης από φανατική αντιβενιζελική οικογένεια ψηφίζει Βενιζέλο. Καταλαβαίνει πώς αν δεν πετύχει ο Βενιζέλος χανόμαστε. Εξαφανίζεται η Ελλάς.
Η εκλογή διαρκεί όλη την ημέρα και το βράδυ τελειώνει χωρίς αταξία. Προσπαθώ να μάθω τον εκλογικό αποτελέσμα της Μοίρας. Δεν είναι δυνατό μου λέει ο υπολοχαγός γιατί κλείστηκαν σε φακέλους και τα ψηφοδέλτια εστάλλησαν στη Μεραρχία χωρίς να ελεγχθούν.
2 Νοεμβρίου 1920.
Μαθαίνω από ένα αξιωματικό του 98ου Σήυντάγματος Πεζικού πώς έπεσε ο Βενιζέλος.Ησαν ακόμα αλογάριαστα μερικά εκολογικά τμήματα αλλά τα πολλά φέρνουν το Βενιζελικό κομα χαμένο. Με πιάνει μελαγχολία και απογοήτευση. Μα είναι δυνατό ο ελληνικός λαός να καταψηφίσει στο Βενιζέλο που έπιασε την Ελλάδα από τη Θεσσαλία της έδωσε Μακεδονία Ήπειρο, θράκη, Μικρασία τις ελληνικές νήσους του Αιγαίου και τώρα μας έχει φέρει κοντά στην Κωνσταντινούπολη; Είναι σωστό αυτός ο ίδιος ο λαός να να κόψει σχεδόν στο τέλος το έργο της αναστάσεως του γένους και να θέσει την πατρίδα μας αντιμέτωπη με τις μεγάλες δυνάμεις σε αυτή την κρίσημη καμπή της ελληνικής ιστορίας;
3 Νοεμβρίου 1920
Δυστυχώς όλα είναι δυνατά. Το απόγευμα έχουμε επίσημη πληροφορία πως ο Βενιζέλος δεν βγήκε ούτε βουλευτής και το κόμμα του έπαθε πανωλεθρία. Θλίβομαι κατά καρδά. Όχι για τον εαυτό μου δεν έχω να χάσω ούτε να κερδίσω τίποτα. Την Ελλάδα βλέπω στο χείλος του κρημνού.
Κάτω στην πόλη της Κιου επικρατεί πένθος.
Το περίεργο είναι πως και οι αντιβενιζέλικοί στρατιώτες δεν είναι ενθουσιασμένοι από το εκλογικό αποτέλεσμα. Τουλάχιστον δεν βλέπω να εκδηλώνονται.
10 Νοεμβρίου 1920.
Πληροφορούμαστε πως θα επανέλθει ο Κωνσταντίνος και μάλιστα με δημοψήφισμα που θα λάβει μέρος και ο στρατος.
Όλοι ξέρουμε πως τον Κωνσταντίνο έδιωξαν οι δυνάμεις και ότι δεν τον θέλουν καλά ή κακά να ξαναγυρίσει. Σε πείσμα λοιπόν των μεγάλων δυνάμεων μπορούν να μας κάνουνε καλό ή να μας καταστρέψουν εμείς θα τον φέρουμε; Σκεπτόμαστε ο Κωνσταντίνος που τα γνωρίζει όλα ίσως να μη θέλησει.
15 Νοεμβρίου 1920.
Τώρα πλέον εκδηλώνονται στα ανοιχτά αξιωματικοί και στρατιώτες υπέρ του Κωνσταντίνου. Συζητώ με έναν αξιωματικό. Του λέω τους φόβους μου. Είναι νέος της Σχολής και νομίζω πως έχει μυαλό. Και τι μου απαντά αντί επιχειρημάτων; “ο θρόνος του βασιλέως Κωνσταντίνου στηρίζεται στις καρδιές όλων των αληθινών Ελλήνων”. Του λέω στη δική μου καρδιά δε στηρίζεται αυτός ο θρόνος και νομίζω πως είμαι καλός έλληνας όχι γιατί είναι τίποτα με το βασιλιά, αλλά γιατί με την επάνοδό του βλέπω εθνική συμφορά. Εκείνος θυμώνει και προσθέτει “δεν εισαι αληθινός Ελληνας”. Συλλογίζομαι. Κακομοίρα Ελλάδα ποιοι χοντροκέφαλοι βλάκες και εμπαθείς σαν τούτον εδώ είναι ενδεχόμενο να επιδρούν στη τύχη σου!.
22 Νοεμβρίου 1920
Δυστυχώς ο βασιλιάς δέχτηκε να γυρίσει στο θρόνο. Σήμερα γίνεται δημοψήφισμα. Δεν ξέρω ποιος το διευθύνει εδώ. Μέσα στο εκλογικό τμήμα είναι κάμποσοι αξιωματικοί που θορυβούν γελούν και κάνουν διάφορες άλλες ασχημιες.
Τα ψηφοδέλτια είναι δύο ειδών κόκκινα που γράφουνε υπέρ της επανόδου του Κωνσταντίνου και κίτρινα που γράφουν όχι εναντίον της επανόδου η ψηφοφορία δεν είναι μυστική παρά το νόμο.
Το απόγευμα οι 5 Κριτικοί πάμε να ψηφίσουμε. Ένας ανθυπασπιστής που είναι στο εκλογικό τμήμα. Δήθεν θέλει να μας διευκολύνει και μας προσφέρει κόκκινα ψηφοδέλτια
Δεν τα δεχόνται. Πιάνουμε κίτρινη από το τραπέζι και τα ρίχνουμε στην ψηφοδόχο. Μας λέει εισαγωγικά ότι και να ψηφίσετε το ίδιο κάνει ο βασιλιάς μας θα γυρίσει.
Αυτό δίνει αφορμή να γελάσουν θορυβωδώς όλοι οι παρόντες. “Άμα σταματήσουν τους λέω ναι θα γυρίσει. Αλλα μακάρι αυτή η επάνοδος να μην είναι μοιραία για την Ελλάδα.” Δεν μίλησε κανείς.
29 Νοεμβρίου 1920. Έρχεται διαταγή να φύγουμε. Κατεβαίνω το απόγευμα στην πόλη είναι τακτοποιήσω μικροδουλιές μου. Η πολίτες είναι πάρα πολύ στεναχωρημένοι. Βλέπουν καθαρά πως η απομάκρυνση του Βενιζέλου και η επαναφορά των Κωνσταντίνου προμηνίουν κακά για όλους και ιδιαίτερα για αυτούς που τόσο έχουν εκτεθεί. Αν γυρίσουν οι Τούρκοι οπωσδήποτε θα τους εκδικηθούν. Θα τους εξοντώσουν όλους μεγάλους και οι μικρούς.
30 Νοεμβρίου 1920.
Αφήνουμε την Κίο. Την πρόσχαρη και ευγενική αυτή η ελληνική πολιτεία. Οι κάτοικοι μας εύχονται στο καλό. Προχωρούμε από το γνωστό μας δρόμο της δεξιάς όχθης του Κιανού ποταμού παίρνουμε το φαράγγι και φτάνουμε στο χωριό που λέγεται Ακαρέμ στο νοτιοδυτικό σημείο της Ασκανίας λίμνης. Δίπλα του είναι ένα άλλο χωριό το Κιρίτ -Κιοϊ.
Θα πει κρητικοχώρι. Και τα δύο κατοικούνται από Τούρκους.Το περνάμε, βαδίζουμε αμαξητό δρόμο μετά 20 χιλιόμετρα στρέφουμε δεξιά και το βράδυ είμαστε σε Αρμένικο χωριό που λέγεται Τζαγικ που θα πει λουλουδι.
ΚΕ) ΤΖΑΓΙΚ (ΑΡΜΕΝΟΧΩΡΙ)
Στρατωνομιζόμαστε σε οικήματα. Εδώ τα σπίτια, εχουν μεγάλα δωμάτια που χρησιμοποιούνται για την εκτροφή μεταξοσκώληκων. Τα δωμάτια αυτα, πιάνουμε. Εγώ, με 20 άνδρες, τακτοποιούμεθα σε σκεπασμένο χώρο του περιβόλου της Αρμενικης εκκλησίας στο κηροχυτήριο, γραφείο και αποθήκη της.
2 Δεκεμβρίου 1920.
Σήμερο, μας κοινοποιήθηκεν ημερήσια διαταγή, η οποία λέει, οτι ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος, θα είναι στην Ελλάδα, την ερχόμενη Κυριακή.
6 Δεκεμβρίου 1920
Εν τω μεταξύ, γίνονται αντικαταστάσεις στις διοικήσεις των μεγάλων μονάδων και σιγά -σιγά, επεκτείνονται σ’ολο το στρατο. Το θλιβερό είναι πως οι εμπειροπόλεμοι αξιωματικοί, φεύγουν κι έρχονται αλλοι που δεν εχουν αυτο το προσόν. Το πράγμα, εχει ολέθρια επίδραση στο ηθικό των ανδρών.
Δυστυχώς, με τρια πράγματα που έχουν γίνει μέχρι τώρα, εξυπηρετείται μονο η κατάρρευση μας. Το ενα ειναι η απομάκρυνσις του Βενιζέλου, το δεύτερο ο ερχομός του Κωνσταντίνου και το τρίτο, η αποπομπή απο το στρατό, των αξιωματικών, της Αμύνης.
Σήμερο πληροφορούμαστε πως τον διοικητή της Μεραρχίας μας στατηγό Α.Μ. Και μερικους άλλους που μαζί τους δώσαμε τόσες ένδοξες μάχες, διώξανε απο τις θέσεις των. Οι αντιβενιζελικοί στη Μοίρα, καταλαβαίνουν την τεράστια ζημιά και είναι απογοητευμένοι. Παρηγορούνται, γιατι πιστεύουν στο στρατηγικό δαιμόνιο του Κωνσταντίνου. Εκει ελπίζουν. Αλλα τι μπορεί να κάμμει αυτός οταν εχει ανοικτό πολεμο ολων των πρώην συμμάχων της Ελλάδος που ειναι οι ισχυροί της Γης;
6 Δεκεμβρίου 1920
Πρωτη μέρα σήμερα εδώ με λιακάδα. Τις άλλες ολες απο τη μερα που εγκαταλείψαμε την Κίο, βρέχει συνεχώς. Και το κρύο ειναι δριμύ, γιατι το χωριό που είμαστε βρίσκεται σε αρκετά μεγάλο υψόμετρο, στις Β.Α υπώρειες του Ολύμπου της Μυσίας. Στους πρόποδες του βουνού κι εδώ ακόμη υπάρχουν ελεαιόδεντρα, Μουρνιές, πολλές και άλλα οπωροφόρα δέντρα. Ψηλότερα φύονται αγριοβελανιδιες, αγριοβυσσινιές, αγριοφουντουκιές, πεύκα, έλατα. Η περίφερεια εχει άφθονα νερά. Διατρέφονται αίγες, πρόβατα και βοοειδή, με τα οπόία οργώνουν τα χωράφια και κινούν βωδάμαξες. Εχουν μουλάρια, αλογα, γαϊδουρια, το έδαφος ειναι ανώμαλο, με πολλή κλήση απο Δ. προς Α. Και απο Ν. Προς Β και τους ειναι απαραίτητα στις μεταφορές προς τα μέρη που δεν πάει καρρόδρομος.
Το Τζαγίκ ειναι μεγάλο χωριό, θα’ χει 200-250 οικογένειες, ολο Αρμένηδες, οι δρόμοι του είναι ανώμαλοι, ολοι στρωμένοι με πέτρες. Λειτουργεία και εκκλησία με δυο ιερείς και σχολείο αρρένων κα θηλέων, με δάσκαλο και δασκάλα.
Απο τους παπαδες ενας είναι γέρωντας 80 ετών και ονομάζεται Θεόφιλος . Εχει σπουδάσει και χειροτονηθεί στην Κωνσταντινούπολη και γνωρίζει να μιλά , να διαβάζει και να γράφει ελληνικά. Ο άλλος είναι νέος 40-45 ετών και ονομάζεται Αρσένιος.
Τούτος ειναι λιγότερο μορφωμένος και τα ελληνικά του είναι λίγα. Υπάρχει και γιατρός εδώ Αρμένης, ο δόκτωρ Κιρκόρ. Σπούδασε στη Γαλλία. Μιλεί άπταιστα γαλλικά και ελληνικά. Η γυναίκα του ειναι Γαλλίδα. Ξέρει μονο τη γλώσσα της .
Γεροί, ψυχωμένοι άνδρες τουτοι οι Αρμένηδες. Και με έντονο εθνικό παλμό. Κανουν ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις, αποκλειστικά πατριωτικού περιεχομένου, ομιλίες, συγκεντρώσεις, εορτές με κύριο σκοπό, να διατηρήσουν την συνοχή του γένους των και το μίσος του εναντίον των Τούρκων.
Οσοι χωριανοί δεν στέκονται στο ύψος τους, σαν Αρμένιδες, εξαφανίζονται. Τους τρώει η νύχτα. Απο ηθική ειναι γρανίτης, άνδρες και γυναίκες.
20 Δεκεμβρίου 1920
Η Μοίρα ετοιμάζεται για αναγνωριστική επίθεση. Ξεχωρίζονται οι άρρρωστοι στρατιώτες, τα πληγωμένα μουλάρια, το περιττό, για την επιχείρηση υλικό. Αυτά θα μεινουν, με ανάλογη φρουρά στο Τζαγίκ. Η μάχιμη Μοίρα, θα προχωρήσει στο εχθρικό έδαφος .Υπάρχουν πληροφορίες οτι εκεί ο Κεμάλ, συγκεντρώνει στρατεύματα και πολεμοφόδια. Μερικές φορες μάλιστα Τούρκοι, έκαμαν διάφορες μικροεπιθέσεις.
22 Δεκεμβρίου 1920
Τη νύχτα φεύγουμε απο το Τζαγίκ, το πρωί στις 23 Δεκεμβρίου βρισκόμαστε μεσα σε ελαιόδεντρα και άλλα δέντρα στη νοτική όχθη της Ασκανίας λίμνης. Έχουμε ολη τη μερα . ο καιρός καλός.
ΚΣΤ) ΝΙΚΑΙΑ
24 Δεκεμβρίου 1920
Αρχίζει η προέλασις. Το πρωί μπαίνουμε στο τουρκικό μέρος ελεύθερα και λίγο μετα το μεσημέρι, είμαστε στη Νίκαια τώρα η ένδοξη πολιτεία που κάποτε υπήρξε πρωτεύουσα Αυτοκρατορίας και είχε τη δυνατότητα να φιλοξενήσει δύο οικουμενικές Συνόδους, ειναι ασήμαντο χωριό.
Ακολουθώ λόχο πεζικού. Κάνει εκκαθάριση της πόλεως και μπαίνω μέσα της. Ειναι γεμάτη ερείπια. Δεν τυχαίνει να ιδώ καμμιά επιγραφή. Στο Ν.Δ τμήμα της πόλεως, τα χαλάσματα, δείχνουν εκκλησία. Το δάπεδο της εχει καθαρισθεί απο τις πέτρες και τους ασβέστες. Ανατολικώτερα ειναι ένα τζαμί ορθιο και παρα πέρα παλαιό τείχος σε καλή κατάσταση. Στο Β.Αμέρος της πόλεως, υπάρχουν πολλά οικήματα κατοικήσιμα, αλλα μέσα δεν βρίσκεται κανείς.
Απο το λόχο του πεζικου που ακολουθώ, χωρίζεται μια περίπολος. Αυτή θα κάμει λεπτομερή έρευνα των ερειπίων. Μένω μαζί της. Επι κεφαλής ειναι ο συναδελφος μου λοχίας Σταυρίδης. Κατάγεται απο την Κίο. Οταν ήταν μικρός ερχόταν εδώ με τον πατέρα του και πουλούσαν διάφορες πραμάτειες. Μια φορά ομως που γυριζαν στο σπίτι τους επεσαν σε ληστές, στη ανατολική είσοδο της χαράδρας του Κιανού Ποταμού, οι οποίοι σκότωσαν τον πατέρα του μπροστά στα μάτια του, αμα πήρα τα χρήματά του και οχι άλλο ήθελαν, τους άφησαν νεκρό τον πατέρα. Και το παιδί μισοπεθαμένο απο τον τρόμο. Υστερα απο λίγο πέρασαν Τούρκοι διαβάτες τους είδαν τους λυπήθηκαν του παρέλαβαν τους πήγαν στην κίο και τους παράδωσαν στον δεσπότη. Η μητέρα του Σταυρίδη έθαψε τον άνδρα της πούλησε τα υπάρχοντά των, πήρε αυτό και τα τέσσερα αδέλφια του πήγαν στον Πειραιά και εγκαταστάθηκαν. Απο τον Πειραιά εστρατεύτηκε λοχίας.
Εις την περιέργια της Νίκαιας υπήρχαν παλαιότερα, 7 εκκλησίες. Και σχολεία που φοιτούσαν 500 τουλάχιστον Ελληνόπουλα.
25 Δεκεμβρίου 1920
Η μέρα Χριστουγέννων. Προχωρούμε προς Ανατολάς, συναντούμε σιδηροδρομική γραμμή, και σταθμεύουμε. Αυτή η γραμμή έρχεται απο το Μπιλετζικ.
26 Δεκεμβρίου 1920
Εξακολουθεί η πορεία μας ολη τη μερα, κατα μήκος της σιδηρομικής γραμμής. Λίγους μόνο πυροβολισμούς μας ρίχνουν οι Τούρκοι.
27 Δεκεμβρίου 1920
Σήμερο, δίνει μάχη ο εχθρός. Κάνει και μια επίθεση. Το πεζικό μας βοηθούμενο απο μερικές βολες, του πυροβολικού των διασκορπίζει, εχει νεκρούς τραυματίες πιάνονται και μερικοί αιχμάλωτοι. Τους βλέπουμε. Δεν φορούν στρατιωτικά.
ΚΖ ΜΠΙΛΕΤΖΙΚ
Σε λιγο μπαίνουμε στο Μπιλετζίκ. Τα μαγαζιά ολα, κλειστα, όπως και τα σπίτι. Κατοικούν πολλοί ΄Ελληνες, αλλα δεν ξέρουν Ελληνικά. Η λειτουργία τους γίνεται στην Τουρκική γλώσσα.
Το απόγευμα φεύγουμε απο το Μπιλετζίκ. Δεξιά μας γίνεται μάχη. Τα πυροβόλα βροντούν συνεχώς. Στη μαχη αυτή δεν παίρνουμε μέρος.
28 Δεκεμβρίου 1920-10 Ιανουαρίου 1921
Ολες αυτές τις μέρες βρισκόμαστε σχεδόν στο ίδιο σημείο. Μπροστά μας εναι το βουνό Μποζ -Νταγ. Καθε μέρα γίνονται συμπλοκές ισια στο τέλος ανεβαίνουμε στην κορυφή του. Ειναι γεμάτο συρματοπλέγματα και χαρακώματα. Οι Τούρκοι, αυτή τη φορά πολέμησαν. Εδειξαν οργανωση και αρκετά σοβαρά οχυρωματικά έργα, που δεν γίνονται απο αντάρτες.
Τα καταστρέφουμε. Αλλα εξακριβώνουμε πως ο άτακτος μέχρι τώρα στρατός τους, αρχισε να γίνεται τακτικός με πειθαρχία, και πρόγραμμα. Στις μάχες που έγιναν δεν έχουμε απώλεια. Το πεζικό εχει λίγες.
14 Ιανουαρίου 1921.
Χειμώνας βαρύς,μας αναγκάζει να μενωμε κλεισμένοι. Και τα ζώα, μονο στο πότισμα πηγαίνουν, ύστερα μένουν στους σταύλους.
Υπάρχουν πολλά καφενεία στο χωριό. Μερικές απο τις ώρες που εχουμε ελευθερίας τα επισκεπτόμαστε. Στη γειτονιά μας, ειναι το καφενείο του Αρσάκ. Ετσι λέγεται ο καφεπώλης. Ειναι ένας μεσόκοπος, κοντός Αρμένης, εχει μεινει σε τούτη τη δουλειά, αρκετά χρόνια στην Προύσα, διατηρεί υποφερτή καθαριότητα και κάνει καλό καφέ.
Εδώ συχνάζει ο παπα Θεόφιλος, οι δάσκαλοι του χωριού. Ο γιατρός έρχεται σπανίως. Απόψε το βραδάκι πηγαίνω στο καφενείο με πλησιάζει ο παπα Θεόφιλος και μου λεει, πως ενός χωριανού του η κόρη, είναι παντρεμένη στη Κύπρο με Ελληνοκύπριο. Εχει να πάρει νεά της απο την αρχη του πολέμου. Με παρακαλεί να της γράψω εγώ στη Κύπρο, σε διεύθυνση που μου δίνει ώστε να πάρει νέα της, στη δική μου σύσταση. Ετσι γίνεται. Στο ταχυδρομικό τομέα, κρατούν το γράμμα και το στέλνουν.
16 Ιανουρίου 1921
Απο χθες βράδυ χιονίζει διαρκώς. Το Τζαγίκ εχει καλυφθεί απο χιόνια και ολη η γύρω περιοχή, μεχρι την Ασκανία. Απο τα κεραμίδια των σπιτιών κρέμονται κρύσταλλα, οι πάγοι. Ξυπνώ λιαν πρωί, ανοίγω την πόρτα του θαλάμου,βγαίνω έξω, όπου ακουώ κλάμα μωρού. Απέναντί μου , κατω απο πλατύσκαλο, σε υπήνεμο μέρος, βλέπω ενα ζεμπίλι ψάθινο, απ’εκείνα που φέρνουν τους καφέδες. Πλησιάζω και βλέπω ένα μωρό μέσα, καλά τυλιγμένο και προφυλαγμένο. Όπως πάω να το πάρω στα χέρια μου, πετιούνται μπροστά μου δύο γυναίκες ηλικιωμένες.γελούνε και κτυπούν τα χέρια τους. Μου δίνουν να καταλάβω πως αυτός που έχει το παιδί λέγεται Χατζή Μελκόν,, οτι δεν του ζουν τα τα παιδιά, εχει τρία πεθαμένα, και πως τούτο το’ ταξε να το βαφτίσει ενας ξένος, ενας περαστικός, που θα το βρει πρώτος, εξω απο το περίβολο της εκκλησία που το’φερα, ίσως είναι τυχερός ο νονός και ζήσει το παιδί. Με ρωτούν σε ποιο στρατωνισμό μένω, του δείχνω, ύστερα πήραν το νήπιο και χάθηκαν μέσα στο χιόνι.
Σε λίγο έρχεται στην εκκλησία, ο παπα -Αρσένιος. Του αναφέρω το περιστατικό. Μου επιβεβαιώνει την ύπαρξη εδώ τέτοιου εθίμου.
17 Ιανουαρίου 1921.
Σήμερο ειναι Κυριακή. Καθε τέτοια μερα γίνονται γάμοι σε τούτο το χωριό. Η στέψις πάντοτε στην Εκκλησία. Σε άλλο μέρος, δεν επιτρέπεται. Εξαέρεσις υπάρχει και ο δεύτερος γάμος της συζύγου ημπορεί να ιερολογηθεί σε σπίτι, αν ο πρώτο σύζυγος έχει πεθάνει άτεκνος, και η χήρα του όπως έχει εθιμική υποχρέωση , παντρεύεται στενό συγγενή του.
Διαζύγιο, γενικά, δεν δίδεται, παρα μόνο, στην περίπτωση πορνείας της γυναικός. Αυτες τις πληροφορίες, μου δίδει ο παπά Αρσένιος.
Στους γάμους όλοι οι χωριανοί πηγαίνουν απο τα σπίτια των μελόνυμφων τους παίρνουν και τους συνοδεύουν στην εκκλησία, σε πομπή. Προηγούνται μουσικά όργανα, τύμπανο, βιολί, και ένα εως δύο πνευστά. Τραγουδούν τουρκιά τραγούδια. Αρμένικα δεν άκουσα. Παρα μονο πατριωτικά, σε άλλες εκδηλώσεις.
Μόλις φθάσουν στο περίβολο, ενώνει ο παπάς τα χέρια τους ζεύγους και ετσι μπαίνουν στην εκκλησία. Στο μεσο της τους σταματά, τους στρέφει ωστε ο ένας να κοιτάζει τον άλλον και τους βάζει να σκύψουν ώσπου να ενωθούν τα μέτωπά τους.
Αρχίζει η μακριά ακολουθία, διαρκείας δύο ωρών. Οταν εναι στο τέλος της, τους χωρίζει και τα κεφάλια τους και φορεί τα στέφανα. Μετά τους συνοδεύουν πάλι οι χωριανοι και τους πάνεε, στο σπίτι του γαμπρού. Γίνεται γλέντι ως τα μεσάνυχτα ή και περισσότερο, απο τους προσκεκλημένους. Οι νεόνυμφοι, κατευθυνονται στη νυφική παστάδα απο την εκκλησία, χωρίς καθυστέρηση με τις επευφημίες όλων.
Τα αποτελέσματα, γνωστοποιείται αμέσως. Αν η νύμφη δεν ευρεθεί παρθένος, πράγμα που εδώ δε συνέβει ποτέ, γυρίζει σπιτι της, ο γάμος θεωρείται διαλυμένος, οι προσκεκλημένοι διασκορπίζονται.
22 Ιανουαρίου 1921.
Παρασκευή. Με συναντά ο παπα Θεόφιλος και μου κάνει γνωστό οτι την ερχόμενη Κυριακή 24 Ιανουαρίου, επιθυμεί ο Χατζή -Μελκόν, να βαφτίσω το παιδί του, κείνο που βρήκα στις 16 του μηνός το πρωί στα χιόνια.
Μέχρι τώρα το’χα για αστείο αλλα όπως βλέπω, δεν είναι καθόλου. Συμβουλεύομαι το Διοικητη μου, αυτός με στέλνει στη Μεραρχία, στο δεύτερο γραφείο της οποίας μου λεει ενας Ταγματάρχης “να βαφτήσεις το παιδί , πρόσεξε μονο να μην σου παίρνουν λόγια, ή στρατιωτικές ειδήσεις οι Αρμένηδες. Εσύ να φροντίζεις να μαθαινει πληροφορίες απο αυτους”.
Στην Κίο, ειναι η έδρα της Μεραχίας κι εδώ έρχομαι. Αγοράζε, ενα άσπρο φουστανάκι, ενα ουρανί στρογγυλό ρηχό καπελάκι, μια άσπρη λαμπάδα, βαφτιστικά. Δεν υπάρχουν στην αγορά να διαλέξω. Αυτα χρησιμοποιούν όλοι. Το βράδυ γυρίζω στο Τζαγίκ.
24 Ιανουαρίου 1921,
Μετά την εκκλησία φέρνουν το παιδί, πάω κι εγώ με τα βαφτιστικά . ακολουθούμε απο τους ελεύθερους απο υπηρεσία, άνδρες της Μοίρας. Βρίσκω στην είσοδο της εκκλησίας, τους δύο ιερείς, τον πατέρα του παιδιού το κρατά στα χέρια του και παρα πολλούς χωριανούς. Προχωρώ. Ο παπα Θεόφιλος, μου παίρνει τα βαφτιστικά, ο πατέρας μου δίδει το παιδί και μπαίνουμε στην εκκλησία, η οποία είναι ενα μεγάλο κτίριο, παραλληλόγραμμο δάπεδο και οροφή, κατεύθυνση, ακριβώς όπως οι δικές μας, απο δυσμών προς ανατολάς.
Το πλάτος της θα είναι δώδεκα μέτρα, το μάκρος της 25 και το ύψος της 10. Δεν έχει κωδωνοστάσιο, η σκεπή της, είναι με κεραμίδια.
Στο ανώφλι και τους παραστάτες της κυρίας εισόδου, υπάρχουν σταυροί ανάγλυφοι. Μολις μπεις συναντάς μπροστά του, ένα χώρισμα απο δικτυωτό σύρμα, μακρύ 3 μέτρα και φαρδύ 5. Χωρίζει τον πρόναο, απο την κυρίως εκκλησία. Πάνω στο δικτυωτό είναι δύο εικόνες του Αγίου Ιωάννου του βαπτιστού η μια και ή άλλη του Αγίου Στεφάνου. Κατω απο τις εικόνες εις το εμπρόσθιο μέρος των υπάρχει ενα κηροστάσιο.
Ο ναός, χωρίζεται στο εσωτερικό του κατα μήκος, με τοίχο, σε δύο άνισα διαμερίσματα. Ο διαχωριστικός αυτός τοίχος, είναι παράλληλος προς το βορεινό και το νοτικό της εκκλησίας, απέχει απο το πρώτο τέσσερα μέτρα, και απο τον δεύτερο, οκτώ, ανάλογο ακριβώς, ειναι και το πλάτος των διαμερισμάτων. Το νοτικό, το μεγαλύτερο, είναι η κυρίως, εκκλησία και τιμάται επ’ ονόματι ου Αγίου Στεφάνου. Το βορεινό , το μικρότερο, ειναι παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Αρμένη Αγιο, Γρηγοριο τον Φωτιστή.
Σε τουτο το παρεκκλλησιο η κολυμβήθρα η οποια δεν ειναι κινητή αλλα προσηρμοσμένη εν ηδη νυπτήρος, στο βορεινό τοίχο του. Πανω απο την κολυμβήθρα, υπάρχει ανάγλυφος σταυρός και δίπλα απο αυτή, κρεμασμένη η εικόνα του Αγίου Γρηγορίου του φωτιστού με τη σχετκή επιγραφή ελληνιστί “Αγιος Γρηγόριος ο Φωτιστής” και δίπλα της μεταφρασις Αρμενικη.
Η διακόσμησις της εκκλησίας και του παρεκκλησίου, είναι πολύ απλή. Απο την οροφή της, κρέμονται δυο μικροί πολυελαίοι. Στο βάθος, ανατολικά είναι το Αγιο Βήμα, πάνω σε πατωμα σιδερένιο, ψηλότερο κατά ένα μέτρο, περίπου, απο εκείνο της εκκλησίας. Το Αγιο Βήμα, δεν έχει τέμπλο,
Μόλις μπαίνω στην εκκλησία με το παιδί ενδύονται τα άμφια τους και οι ιερείς σε μένα φορούν ένα μαύρο ράσο με άσπρο σταυρούς στη μέση της πλάτης μου ανάβουν τη λαμπάδα που έχω μαζί μου και προχωράμε στο παρεκκλήσιο που είναι κολυμπήθρα. Στέκομαι μπροστά της στη μέση των δύο ιερέων και κρατώ το παιδί. Αυτοί ανοίγουν ευχολόγια διαβάζουν τη σχοινοτενή ακολουθία του βαφτίσματος, που και στην Αρμένικη και εκκλησία θεωρείται μυστήριο.
Όταν φτάνουμε στο σημείο να πω το όνομα του παιδιού με ρωτά ο παππά Αρσένιος. Ο Παπαθεόφιλος προλαμβάνει και λέγει θα σου δώσουμε το όνομα του χριστού είναι θηλυκό και θα το ονομάσουμε Χριστίνα. Είσαι σύμφωνος ανάδοχε; “ναι” απαντώ. Και εκείνος μεταφράζει τη στυχομυθεία στους παρισταμένους ομοεθνής τους.
Σύμβολο της πίστεως έχουν δικό τους που δεν έχει μεγάλη διαφορά από το δικό μας. Είναι συνταγμένο όπως με εξηγούν οι ιερείς από τον άγιο Αθανάσιο. Το απαγγέλλουν παπάδες ο καθένας μία φορά. Την τρίτη λέω εγώ το δικό μας. Μετα γδύνουν το παιδί και το βάζουνε στην κολυμπήθρα με το σταυρό του ελαίου. Ο παπα θεόφιλος που κάνει τρεις καταδύσεις εν ονόματι του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος.. Ετσι και γίνεται το παραδίδω στη μητέρα του. Μας προσφέρουν μέλι και καρύδια από μία λεκάνη και σε συνέχεια δίδομε τις καλύτερες ευχές για τη νεοφώτιστη και γυρίζουμε στο στρατώνα.
. 31 Ιανουαρίου 1921. Σήμερο έρχεται ένας δικός μας Αρχιμανδρίτης και λειτουργεί στην αρμένικη εκκλησία. Τον λένε Χρυσόστομο είναι 35 έως 40 χρόνων πολύ καλός έχει μαζί του δύο στρατιώτες ιεροψάλτες και τον βοηθούν.
Δεν ανεβαίνει στο πατάρι του Αγίου Βήματος της εκκλησίας. Λειτουργεί κάτω με Αντιμήνσιον. Ο παπαθεόφιλος φέρει τα ιερά του άμφια και βρίσκεται πάνω στο ιερό βήμα. Στην κεφαλή του έχει μίτρα μικρότερη και όχι τόσο μεγαλοπρεπή πόσο του δικού μας δεσπότη. Δεν λέει τίποτα απλώς παρακολουθεί σε φυλλάδα τη λειτουργία και όταν είναι η σειρά του πάτερ ημών το εκφωνεί ελληνιστή. Ο Χρυσόστομος κάνει κήρυγμα πολύ ωραίο. Έχει κάποια βραδιγλωσία που δεν τον εμποδίζει. Κατάγεται από την Μικρά Ασία δεν είναι στρατιωτικός ιερέας. Διαθέτει τις υπηρεσίες του εθελοντικώς.
1 Φεβρουαρίου 1921
Οι κουμπάροι με καλούν το βράδυ σε τραπέζι παίρνω ένα συνάδελφο και πάμε. Φαγητά κρέας βραστό πιλάφι ξηροτήγανα και μέλι. Πίνουμε ούζο. Όχι κρασί εδώ δεν το συνηθίζουν
Ο παπαθεόφιλος είναι μαζί μας και διερμηνεύει.
Όταν φεύγουμε τον ρωτώ τι πρέπει να πληρώσω για τη βάπτιση του παιδιού αμοιβή των ιερέων και δικαιώμα της εκκλησίας. Χωρίς παρεξήγηση του προσθέτω λίστα πιστεύω ότι είναι αμαρτία. Πόσο καιρό διευθύνω εδώ την εκκλησία πότε δεν πήρα χρήματα ούτε και η εκκλησία. Ενισχυόμεθα οικονομικώς απο το χωριό. Δεν δέχεται επουδενι λόγο να λάβει ένα μικρό ποσόν που θέτω εις τη διάθεσή του. Και όμως η εξωτερική του εμφάνισης δείχνει άνθρωποι που ζει με στερήσεις.
5 φεβρουαρίου 1921.
Με τον κουμπάρο μου τον χατζή Μελκόν συναντώμεθα συχνά στο καφενείο του Αρσάκ. Συνεννοούμαστε με λίγα τουρκικά που ξέρω εγώ και λίγα ελληνικά που ξέρει αυτό. Απόψε με καλεί σε συγγενικό γάμο. Θα γίνει την Κυριακή, φυσικά και δέχομαι.
6 φεβρουαρίου 1921.
Σάββατο βράδυ. Το γλέντι γίνεται στο σπίτι του γαμπρού, πρωτανιψιού του κουμπάρου μου. Τραπέζι κρέας βραστό μέσα στο ρύζι. Αυτοί το λένε (πιρήντς) κρεατόπιτα με ουζοποσία
Μετά το φαΐ τραγουδούν τοπικά τραγούδια θρηνώδη όπως είναι το εξής:
Τσανακλέ ιτσιντέ φουρτουλάρ μπενί Ομεντεν Μεζαρινά κοϊτουλάρ μπενί Τσανακαλέ ιτσιντέ νταρντίρ γκετσιλμές
Ιστικχάμ σουλάρε γκαντάν εστιλμέζ
Που θα πεί
Μέσα στο Τσανακαλέ με κτυπήσανε πριν ακόμα ξεψυχήσω στη γης με κρύψανε Μέσα στο Τσανακαλέ δεν μπορει να περάσεις τα στενά. Στα οχυρά δεν πιίνεται το νερό απο το αίμα.
Αλλο
Αμάν ντοκτόρ, τζανίν τσικσιν ντοκτόρ Ντοκτόρ μπανά μπιρ τσιαρέ που θα πεί Ελεος γιατρέ, η ψυχή μου βγαίνει Δωσε σε μενα μια θεραπεία.
Χωρ¨ίεςθεραπεία, έμεινα στο πάθος, δώσε σε μένα μια βοήθεια.
Αλλο:
Μπαϊνέμ, Αϊνέμ μπεν νάσιλ νταγιαντίμ Μποϊλέ γκος -σοϊλέ αρασάντα μπουλαμάμ.
Που εξηγείται:
Μάννα μου πώς θα βαστήξω; τέτοια μάτια όπου να γυρέψω, δεν θα τα βρω.
Κι ένα εύθυμο: ο Μυλωνάς
-Αμάν ντερμετζή,γιαβρουμ ντερμετζή Ουγιουτ, ουγιουτ μπου μποϊντεϊμ -Ομάζ γκαντεμτζιμ, ολμάζ Ολοκαρντα σου ντομάζ Αρκανταζ γκαιρ ολμάζ
Αλ-γκιτ, μπου γντεϊ Ολουρ γκαντεμτζιμ ολουρ Ολοκαρτνά σου ντολούρ Αλ – Γκελ μπου γντει. Που μεταφράζεται:
Ελεος μυλωνά – καλέ μυλωνά άλεσέ μου αυτο το άλεσμα
-δεν γίνετια κυρία μου, δεν γίνεται, ουτε στ’αδέλφια τα λούκια, δεν γιεμίζουν νερό.
Πάρε αυτό το σταρι, φύγε
-Ελεος μλωνά – καλέ μυλωνά ολα που εχω δικά σου. Αλεσέ μου αυτο το στάρι.
Γινεται κυρία μου, γίνεται
Τα λούκια γεμίζου νερό πάρε αυτό το στάρι και έλα.
Ο χορός της είναι μονότονος μοιάζει με καρσιλαμά και άλλος με το δικό μας τσάμικο. Οργανοπαίκτης ρωμιός πρόσφυγας από το Μπιλετζίκ παίζει ένα είδος λαγούτο και ονομάζεται Δημητρός. Μιλάειλίγα ελληνικά. Τουρκική είναι η μητρική του γλώσσα. Ψάλλει μερικά εκκλησιαστικά τροπάρια στην ελληνική βέβαια.
Το δωμάτιο που διασκεδάζομαι προορίζεται για τους άντρες. Γυναίκες απαγορεύεται να μπουν. Είναι παλιό έθιμο πηγάζει από την αυστηρότητα των ηθών και επιβάλει τον διαχωρισμό των φύλων σε τέτοιες ώρες.
Όσο καθόμαστε μεθούν οι προσκεκλημένοι, γίνονται ενοχλητικοί το γλέντι χάνει το ρυθμό επικρατεί θόρυβος ζητούμε με δύο συναδέλφους μου το είμαστε παρέα συγνώμη από τον κουμπάρο μου το σποιτονυκοκύρη και το γαμπρό τους, καληνυχτίζουμε και φεύγουμε.
7 Φεβρουαρίου 1921.
Σήμερον στο σχολείο γίνεται εορτή. Ηρθαμε να την παρακολουθήσουμε. Είναι μαζεμένο όλο
Στην αρχή μιλά αρμενικά ο δάσκαλος του εδώ που σχολείου Χράϊς. Ο λόγος είναι πατριωτικός όγκος μας λένε και όπως καταλαβαίνουμε από τη συγκίνηση από τον παρακολουθεί το ακρωατήριο. Μετά ένας ξένος δεν τον γνωρίζουμε επίσης αρμενικά. Τούτου ο λόγος είναι πολύ ορμητικός. Σηκώνει σωστή θύελλα ενθουσιασμού. Οι άνθρωποι των ακούνε φωνάζουν χτυπούν κλαίνε. Μας εξηγεί ο παπα θεόφιλος ,που έρχεται κοντά μας ότι ο ομιλητής αναφέρεται στους διωγμούς που υπέστη το Αρμένικο γένος από τους τούρκους και ιδίως στον τελευταίο τον αγριότερο. Σε αυτόν εξολοθρεύτηκαν κατά το παλιό απάνθρωπο τρόπο πολλές χιλιάδες αρμένηδες και εν ονόματι των σφαγών των ατιμώσεων των ακρωτηριασμών τη γενικά τη φρικαλειότητων των Τούρκων ζητά από τους ακροατές αιώνιο και ανεξίτηλο μίσος εναντίον των σφαγείων. Κάτι ακόμα προσθέτει ο ομιλητής ο παπα Θεόφιλος λέει “αμήν” και τον πλήθος των επαναλαμβάνει. Ακολουθεί ένα τραγούδι για τον ήρωα Αντρανίκ που πετούσε σαν αετός πάνω σε βουνά και σε δράκους και όπου περνούσε έπρεπε ουρανός και υγιή ο ήχος του τραγουδιού είναι πολύ γρήγορος μοιάζει εμβατήριο και συνεχίζουν με άλλο αρχίζει:
Λουσίν τσιγκάρ μουτσχισερερ μιχουμ γκερταρ αρακ-αρακ Ντεσανβορκάτς Χανιχουμνερ ζιν βατσεϊν παλόρ -νεράνκ
Που μεταφράζεται:
Σε νύχτα ασέληνη, μια οπλισμένη ομάδα βαδίζει γρήγορα ειναι η ομάδα του ήρωα Χαν που ορμά απο το χαράκωμα.
Για τους διωγμούς των οι Αρμένιοι, εχουν κάνει πολλά τραγούδια, με σκόπο να συγκινήσουν την κοινή γνώμη όλου του κόσμου και ειδικά των υπηκόων του σουλτάνου. Τα έχουν μεταφράσει στην Τουρκική . αυτή τη γλώσσα την καταλαβαίνουν ολοι που ζουν στην Τουρκία, όποια και αν είναι η φυλή τους. Ενας όμιλος, εξω απο το σχολείο, τραγουδάει ενα, την ώρα που βγαίνομε. Σταματάμε και το ακούμε. Τουτα ειναι τα λόγια του.
Σαμπαχτάν καλκτιμ γιουνές παρλιορ Οτουρμούς Τσετελέρ μαρτίν γιαγλίορ. Ερμενί μοατζίρ γιαμαν αγλίορ Ντερζορούμ ιτσιντέ γιαράλι τσόκτιρ.
Γκελμέ ντοκτόρ τσαρεσί γιόκτιρ
Και θα πει:
“Ξύπνησα πρωί, λάμπει ο ήλιος οι Τσέτες καθαρίζουν τα όπλα.
Αρμένιοι πρόσφυγες κλαίνε απαρηγόρητα.
Μέσα στο Ντερζορούμ υπάρχουν πολλοί τραυματίες.
Μήν έλθεις γιατρέ, οι ελπίδες χάθηκαν
‘ενας Θεός – κανείς άλλος δεν υπάρχει για μας.
Το τραγούδι είναι μεγάλο και με αυτό θρηνούνε οι Αρμένιοι τη φρικιαστική ιστορία της γενοκτονίας των από τους Τούρκους. Τους μαζέψαν όλους άντρες γυναίκες και παιδιά τι θέλουν για να τους πάνε εξορία στο Ικόνιο. Πεινασμένος και γυμνούς τους οδήγησαν. Καθώς προχωρούσαν για έσφαζαν τους άντρες. Τα παιδιά πιάναν από τα πόδια χτυπούσαν τα κεφάλια τους τους βράχους και τους και τα σκότωναν. Όπου έβρισκαν έγκυα γυναίκα της άνοιγαν την κοιλιά με τα μαχαίρια και στις άλλες έκαναν τα βασανιστήρια από τις ανάγκασε να αυτοκτονούμε. Απ’ ολη αυτή τη θλιβερή συνοδεία λιγοι σώθηκαν όπως και μερικοί που βγήκαν στα βουνά. Τούτος είναι ο λόγος για τον οποίο οι Αρμένηδες ειναι θηρία. Τους εχει εξαγριώσει οι εγκληματική η απάνθρωπη η φρικτή μεταχείρισης που τους έκαμαν οι Τούρκοι. Όσοι ζήσανε τους διωγμούς έχουν τη δική τους αντίληψη γιαυτους. Οι νεότεροι ακούνε τις διηγήσεις των πρώτων τους θρύλους για ήρωες που ανδραγάθησαν για άλλους που χάθηκαν και πάντα βλέπουν στα μάτια της τρικυμισμένης ψυχής τους το φοβερό δράμα των γυναικοπαίδων στους δρόμους του αφανισμού της ατιμώσεως και του ολέθρου. Όπως μου διηγείται ο παπα Θεόφιλος κοντά στο Τζαγίκ ήταν τουρκικό χωριό. Όταν κατέληφθει η Σμύρνη από τον ελληνικό Στρατό ή Αρμένηδες πήρανε θάρρος πήγανε σε αυτό το τουρκοχώρι, το κύκλωσαν που έβαλαν φωτιά. Έκαψαν μέσα όλους τους κατοίκους με τα ζώα και τα υπάρχοντα.
9 Φεβρουαρίου 1921.
Μου κάνει εντύπωση ένας γέρος που κατοικεί με τη γριά τους σε σπιτάκι νοτικά και απέναντι στο οίκημα που μένουμε. Δεν του μιλά ο κόσμος, τον περιφρονών όλοι. Από την εκκλησία και από τα καφενεία των διώχνουν. Σήμερα περνούμαι με τον κουμπάρο μου τον ΧατζηΜελκόν, γυρίζει τις πλάτες τους προς το γέρο που στέκεται στην πόρτα. Τον ρωτώ και με απαντά ότι το χωριό των εχθρεύεται γιατι τον πείραξαν οι Τούρκοι τον καιρό που οι άλλοι χωριανοί υπέφεραν τα πάνδινα από αυτούς.
Θα τον έτρωγε καμία νύχτα προσθέτει ο κουμπάρος μου όπως έφαγε και μερικούς άλλους υπόπτους αλλά τον σώζει η πολύ γεροντική ηλικία του.
Απορώ πώς κατορθώνει να ζει αυτός ο άνθρωπος μέσα σε τόση μόνωση έχθρα και αθλιότητα. Τον λυπούμε. Μπορεί να τον αδικούν. Δεν έχουν τίποτα συγκεκριμένο εναντίον του.
12 Φεβρουαρίου 1921.
Σήμερα μου εκμυστηρεύεται ένα μεγάλο μυστικό ο κουμπάρος μου ΧατζηΜελκών. Λέω στην αρχή των σημειώσεων μου για το Τζαγίκ που σε τούτο το χωριό κατοικεί ένας Αρμένης γιατρός ο δόκτωρ Κιρκόρ που έχεις σπουδάσει στο παρίσι και έχει Γαλλίδα γυναίκα. Ο γιατρός αυτός είναι άριστος επιστήμονας καλός και πολιτισμένος άνθρωπος. Εξυπηρετεί όλους με ανιδιοτέλεια και εκτός από αυτά κάνει δωρεά και ιατρική επίσκεψη της Μοίρας. Προηγουμένως έχει εξυπηρετήσει και άλλες μονάδες που πέρασαν από δω. Ο γενναίος Σύνταγματάρχης Γ.Γ του έχει δώσει σημείωμα με την υπογραφή του, ότι “παρέσχε σοβαράς υπηρεσίας εις τον τομέα της Κίου κατά την κατάληψην της πόλεως και τις ενδοχώρας υπό του Συντάγματος του, το οποίον παρηκολούθησε με αυταπάρνηση, πίστην και αφοσίωση, ως οδηγός και ιατρός, εις όλας τας επιχειρήσεις τας λαβούσας χώραν εις τον τομέα τούτον”.
Όμως οι άλλοι Αρμένηδες τον έχουν για προδότη επειδή δεν στέλνει τα παιδιά του στο σχολείο τους γαλλικά γράμματα και όχι Αρμένικα μαθαίνουν από τη μητέρα τους δεν έχουν καμία επαφή με τα άλλα Αρμενόπουλα δεν λαβαίνουν μέρος τις πολλές και έντονες πατριωτικές συγκεντρώσεις που γίνονται εδώ και γενικά κατηγορείται οικογένεια πως δεν έχει Αρμένικη και Εθνική συνείδηση. Μου ανακοινώνει ο κουμπάρος μου αφού πρώτα με όρκισε να με φάει το όπλο που κρατώ, αν το μαρτυρήσω, ότι το κομμιτάτο μία μυστική επιτροπή που διευθύνει το χωριό ,καταδίκασε το γιατρό σε θάνατο. Οτι στο εκτελεστικό απόσπασμα είναι και ο ίδιος και ότι σε 15 το πολύ μέρες θα τελειώσουν όλα.
Τώρα ενθυμούμε πως ο παπά Θεόφιλος μου είπε κάποτε για το γιατρό ότι το αρμένικο έθνος κάνει αγώνα επιβίωσης και ότι Αρμένηδες όπως αυτός ο γιατρός είναι περιττά και επιβλαβή στοιχεία και πρέπει να λείψουν. Δεν κατάλαβα γιατί μου τα είπε. Όμως με την πληροφορία του κουμπάρου μου υπόθεση ξεκαθαρίζεται τελείως. Ο γιατρός έχει προγραφή.
9 Φεβρουαρίου 1921
Όλη τη νύχτα δεν έκλεισα μάτι. Σκέπτομαι να μην αφήσω να χαθεί ένας άνθρωπος πολύτιμος για τους άλλους ανθρώπους και δοκιμασμένος φίλος της Ελλάδος. Αλλιώς θα έχω βάρος μεγάλο στην ψυχή μου και αιώνια τύψη στη συνείδησή. Αποφασίζω να αντιδράσω και μάλιστα αμέσως. Μόλις έρχεται το διοικητής ζητώ ακρόαση και του αναφέρω το μυστικό. Χωρίς να χρονοτριβή συμβουλέυει να τον σώσουμε και μου υποδεικνύει τον τρόπο. “Αύριο πρωί είναι διατεταγμένη υπηρεσία για την Κίο. Και θα πάει να παραλάβει υλικό. Επικεφαλής της ορίζεσαι εσύ. Θα φύγεις όχι το πρωί που έχωμε ορίσει αλλά τα μεσάνυχτα. Θα έχει συνεννοηθεί με το γιατρό να τον πάρεις οικογενειακώς φεύγοντας στο σπίτι του και στο δρόμο σου έξω από το χωριό και η κατάστασης διευκολύνεται. Θα τον πας στην Κίο και από κει να φυγαδευτεί. Τα παράθυρα του σπιτιού του γιατρού θα μείνουν ανοιχτά να νομίζουν οι χωριανοί πως κάπου πάει και θα γυρίσει”. Τα λέω στο γιατρό όλα μόλις τελειώνει την επίσκεψη των ασθενών της Μοίρας.
Μένει λίγο σκεπτικός και μου απαντά “Εχουν δίκιο οι χωριανοί σου σε συμβουλεύω αν παντρευτείς καμιά φορά η γυναίκα σου να είναι Ελληνίδα όχι αλλοεθνής. Δεν μπορώ να σου πω τίποτε άλλο.
13 φεβρουαρίου 1921. Το σχέδιο πέτυχε για τη σωτηρία του γιατρού. Φεύγοντας από το Τζαγίκ τον βάλαμε με την οικογένειά του σ’ ένα μεγάλο στρατιωτικό κάρρο κατακλήθηκαν πάνω σε αυτό τους σκεπάσαμε με δύο αντίσχοινα σε ένα αδιάβροχο γιατί έβρεχε και στις 4:00 το πρωί είμαστε στην Κίο. Δε μας είδε κανείς ούτε στην πόλη για την πήγαμε κατευθείαν στο φυλάκιο της αρμόδιας στρατιωτικής υπηρεσίας όπου τον εγνώριζαν έδειξε και το σημείωμα του σύνταγματάρχου Γ.Γ. Τον παράλαβαν τον έβαλαν με φρουρά μέσα στο βαποράκι της γραμμής για την Κωνσταντινούπολη των συνόδευσα και εγώ την αποχαιρέτησα στο πλοίο γύρισα φόρτωσα τα κάρα και το βράδυ ήμουν στο Τζαγίκ.
15 Φεβρουαρίου 1921. Η βροχή και το κρύο συνεχίζεται, ευτυχώς δύο φορές μόνο χιόνισε και τα άλλα υποφέρονται. Σήμερο λαβαίνω απάντηση από την Αρμένησα της Κύπρου που της έγραψα από εδώ εξ’ ονόματος των συγκενών της. Γράφει ένα μεγάλο γράμμα με πολλές λεπτομέρειες της ζωής της ελληνικά βέβαια. Καλώ τον πατέρα της και τον παπά θεόφιλο και τους δίνω. Το μεταφράζει ο δεύτερος στον πρώτο. Μου κάνουν μεγάλες ευχαριστίες.
Η άρρωστοι και οι συγγενείς του αναζητούν το γιατρό νομίζουν πως εδώ πλησίον είναι τα παράθυρα ανοιχτά και δεν ανησυχούν ο κουμπάρος μου όμως καταλαβαίνει με πλησιάζει και με ρωτά. Του απαντώ:
Μου ζήτησες να φυλάξω μυστικό το όνομά σου. Τούτο απέγινε λόγω της τιμής. Τα λοιπά δεν πρέπει να σε ενδιαφέρουν. Στεναχωρέθηκε. Και όπως κατάλαβα μετάνιωσε για μία πράξη μεγαλοψυχίας που έκανε.. Η ταχύτητα της ενέργειας μας έσωσε τον γιατρό.
20 φεβρουαρίου 1921
Απο χθές βράδυ χιονίζει. Δεν μπορούμε να βγούμε έξω από τα χιόνια.
Στρατιώτες με πτύα ξεχιονίζουν τους δρόμους για να μην τους καλύψει τελείως το χιόνι και να μπορούν να κυκλοφορήσουν αυτοί και τα κτήνη. Εν τω μεταξύ το σπίτι του γιατρού είναι έρημο και τα παράθυρα ανοιχτά.
23 φεβρουαρίου 1921. Λιακάδα. Το χιόνι έχει κρυσταλιάσει και είναι επικίνδυνο γιατί γλιστρά. Όλοι οι βαδίζουν με προσοχή.
Κατά τις 10:00 το πρωί έρχεται μία επιτροπή με τον παππά θεόφιλο στο διοικητή, που αναφέρουν την εξαφάνιση του γιατρού και της οικογενείας του και ζητούνε άδεια να σπάσουν το σπίτι. Εκείνος τους απαντά “Δεν είναι δουλειά σας. Θα στείλω ένα αξιωματικό και στρατιώτες να ερευνήσουν.” Στην έρευνα πάω και εγω. Δεν βρίσκουμε παραμόνο τους τοίχους. Άγνωστοι μπήκανε από τα παράθυρα και το λίστευσαν. Ρουχισμός έπιπλα κορνίζες ιατρικά εργαλεία έγιναν άφαντα. Ο διοικητής καλή επιτροπή και τον καπετάν Εστεφαν. Τον αρχηγό του κομητάτου και τους λέει”αυτό που κάνετε είναι κακή πράξης. Πράγματι θα πρεπε να κατασχεθούν κανονικά τα πράγματα του γιατρού αφού εκείνος έφυγε και δεν πρόκειται όπως λέτε να ξανάρθει. Να καταγραφούν να εκποιηθούν και το τίμημα να διατεθεί υπέρ του σχολείου και της εκκλησίας σας”.
Ο καπετάν Εστεφάν είναι καλό παλικάρι και φιλότιμος άντρας δεν πήγε στην εξορία που τους έκαμαν οι τούρκοι για τη δραπέτευσε με μερικούς άλλους και γυρίζαν ληστές στην Τουρκία από βουνό σε βουνό λαβαίνει το λόγο και λέει: “κύριε διοικητά. Εμείς τα πήραμε τα πράγματα είναι εδώ στο χωριό όλα. Δεν θα χαθεί τίποτα. Σας υποσχόμεθα θα πουληθούν να είστε βέβαιος ότι το ποσόν που θα εισπραχθεί θα διατεθεί όλο μέχρι γρόσι στις ανάγκες του χωριού”.
25 φεβρουαρίου 1921
Ένας περίεργος τύπος Αρμένη είναι ο Οχάνες Μανουελιάν. Αυτός ισχυρίζεται μπροστά σε στρατιώτες πως τα χρόνια των διογμών τους από τους Τούρκους ήταν αντάρτης, οι εκατοντάδες φορές στον κύκλο σε ένα αποσπάσματα στρατού και αστυνομίας του έριξαν χιλιάδες πυροβολισμούς όμως γλίτωσε. Και του λέει και τούτο το οφείλει στη μαγική δύναμη ενός φυλακτού που κρατά πάντα μαζί του και διώχνει τις σφαίρες είναι αλεξίσφαιρο ένα στρατιώτης του λέει αν ο ησίες. Ο αρμένης επιμένει:
-άμα και σε χαϊβάνι να ειβάλεις ισκοτωμένο ντεν γίνεται.
Βάζω στοίχημα έναν κόκορα. Θα του κρεμάσουν το φυλαχτό στο λαιμό και θα του ρίξει με όπλο ο στρατιώτης. Αν τον σκοτώσει δικός του ο κόκορας. Αν όχι θα τον πάρει ο ΟΧανές και θα τον πληρώσει ο στρατιώτης. Έτσι κάνουν δένουν σε ένα δέντρο τον κόκορα με το φυλακτό . Ρίχνει ο στρατιώτης σκοτώνεται ο κόκορας χτυπιέται ο Οχανές. Καλά να υπάθεις εγώ υτεψείζ. φυλαχτό ντεν ιβανής σε χαϊβάν. Γκενάχ -τιρ-ειανι αμαρτία”.
28 Φεβρουαρίου 1921
Καταλαβαίνουμε από τις ετοιμασίες πως γρήγορα θα μετακινηθούμε από το χωριό. Από πρόσφυγες έλληνες και άλλους φυγάδες προερχόμενους από την τουρκοκρατούμενη περιοχή διαρρέουν πληροφορίες πως στον τομέα μπροστά μας οι Τούρκοι κάνουν μεγάλες οχυρώσεις και συγκεντρώνουν πολύ στρατό. Ότι ο στρατός τους τώρα είναι τακτικός και καλά έξοπλισμένος ότι ο ίδιος ο Ισμέτ Πασάς είναι στο Ινονού ένα χωριό κοντά στη μεθόριο από’που διευθύνει προσωπικά όλες τις εργασίες της ασκήσεις τα οχυρωματικά έργα που γίνονται.
ΚΗ) ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΜΑΡΤΙΟΥ 1921
1 Μαρτίου 1921.
Εξακολουθούμε να μειώνουν να μένουμε στο Τζαγικ. Ο ανεφοδιασμός μας σε άντρες και σε υλικό για ασκήσεις στα πυροβόλα η καθημερινές διδασκαλίες και συγκεντρώσεις των αξιωματικών και υπαξιωματικών δείχνουν επικείμενες της επιχειρήσεις. Δεν μας πειράζει. Έχουμε συνηθίσει στους θριάμβους και αν πάλι πολεμήσουμε πιθανόν να πετύχουμε. Λέω πιθανών και δεν είμαι βέβαιος γιατί τώρα άλλαξαν πολλά. Στο στράτευμα έχουμε νέες δικισεις, νέους αξιωματικούς που δεν έχουν δοκιμαστεί. Και οι τελευταίες πληροφορίες παρουσιάζουν ενισχυμένο τον εχθρό μάλιστα έχει διαδοθεί πως τον βοηθάει ενεργός η Γαλλία.
7 Μαρτίου 1921.
Διδεται εφεδρική τροφή τριών ημερών , δηλαδή ποσότητες γαλέτας και 6 μικρά κουτιά σαρδέλες στο κάθε στρατιώτη αλλά θα στο σημείο αναχωρήσει ως και πορείας. Θα αφήσουμε το χωριό που μένουμε τώρα και 5 μήνες και το περιβάλλον του μας είναι πάντα ευχάριστο. Γνωριστήκαμε με κατοίκους συνάψαμε φιλικούς δεσμούς με πολλούς από αυτούς και τους έχουμε κάνει φανατικούς φιλέλληνες. Η διαγωγή των ανδρών της μοίρας απέναντί των ήταν και είναι άψογοι. Άλλων σωμάτων στρατιώτες που πέρασαν τους ταλαιπώρησαν και πολλές φορές τους εκακομεταχειρίστηκαν. Εμείς τους φερθήκαμε με πολιτισμό και με ευγένεια. Θα τους αφήσουμε φεύγοντας έργα καλά τις διαβιβάσεως μας ένα μεγάλο δωμάτιο 6×4 ευάριο ευήλιο και καλοκαμωμένο. Το χτίσαμε και το χρησιμοποιούμε για αναρρωτήριο. Προσθέσαμε στο σχολείο τους αίθουσα με 3Χ5. Σε αυτήν έχουμε τα γραφεία. Κατασκευάσαμε γέφυρα σε χείμαρρο του χωριού. Το μοιράζει στη μέση και όταν ήλθαμε ήταν κυριολεκτικά κοπρόλακος.
Τον καθαρίσαμε δεντροφητέψαμε τις πολύ ψηλές οχτές του τακτοποίησα με τη ροή και τώρα το περιβάλλον έγινε γραφικό καθώς τα διαυγές νεράκι τρέχει κάτω από τους πράσινους θάμνους σε διαδοχικούς μικρούς καταρράκτες μέχρι να πάρει έξω από το τελευταίο σπίτι κατεύθυνση προς την Ασκανία.
9 Μαρτίου 1921.
Το πρωί στις 9 φεύγουμε με λιακάδα. Όλος ο πληθυσμός του τα Τζαγίκ έχει μαζευτεί στην πλατεία έξω από την εκκλησία να μας αποχαιρετήσει μαζί και οι κουμπάροι μου με τη μικρή Χριστίνα τη βαφτιστικιά μου.
Μου έυχονται με καλό να και ξαναγυρίσω. Επίσης οι παπάδες. Ο παπα Θεόφιλος άκουσε κάποτε ένα στρατιώτη να βλασφημά την Παναγία. Το πράγμα μου φάνηκε ακατανόητο. Αυτοί δεν βρίζουν ποτέ τα Θεία. Με διαβεβαιώνει πώς τις έκαμε δέηση να μη λάβει υπόψη της τη βλαστήμια ενός ανόητου και κακό αναθρεμένου αλλά να τον συγχωρήσει και να μας βοηθά στους αγώνες μας.
Τον ευχαριστω.
Βγαίνουμε από την νοτική μεριά των χωριού παίρνουμε ένα δρόμο ανηφορικό Ν.Α από τούτο ανεβαίνουμε το ύψωμα και μέχρι να κάμψουμε την κορφή του, το βλέπουμε πολύ ώρα. Οι κάτοικοι του Τζαγίκ μένουν επιτόπου στην πλατεία κινούν τα χέρια τους ώσπου να χαθεί στον ορίζοντα ο τελευταίος ημιονιγός και το ύστερο μουλάρι της Μοίρας.
Μας είχαν συντροφιά και ασφάλεια. Τώρα πρέπει να ξετρυπώσουν τα όπλα και τα πολεμοφόδιά τους. Η Τούρκοι καραδοκούν. Τους έχουν στο στομά. Τους μισούν. Το βραδάκι πάνε σε ένα χωριό Μπουρτζούν κοντά στην μεθόριο. Αδειανό από κατοίκους και κατασκηνώνουμε. Τα μεσάνυχτα ακούμε κάποια φασαρία. Ένας έξω από τον καταβλησμό φωνάζει: “Είμαι Έλληνας στρατιώτης μην πυροβολήσετε”. Κατα πρώτο δεν του δίδεται απάντησης αυτός επιμένει. Μία διμοιρία ετοιμάζεται να τον πλησιάζει και πράγματι είναι ένας πυροβολιτής δικός μας ο λαδάς που απουσίαζε σε αναρρωτική. Χθες το βράδυ έφτασε στο Τζαγίκ και μας ζητούσε. Τον περιποιήθηκαν οι άνθρωποι και τη νύχτα τον έφεραν μέχρι τον Μπουρτζούν τρεις ένοπλοι από αυτούς. Στο Τζαγίκ είναι ένας σωσίας του τον είχαμε ονομάσει λαδά κι αυτός τον εφιλοξένησε και η ομοιότις των κάνει κατάπληξη σε όλους.
10 Μαρτίου 1921
Στις 4:00 στο πρωί ξεκινάμε. Μπαίνουμε στην τουρκική περιοχή χωρίς να βρούμε αντίσταση. Τα χωριά που παίρνουμε έχουν υψωμένες λευκές σημαίες. Ευθυμη στρατιώτες τραγουδάνε. Ως φαίνεται θα εξακολουθήσουν οι ανενόχλητες μετακινήσεις. Το βράδυ παρασκευάζεται συσσίτιο κρέας που έχουμε από την αγέλη σφαγίων. Τρώμε και ησυχάζομε. Και μαθαίνουμε πως πάμε να καταλάβουμε το Εσκισεχίρ.
11 Μαρτίου 1921
Προχωρούμε σε κάμπο και πιάνουμε το Γενι Σεχίρ. Είναι χωριό ΄εύφορο. Κι εδώ σημαίες λευκές.
Οι κάτοικοι δεν έχουν φύγει. Ένας αξιωματικός δικός μας τουρκομαθής τους μιλά στην πλατεία την ώρα που περνούμε. Αυτοί έχουν ανοιχτά τα αυτιά και τα στόματά τους και τον ακούνε. Ασφαλώς θα τους λέει πως θα περάσουμε καλά μαζί μας αρκεί να είναι ήσυχοι. Ξέρουμε όμως από την πείρα ότι μόλις θα τους δοθεί η ευκαιρία θα μας χτυπήσουν. Μας θεωρούν κατακτητές της ελεϊνότερης μορφής της. Οι σπουδαγμένοι και οι Χοτζάδες τους , εκμεταλλευόμενοι μερικές ακρότητες που δεν λείπουν από κανένα πόλεμο της φανατίζουν και όποια και αν είναι η διαγωγή μας απέναντί τους μας πιστεύουν εχθρούς.
Στο Γένη Σεχίρ το Φεβρουάριο 1919 κατοικούσαν πολύ Ελληνες. Η περιοχή έχει 5 εκκλησίες και ελληνικά σχολεία αρένων και φυλαίων. Περνούμε το Κιοπρού – Χισαρ με μάχη. Χωρίς ομως σημασία. Απώλειες δεν εχομε.
(ΚΘ) ΜΠΙΛΕΤΖΙΚ
12 Μαρτίου 1921.
Φτάνουμε στο Μπιλετζίκ. Από εδώ περνά η σιηροδρομική γραμμή που πάει στο Εσκισεχίρ. Στο Μπιλετζικ έχουμε ξανάρθει στην επίθετική αναγνώριση του περασμένου Δεκέμβρη.
Σε όλη την περιφέρεια οι Έλληνες μιλούν την τουρκική. Σε αυτήν γίνεται η Θεία λειτουργία.
Μένουμε ως τρεις στο Μπιλετζικ. Έχει νερά πράσινάδες αλλά είναι έρημο από κατοίκους. Όπως έχουμε στάση μέσα στο χωριό παρουσιάζεται ένας ντόπιος έλληνας που λέγεται Σωτήρης
Το ρωτώ αν είναι καμία εκκλησία κοντά και μας οδηγεί δεξιά καθώς περπατούμε τον κεντρικό δρόμο σε μία από τις 7 που έχει κωμοπόλεις του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Τα εκκλησιαστικά βιβλία είναι στο αναλόγιο και στην Αγία Τράπεζα. Τα ψάχνω. Πραγματικά είναι γραμμένα στην τουρκική γλώσσα με ελληνικούς χαρακτήρες. Παίρνω σημειώση του τίτλου από ένα. Το εξώφυλλό του γράφει με κεφαλαία ελληνικά γράμματα ΡΑΠΠΙ.
ΡΑΠΠΙ
Ι ΙΣΑ ΕΛ ΜΕΣΙΧΙΝ
ΑΧΔΙ ΤΖΕΔΙΝΙΝ
ΓΙΟΥΝΑΝΙ ΛΙΣΑΝΙΔΑΝ ΤΟΥΡΚ ΛΙΣΑΝΙΝΑ
ΤΟΥΡΖΟΥΜΕΣΙ
Δινδάρ βε μαχίρ αδεμλέρ μαριφετί ιλέ
Γιουνανί λισανί πιλμιγιέν Ανατολουδάκη
Χριστιανλερίν τζανιγιέτ μεμφαα
τλερί ιτζουν ταπ ολουνμους -δουρ
ΙΣΤΑΜΠΟΛΑ
Δε Καστρονούν Πασμαχανέσινδέ 1826
Και ερμηνεύεται:
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΤΗΣ ΚΕΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ
ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΙΗΣΟΥ ΤΟΥ ΜΕΣΣΙΟΥ
Εκ της Ελληνικής εις την Τουρκικήν γλώσσαν.
Ετυπώθη δια την ψυχωφέλειαν των εν Ανατολή Χριστιανών τη βοήθεια και ενέργεια πεπαιδευμένων και ικανών ανθρώπων.
Κωνσταντινούπολη.
Τυπογραφείον Δε Κάστρο 1826
Η επομενη σελίς γράφει:
Ι ΙΣΑ ΕΛ ΜΕΣΙΧΙΝ
ΙΝΤΖΙΛΙ ΣΕΡΙΦΙ
ΜΑΤΘΑΙΟΖΟΥΝ ΚΑΒΛΙΝΤΖΕ
Που θα πεί:
ΙΗΣΟΥ ΤΟΥ ΜΕΣΙΟΥ
ΙΕΡΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΊΟΝ
Κοντά μας γίνεται μάχη. Το καταλαβαίνουμε από τις συνεχείς εκπυρσοκροτήσεις στον πυροβόλων που ακούγονται συνεχώς δεξιά και αριστερά μας.
15-16-17 Μαρτίου 1921
Μετακινούμεθα σε ορεινό έδαφος χιονισμένο, το κρύο της νύχτες ιδίως είναι ανυπόφορο. Κάπως μας προφυλάσσουν τα αντισκηνα αλλά δεν μένουν πολλή ώρα στημένα από τη συχνές αλλαγές θέσεων.
Μεταγωγικά εφοδιασμού έχουν μείνει πίσω διατάσσεται τη νύχτα ένας λοχίας που γνωρίζει το σημείο της παραμονής των να συναντήσει και να οδηγήσει το στο χώρο που είναι η Μοίρα. Ατυχώς έχασε τον προσανατολισμό όταν ερχόταν μετά μεταγωγικά και πέρασε με αυτά από ένα διάκενο, στον εχθρικό έδαφος.
Προχωρούν κάμποσο αλλά καθώς δεν συναντούμε ελληνικά τμήματα το καταλαβαίνουν . Επικεφαλής των μεταγωγικών αυτών είναι ένας παλιός λοχίας ο οποίος πρώτος λέει στον άλλο τον οδηγό την ανησυχία του. Αυτός τα έχει χαμένα. Σκέπτονται λίγο και αποφασίζουν να μείνουν τα ζώα επιτόπου και επικεφαλής λοχείας με δύο ακόμα πεζούς να κάνουν αναγνώριση εδάφους
Μόλις προχωρούν 500 μέτρα εμπρός στην κατεύθυνση που ακολουθούν βρίσκονται στην κορυφή του λόφου και από κει παρατηρούν προσεκτικά και στη βάση του την αντίθετη από εκείνη που κατέχουν τα ελληνικά στρατεύματα φαίνονται μερικά φοτάκια να τρεμοσβήνουν. Βάζουν το αυτί στη γη, η σιγανή κουβέντα που ακούνε είναι τουρκική. Αναμφισβήτητα τουρκικός καταυλισμός.
Γυρίζουν αμέσως με απόλυτη σιγή και τα μεταγωγικά ακόμη λες και καταλαβαίνουν τον κίνδυνο επιστρέφουν χωρίς να πάθουν ζημιά. Ούτε να τους αντιληφθούν οι τούρκοι. Μάλιστα φέρνει και λάθυρο ένα ωραίο άσπρο μουλάρι που είχε διαφύγει από τις τούρκους ,πλησίασε και το έπιασα. Στο δεξί του χέρι το πρόσθιο έχει με φωτιά γραμμένο να τουρκικό αριθμό σελίδα I.V =107.
Α) ΤΣΕΠΝΙ
18 Μαρτίου 1921
Μάχη φοβερή σήμερα εξακολουθεί. Από μπροστά μας βρίσκεται βουνό οχυρωμένο το Τσεπνί. Η δυνάμεις των Τούρκων είναι οργανωμένες και προφανώς πολύ μεγαλύτερες από τις δικές. Μας κάνουν φοδρές επιθέσεις. Οι δικόι μας κάνουν αντεπιθέσεις 5 μέχρι το μεσημέρι.
Πολλές φορές οπισθοχωρεί το Πεζικό μας μπροστά στη φοβερή πίεση του εχθρού. Μάλιστα σε μία περίπτωση πλησιάζουν τόσο οι Τούρκοι ώστε δεν μπορούνε οι πυροβολιτές να χρησιμοποιήσουν το πυροβόλο πιάνουν τα όπλα και πεζομαχούν.. τους είδαμε πολύ κοντά. Βάζουν το ένα χέρι μπροστά στα μάτια τους με το άλλο κρατούν το τουφέκι και προχωρούν. Βάζουν πίσω τους ένα αξιωματικό με το πιστόλι στο χέρι. Όποιος δοκιμάζει να υποχωρήσει η δηλιάσει εκτελείται.
Μόλις ο εχθρός απομακρύνεται ώστε να τον πιάνει το πυροβολικό μας έτσι όπως τρέχουν οι άντρες του δεν προσέχουν και δίνουν στόχο κυριολεκτικά αποδεκατίζονται. Ακολουθούμε τον εχθρό όπως υποχωρεί παίρνουμε από τα σημεία που γίνεται από το πρωί γιγαντομαχία και βλέπουμε πως η απώλειές τους είναι τρομακτικές. Οι νεκροί και τραυματίες καλύπτονται σε όλη την έκταση του πεδίου της μάχης. Οι τραυματίες φωνάζουν τους στρατιώτες μας.
-αμάν αρκαντάχι αμάν αρκαντάχι που θα πει, έλεος συνάδελφε έλεος συνάδελφε..
Άλλοι ζητούν νερό.
-Αμάν σου μπιρ- αζ, αρκαντάχι.= έλεος λίγο νερό συνάδελφε.
. Η στρατιώτες μας του δίδουν τα παγούρια και πίνουν.
Παραπάνω ανατολικά συναντάμε τρεις σειρές χαρακώματα και άλλες τόσες συρματοπλέγματα και ύστερα, το ένα ύστερα από το άλλο. Τα πυρά του πυροβολικού μας, τα έχουν ανατινάξει.
Γύρω από αυτά είναι ένας μεγάλος αριθμός από σκοτωμένους, ακρωτηριασμένους, ετοιμοθάνατους και άλλους τραυματίες Τούρκους, που κίνουνται αβοήθητοι στο έδαφος, μέσα σε μία κοκκινόμαυρη από το αίματος λάσπη. Η λέξη φρική δεν αποδίδει εικόνα. Κείνα που βλέπω δεν μπορεί να εκφραστεί με τίποτα.
Και οι δικές μας απώλειες είναι βαρύτατες. Βρίσκουμε αρκετούς στρατιώτες και πολλούς αξιωματικούς μας σκοτωμένους και τραυματίες. Τους δεύτερους προσπαθούν να μεταφέρουν στα ορεινά χειρουργία συνεργεία της Μοίρας τραυματιοφορέων αποτελούμενα από φιλότιμους και γενναίους άνδρες. Ιατροί και νοσοκόμοι κάνουν επιδέσεις επι τόπου κατω κ από τη βολή εχθρικού πεζικού και πυροβολικού. Και αιχμαλωτοι δικοί μας θα υπάρχουν ασφαλώς. Αυτοί είναι οι περισσότεροι αξιολύπητοι. Τους περιμένει αγριότατη μεταχείρισης ιδίως από τους άτακτους. Αυτοί όλοι είναι κάτοικοι των περιοχών που γίνονται οι επιχειρήσεις. Έχουν επιστρατευτεί με διαταγή του Ισμέτ Πασά, χρησιμοποιούνται σαν οδηγοί πληροφοριοδότες στις ομάδες κρούσεως και όλα τα μεταγωγικά το εκθετικού στρατού που έχουν επανδρωθεί από αυτούς.
Πιάνουμε την κορυφή του λόφου προχωρούμε στον κατήφορο και καθώς βαδίζουμε ακούω να με φωνάζουν με το όνομά μου. Τρέχω. Είναι ένας τραυματίας συμπολίτης μου ανθυπολοχαγός Σκουλάς από τα Ανώγεια. Κατάχλωμος κάτω ξαπλωμένος, προφανώς έχει χάσει πολύ αίμα από το τραύμα του. Κεινη τή στιγμή τέσσερις τραυματιοφορείς των ανεβάζουν σε φορείο και τον παίρνουν. Μου λέει καθώς φεύγει στο καλό ίσως δεν ξέρει αν θα συναντηθούμε.
Ακόμα ανατολικότερα συναντάμε πολλούς δικούς μας και τραυματίες. Είναι της τελευταίας επιθέσεως που έπεσε το Τσεπνί. Οι τραυματίες δίδουν την πληροφορία πως πολλούς από αυτούς λόγχησαν οι τούρκοι σε κάποιες θέσεις που έκαμαν και τους βρήκαν. Πραγματικά είδαμε μερικούς με ανοιγμένο το στήθος από τη ζηλόγες και άλλους με τα έντερα. Έξω.
Κατεβαίνουμε όλο το πρανές του λόφου και ανηφορίζουμε στο απέναντι που είναι το τελευταίο οχυρό της συγκροτήματος Τσεπνί. Τούτο κατατάκτηκε με σκληρές και φωνικές μάχες. Εδώ βρίσκω σκοτωμένο του στρατιώτη Σαραντινάκι το Λοχία Νικολόπουλο και τον ανθυπασπιστή αν μπορώ να διακρίνω καλά τον Καπετανάκη του Πεζικού και άλλους πολλούς.
Είναι πολλά χιόνια εδώ και πάνω σε αυτά διανυκτερεύουμε όρθιοι και νηστικοί όπως όλα και τα κτήνη μας. Και τα μεσάνυχτα η μάγηροι μας φέρνουν τσάι και κονιάκ. Το τσάι μέχρι να ρθει σε μας είναι παγωμένο. Ψωμί δεν έχουμε. 2 έως 3 γαλέτες έχει πάρει ο καθένας μας και έχουν τελειώσει προ πολλού. Όχι όμως μόνο στα τρόφιμα έχουμε έλλειψη αλλά και στα πυρομαχικά. Σε τούτες τις κρίσιμες στιγμές ο ανεφοδιασμός μας είναι ανύπαρκτος.
19 Μαρτίου 1921.
Τέσσερις το πρωί. Ισχυρότατη επίθεση μας εξαπολύουν οι Τούρκοι και σήμερα με πυροβολικό, πολυβόλα ,χειροβομβίδες. Το εκπληκτικό είναι για μας πως σε τούτες τις μάχες το εχθρικό πυροβολικό είναι πολύ βελτιωμένο από όλες τις πλευρές. Τώρα είναι ευθύβολο πριν οι περισσότερες βολές δεν ήταν τόσο άστοχες. Τα κανόνια είναι μεγάλου διαμετρήματος και έχουν μακρύτερο βεληνεκές.
Τα μικρά ορειβατικά των 6,5 που χρησιμοποιούμε δεν τους φτάνει. Αλλα βγαίνουμε μπροστά στη μύτη τους και από κει τους κάνουμε τεράστια φθορά με τις κουμπούρες αυτές, γιατί το πυροβολικό τους,μεγάλου βελινεκούς ,δεν μας βρίσκει εύκολα λόγω της μικρής αποστάσεως.
Έχουμε φαίνεται προχωρήσει πολύ. Η Τούρκοι μας επιτίθενται από τρείς μεριές, από εμπρός από δεξιά και από αριστερά. Μια συνέχεια ,ελεύθερο μόνο το πίσω. Πολεμά το Πεζικό και βάλλει το πυροβολικό και στις τρεις. Πέφτουν σωρός νεκροί και τραυματίες γύρω μας κάθε στιγμή περισφιγκόμαστε περισσότερο. Ένας αξιωματικός χάνει τόσο την ψυχραιμία του ωστε φωνάζει “να πάρουμε τα κλείστρα από τα πυροβόλα και να φύγουμε”. Ευτυχώς δεν τον ακούει κανεί. Προτιμούν να πεθάνουν όλοι επί τόπου. Η στεναχώρια όμως από τον εχθρό συνεχίζεται φοβερή αμείωτη και η αιματοχυσία επίσης. Παραπάνω δυτικότερα από μας σε ένα δρομίσκο συμβαίνει κάτι φρικιαστικό. Περνά φορείο με δύο τραυματίες μέσα. Το κρατούν στους ώμους 4 στραματιοφορείς. Μία οβίδα εξωτερικού μέσα στο πυροβολικό πέφτει επάνω τους και τους εξαφανίζει όλους.
Αρχίζουμε να φοβόμαστε πώς θα μας πιάσουν οι τούρκοι μένουμε όμως σταθερή στις θέσεις. Τούρκικη την ώρα έρχεται σταλμένο από τη Θεία πρόνοια ένα τάγμα πεζικού, αντεπιτίθεται στους Τούρκους, τους διώχνει με μεγάλες απώλειες και μας ανακουφίζει. Εν τω μεταξύ καταφτάνει και δεύτερο ενισχύει το πρώτο και εχθρός τρέπεται πλέον σε φυγή.
ΛΕ) ΥΠΟΧΩΡΗΣΙΣ
Εν τω μεταξύ αρχίζει να βραδιάζει. Διατάσσεται επισής περισυλλογή των τραυματιών. Δεν μπορεί κανείς να είναι βέβαιος αν μπορεί να γίνει του πολεμικού υλικου και υποχώρησης πρώτη φορά στην πολεμική μας Μικρασιατική ιστορία.
Και τον περασμένο Δεκέμβρη φύγαμε από τις θέσεις που είχαμε καταλάβει οικειοθελώς όμως, χωρίς να υποκύψουμε σε καμία ανάγκη. Τώρα τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά.
Μ’ όλα αυτά δεν πιάνει κανένας πανικός. Όλοι κάνουν τη δουλειά τους. Με ψυχραιμία. Το πεζικό ιδίως έχει χάσει άφθωνους αξιωματικούς και άντάρτες. Αλλά όσοι μένουν υποχωρούν μελαγχολικοί και συλλογισμένοι, αλλα χωρίς αταξία ή σύγχυση.
Παραδόξως οι Τούρκοι δεν μας παρακολουθούν. Πιθανό να πιστεύουν πως κάνουμε ελιγμό για να τους τυλίξουμε. Δεν μας είδαν ποτέ να υποχωρούμε. Το φαινόμενο το βλέπουνε πρώτη φορά. Γυρίζοντας φτάνουμε στο Καραμπεκίρ και διανυκτερεύουμε με σχετική ησυχία.
20 Μαρτίου 1921
Οι Τούρκοι δε μας κυνηγούν ούτε σήμερα. Οι δυνάμεις των ασφαλώς είναι ανίκανες να μας διώξουν.
21 -22 Μαρτίου 1921
Η υποχώρηση συνεχίζεται. Κοντά σε ένα χωριό Μπογάζ – Κιοϊ, έρημο από κατοίκους και καιόμενο. Όταν περνούμε. μας κάνουν επίθεση λιγοστοί Τούρκοι. Διαλύονται χωρίς μεγάλη προσπάθεια και χωρίς απώλειες επιμέρους μας.
ΑΒ) ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΑΠΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΑΡΤΙΟΥ 1921
23 Μαρτίου 1921
Φτάνουμε σ’ενα χωριουδάκη, Γκιλτζίκ. Εδώ κατασκηνώνουμε και διανυκτερεύουμε με ησυχία. Τρώμε συσσίτιο, ζεστό, βραστό, κρέας ύστερα απο τόσες μέρες.
Τουτο το χωριουδάκι, είναι ανατολικά της Προύσας, στους ανατολικούς πρόποδες του Ολύμπου της Μυσίας. Οι κάτοικοι, δεν εχουν φύγει, δεν έρχονται ομως σ’ επκοινωνία μαζί μας ουτε κι εμείς πάμε. Μονο απόψε πήγαν μερικοί, κακομαθημένοι, στρατιώτες του πεζικού ζητουσαν απο τον Μουχτάρη, αυγά και κοτόπουλα, στο τέλος τα πήρα μόνοι τους κι έφυγαν, χωρίς να τα πληρώσουν. Οι Τούρκοι παραπονέθηκαν. Πάνε αξιωματικοί του Επιτελείου, κάνουν ανακρίσεις, κρατούνται δύο στρατιώτες και θα παραπεμφθούν στο Στρατοδικείο.
25 Μαρτίου 1921.
Μένουμε στο Γκιολτζίκ μέχρι σήμερο. Το Τζαγίκ, ειναι πλησίον. ΄Ερχεται ο αρχηγός του χωριού καπετάν Εστεφάν, με μερικούς άνδρες να μας δουν και ζητουν πληροφορίες. Μάθανε ο,τι πάθαμε τελεία καταστροφή.
Του λεμε πως τουτο είναι ψέμα χονδροειδές, οτι δια λόγους τεχνικούς και γιατί τα υψίπεδα που πήγαμε, μας εμπόδιζε το χιόνι να δώσουμε μάχες αποφάσιστικές, γυρίσαμε μέχρι να βελτιωθεί ο καιρός. Αυτοί, τα πιστεύουν και δεν τα πιστεύουν. Τα μούτρα μας, η ακεφιά μας, οι μετρημένες κουβέντες μας, του λένε πολλά. Ξεκινούν για το χωριό τους, στενοχωρημένοι.
Η σημερινή μέρα της Εθνικής Εορτής, περνά απαρατήρητη. Κατα το μεσημέρι, εφοδιαζόμαστε με φορτίο απο άρβυλλα. Ολοι μας έχουμε ανάγκη απο αυτά. Υπάρχουν όμως οι τελείως ανυπόδητοι. Αυτοί τα παίρνουν.
30 Μαρτίου 1921
Φεύγουμε. Πάμε στα χωριά Τίμπος, Μύλοι, Μποσνακιόϊ, νοτικά της Ασκανίας λίμνης. Η περιοχή ειναι πολύ γνωστή μας. Γεμάτη απο ελεαιόδεντρα, ρογδιές, βερυκοκιές, δαμασκηνιες, αμπέλια. Επίσης σιτηρά και νερά άφθρονα. Οι κάτοικοι, όλοι Τούρκοι, παριστάνουν τους φιλήσυχους γεωργούς, οταν φοβούνται. Αιμοβόρα θηρία γίνονται, οταν πιάσουν κανένα μεμονωμένο στρατιώτη μας. Κάποτε, αιχμωλώτησαν δύο. Τους έκοψαν τη γλώσσα τ’ αυτιά τα χέρια κι ύστερα του σκότωσαν. Ετσι τους βρήκε περίπολος που πήγε να τους αναζητήσει, σαν αργούσαν να γυρίσουν.
Κοντά μας είναι το χωριό Κιρίτ – κιόϊ που θα πει, Κρητικοχώρι. Απο αυτό ξαναπεράσαμε, αλλα δεν μείναμε. Μου κάνει εντύπωση τ’ όνομα, ενα απόγευμα παίρνω μερικούς ακόμη στρατιώτες και πάμε. Ρωτούμε γιατί λέγεται ετσι αφού δεν υπάρχουν καθόλου Κρητικοί. Κανείς δεν ξέρει να μας απαντήσει.
Παρατηρούμε πως οι Τούρκοι, είναι αναιδείς, μετά τις μάχες του Μαρτίου.
5 Απριλίου 1921. Αλλο χωριό κοντά μας, το Μποσνακιόϊ, φανερώνει, με την ονομασία του, που κατοικούν Βόσνιοι. Σήμερο το απόγευμα, πηγαίνω με άλλους 12 άνδρες ένοπλους φυσικά. Σημειώνω οτι η κυκλοφορία σε άοπλους στρατιώτες άνδρες απαγορεύεται καίτοι στρατοκρατείται ο τόπος. Ολη η Μεραρχία ειναι γύρω εδώ.
Στο Μποσνάκιόϊ, εχουν εγκατασταθεί, πράγματι, Βόσνιοι Μουσουλμάνοι, πρόσφυγες και το χωρίο τους ειναι νέο. Η εξωτερική τους εμφάνισις, διαφέρει απο εκείνη των αλλων Τούρκων. Ειναι ξανθοί, περισσότερο πολιτισμένοι, οι γυναίκες τους, δεν φορούν φερετζέ και μιλούν μεταξύ τους σέρβικα.
Καθόμαστε σ’ενα καφενείο. Υπαρχουν καθίσματα, σκαμνιά, ξύλινα και καρέκλες. Εις τα άλλα τουρκικά καφενεία της Μ.Ασίας, ειναι άγνωστα αυτα τα πράγματα.Εκεί εχουν σανίδια καρφωμένα στους τοίχους, λίγο ψηλότερα απο το έδαφος, σαν καναπέδες. Σ’αυτα κάθονται σταυροπόδι, οταν δεν προτιμούν να αναπαύονται στο έδαφος, με τον ίδιο τρόπο. Αρέσκονται να κρατούν τα πόδια τους γυμνά, τα διατηρούν όμως κάπως καθαρά, εξαιταίας θρησκευτικου εθίμου. Εδώ οι Βόσνιοι και όπου είναι κρητικοί στα καφενεία. Εχουν καθίσματα και οι άνθρωποι φορούν υποδήματα. Οι Βόσνιοι δεν έχουν σε πολλή υπόληψη τους ντόπιους Τούρκους και ως νομίζω τα αισθήματά τους ειναι αμοιβαία. Ενας Βόσνιος μας λεει πως αυτοί συμφωνούν με τους Κρητικους Τούρκους. Ο Χοτζάς, ένας πολύ καλός άνθρωπος, μας διηγείται την ιστορία τους.
Εφυγαν απο τη Βοσνία κατα τη διάρκεια ενός διωγμού το 1912. Κατάφυγαν στην Τουρκία όπου ζητησαν άσυλο και τους εδόθη.
Το Μποσνάκιόϊ ειναι μικρό χωριό. Ζήτημα να εχει 30 οικογένειες και ζει, δική του ζωή. Πολλοί φεύγουν σε αστικά κέντρα, αλλοι πηγαίνουν στην Αμερική. Ειναι συμπαθείς και καλοί άνθρωποι.
11 Απριλίου 1921
Κυριακή των Βαϊων. Μένουμε σε αντίσκηνα, στο χωριό Μύλοι. Κάποτε ήταν καθαρό Ελληνικό χωριό. Τώρα δεν κατοικεί κανένας Ελληνας. Στην Κρήτη ενα χόρτο που λεγεται αβρονιά. Βγαίνει την Ανοιξη, μαγειρεύεται εδικά με λάδι, αλεύρι, ξήδι, σκόρδο και ειναι νοστιμώτατο. Εδώ φύεται σε μεγάλη αφθονία. Σήμερα που δεν εχουμε δουλειά παμε με τριες άλλους Κρητικούς, γύρω στο χωριό και σε λίγη ώρα, μαζεύουμε πέντε σακίδια. Το μεταφέρουμε στο μαγειρίο τα καθαρίζουμε τα μαγειρεόυμε σε υδρία των δέκα ανδρών, τα τρώμε. Οι άλλοι, μας κοιτάζουν με περιέργεια, γιατι νομζουν πως δηλητηριάζει. Το ίδιο συνέβη αλλη φορά με τον στρίφνο. Δεν τον γνωρίζουν και τον έχουν φυτό δηλητριώδες. Εμεις τους αποδείξαμε το εναντίον. Και για τα δύο.
18 Απριλίου 1921.
Πάσχα. Ολόκληρη τη Μεγαλοβδομάδα και χθες το βράδυ την Ανάσταση, περάσαμε στο Ακαρέμ. Τη Μεγάλη Παρασκευή βράδυ, ήλθε ένας στρατιωτικός Ιερεύς και ε γύρισε τον Επιτάφιο. Ο ίδιος, χθες βράδυ γύρισε την Ανάσταση.
Πολύ σκέτο περνά φέτος το Πάσχα.
Το μεσημεράκι μας επισκέπτονται απο το Τζαγίκ, ο παπά Θεόφιλος και ο κουμπάρος μου, ο Χατζή Μελκόν. Στον καταυλισμό δεν επιτρέπονται πολίτες, πήρα άδεια και πήγαμε σε καντίνα στρατιωτική απ’ εδώ δέκα λεπτά.
Καθόμαστε, οι μουσαφιραίοι κρατούν κρέας βραστό, αγορά κι εγώ διάφορα πράγματα και τρωμε μαζί το Πάσχα. Θελουν να μάθουν λεπτομέριες για τις μάχες του Μάρτη, τις οποίες αποφεύγω να δώσω. Τους λέω το στερεότυπο πως η υπαναχώρησις μας απο το Τσεπνί ήταν εθελούσια και οχι αναγκαστική οπως του περασμένου Δεκέμβρη. Ο παπα Θεόφιλος, δεν το πιστεύει έχει πληροφορίες Θετικές, οχι πως νικηθήκαμε. Αλλά πως βρήκαμε τον Τουρκικό στρατό πολύ οχυρωμενο και εφοδιασμένο με ολα τα μέσα του σύγχρονου πολέμου.
Με πληροφορουν πως ο χωριανός τους δόκτωρ Κιρκόρ, έδωσε σημεία ζωής απο το Παρίσι. Δεν γράφει τίποτε για τη φυγάδευσή του ουτε εκθέτει κανένα, αλλά παραδέχεται τα σφάλματα του.
Το γράφημμα στέλνει προς ένα θείο του στην Κωνστατινούπολη, ο οποίος ειναι τωρα στο Τζαγίκ, για λίγες μερες. Όπως μου ανακοινώνουν ο γιατρός προσθέτει στο γράμμα του πως πάντα ήταν και τατριωτης και κάνει το καθήκον του σαν Αρμένης, και τώρα στο Παρίσι το πρωί εργάζεται σε νοσοκομείο, το απόγευμα δεχεται δωρεαν τους Αρμενηδες στο ιατρείο του, τα παιδιά του στέλνει σε Αρμένικο σχολείο και φιλοδοξεί να τα κάμει Αρμένηδες και τίποτ’ άλλο.
Με επιμονή με καλούν να πάω στο χωριό τους. Δεν εχω αυτή τη διαθεση. Οταν ήμουν εκεί, παρουσίαζα αήττητο τον Ελληνικό Στρατό. Τώρα θα μου αποδείκνυαν πως τουτο δεν ειναι εντελώς αληθές. Το απόγευμα στις 5 φεύγουν οι επισκέπτες μου. Τους εύχομαι κατευόδιον γυρίζω στο αντίσκηνό μου ξαπλώνομαι.
Αλλοι στρατιώτες, χορευόυν απ’ εξω καλαματιανό, τραγουδώντας το. Δεν εχουν όργανο. Την ησυχία τους, αλλα ένας αξιωματικός του πεζικού που πλησιάζει έφιππος σε μια φοράδα. Το ζώον ευρίσκεται σε εποχή οχείας, περνά δίπλα απο τον ορχο μας ένας επιβήτορας πολύ ζωηρός ο ΑΡΗΣ, παίρνει χαμπάρι, σπάζει την αλυσίδα και τρέχει να καβαλήσει τη φοράδα και αξιωματικό. Ο χορός διαλύεται πιάνεται ο επιβήτορας και η ιστορία περνά ευτυχώς χωρίς απευκταίο. Μόνο πως ο αξιωματικός φοβήθηκε, έπεσε απο το ζώο και΄έσπασε τα μούτρα του.
Πληρώνει ο καημένος χωρίς υπαιτιότητα δική του.
25 Απριλίου 1921.
Διαδίδονται, φοβερά πράγματα στο στρατό. Οτι δηλαδή η Γαλλία κατω στην Κιλικία, εφοδιάζει τον Κεμάλ, με πολεμικό υλικό. Οτι το ίδιο πρόκειται να κάμει και η Αγγλία, εις αντίποινα γιατι παρα τη γνώμη τους, φέραμε στην Ελλάδα τον Κωνσταντίνο. Και ο Κωνσταντίνος τους πρόσβαλε. Τους είπε, θα έρθει στην Ελλάδα, δεν τους έχει ανάγκη και με τον στρατό του, θα τους αναγκασει να τον αναγνωρίσουν.
Εχει βέβαια ο στρατός εμπιστοσύνη στον Κωνσταντίνο. Αλλα θα προτιμούσε να μην τα βάζαμε με τους συμμάχους . αυτοί έχουν το λόγο, είτε νικήσουμε είτε νικηθούμε.
30 Απριλίου 1921.
Μου δίδεται η ευκαιρία να παω στην Κίο. Πολύ διστάζω να αποφασίσω. Φοβούμε τις συζητήσεις για την εκστρατεία του Μάρτη. Με πείθει στο τέλος, ο φιλος και συνάδελφός μου Γ.Γ. Και πάμε με τον αξιωματικό του Εφοδιασμού. Τυχαία, μας βρίσκει ο γνωστός και φίλος μας γυμναστής Τσουκαλάς.
Μας βάζει σε βασανιστική ανάκριση, για το Εσκισεχίρ.προσπαθούμε να του αποδείξουμε πως δεν νικηθήκαμε. Αυτος όμως είναι πολύξερος. Παρα ταυτα, εχει μεγάλη αισιοδοξία. Πιστεύει στο στρατηγικό δαιμόνιο του Κωνσταντίνου, στην γενναιότητα και τη φιλοπατρία του στρατού και στο ότι ο Βενιζέλος δεν μπορεί να βοηθήσει . Είναι αμετάπιστος στις γνώμες του και δεν μας μένει παρά να συμφωνήσουμε.
Ό άλλος κοσμος εδώ δεν είναι ευχαρηστημένος
Το απόγευμα αφού παραλάβαμε υλικό γυρίζουμε στο Ακαρέμ.
2 Μαΐου 1921.
Μικροδεματάκια εξακολουθώ να παίρνω από τη “Μικρασιάτιδα Αδελφή του Στρατιώτου” όχι όμως γράμματα εφημερίδες η περιοδικά. Αποστολέας είναι μια άγνωστή μου που υπογράφει με το χαριτωμένο και το ελπιδοφόρο ψευδώνυμο “Ηώς”.
Σήμερο ξαφνικά παίρνω γράμμα από τη γνωστή μας Δάφνη. Γράφει πως έλειπε στην Αλεξάνδρεια και πολύ λυπηθηκε που δεν ήταν στις Σμύρνη όταν αδελφή της της είπε ότι την παρεξήγησα. Ο καταστηματάρχης τους έχει πει να μη δίνουν θάρρος στους στρατιώτες, αλλιώς πολλοί από αυτούς γίνονται ενοκλητικοί. Ότι σύμφωνα με αυτή την οδηγία φέρθηκε και σε μένα εγώ το πήρα προσβολή. Χαιρέτησα με τέτοιο τρόπο σαν να τις έλεγα σε περιφρονώ, να πας στο διάβολο και έφυγα. Σκέφτομαι να της γράψω πως πράγματι έξυπνο το κορίτσι που είναι η αδερφή της γιατί κατάλαβε τελείως στο διαλογισμό μου. Μου γράφει επίσης για την Αλεξάνδρεια. Είναι Ελληνική πόλης στα σπίτια, μαγαζιά, στο δρόμο που βαδίζεις ακούει την Ελληνική γλώσσα από έλληνες και ξένους και το σπουδαιότερο πως πολύ πιθανό να παντρευτεί εκεί. Της έχει ζητήσει κάποιος μακρινός συγγενείς τους εγκατεστημένους πολλά χρόνια στο Πορτ Σαιδ . Οι δικοί της συμφωνούν αλλά εκείνη έχει μερικές επιφυλάξεις. Δεν θέλει να φύγει από τη Σμύρνη.
5 Μαΐου 1921.
Παίρνω γράμμα από το σπίτι μας πολύ θλιβερό. Ένα αδελφάκι μου 7 χρόνων πέθανε ξαφνικά. Ο Βασιλης. Ήτανε τριών χρονών τον καιρό που έφυγα υγιέστατο και πολύ καλοκαμωμένο. Μου ανέφεραν λεπτομέρειες και τα βάζουν με το γιατρό. Είχε πάθηση άλλοι δεν τη γνώριζε, του έδινε αντίθετα φάρμακα και το σκότωσε. Ότι κι αν συνέβη πέθανε το παιδί. Και είναι ανεπανόρθωτο. Ο διοικητής μου μου λέει συλλυπητήρια και αν θέλω να πάω στην Κίο για δυο-τρεις μέρες. Τον ευχαριστώ. Προτιμώ να μείνω. Καλύτερα να περάσω εδώ με τους φίλους και συμπολεμιστές μου. Μου κάνουν παρέα και παρηγοριά.
10 Μαΐου 1921.
Είναι δεδομένο να καταπλήσεται ο άνθρωπος στην αρχή που μαθαίνει την πενθυμή είδηση. Να πνίγεται από διάφορες αναμνήσεις. Να αισθάνετε την κατάσταση αβάστακτη. Όμως η θεία πρόνοια προβλέπει ώστε με το χρόνο να φεύγεις σιγα – σιγά το άγχος και να ξαναβρίσκει ο λυπημένος στον εαυτό του. Βέβαια η θύμιση είναι πάντα έντονη. Αλλά το συναίσθημα της οδύνης εξασθενεί. Αλίμονο στον άνθρωπο αν τα πράγματα ήταν πάντοτε όπως την πρώτη στιγμή. Αυτές οι σκέψεις με απασχολούν σήμερο από το πρωί σχετικά με το θάνατο στολισμών του αδελφακιού μου που δεν πρόκειται να ειδω πότε ξανά πλέον.
12 Μαΐου 1921.
Έρχεται μία αποστολή από στρατιώτες να συμπληρωθούνε τα κενά όλοι προέρχονται από τον Πειραιά και όπως λένε στο εσωτερικό η κομματική διαμάχη κυριαρχεί σε κάθε εκδήλωση της ζωής. Μισούνται θανάσιμα μεταξύ τους Βενιζελικοί και αντι Βενιζελικοί. Υπάρχει κατακραυγή εναντίον της κυβερνήσεως γιατί ενώ υποσχότανε στις εκλογές αποστράτευση και ειρήνη τώρα δεν γίνεται ούτε το ένα ούτε το άλλο και απεναντίας παρατίνεται ο πόλεμος . Οι ίδιοι διαδίδουν πως η οι κυβερνητικοί στρατιώτες με διάφορα μέσα παραμένουν σε διάφορες υπηρεσίες στην Αθήνα. Δεν τα πιστεύω όλα αλλά δυστυχώς είναι γεγονός πως πάντα οι Έλληνες δίνουν μεγάλοι σημασία στα κόμματα. Διχάζονται,αλληλοπολεμούνται και στο τέλος ότι δημιούργησαν το χάνουν. Και τώρα δεν φροντίζουν όλοι να βρουν να βγούμε από το αδιέξοδο που βρισκόμαστε, να σώσουμε ότι αποκτήσαμε με τόσους πολέμους αλλά κατά τρόπο εγκληματικό για το έθνος. Χάνουν τον καιρό τους με επιζήμιους πολιτιστικούς αγώνες και άλλες ανοησίες όταν ο Κεμάλ μεγαλώνει κάθε μέρα και ενισχύεται από όλες τις κατευθύνσεις
Μαζί με τους άλλους στρατιώτες έχετε και ένας παλιός δικός μας ο ο Κ. Ν. Αυτός έχει πάρει 35 μέρες αναρρωτική άδεια για την Πάτρα, σήμερα του τελειώνει η άδεια είναι εδώ, ενώ μπορούσε να μείνει μέχρι και σήμερα στο σπίτι του, αύριο να παρουσιαστεί στο φρουραρχείο του τόπου του, να του δώσουν φύλλο πορείας για να γυρίσει. Τον ρωτάμε πως ήρθε και μας δείχνει το φύλλο πορείας που του χορηγήσανε το στρατιωτικό νοσοκομείο, όταν πήρε την αναρρωτική άδεια. Την οποία εν πάσει περιπτώση δεν έχει παραβιάσει ούτε στιγμή. Το φύλο πορείας αυτό δεν έχει καμία θεώρηση στρατιωτικής αρχής. Μυστήριο μεγάλο πώς να πάει και να γυρίσει στην Πάτρα χωρίς να τον ρωτήσει καν. Ό,τι κι αν συμβαίνει για μας είναι εντάξει. Έρχεται από άδεια δεν την έχει παραβιάσει. Τον γράφουμε και τελειώνει.
Αυτός όμως δεν είναι ήσυχος. Πηγαινοέρχεται φαίνεται στεναχωρημένος και στους συναδέλφους του που τον ρωτούν για διάφορα πράγματα απαντά αφηρημένα. Ένας πατριώτης του μου λέει δεν πήγε καθόλου στην πάτρα τον ρωτάω για το σπίτι μου και μου λέει πως δεν το είδε ενώ αυτή όλη πούλησαν τα πάντα και έχουν μετικήσει στη θεσσαλονίκη.
Επίσης τον ρωτώ για τη μία εκκλησία του Αγίου Ανδρέου που χτίζεται με πληροφορεί πως τελείωσε και λειτουργείται ενώ ο ανθυπολοχαγός Ι.Σ που ήρθε την περασμένη βδομάδα από κει μου είπε ότι “μόλις η οικοδομή έχει βγει από τα θεμέλια”.
Όταν πηγαίνω να κοιμηθώ το βράδυ τον βρίσκω έξω από το αντίσκηνό μου. Με απομακρύνει 50 μέτρα από τον καταυλισμό να μην ακούει κανένας και μου λέει τον καϋμό του. Είχε αδελφή που ήταν “δημόσια” στην Καβάλα. Το έμαθε και το έφερε βαρέως. Πήρε την αναρρωτική άδεια πήγε κατευθείαν εκεί βρήκε τη μικρή και της φύτεψε μία σφαίρα στο κεφάλι χωρίς να τον δουν. Κρύφτηκε μετά σε αποστολές στρατιώτης που πήγαιναν στον Πειραιά και από κει ήρθε με την άλλη.. μόλις τελειώνει ξεσπά σε ξεφωνητό κλάμα σε αυτή την κατάσταση, μένει περισσότερο από μία ώρα με το κεφάλι ακουμπισμένο στο χέρι του και πάνω σε ένα ελαιόδεντρο. Προσπαθώ να τον παρηγορήσω. Έπραξε βέβαια ένα έγκλημα. Αλλά δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος Έλληνας που κάνει αυτή τη δουλειά
Σκέπτομαι όλοι είμαστε θύματα μιας κακής νοοτροπίας. Θεωρούμε επιβεβλημένο και τίμιο να σκοτώσουμε μία δική μας γυναίκα που παρεκτράπηκε. Κακώς βέβαια γιατί τις περισσότερες περιπτώσεις το κατάντημα της γυναίκας το δημιουργούμε εμείς. Και θα πρέπει να ρωτήσουμε πρώτα τον εαυτό μας τι κάναμε για να προλάβουμε την κατάπτωση της; Ποια προστασία, νουθεσία, παρηγοριά της δώσαμε στη ζωή δυστυχώς όλες τις φορές την αφήσαμε έρημη, απένταρη επι ξήλο κρεμάμενη; και είναι πολλές που δεν είναι ηρωίδες. Πέφτουν στον αγώνα. Η ευθύνη δεν είναι κατά μεγάλο μέρος δική τους είναι δική μας.
Το πρωί δηλώνει ασθένεια ο δυστυχισμένος αυτός στρατιώτης. Οι υπηρεσία τον βρίσκει άρρωστο. Τον στέλνει στο νοσοκομείο και όσο αφορά το μυστικό που μου εμπιστεύθηκε θεωρώ πώς θα είναι πράξεις άτιμη αν το προδώσω.
15 Μαΐου 1921.
Στην παραπανω αποστολή ειναι κι ενας ανθυπολοχαγός, κορδωμένος, πολύ περιποιημένος, άψογος, με καφετί πέτσινο γάντι, απαραίτητο.
Σήμερα τον βλέπω να παρακολουθεί ημιονηγούς που καθαρίζουν με στλεγγίδα (ξυστρί δηλαδή) τα μουλάρια. Αγγίζει με το γαντοφορεμένο χέρι του σε ένα ζώο και παρατηρεί τον ημιονηγό.
-.Δεν είναι καθαριοτης αυτή. Καλύτερα, καλύτερα. Προσέξτε πολλούς θα στείλω φυλακή.
Τα ίδια επαναλαμβάνει σε δυο τρεις περιπτώσεις, μάλιστα τελευταίαβρίζει”γαϊδουρια”. Τότε ακούγεται μια φωνή από το βάθος του σταύλου.
-Κύριε ανθυπολοχαγέ μη λερώνεις άδικα το γάντι
ο ανθυπολοχαγός θυμόνει και φωνάζει
-ποιο είναι το κτήνος ;
Το”κτήνος”δεν βρίσκεται. Ο άνθυπολοχαγός επιμένει να το ανακαλύψει. Γίνεται φασαρία την αντιλαμβάνει το λαχαγός και τρέχει. Του αναφέρει τα τρέχοντα ανθυπολοχαγός. Ο λοχαγός εμπειροπόλεμος και με μεγάλη πείρα στρατιωτική, δίδει φανερά τη δικαιο στον ανθυπολοχαγό
Τον παίρνει όμως στο γραφείο και αναθέτει σε ένα λοχεία την επίβλεψη.
Ο ίδιος ανθυπολοχαγός διηγείται άλλη φορά πως στη Σχολή που ήταν σε αυτόν και τους άλλους συμμαθητές του έκαναν καψώνι. Δηλαδή όλοι οι άντρες έτρεχαν να ρίξουν με τα χέρια τους ένα τοίχο ή έδιναν χαστούκια ο ένας τον άλλον,λακτίσματα και σπρωξίματα στα αστεία. Έβαζαν συναδέλφους τους σε κουβέρτες τους τίναζαν στον αέρα, ξανάπεφταν στις κουβέρτες, καμιά φορά όμως έπεφταν έξω και τραυματίζονταν. Έκαναν κι άλλα παρόμοια πολύ αστεία πράγματα, αλλά ακατανόητα για μας. Οι δικοί μας στρατιώτες παίζουν συχνά σχεδόν κάθε μέρα αλλά ωραιότερα και ανθρωπινότερα παιχνίδια. Τι θέση μπορεί να έχει το καψόνι στη μόρφωση ενός αξιωματικού;
20 Μαΐου 1921
Ένας επιλοχίας ο Β. φοβερός καταδότης και κακός χαρακτήρας παρακολουθεί τις κινήσεις των στρατιωτών. Συζητούν όλη την ώρα πολιτικά και πολύ που ψήφισαν αντιβενιζελική παράταξη παραπονούνται τώρα πως αυτοί δεν εκπληρώνουν υποσχέσεις. Το κακό που κάνει αυτός ο Επιλοχίας είναι ότι δεν αναφέρει τουλάχιστον την πραγματικότητα. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση διαλέγει ένα Δεκανέα και δυο στρατιώτες που δεν έχουν ανέβει και τους καταγγέλλει πώς συζητούν πολιτικά μαλώνουν με τους άλλους. Δημιουργούν ανωμαλία καταφέρονται κατά του βασιλέως και τον βρίζουν. Το τελευταίο τους στέλνει στρατοδικείο. Σήμερα γυρίζουν και οι δύο.
Δεν απεδείχθη η κατηγορία. Ο Επιλοχίας που τους κατήγγειλε ψευδώςς μένει ατιμόρητος, παίρνει όμως μετάθεση για άλλο Σώμα.
Τις καταδόσεις και άλλες ταπεινωτικές πράξεις κάνει γιατί είναι αγράμματος, δεν έχει προσόντα,ά θέλει όμως να γίνει ανθυπασπιστής όπως έγιναν κι άλλοι συνδελφοί του. Παριστάνει τον έμπιστο της καταστάσεως μεταχειρίζεται βρωμερά μέσα, δεν διστάζει ούτε προς στην κατάπτωση του χαφιεδυλυκιου να επιτύχει το σκοπό.
25 Μαΐου 1921.
Πάμε σήμερα στην Ασκανία λίμνη να πλυθούμε και να πλύνουμε τα μουλάρια μας. Τα νερά της είναι κατακάθαρα σχηματίζουν μικρά κυματάκια στις όχθες και γενικά κινούνται αρκετά. Από την Νοτική μεριά που βρισκόμαστε η παραλία είναι αμόειδης χωρίς δέντρα κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Πλυνόμαστε πλύνουμε τα κτίνη η κρατάμε τα εσώρουχά μας και αδειανά δοχεία πετρελαίου που έχουμε. Βάζουμε μέσα τα ρούχα μας με σαπούνι και τα βράζουμε. Τα ξεβγάζουμε στο κρύο νερό και στεγνώνουν. Εδώ δεν έχουμε γυναίκες να μας πλύνουν.Η ατομική καθαριότητα έχει ανατεθεί στην πρωτοβουλία των στρατιωτών.
Το βράδυ γυρίζουμε βρίσκω γράμμα από τις Σμύρνη. Αποστολέας είναι ο εξάδελφός μου λοχίας νοσοκόμος Ι.Π υπογράφεται από τον ίδιο της εξαδέλφης του Φωφώ και Αυριλία και τους Σιρανούς. Με συλλυπούνται για το θάνατο του αδελφού μου μου γράφουν διάφορα άλλα πράγματα για να περάσουν την ώρα μου και ότι τον Μάρτη πολύ ανησύχησαν για μένα, ρωτούσαν συχνά, πηγαίνανε στα νοσοκομεία μήπως να με συναντήσουν ως τραυματία, αλλά στο τέλος από ένα γράμμα που στείλα στον εξάδελφό μου, έμαθαν πως είμαι καλά και έτσι ησύχασαν. Μου στέλνουνε δέμα με σοκολάτες και γλυκά. Ο φίλος μου δάσκαλος Φ.Σ. που έψαλλε στην εκκλησία όταν είμαστε στην Κίο, με κρατεί από κοντά με περιποιείται ιδιαιτέρως. Και φταίνε τα δέματα με γλυκά που παίρνω. Είναι ειλικρινής, εκφράζεται πολλές φορές και λέει πως τρία πράγματα αγαπά στον κόσμο: τη Λισάβω που είναι η γυναίκα του, τον πατέρα του μητέρα δεν έχει, τα γλυκά. Εγώ όμως γνωρίζω όπως εκτός από τα γλυκά πολύ του αρέσουν τα καλά φαγητά και όταν αυτά δεν υπάρχουν είναι στην προτίμησή του όλα που μαγειρεύονται στο καζάνι.
1 ΙΟΥΝΙΟΥ 1921
Το άλογο Αρης που δημιουργήσε το επεισόδιο με τη φοράδα του λοχαγού στο Ακαρέμ ήταν ωραιότατο και μεγαλοπρεπέστατο. Το χουμε πάρει από τους Γάλλους στη θεσσαλονίκη και δεν έχω δει στη ζωή μου ποιο καμωμένο ζώο του είδους του. Είχε το χρώμα της φωτιάς ανθυλλιδα στρογγυλή στο μέτωπο ανάμεσα και λίγο παραπάνω από τα μάτια όταν ήταν δεμένο έσκαβε με τα πόδια του εναλλάξ το έδαφος όταν εβάδιζε ήταν περήφανο καμαρωτό και ακόμη όταν έτρωγε στο παραμικρό θόρυβο επέστρεφε απότομα το θαυμάσιο κεφάλι του στη μεριά του. Το κακό ήταν πως σαν αντίκριζε το θηλυκό γινόταν ασυγκράτο. Αυτό ήταν αφορμή και το έκριναν επικίνδυνο. Το έστειλαν στο κέντρο ιππονείας και το ευνούχισαν. Προ ημερών μας τον έφεραν αγνώριστο. Είχε χάσει τη ζωηράδα του τη λεβεντιά του την εξυπνάδα του όλα του τα ωραία του τα χαρίσματα. Και τό χε πάρει κατάκαρδα. Δεν έτρωγε δεν έπινε στα χάδια που του έκαναν οι στρατιώτες ήταν αδιάφορο αυτός ο παλιός ο αδυσώπητος λεβέντης ήταν τώρα με απλανή μάτια με αυτιά πεσμένα οριζοντίως άφωνος και απελπισμένος. Σήμερα ψόφησε.
Οι άντρες της Μοίρας το έκλαψαν και το έθαψαν σαν να ήταν άνθρωπος.
2 Ιουνίου 1921
Ο Καδίρ Μπέης είναι ο Χότζας του Μποσνά Κοϊ.. Έρχεται κι εδώ για εξυπηρέτηση των κατοίκων στα θρησκευτικά τους καθήκοντα γάμους κηδείες σουνέτη =περιτομή.
Κατάγεται από τη Βοσνία όπως και οι άλλοι χωριανοι του, μητρική του γλώσσα είναι η Σερβική. Μιλάει η Τουρκικά και μερικά Γαλλικά. Το μεσημέρι των συναντώ εδώ και τον χαιρετώ. Γνωριστήκαμε στο Μποζνά Κιόϊ όταν Π. είχε έλθει για οικογενειακές υποχρεώσεις. Ύστερα από πρόσκληση των ενδιαφερομένων μουσουλμάνων που είναι η εξής: ο Αχμέτ έχει εδώ το σπίτι του δίπλα στον σταύρο τον μεταγωγικών Σώματος. Διαπληκτίζεται συχνά με τη γυναίκα του την οποία υποπτεύεται με εναν ομοχώριό του.
Πολλές φορές την χτυπά τόσο που οι φωνές της ακούγονται από το δρόμο. Αποφασίσαμε σε μία περίπτωση που η χανούμη ζητούσε βοήθεια να μπούμε να τους χωρίσουμε. Τούτο όμως απαγορεύεται απολύτως με διαταγή της στρατιάς. Έτσι ο κύριος Αχμέτ δέρνει πάντα ενόκλητος της συμβία του.
Οι συγγενείς της ζήτησαν την επέμβαση του. Όπως είπα είναι ένας ωραίος σεβάσμιος και πολιτισμένος άνθρωπος. Περίμενε πώς θα επιβληθεί στον Αχμέτ, τουλάχιστον να πληρώσει το καπίνι της στην κυρία και να τη διώξει αν δεν του πήγαινε καλά.
Είναι γνωστό ότι ο Τούρκος σύζυγος διώχνει τη γυναίκα του οπότε το θελήσει αρκεί να της καταβάλει το καπίνη της δηλαδή το τίμημα που συμφωνείται για αυτήν κατά την τέλεση του γάμου. Ο Αχμέτ όμως εδώ είναι το περίεργο δεν θέλει να το επιδιώξει. Προφανώς όχι μόνο την αγαπά λέει ο Χότζας αλλά είναι ερωτευμένος μαζί της. Το πιθανότερο είναι πως έχει πάθει διαστροφή και η αγάπη του εκδηλώνεται με ραβδισμούς.
Πριν 23 χρόνια το ζεύγος Αχμέτ είχε αφορμή για διχόνοια όπως λένε οι χωριανοί του που σημειωτέον δεν τον χωνεύουν. Ο σύζυγος έκανε κατάχρηση στην εκτέλεσή του συγκεκριμένου συζυγικού καθήκοντος. Ειτε ερχότα από τη φύλαξη του ζώου του είτε από την καλλιέργεια των κτημάτων του, είτε από το καφενείο μόλις έφθανε στο κρεβάτι οδηγούσε τη χανούμη. Μέρα και νύχτα δεν την άφηνε σε ησυχία. Η γυναίκα απήυδησε στο τέλος διαμαρτυρήθηκε στους δικούς της και υπόθεσης έφτασε στο ειρηνοδίκη της Προύσας. Εκείνος άμα ερεύνησεν εμβρυθώς την κατηγορία και επίστη πως είναι αληθινή έβγαλε την απόφασή του, η οποία λέει Οπως γράφει ο ιερός νόμος ο άντρας επιβάλλεται να συνέρχεται με τη γυναίκα του δύο φορές την εβδομάδα. Εξαίρεσης πρέπει να γίνεται το Καλοκαίρι και ιδιαίτερα την εποχή που είναι οι μπάμιες οπότε επιτρέπεται και Τρίτη. Η απόφαση του ιεροδίκου προβλέπει ότι αν ο κύριος Αχμέτ την παραβίασι δικαιούται η κυρία να τον εγκαταλείψει και να τον υποχρεώσει να τις καταβάλει το καπίνη της. Δεν είναι γνώστο αν τηρήθη αυτή η απόφασις.
Τώρα όμως άρχισε η άλλη ιστορία που ανάγκασε τον Χότζα να έλθει. Δυστύχημα είναι ότι το ζεύγος Αχμέτ δεν έχει αποκτήσει παιδιά. Και οι καυγάδες τους ασφαλώς θα συνεχιστούν.
5 Ιουνίου 1921
Σήμερα μας κοινοποιούν διάγγελμα του βασιλέως Κωνσταντίνου πώς είναι στο Κορδελιό. Μας παροτρύνει να προχωρήσουμε με ενθουσιασμό στην απελευθερωτικό έργο μας. Και τελειώνει ο βασιλεύς “μαζί σας και σας οδηγεί εκεί όπου οι επιταγή της πατρίδος μας καλει όλους.
Ο ύψιστος να ευλογήσει το δίκαιον αγώνα μας.”
Ούτε λέξη για ειρήνη και για αποστράτευση. Εκτός από αυτό καθημερινά γίνεται διαφορες διδασκαλίες που σημαίνουν σύντομα πολεμικές επιχειρήσεις . Μας λεν για το έργον δεν τελείωσε και πρέπει να το τελειώσει τώρα που εχθρός είναι εξαντλημένος. Η επιχείρηση του Μάρτη τον έχουν καταστρέψει δεν πρέπει να τον αφήσουμε να αναλάβει αργότερα ίσως τα πράγματα να είναι δυσκολότερα”
Πολύ στρατιώτες δυσανασχετούν. Μα τότε γιατί διώξε με το Βενιζέλο αφού συνεχίζουμε τον πόλεμο;. Συμπληρώνεται η θεωρία ναι έχουμε όμως τόσους έλληνες εδώ στη Μικρά Ασία. Ας δώσουμε καιρό να τους ασφαλίσουν οι μεγάλοι στα σπίτια τους. Δεν μπορούμε να τους αφήσουμε και να φύγουμε. Θα υποδουλωθούν πάλι και θα τους σφάξουν οι Τούρκοι. Ούτε πρέπει να χαθούν τόσοι αγώνες και τόσες θυσίες. Αυτά τα τελευταία πιάνουν. Ο κακομοίρης ο πολυπαθής Ελληνας στρατιώτης διατηρεί πάντα το μεγάλο φιλότιμο του, την εθνική υπερηφάνεια του και το πατριώτιο εγωισμό του. Αλήθεια πόσο στεναχωριέται για την παράταση στου πολέμου. Αλλά πάλι κάνει υπομονή. Ας γίνει και τουτη η επιχείρησης αφού είναι απαραίτητη.
Σήμερα παραλάβαμε πυρωμαχικά και υγειονομικό υλικό.
Τοποθετείται στη Μοίρα ένας νέος λοχαγός ΙΚ. Φαίνεται να είναι εμπειροπόλεμος. Έχει στο αριστερό μανίκι του χιτωνίου του διακριτικά τεσσάρων εξαμήνων υπηρεσίας μετώπου. Και στο δεξίο άλλο , πολεμικού τραύματος.
10 Ιουνίου 1921
Στη μοίρα υπηρετεί ένας μετά Χριστόν προφήτης.
Ο Διαρμήσεης. Αυτός διαβάζει την
Αγία Γραφή. Την κρατά σε τόμο και όπου σταματήσουμε η πρώτη δουλειά του είναι να την ανοίξει. Πιστεύει πως έχει μπει στον πνεύμα της και ξέρει να την ερμηνεύει. Λέει σε ομάδα στρατιωτικών πως έφτασε στο τέλος της Τουρκίας. Το βλέπει η καθαρά γραμμένο στην σελίδα του προφήτη Δανιήλ. Οι φαντάροι του ζητούν εξηγήσεις και αυτός δίδει. Το θηρίο είναι η Τουρκία. Και λέει η γραφή “Πρώτοι κοπήσονται οι πόδες του θηρίου.” Θα κοπούνε δηλαδή πρώτα τα πόδια του. “Ύστερον αι πτέρυγες αυτού.” Ύστερα τα φτερά του. “Τέλος η κεφαλή του εις πύρ και αίμα δοθήσετε”. Τελευταία η κεφαλή του θα πεταχτεί στη φωτιά και το αίμα του. Αυτά προσθέτει ο νεοπροφήτης, θα γίνουν όλα με μεγάλη αιματοχυσία στην Κωνσταντινούπολη όπου είναι ο τάφος του Αγίου Ιωάννου. Ένα μοσχάρι τριών ετών θα πλέει στο ανθρώπινο αίμα. Αποτέλεσμα αυτού του μακελειού θα είναι η εξόντωσις όλων των απίστων που θα χαθούν από το πρόσωπο της γης εις τον αιώνα τον άπαντα. Συνεχίζει ο νεοπροφήτης. Η Γραφή λέει παρακάτω “και προσήλθον εν της κόλπεις αυτής πάντα τα τέκνα αυτής “
Δηλαδή ορθοδοξία θα αγκαλιάσει όλα τα παιδιά της χριστιανοσύνης και θα αναστηθεί ο Αγιος Ιωάννης να γίνει βασιλεύς όλης της οικουμένης 1.000 χρόνια. Κείνη οι εποχή θα είναι ο αιώνας της ειρήνης. Δεν θα ζηλεύει κανείς τα “κτήνη του άλλου, ούτε τους ίππους , ούτε τους δούλους αυτού”. Ο καθένας θα είναι ευτυχής και αυτάρκης. . Η έχθρα ακόμη ανάμεσα στα ζώα θα λείψει. Ο λύκος θα βόσκει και θα κοιμάται μαζί με τα πρόβατα. Και το λιοντάρι με τα ελάφια, ΄Ολα αυτά θα πραγματοποιηθούν σε σύντομο χρόνο.
Αυτά με λίγα λόγια αποτελούν τη διδασκαλία του Διαρμήση. Η στρατιώτες και εγώ μαζί έχουμε με ακούμε με προσοχή. Πολύ πιστεύουν.” Καλά τα λέει”. Εκείνο ιδίως που προβλέπει τη σύντομη καταστροφή της Τουρκίας είναι επίκαιρο και ενθουσιάζει τους Έλληνες. Εξηγούν: Τώρα με τις επιχειρήσεις που θα γίνουν θα πρέπει να συμβούν όλα αυτά.
20 Ιουνίου 1921
Κινούμεθα συνεχώς μέσα στη γραμμή προκαλύψεως Προύσης. Τούρτα αποτελεί και μέρος των ασκήσεων. Ιδίως για τους νέους Κεστέλ,Τίμπος,Μύλοι, Ακαρέμ ,Κιριτ- Κιόι, Μποσνακιϊ, μέχρι την Ασκανία λίμνη είναι ο χώρος που περιφερόμαστε.
Μας μοιράζουν περιαυχένια. Είναι χακί μαντηλάκια που δένονται με τη στενή λωρίδα υφάσματος στο πηλίκιο κρέμονται πίσω και προστατεύουν από τον ήλιο το κάτω μέρος της κεφαλής και των αυχένα.
Ένας αυτόμολος Τούρκος πιάστηκε προχθές λέει, τον είδα σήμερο κι εγώ, πως οχυρόσεις του εχθρού πριν από το Εσκισε – Σεχί,ρ δεν υπάρχουν. Βέβαια, Ανατολικότερα είναι αρκετός Τουρκικός στρατός. Δεν ξέρει όμως να δώσει πληροφορίες γιατί δεν πήγε. Άκουσε μόνο πώς είναι εφοδιασμένος με σύγχρονο οπλισμό και κανόνια. Όπως λέει είναι αντιΚεμαλικός και έφυγε. Αυτό είναι παραμύθι. Η αλήθεια είναι, άλλη. Ή είναι στρατιώτης και λιποτάκτησε ή πρόκειται να τον πάρουν και το’ σκασε.
ΑΓ’ ΚΙΟΥΓΑΧΕΙΑ ΕΣΚΙΣΕΧΙΡ
27 ΙΟΥΝΊΟΥ 1921.
Δίδονται οι τελευταίες οδηγίες και συμβουλές. Χορηγούνται στους άνδρες, ατομικοί επιδέσμοι και μάσκες κατά των ασφυξιογόνων αερίων .
Επιθεωρούνται τα όπλα, τα κανόνια, το υλικό, τα κτήνη. Μαζεύονται τ’αντίσκηνα, συσκευάζονται οι φόρτοι διανυκτερεύουμε με την αμονή και με την αγωνία της αύριον, που θα αρχίει η επίθεσις. Η μεθόριος απ’εδώ δεν απέχει περισσότερο απο μια ώρα, οδικώς.
28 Ιουνίου 1921.
Τέσσερις το πρωί, η εκκκίνησης. Προχωρούμε και περνάμε στην Τουρκία , χωρίς να συναντήσωμεν αντίσταση. Οσα χωριά ειναι στη διαχωριστική γραμμή, εχουν αδειάσει απο κατοίκους. Κλειστές οι πόρτες, τα παράθυρα, και τα σπίτια, έρημα. Κάπου κάπου, βλέπουμε κανένα πειναλέο σκύλο ή γάτο. Δεν αφήνουν τις κατοικίες που έχουν συνηθίσει. Με αυτές συνδέονται, κυρίως οι γάτες. Οχι με τους ανθρώπους.
Η ζέστη, ειναι ενοχλητική. Οσο προσχωρούμε, θα μεγαλώνει. Το Μικρασιατικό υψίπεδο, εχει το Χειμώνα δυνατό κρύο και το Καλοκαίρι, μεγάλη ζέστη. Ομως οι στρατιώτες, είαναι χαρούμενοι. Η νεα εκστρατεία, γίνεται με καλή αρχή. Ο Θεός να δώσει να συνεχισθεί με τις ίδιες συνθήκες.
Η μέρα περνά, χωρίς απρόοπτα. Μερικοί φαντάροι του πεζικου απο τους νεοφερμένους όλοι, παθαίνουν ηλίαση, προέρχεται απο τη μακριά παραμονή στον ήλιο και πέφτουν στον δρόμο. Πολύ κακό πράγμα αυτή η αρρώστεια. Ο άνθρωπος χλωμιάζει, χάνει τις αισθήσεις του και πολλές φορές τη ζωή του.
Διανυκτερεύουμε μακριά απο το χωριό, ή κατοικημένο χώρο, δίπλα σε πηγή νερού, που τρέχει άφθονο και κατακάθαρο, πρώτη βραδυά στον εχθρικό χώρα.
29 Ιουνίου 1921
Απο χθες το απόγευμα, λείπει ο ημιονηγός Λίγδης. Ειναι άνθρωπος κοιλιόδουλος, τρώει συνεχώς, οτι βρει και όπου το βρει. Ειναι ρυπαρός και ακάθαρτος. Τον ζητουμε παντού και σαν δεν τον βρίσκουμε είπαμε πως κάπου έπεσε θύμα της λαιμαργίας του. Κατα τις 8 το πρωί που ετοιμαζόμαστε να φύγουμε τον φέρνουν με συνοδεία δύο στρατιώτες κι ενας δεκανέας του πεζικού.
Αναφέρουν οτι μαζί με έναν άλλον στρατιώτη έκλεψαν ένα πρόβατο, απο την αγέλη σφαγίων της Μεραρχίας, το πήγαν σε παρακείμενο ρέμα, το έσφαξαν, το έγδαραν, ύστερα μαζέψαν κοπριές ζώων, τα ξύλα εδώ είναι σπάνια, τα ψόφισαν λίγο στην φωτιά και το έτρωγαν ολη τη νύχτα. Το πρωί, τους πρόδωσεν ο καπνός. Πήγαν και τους έπιασαν οι πεζοί.
Ο λοχαγός κάνει σφοδρές παρατηρήσεις στον Λίγδη. Αυτός μειδιά ηληθίως,. Εχει γεμάτη την κοιλιά του κρέας και για τα λοιπά δεν ενδνιφέρεται. Του συμπληρώνει ο λοχαγός:
αν το ξανακάνεις θα σε τουφεκίσω. Αυτό εινα λιποταξία ενώπιον του εχθρού”. Ο Λίγδης εξακολουθεί να μειδιά. Σκέπτεται δια της …κοιλίας.
Φεύγουμε κατά τις 9.. περνούμε απο μέρη ακατοίκητα. Το βραδάκι, έρχεται ενας αγγελιαφόρος και μας μεταδίδει την πληροφορία πως δεξιά μας, παράλληλα μ’ εμας προελαύνει ενα Σύνταγμα Πεζικού. Καθώς περνούσε το πρωί απο ενα χωριό, εβλήθη, με πολυβόλο , απο τον μιναρέ, παρα το ότι εις το χωριό αυτό είχαν υψωθεί λευκές σημαίες. Σκοτώθηκεν, απο τους πυροβολισμούς, ένας στρατιώτης και τραυματίσθη άλλος. Βεβαια, πιάστηκαν οι υπαίτιοι και πλήρωσαν ακριβά. Αλλα γίνεται σύστασις εκ μέρους της Μεραρχίας, να προσέχου ολοι γιατι το κακό μπορεί να επαναληφθεί.
Σ’ενα σημείο ερημικό που περνούμε, βρίσκουμε πολλούς χωρικούς συγκεντρωμένους, γέρους και γυναικόπαιδα, με τα ζώα τους και τα πολυτιμότερα υπάρχοντά τους.
Πλησιάζουμε. ΄Εχουν φύγει απο τις κατοικίες τους και ήλθαν να κρυφτούν εδώ. Δεν φαντάσθηκαν πως απο τουτο το αδιάβατο μέρος, μπορούσε να περάσει στρατός.
Τους ρωτάμε:
-Πού είναι οι νέοι; μας απαντούν
-τους εχουν παρει στο στρατό όλους απο 60 χρόνων και κάτω.
-ποιος είναι ο αρχηγός στο στρατό εδώ;
- Ο Ισμέτ Πασσάς.
- -πού έχουν οχυρωματικά έργα, (ιστικχαμ) οι Τούρκοι;
- Δεν ξέρουμε
Βαδίζομεν ακόμη μια ώρα και διανυκτερεύομε σε ανοιχτό μέρος. Δυο ή τρεις μάνδρες για ζώα υπάρχουν, αλλα εντελώς αδειανές. Νερό, βγαίνει μέσα απο βρουλλά, λίγο και ακάθαρτο.
1 ΙΟΥΛΙΟΥ 1921
Σήμερο προχωρούμε σε ανάπτυξη μάχης, με μεγάλη προσοχή και προφύληξη. Υπάρχουν πληροφορίες, που ο εχθρός εδώ θα πολεμήσει. Εν τούτοις ολη η μερα περνά ήσυχα.
2 ΙΟΥΛΙΟΥ 1921
Τέσσερις το πρωί. Μπροστά μας υψώνεται γήλοφος. Στις δυτικές του υπώρειες, διανυκτερεύσαμε την περασμένη νύκτα. Το πεζικό που προηγείται απο μας, μολις ανεβαίνει στην κορφή του, δέχεται απο ένα αλλο απέναντι Ανατολικα, ανεπιτυχή πυρά πυροβολικού. Ακροβολίζεται. Το πυροβολικό μας, πιάνει θέσεις βολής αμέσως. Ρίχνει μερικές ομοβροντίες. Δεν υπάρχει απάντηση απο τον αντίπαλο. Μετά πορεία δύο χιλιομέτρων, μας ξαναβάλλει το εχθρικό πυροβολικό. Κανει εντύπωση γιατι, τούτη τη φορά οι βολές του, ειναι τελείως άστοχες. Πεντακόσια μέτρα, ίσως και περισσότερο, πέφτουν πίσω μας οι οβίδες του. Οι Τουρκοι υποχωρούν. Εμείς του καταδιώκουμε. Ακολουθεί μαι σοβαρή συμπλοκή του Πεζικού μας με το εχθρικό. Πυροβολικό, δεν ενισχύει τον εχθρό. Το δικό μας βάλλει, ολη την ώρα της συμπλοκής. Στο τέλος φεύγουν οι Τούρκοι. Βρίσκουμε πολλούς σκοτωμένους εχθρούς και δικούς μας, λίγους. Με την νύκτα, ξεφορτώνονται τα μουλάρια, τους δίδεται κριθάρι, τρώμε κι εμείς γαλέτα και διανυκτερεύουμε σε ρεματιά. Παίρνουμε την πληροφορία, πως απέναντί μας, σε πέντε χιλιόμετρα, είναι οχυρωμένες θέσεις του εχθρού τις οποίες θα καταλάβουμε το πρωί.
3 ΙΟΥΛΊΟΥ 1921
Πριν ξημερώσει, όλο το ελληνικό πυροβολικό που έχει συγκεντρωθεί εδώ, ορειβατικό των 6,5 ορειβατικό Σνάϊδερ – Δαγκλή των 7, 5 πεδινό Σνάϊδερ – Κανέ των 7,5, κάνει σφοδρή πρόπαρασκευαστική βολή προς το νοτιοανατολικό μας βουνό, στα εχθρικά οχυρώματα. Εκει που πέφτουν οι οβίδες μας, χαλά ο κόσμος. Τρεις ώρες κρατεί αυτός ο βομβαρδισμός. Απαντά ο εχθρός με τρια ή τεσσερα πυροβόλα. Καίτοι, οι βολές του, είναι περισσότερο προσεγμένες απο τις χθεσινές, εν τουτοις, δε μας βρίσκουν.
Στο Τσεπνί, το Τουρκικό πυροβολικό, είχε δείξει, αξιοθαύμαστη ευθυβολία. Απορούμε τί να συμβαίνει τώρα. Ίσως μας περίμεναν νά’ ρθωμεν απο αλλού ή δεν επεσήμαναν καλά τους στόχους των, γιαυτο δεν πετυχαίνουν.
Μετά το βομβαρδισμό, προχωρεί το πεζικό μας και καταλαμβάνει μέρος απο τα εχθρικά οχυρά. Πολλούς τραυματίες, ιδίως έχει το πεζικό μας. Το βράδυ διανυκτερεύουμε στο σημείο που βρισκόμαστε και το πρωί.
4 ΙΟΥΛΙΟΥ 1921
Οταν σκάζει η μέρα, αρχινά, το πυροβολικό μας πάλι σφοδρό βομβαρδισμό, πολύ δυνατώτερο απο το χθεσινό και περισσότερο αποτελεσματικό, στα υπόλοιπα τουρκικά χαρακώματα. Μεσα σε αυτά και τα συρματοπλέγματα, πέφτουν συστημένες όλες οι οβίδες μας. Δεν χάνεται καμιά. Η άμυνα του εχθρικού πυροβολικού, ανύπαρκτη. Κατα τις δέκα εξορμά το πεζικό μας, με μεγάλη ορμή , και στις δώδεκα, τα ΄δυο οχυρωμένα υψώματα, που λέγονται Ακ – Τεπέ και Κιζίλ – Τεπέ είναι σε ελληνικά χέρια. Όταν σε λίγο περνούμε απο τους τόπους της αμύνης του εχθρού, τους βρίσκουμε γεμάτους απο σκοτωμένους Τούρκους, αξωματικούς και στρατιώτες. Βρίσκουμε και τραυματίες. Φωνάζουν οι δυστυχισμένοι τον αξιωματικό. Κομαντάρ Κομαντάρ. Κανείς δεν τους προσέχει.
Τί απαίσιος που είναι ο πόλεμος. Μέχρι να λύνουν οι άνθρωποι τις διαφορές τους μ’ αυτόν αναμφισβήτητα δεν υπάρχει πολιτισμός.
Καθώς προχωρούμε στο δρόμο , παρουσιάζονται πολλοί Τούρκοι στρατιώτες. Πετουν τον οπλισμό τους σηκώνουν τα χέρια ψηλά και φωνάζουν. “Τσελίμ, Τσελίμ”. “παραδινόμαστε”. Η όψις τους, ειναι ανήσυχη και τρομαγμένη. Ενας στρατιώτης, που ξέρει τουρκικά, του ρωτά και απαντούν.
-Αυτό που μας έκαμε το πυροβολικό σας, ειναι φοβερό, φαίνεται πως καθένας απο σας, κρατά απο ένα κανόνι.
Τα προχωρημένα τμήματά μας, στις τρεις το απόγευμα, είναι μέσα στην Κιουτάχεια. Κατα τις πέντε, περνούμε κι εμείς. Δεν μπαίνουμε μέσα στην πολη . διερχόμαστε απο τη βορεινή παρυφή της, διασταυρώνουμε τη σιδηροδρομική γραμμή και κάνουμε ωριαία στάση.
Απ’εδώ η Κιουτάχεια, φαίνεται ωραία πόλη. Απο ολες της τις μεριές, είναι πεδιάδα και μόνο η νοτιοανατολική της, γειτονεύει απότομο βουνό. Ο κάμπος είναι ευφορώτατος. Τωρα γεμάτος σιτηρά, καπνά, σισάμι, αφιόνι. Τα ποδοπατήματα των στρατιωτικών οχημάτων, εχου καταστρέψει, την εφετινή παραγωγή. Πλάι απο την πόλη ανατολικά της, περνά ο ποταμός Πουρσάκ, παραπόταμος του Σαγγαριού.
Κανέναν πολίτη δεν βλέπουμε. Το μόνο που διακρίνουμε ειναι λευκές σημαίες.
Στρατιώτες του πεζικού πέρασαν μέσα απο την Κιουτάχεια, με πληροφορούν πως δεν εχει τίποτα το εξαιρετικό. Ένας φοιτητής της Θεολογίας, ο Γ.Τ ήταν με το στρατό που μπήκε στην πόλη, και την γύρισε, μου λέει, οτι υπάρχουν δύο εκκλησίες και ελληνικά σχολεία, που φοιτούσαν γύρω στους 300 μαθητές.
Είναι βράδυ. Προχωρούμε ακόμη μισή ώρα και διανυκτερεύουμε δίπλα στον ποταμό.
5 Ιουλίου 1921
Η καταδίωξη των Τούρκων συνεχίζεται και σήμερο όλη μερα. Δεν σταματούν να δώσουν μάχη. Νομίζουμε, πως επιφυλλάσσονται για το Εσκισεχίρ.
Μεχρι τώρα στο πυροβολικό, δεν έχουμε απώλειες. Οι πεζοί έχουν ιδίως τραυματίες απο πολυβόλα και λιανοτούφεκα. Οι Τούρκοι , τουτη τη φορά ειναι πολύ κακοί πυροβολητές. Ουδέποτε μας πλησίασεν η βολή των πυροβόλων των. Εν τω μεταξύ, η ζέστη συνεχίζεται δυνατή.
6 Ιουλίου 1921
Σήμερο αντιστέκονται οι Τούρκοι. Ισως εδώ θα αμυνθούν.
Το Πυροβολικό μας, παίρνει θέσεις, και βάλλει σε εχθρικούς στόχους. Ο βομβαρδισμός αυτός, κράτησε μέχρι το βράδυ. Υστερα, προελαύομε. Μετά ακούονται πυρά πεζικού. Προχωρούμε συνεχώς και χωρίς να εμποδισθούμε, ούτε έχουμε τραυματίες ή σκοτωμένους. Τα μεσάνυχτα εισερχόμαστε στο Εσκεχίρ, το πολυθρύλητο Δρύλαιον. Η πολις αυτή, ειναι στη δεξιά όχθη του ποταμού Πουρσάκ, στη δυτική άκρη, μεγάλου λεκανοπεδίου.
7 ΙΟΥΛΙΟΥ 1921
Ξημερονώμαστε πάνω σε λόφο , ανατολικά της πόλεως. Δεν αναπαυθήκαμε. Αλλά είμαστε ολη τη νύχτα σε ετοιμότητα μάχης.
Το πρωί, καθώς ψάχνουμε στην περιφέρεια , σε ρωγμή βράχου, κοντά μας, ανακαλύπτουμε χιόνι σκεπασμένο με άχυρα. Διατηρείται άριστα και τώρα το Καλοκαίρι.
Οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί, είναι κεφάτοι. Οι επανειλημμένες νίκες, η εύκολη κατάληψη του Εσκισεχίρ, που το θεωρούσαμε, και απο την πείρα του Μάρτη, απόρθητο, τους έχουν ενθουσιάσει. Το κακό ηθικό η κακή ενδυμασία, ο κακός οπλισμός των Τούρκων στρατιωτών, μας δίδουν θάρρος. Παραμύθια όλα περί ανασυντάξεως και αναδιοργάνωσεως των εχθρικών δυνάμεων.
Σήμερο το πρωί προχωρούμε μέσα στο λεκανοπέδιο του Εσκισεχίρ και φθάνουμε στο ανατολικότερο σημείο, στην κορυφή του πλειο ψηλού λόφου εκεί. Μπροστα μας είναι το πεζικό, προς δυσμάς, μέχρι την πόλη του Εσκισεχίρ, κινείται πάρα πολύς δικός μας στρατός, όπως φαίνεται απ’εδώ καθαρά . στην κορυφή του λόφου πιάνουμε θέσεις και διανυκτερεύουμε.
8 Ιουλίου 1921
Το πρωί, Τουρκικά στρατεύματα, έχουν προχωρήσει απο το αριστερό μας και φθάνουν στο ύψος του Εσκισεχίρ. Βορεινά και ανατολικά απο εμάς βλέπουμε κι άλλοι Ιππικό και Πεζούς να κινουνται ακόμη προς το Εσκισεχίρ. Δεν υποπτευόμαστε τίποτε. Υποθέτουμε οτι προκειται για τη δική μας ΧΙΧ Μεραρχία.
Αλλα σε μια στιγμή κατα το απογευματάκι, δίδεται το σύνθημα του συναγερμού και μόνο τοτε καταλαβαίνουμε πως ολα τα στρατεύματα, βορεινά και ανατολικά μας, είναι εχθρικά. Διατάσσεται επίθεσις, αρχίζουνε πυρά απο όπλα και πολυβόλα χειροβομβίδες και πυροβόλα σ’ολα τα σημεία της επαφής μας με τους Τούρκους. Ειμαι στην κορυφή του λόφου, δεν με πιάνουν οι σφαίρες των εχθρικών όπλων και πολυβόλων και παρακολουθώ. Απέναντί μας ακριβώς ειναι Τουρκικό Ιππικό και πάνω του, συγκεντρώνοται τα βλήματα του πυροβολικού μας. Οβίδες εγκαιροφλεγείς και κρουσιφλεγείς, τους έχουν δώσει τόσο πανικό, ωστε δεν ξερουν τί να γίνουν. Γυρίζουν πίσω, τους πιάνουν τα κανόνια. Προχωρούν μπροστά, το ίδιο. Απο αριστερά τους, τα αδιάκοπα πουρα του πεζικού μας και οι επιθέσεις του, με εφ οπλου λογχη, τους εχουν τρελλάνει. Βλέπω, με τη διόπτρα, πολλούς ιππείς, να εγκαταλείπουν τ’αλογά τους και να το βάζουν στα πόδια. Ως φαίνεται αιφνιδιάστηκαν, δεν δοκιμάζουν διολου ν’αντισταθούν, τρέχουν ολοταχώς να σωθούν προς Β.Α δίοδο λεκανοπεδίου, η οποία ομως, εχει επισημανθεί απο μας και βάλλεται καταιγιστικώς. Η διάλυσις, των τουρκικών μονάδων, που ήρθαν να μας κάνουν επίθεση είναι πλήρης. Γεμάτο βρίσκουμε το μέρος της μάχης από πτώματα στρατιωτών και αλόγων του εχθρού, οταν φθάνομεν επί τόπου.
Τα άλλα τουρκικά στρατεύματα τα φτασμένα βορεινά του Εσκισεχίρ, απο το πρωί, υποχωρούν τώρα ραγδαίως, κάτω απο τη φοβερή πίεση των ελληνικό όπλων και πυροβόλων. Καθώς περνούν εντός βολή του πυροβολικού παθαίνουν πανωλεθρία, η φυγή τους ειναι τελείως άτακτη δεν έχουν καμία συνοχή, καμία πειθαρχία.
Οπως είπαν οι αιχμάλωτοι, την επιχείρηση αυτή, έκαμαν οι Τούρκοι με αντικειμενικό σκοπό να κυκλώσουν και να πιάσουν ολο το Γ΄ Σώμα Στρατού.όμως δεν το πέτυχαν. Οι απώλειες τους ειναι οδυνηρές. Τα λάφυρα, όπλα, μεταξύ των οποίων ειναι γαλλικά Λεμπέλ, πολυβόλα, πυροβόλα, δεν μπορούν να μετρηθούν. Επίσης οι αιχμάλωτοι. Απο τους τελευταίους, περνούν κοντά μας, καμιά δεκαριά κι ένας γιατρός. Φαίνεται απο τα διακριτικά. Τους συνοδεύουν τέσσερις δικοί μας, στρατιώτες κι ένας ανθυπολοχαγός. Μόλις τους βλέπει ο διοικητής, τους πλησιάζει, παρακάλεσε τον ανθυπολοχαγό να σταματήσουν, τους χαιρετά δια χειραψίας, καθίζουν χάμω, για δέκα λεπτά, διατάσσει και τους φέρνουν καφέ, τον οποίο πινουν με μεγάλη βουλιμία. Ο γιατρός μιλά γαλλικά, ευχαριστεί και μετά εξακολουθούν το δρόμο τους. σ’ ολους τους αιχμαλώτους και σε μας, έκαμεν άριστη εντύπωση η πολύ ανθρωπιστική χειρονομία του διοικητού.
Φεύγουμε, ακολουθώντας τον υποχωρούντα εχθρό, τον οποίο κυνηγούμε κατά πόδας, χωρίς όμως να τον προλαβαίνουμε, οσο κι αν τρέχουμε. Φτάνουμε, σε ενα χωριό Αλπικιόϊ. Δεξιά απο τούτο το χωριό, πιάνουμε θέσεις και διανυκτερεύουμε. Γίνεται και συσσίτιο και τρώμε ζεστό φαί. Μετα τις μάχες αυτές με επρότεινεν η Μοίρα, μαζί με άλλους, να μας απονεμηθούν ηθικές αμοιβές, τόσο για τις επιχειρήσεις του Μάρτη, οσο και για τουτες. Αντίγραφα απο τις σχετικές ημερήσιες διαταγές, στέλλονται υπηρεσιακώς στις κοινότητες της καταγωγής μας. Βέβαια, αυτα τα πράγματα καθ’ αυτά, δεν εχουν αξία. Σου θυμίζουν ομως μέρες που πέρασες τελείως ξεχωριστές απο όλες τις άλλες της ζωής σου.
Μέρες που καλά ή κακά αντιμετώπισες το θάνατο, τον περιφρόνησες και τελικά τον νίκησες. Για τους αλλους και για την ίδια την Πολιτεία, δεν αξίζουν τίποτε. Ειναι ενα Μακεδονομάχο χωριανό μου, πολέμησε στον εθνικό αγώνα του 1903-1908, του έδωσαν ένα σωρό χαρτιά και διακρίσεις και πέθανε, απο την κακουχία και τη πείνα λησμονημένος απο όλους.
Οι στρατιωτικές νίκες της Κιουτάχειας και του Εσκισεχίρ, έχουν αποφασιστική σημασία για το κύρος του Βασιλέως Κωνσταντίνου, σαν στρατιωτικού ηγέτη.
Σ’αυτον αποδίδονται, τα στρατηγικά σχέδια που εφαρμόστηκαν. Το ηθικό του στρατιώτου, εχει αναπτερωθεί. Με τον Κωνσταντίνο, θα πάμε στη Μέκκα. Ετσι το γράφουν τα χαρτιά και οι προφητείες του Διαρμίση, βγαίνουν. Γρηγορα θα καταστραφεί η Τουρκία. Με τη διαφορά πως Αυτοκράτορας θα στεφθεί ο Κωνσταντίνος στην Αγιά Σοφιά . και οχι ο Αγιος Ιωάννης που λέει αυτός.
10 ΙΟΥΛΙΟΥ 1921
Γυρίζουμε 5-6 χιλιόμετρα πίσω απο το Αλπίκιόϊ, πιάνουμε καλύτερες θέσεις και προσπαθούμε να καθαριστούμε. Οι ιδρώτες, οι πορείες, οι σκόνες, ο καυτερός ήλιος, μας έχουν παραμορφώσει. Ποταμός περνά δίπλα στον καταυλισμό μας, κάθε μέρα πηγαίνουν 10-20 άνδρες υπο αξιωματικόν. Πλύνονται αυτοί και την επομενη πηγαίνουν άλλοι. Δεν μπορώ να μάθω το ονομα τούτου του ποταμού. Τον παρακολουθώ ομως και βλέπω πως πηγαινει προ το Σειντί- Γαζή.
ΛΔ ΤΕΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΙΟΥΤΑΧΕΙΑΣ -ΕΣΚΙΣΕΧΙΡ
15 Ιουλίου 1921
Οι μέρες αντιγράφουν η μια την άλλη. Ενα ερώτημα έχουμε όλοι στο μυαλό μας. Ποια θα ειναι η συνέχεια. Μερικοί, προβλέπουν αποστράτευση, αλλοι, οτι θα μείνουμε εδώ για κάμποσο καιρό. Υπαρχει και υπόνοια πως θα παμε στην Αγκυρα. Ετσι, θα επιβληθεί οριστικά ο Κωνσταντίνος.
Ο επιλοχίας πεταλωτής, που παντρεύτηκε στην Αγια Τριάδα, πολύ επιθυμεί να γυρήσει πίσω στην καλή του. Μια μέρα με ρωτά:
-καλά, παμε στην Αγκυρα. απ’εκεί και μεσα, ειναι άλλη Τουρκία; Του απαντώ.
-πολύ περισσότερη, απο εκείνη που είναι μέχρι την Αγκυρα.
Μαντεύει κακά. Δύσκολα θα κινήσουμε τον Κεμάλ. Πολύ απομακρυνόμεθα απο τις βάσεις μας και αυτό το πράγμα δεν πρέπει να γίνεται επ’ απειρον.
Πραγματικά, όλο το περιβάλλον είναι εχθρικό για μας. Και οι πέτρες. Πολλές φορές, μέσα στην ερημιά που βρισκόμαστε σκέπτομαι τί θελουμε εδώ. Υπάρχει εύκολη απάντησις. Για να ασφαλίσωμε την ελευθερία των αδελφών μας, που ζουν στην εποχή της Συνθήκης των Σεβρών. Αν δεν διαλυθεί ο Κεμάλ, ουτε η περιοχή εκείνη, μπορεί να είναι ασφαλής. Το πότε και πως θα γίνει αυτό, και με τα μέσα που διαθέτουμε έμψυχο υλικό, ημπορούμε να πετύχουμε είναι αλλο θέμα.
18 ΙΟΥΛΙΟΥ 1921
Σήμερο στο Εσκισεχίρ, ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος παρέδωσε σε οπλίτες παράσημα (αριστεία ανδρείας), αργυρά σύμφωνα με προτάσεις που έχει απο Σώματα και Σχηματισμούς.
Αυτές οι ηθικές αμοιβές, είναι για εξαιρετικές πράξεις των τιμωμένων στις μάχες Κιουτάχειας και Εσκισεχίρ. Πάρα πολλοί παραπονούνται οτι αδικήθηκαν.
20 ΙΟΥΛΙΟΥ1921
Έρχεται ένας γνωστός μου σύνδεσμοο απο τη Μεραρχία. Με πληροφορεί πως έφερε διαταγή επιχειρήσεων. Έγινε πολεμικό συμβούλιο στην Κιουτάχεια. Με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο και το αποφάσισε.
21 ΙΟΥΛΙΟΥ 1921
Απο σήμερο αρχίζει η συμπλήρωση των ελλείψεων. Ιματισμός, υπόδυσις, σάγματα, πυρομαχικά , υγειονομικό υλικό.
Το απόγευμα, παραλαμβάνουμε μερικούς άνδρες. Προέρχονται απο το εσωτερικό. Είναι ληξαδειούχοι τραυματίες και άλλοι. Τους ρωτάμε τα νέα. Δεν ξέρουν να μας πουν τίποτα. Περιμένει ο κόσμος να ιδεί τί θα γίνει τώρα, που ο Κωνσταντίνος είναι στο Μέτωπο.
Ενας παλιός στρατιώτης, δικός μας, μου εκμυστηρεύεται πως όπως έμαθε απο ασφαλές μέρος, δεν πρόκειται να ησυχάσουμε, παρα να πάρουμε την Αγκυρα. Σήμερο μας λενε το μυστικό καθαρά. Γρήγορα θα προελάσουμε. Και θα παμε στην Αγκυρα. Θα συνεχίσουμε ..”το έργο μας”.
Θυμούμαστε τις προηγούμενες μάχες, Κιουταχείας και Εσκισεχίρ. Και λέμε. Το ίδιο θα είναι πάλι. Πάλι θα την πάθουν οι Τούρκοι. Δε λείπουν και τ’ αστεία μεταξύ μας.
Ενας στρατιώτης απο τη Ζάκυνθο, μιλεί σε άλλους.
-Εκεί στην Αγκυρα, βρε κακομοίρηδες, είναι θάλασσα. Θα τη δούμε, που ξεχάσαμε τη φάτσα της. Εκει θα φάμε ψάρι, μπαρμπούνι και συναγρίδα. Τα κορίτσια είναι άφθονα και ωραία. Τους άνδρες, τους έχει πάρει οόους στρατιώτες ο Κεμάλ. Θα’ χωμε πέραση εκεί. Και ο Βουρλιώτης (ενας στρατιώτης πολύ άσχημος). Δεκα γκόμενες ο καθένας και θα περιμένουν τη σειρά τους άλλες δέκα.
28 ΙΟΥΛΙΟΥ 1921
Στην πλύση σήμερο οι άνδρες των μεταγωγικών σώματος. Ενας υποδεκανέας υπηρετεί εκεί, Κωνσταντινουπολίτης μάγκας και είναι μαζί τους. Καθώς περιμένουν να στεγνώσουν τα ρούχα τους τά’ χουν βράσει και είναι απλωμένα στον ήλιο, τους μαζεύει γύρω του.
Κύριοι συνάδελφοι. Παρακαλώ. Μετά, σηκώνει το πόδι του και αμολάει κάτι..κακόηχο. Γέλοια ατελείωτα..αυτός εξηγεί.
-Αυτό το είδος, που ακούσατε λέγονται βροντώδεις. Οι επευφημίες γίνονται δυνατότερες.αμολάει αυτός άλλον.
-Το δεύτερο είδος, ειναι αυτό. Ονομάζονται τριζάτοι.
Ακολουθεί τρίτο είδος.. σε ύφος περίλυπον και ο φίλος εξηγεί.
-Το τρίτο είδος, που δείχνει και ο ήχος του, ειναι οι παραπονιάρικοι. Αλλα το σπουδαιότερο είδος, δεν το βλέπεις ούτε το ακούς. Σου βουλώνει τη μύτη αιφνιδίως και υπούλως, παει μέχρι .. το τζιέρι σου. Το ρουφάς μέχρι πάτοι, ωσπου να το νιώσεις και είναι ολο δηλητήριο.
Οι χειρονομίες, οι φωνές, κάνου τόση φασαρία που την ακούει ο επικεφαλής αξιωματικός κι έρχεται. (Ειναι εκείνος ο κορδωμένος με τα γάντια). Ρωτά.
-Τί συμβαίνει.
Ο υποδεκανέας, διατάσσει προσοχή και αναφέρει με σοβαρότητα.
-Λαμβάνω την τιμήν, να σας αναφέρω, κύριε ανθυπολοχαγέ, οτι γίνεται θεωρία περι..πειθαρχίας.
Ολοι οι στρατιώτες κρατούν τις κοιλιές τους και δεν μπορούν να συνέλθουν απο τα χάχανα. Ο αξιωματικός διώχνει τον υποδεκανέα.
-τί θεωρείες και πράσιν’ άλογα κάνεις ρε βλάκα. Να φύγεις απο εδώ και να πας με τα μουλάρια. Εκεί ειναι η θέση σου.
Απομακρύνεται ο γελωτοποιός μετα γυρίζει κοντά στη συγκέντρωση, εχει μαζί του ενα μουλάρι, μονολογέι και του λέει “παλιοπραγμα ολο σε καθαρίζω κι ολο ακάθαρτο εισαι”, εν τω μεταξύ, το περιποιείται.
Ο ανθυπολοχαγός επιμένει να μάθει απο τους άλλους τί έγινε, γιατι τα τόσα γέλια. Τούτη την ώρα ο υποδεκανέας, αφήνει εναν ..βροντώδη και αμέσως δεύτερο, πάντα προσηλωμένος, στο καθαρισμό του μουλαριού.
Εξαγριώνεται ο αξιωματικός.
-βρε δεν ντρέπεστε γαϊδόυρια; ποιος παλιάνθρωπος ήτανε;
Με σοβαρότητα ο υποδεκανέας.
-Τούτο το βρομομούλαρο κύριε ανθυπολοχαγέ. Εχει πάθει, το αφιλότιμο ακράτεια …ουρων.
Οι εκδηλώσεις τώρα γίνονται ασυγκράτητες, ο αξιωματικός φρονεί πως έχει να κάνει με τρελούς και η συνεδρίαση .. διαλύεται.
Το βράδυ, ενας λοχίας απο το Εσκισεχίρ, διηγείται.
-θα παμε στην Αγκυρα . Στο δρόμο θα συναντήσουμε ενα ποτάμι. Το Σαγγάριο. . πρέπει να το περάσει και θελει εφτά γέφυρες. Θα φάμε ολο το Καλοκαίρι, και θα έρθει ο Νοέμβρης να χτίζουμε αυτες τις γέφυρες.
Εκτός απο αυτα, βεβαια φανταστικά , αν και πολλοί στρατιώτες, τα πιστεύουν, πραγματικά, ο Σαγγάριος, ειναι μεγάλος πλωτός ποταμός και κυκλοφορούν φήμες οτι εινα πολύ οχυρωμένος απο τον εχθρό.
ΑΕ) ΣΑΓΓΑΡΙΟΣ
31ΙΟΥΛΙΟΥ 1921
Ειδοποιούμαστε πως το ξεκίνημα για τις επιχειρήσεις, θα γίνει αύριο πρωί, στις τέσσερις. Τελειώνουν τ’αστεία. Ολοι μένουμε σκεπτικοί. Έχουμε μπροστά μας, το άγνωστο. Καθένας λογαριάζει τον εαυτό του “ίσως και να μη γυρίσω απο την νέα τουτη περιπέτεια”. Παντα ομως η ελπίδα υπάρχει και ξανά σκέπτεται “βρε τόσες μπόρες πέρασα, θα την περάσω και τουτη πρώτα ο Θεός”.
Μεσάνυχτα. Η μόνη σκηνή που στέκεται στον καταυλισμό, είναι του διοικητού. Έχει καλέσει μέσα, ολους τους αξιωματικούς. Οι άλλες σκηνές και τα αντίσκηνα εχουν σηκωθεί. Σε λίγο, μαζεύεται η τελευταία και συσκευάζεται. Ξαπλώνει ο διοικητής, ντυμένος, πανω σε τρία κιβώτια πυρομαχικών. Ο ύπνος τον παίρνει στα πεταχτά, οπως ολους μας.
1 Αυγούστου 1921
. Ξεκινούμε στις 4 το πρωι . στις 6 περνούμε απο τις γραμμές μας, μπαίνουμε στο εχθρικό έδαφος και τα πράγματα είναι ήσυχα. Βραδιάζει χωρις καμιά απολύτως επαφή με τον εχθρό. Διανυκτερεύουμε σε μικρή χαράδρα. Μπροστά μας προς Ανατολάς είναι λόφος και ακριβώς πίσω μας, άλλο. Ανθρωπο δεν βλέπουμε πουθενά, ούτε αγροικία, ούτε χωριό.
2 Αυγούστου 1921.
Προχωρούμε, χωρίς να βρούμε εμπόδιο. Οσο προελαύνουμε το τοπίο παρουσιάζεται με πολλούς χωματόλοφους, μικρού εως μετρίου ύψους. Ο ένας διαδέχεται τον άλλο. Δέντρα, ελαχιστα. Αραιοί θάμνοι. Θύμοι καθε είδος μικρής αγκάθας. Χόρτο ξηρό, λόγω του Καλοκαιριού το νερό, δυσκολόβρυτο. Όπου υπάρχει το δείχνου μεγάλες λεύκες και ή κανένας οικισμός. Η χώρα, πολύ αραιά κατοικημένη. Και η καλλιέργεια, ανύπαρκτη.
Σήμερο περνούμε δίπλα απο χωριό κτηνοτροφικό. Λίγο παραπάνω απ’ αυτό συναντούμε κοπάδι, αδέσποτες αίγες. Είναι ωραιότατα ζώα, άσπρα. Απο απόσταση φαίνονται να ειναι πρόβατα. Το μαλλί τους είναι μακρύ και μαλακό, όπως το μετάξι.
Δρόμοι, κυριολεκτικά, ανύπαρκτοι.
Χρησιμοποιούμε για την πορεία μας, στενά δρομάκια, ή στις περισσότερες περιπτώσεις τα χωράφια. Το σκηνικό του τοπου επαναλαμβάνεται συνεχώς, μονότονο και χωρίς μεγάλη διαφορά.
Σιωπή και επιφυλακτικότης, επικρατεί και κανείς δεν ξέρει, τί θα συμβεί. Παντως καλός οιωνός ειναι που περάσαμε μέχρις εδώ χωρίς αντίσταση.
6 Αυγούστου 1921.
Οσο πλησιάζουμε προς το Σαγγάριο, τόσο ανησυχούμε. Μας εχουν παραστήσει, την αντιπέρα όχθη του, την ανατολική, απόρθητη.
Εν τουτοις το βράδυ επιστρέφει ενας έφιππος αγγελιαφόρος και μας πληροφορεί πως έρχεται απο το Σαγγάριο. Οτι, πλησίασαν δικά μας στρατεύματα, πεζικό και μηχανικό κατασκευάζουν τις γέφυρες που θα περάσουμε δύο μάλιστα απ’ αυτες είναι. Απο απόψε ετοιμες. Ακόμα μας λεει οτι οι Τούρκος , δεν φάνηκε και ουτε φαίνεται πουθενά. Ξαφνιαζόμαστε υστερα απο τις πληροφορίες που είχαμε για την οχύρωση του ποτάμου.
8 Αυγουστου 1921.
Το πρωί στις 7 περνούμε ελεύθερα στο Σαγγάριο. Τούτος ειναι μεγάλος ποταμός αδιάβατος χωρίς πλωτό μέσο και τα νερά του ειναι λασπωδικά.
Υπαρχει εδώ διάβασις με γέφυρα συναρμολογημένη απο το μηχανικό μας μαρκύς 10 μέτρων, όση είναι η απόσταση απο μια όχθη, ως την απέναντι του ποταμού, και πλάτους 3 . Για να γίνει η γέφυρα αυτή εχουν τοποθετήσει 6 ειδικές ξύλινες βάρκες, τη μια δίπλα στην άλλη , οι ακρινές αγγγίζουν στις δύο απέναντι όχθες του ποταμού, δηλαδή πιάνουν ολο το πλάτος του.
Επάνω στις βάρκες έχουν στρωθεί, πολύ χοντρές σανίδες. Αυτές βγαίνουν και ακουμπούν στο έδαφος και απο τα δύο άκρα της γέφυρας. Δεξιά και αριστερά στα πλαϊνά προς τον ποταμό άκρα της εχουν καρφωθεί ξύλινα κάγκελα. Ετσι σχηματίζεται στερεά δίοδος, βολική και φαρδυά πάνω της περνούν άνθρωποι και ζώα άφοβα.
Μετα το εντελώς ανεμπόδιστο πέρασμα μας απο το Σαγγάριο, η πορεία συνεχίζεται προς ανατολάς. Ανεβαίνουμε σε υψώματα και τα περνούμε, χωρίς να παρουσιαστεί ο εχθρός, εκτός απο μερικούς Ιππείς, που μας έβαλαν ανεπιτυχώς. Μερικές ριπές πολυβόλου και μετά εξαφανίστηκαν. Φτάνουμε το βράδυ , σε πηγή. Το νερό της παίρνει μεγάλη δεξαμενή. Υδρευόμαστε, ποτίζουμε τα ζώα και διανυκτερευόυμε. Τρώμε συσσίτιο μαγειρεμένο.
9Αυγουστου 1921.
Στις 3 το πρωί συνεχίζουμε την πορεία. Οι βουνόλοφοι, εξακολουθούν να ειναι στην αυτή διαταξη, ο ένας πίσω απο τον άλλο. Χωριά, δεν συναντούμε, δρόμοι δεν υπάρχουν καθόλου.
Το μεσημέρι, αφήνουμε δεξιά μας, ενα έρημο χωριουδάκι. Οι κάτοικοι του υδρέυουνται απο βρόχινο νερό .διατηρούν, τελείως ακάθαρτη δεξαμενή και τολμούμε να χρησιμοποιήσουμε το νερό της.
Εξω απο τα σπίτια τους, έχουν σκάψει λάκους στο έδαφος και τους εχουν σκεπάσει με χώμα. Ανοίγουμε μερικούς απο περιέργεια. Περιέχουν σιτηρά . Εξυπνος τρόπος διαφυλάξεως του προϊοντος, για κάθε περίπτωση ακόμη και εμπρησμού.
11 Αυγούστου 1921.
Καθώς προχωρούμε προσεκτικά, δεχόμαστε το πρωί εύστοχα πυρά εχθρικού πυροβολικού. Το δικό μας πιάνει θέσεις βολής και απαντά. Μετα εξορμά το το πεζίκό με εφ’ όπλου λόγχη. Και ο αγώνας συνεχίζεται σφοδρότατος.
Το μεσημέρι η μάχη μαίνεται, και ειναι αμφίβολη η έκβασις της.
Τα κανόνια μας, τελειώνουν τι οβίδες τους και ανεφοδιαζονται συνεχώς. Σε μια στιγμή, η βολή του πυροβολικού μας, βραχύνεται ύστερα απο εχθρική επίθεση σημείο υποχωρήσεως των δυνάμεών μας. Εν τ τω μεταξύ οι βολές μας γίνονται σφοδρότερες, υποστηρίζουν αποτελεσματικά το πεζικό που αντεπιτίθεται και ανατρέπει τον εχθρό. Οι Τουρκοι υποχωρούν.
Βρισκόμαστε δεξιά απο ακατοίκητο χωριό, που λέγεται Γλιτζά. Στο απέναντι βουνό, ο εχθρός έχει δυνατή οχύρωση, και την υποστηρίζει με πείσμα .
12 Αυγούστου 1921.
Η Μάχη εξακολουθεί, όπως και χθες. ΄Αϋπνοι και οι φαντάροι αντιμετωπίζουν λυσσώδεις επιθέσεις του εχθρού. Τις αποκρούουν, τη μια μετά την άλλη, γίνεται ομως μεγάλη αιματουχυσία. Συνεχως περνούν για τα μετόπισθεν, τραυματίες και σκοτωμένοι. Τουτη η αντίσταση του δεν ξαναγίνηκε. Μόνο τον περασμένο Μάρτη, στο Τσεπνί.
13 Αυγούστου 1921
Προχωρούμε με μεγάλη δυσκολία. Οι θέσεις που καταλαβαίνουμε είναι οχυρωμένες. Αριστερά μας φαίνεται ένα χωριό δεν ξέρω πώς λέγεται. Η μάχη είναι συνεχής, μερα και νύχτα, γίνεται με ολα τα μέσα και πάντα σε μεγάλη ένταση. Οι ψυχές μας, είναι σε απέραντη αγωνία. Λιγα και σύντομα λόγια λέμε μεταξύ μας. Διαδίδεται, πως οι Τούρκοι τώρα, χρησιμοποιούν πολεμικό υλικό παραχωρημένο σ’ αυτούς απο τους πρώην συμμάχους μας και αυτός ειναι ο λόγος που δυσκολευόμαστε τόσο. Δεν πιστεύουμε στη διάδοση αλλα η κατάστασης δεν ειναι είναι καθόλου ευχάριστη. Η περιοχή λεγεται Σαπαντζά .
14 Αυγούστου 1921.
Πολλοί αντιβενιζελικοί στην απελπισία τους, λένε πως καλύτερα ήταν να μην έσωνε να έλθει ο Κωνσταντίνος. Ο πόλεμος γινεται για ν’αναγνωρισθεί αυτός απο τις Δυνάμεις οι οποίες εξ αιτίας τους, εστράφησαν εναντίον μας.
Η μάχη αξακολουθει φοβερή και καταστρεπτική. Δεν προχωρόυμε καθόλου ή βαδίζουμε βήμα προς βήμα.
15 Αυγουστου 1921
Κοίμησης της Θεοτόκου. Μέρα μεγάλης τραγωδίας για μας. Οι φαντάροι, παρακαλούν “βοήθησέ μας Παναγία μου”. ΄Εχουμε μεγάλες απώλειες απ τις επιθέσεις του εχθρού και τις δικές μας αντεπιθέσεις.
Εφόδια και τρόφιμα σχεδόν δε μας έρχονται. Τα μεταφορικά μέσα του Στρατού μας, δεν προλαβαίνουν να κουβαλούν πυρομαχικά. Οι Ελλείψεις της τροφής για τους στρατιώτες και τα ζώα, ειναι πολύ αισθητή. Και κείνο το νερό, αχ το νεράκι του Θεού. Με τις ζεστες και με τη φλόγα τουτου του πολέμου, δεν εέουμε ουτε σταγόνα. Οι γλώσσες μας και οι γλωσσες των ζώων εχουν κολλήσει απο τη δίψα. Το απόγευμα, μας έρχεται λίγο ψωμί άχρηστο .Μεσα ειναι μαύρη λάσπη,. Τρώμε την πέτσα αλλα πάμε να τρελαθούμε χωρίς νερό. Αρχιζουμε να αμφιβάλλουμε αν με τις συνθήκες αυτές, θα μπορεσόυμε να νικήσουμε.
Το βραδυ μας φέρνουν λίγο νερό, ελάχιστο, μόλις υγραίνουμε τη γλώσσα μας. Ο στρατός μας υποφέρει τόσο, δεν ξέρει ποιος του φταίει. Θυμάται τους παλαιούς αρχηγούς του, όπως ήταν ο Παρασκευόπουλος, ο Νίδερ, ο Αλ. Μαζ. Και τόσοι άλλοι. Αυτοί είχαν την πείρα του παγκοσμίου πολέμου. Τούτοι που ήλθαν τώρα, ημπορεί να είναι πατριώτες αλλα λείπουν πολλά χρόνια απο το στρατό και δεν έλαβαν μέρος σε σύγχρονο πόλεμο.
Αυτές οι στιγμιαίες σκέψεις περνούν απο το μυαλό μας. Η σκληρή μάχη δε μα αφήνει περιθώριο να σκεφθούμε περισσότερο. Ολη μερα, οι ομοβροντίες του εχθρικού μας πυροβολικού του δικού μας, οι επιθέσεις και οι αντεπιθέσεις, ειναι χωρίς τελειωμό. Δεν διεξάγεται μάχη,αλλα γιγαντομαχία. Οταν διακόπτεται καμιά φορά η βολή του εχθρικού πυροβολικού, ουτε αυτοί φαίνεται να έχουν καλό ανεφοδιασμό, οι Πεζοι μας επωφελούνται της ευκαιρίας, να προχωρήσουν μερικά μέτρα ή να κάμουν ταχύσκαπτα να βάλουν τις κεφαλές τους.
16 Αυγούστου 1921
Το χωριό Σαχλιτάζ, ειναι δεξιά μας. Αριστερά απο το χωριό τουτο, είναι τα τουρκικά οχυρώματα και μπροστα απο αυτά διεξάγεται η σκληρή μάχη. Απο χθες είμαστε καθηλωμένοι στις θέσεις μας. Ξαφνικά, πέφτουν πίσω μας μερικά βλήματα πυροβολικού του εχθρού, κρουσιφλεγή. Ευτυχώς ολοι οι άνδρες, βρίσκονται σε απυρόβλητο και δεν παθαίνουν τίποτα. Την πληρώνουν όμως τα μουλάρια. Ο καημένος ο Ζαχάρης ενα άλογο με το χρώμα της φωτιάς, πολύ χαριτωμένο και παιχνιδιάρικο, είναι μέσα στην έκρηξη της οβίδας. Παίρνει μερικά επιπόλαια τράυματα. Αλλα εαν βλήμα, που κόβει απο το γόνατο το μπροστινό του πόδι που ακόμη συγκρατείται κρεμασμένο στη μια μεριά, με λωρίδα δέρματος. Το πόνεσε η ψυχή μας, ετσι όπως το βλέπουμε να υποφέρει. Προσπαθεί να κρατήσει την ισορροπία του, ο πονο , η αγωνία και η επίκληση βοήθειας εκφράζονται στα τρομαγμένα του μάτια. Τελικά πέφτει στο έδαφος. Για να τελειώνει το μαρτύριό του το σκοτώνουμε.
17 Αυγούστου 1921
Προχωρούμε σήμερο ύστερα απο φοβερή μαχη και τρομαχτικές απώλειες. Ως τώρα εχουν τεθεί εκτός μάχης παρα πολλοί αξιωματικοί. Τραυματίες και αγνοούμενοι, μεγάλος αριθμός, ιδίως πεζοί. Κατα τις δεκα το πρωί μέσα στη μάχη, κάποιος αξιωματικός πιάνει ενα άλογο το καβαλαει και καλπάζει προς τα πίσω, του φωνάζουμε να σταματήσει γιατι θα τον κάμουν στόχο οι Τούρκοι και θα προδώσει κι εμάς αλλα αυτός δεν ακούει. Τρέχει χωρις να ξέρει γιατι ουτε που πηγαίνει. του’ στριψε του φουκαρά. Τον πιάσανε στην Συζυγαρχία και απ’ εκεί δεν γνωρίζω τί απέγινε.
18 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1921
Το μέρος που βρισκόμαστε σήμερο, λέγεται Σαχλιτζί. Έχουμε προχωρήσει, όμως , παλι γινεται μάχη σκληρή. Συναντούμε νέα αλλεπάλληλη, οχύρωση των Τούρκων. ΄Εχουμε έλλειψη στα πυρομαχικά και τούτο ειναι κάτι , που αποκαρδιώνει το μαχόμενο. Για φαί δεν μπορεί να γενεό λόγος. Δεν φάγαμε, απο τις 8 του Αυγούστου. Τρώμε καμιά γαλέτα και καμια σαρδέλα του κουτιού. Αλλα και αυτα με μέτρο. Οι άνδρες είναι αξύριστοι, κακόκεφοι, αδύνατοι και αδημονούν. Να δοθεί ενα τέλος. Εχουν κουραστεί απο τις μάχες τους κόπου τις αγωνίες, τις αυπνίες, τους φόβους. Και ο εχθρός οχι μόνο αντέχει στις επιθέσεις οτυ στρατού μας, αλλά κάνει λυσσαλέες και επίμονες αντεπιθέσεις. Καθε στιγμή που περνά, ειναι φρικώδης. Χάνονται πολλές -πάρα πολλές ανθρώπινες υπάρξεις, ακρωτηριάζονται άνθρωποι, απορφανίζονται οικογένειες.
Προχωρούμε, περνούμε ενα μικρό λεκανοπέδιο γεμάτο σκοτωμένους και τραυματίες δικούς μας και Τούρκους. Πολλοί φωνάζουν.
Γινεται ηρωική προσπάθεια, περισυλλογής των τραυματιών. Οι τραυματιοφορείς, τους παίρνουν, όπως μπορέσουν. Στα φορεία, στα μουλάρια, στη πλάτη τους.
Το βράδυ βρισκόμαστε αριστερά απο ένα χωριό. Λέγεται Σίβρι. Νοτικά του, είναι βουνό με βράχους ανώμαλο πολύ. Η κορυφή του, εναι ίδια, τραπεζοειδής. Το βουνό αυτό ειναι ωχυρωμένο και αποτελεί την αρχή ενός μεγαλύτερου ακομα νοτικότερα βουνού που λέγεται Τσαλ νταγ.
Οσο προχωρούμε ειναι θολωμένο το μυαλό μου, αλλα προσέχω τις αίγες που συναντούμε. Ειναι πιο ωραίες απο τις προηγούμενες, έχουν μακριά μετάξινα μαλλιά και όλες ειναι λευκές και χαριτωμένες. Τα καημένα τα ζώα, είναι τρομαγμένα απο τις εκρήξεις, τις φωνές του ασυνήθιστούς, για τ’ αυτιά τους θορύβους και τρέχουν σαν τρελλά.
19,20 Αυγούστου 1921.
Προχωρούμε με βήμα σημειωτόν. Λίγο αριστερά μας βλέπουμε δέντρα. Με προφύλαξη πηγαίνουν μέχρις εκεί οι ιππείς. Είναι Λεύκες. Κάτω απο τη σκιά τους. Υπαρχει μεγάλη πηγή κατακάθαρου νερού, που τρέχοντας, σχηματίζει ποταμάκι. Τα ζωα νιώθουν δεν μπορει να τα συγκρατήσει καμια δύναμις, παρα λίγο να μας σκοτώσουν μέχρι να πλησιάσουν να πιουν. Φοβόμαστε μήπως το έχουν επισημάνει οι Τουρκοι και μας καταστρέψουν με το πυροβολικό τους. Ευτυχώς δε συμβαίνει τίποτε τέτοιο. Πίνουν τα κτήνη νερό, πίνουμε κι εμείς και χορταίνουν, που κοντεύαμε να πωθάνομεν απο τη στέρησί του.
Προελαύνουμε καμιά οκτακοσαριά μέτρα. Η ανατολή φλέγεται. Το πυροβολικό του εχθρού είναι σε μεγάλη δραστηριότητα. Έχει τρελάνει το πεζικό που βαδίζει μπροστά μας. Σκοτωμένοι, τραυματίες, ακρωτηριασμένοι, πολλοί δυστυχισμένοι, φαντάροι μας. Δεν χάνουν όμως το θάρρος των. Προχωρούν όσοι μένουν σε μια στιγμή, πέφτουν τρείς κρουσιφλεγείς οβίδες μπροστά μας. Μας κάνουν φθορά. Είμαστε σε θέσεις μάχης. Το πεζικό αναπτύσσεται και κάνει επίθεση, το ενισχύει το πυροβολικό, αλλά ακινητεί. Βαρούν οι σάλπιγγες “προχωρείτε -προχωρείτε”. Δε γίνεται. Τελικά με μια απερίγραπτη, φονική προσπάθεια καταλαβαίνουμε το ωχυρομένο ύψωμα που κρατούσαν οι Τούρκοι, διανυκτερευουμε επάνω του, ανάμεσα σε αμέτρητα πτώματα.
22 Αυγούστου 1921.
Πρωί-πρωί, βλέπουμε δύο φαντάρους του πεζικού να έχουν στη μέση, ένα Τούρκο πολίτη, να τον σπρώχνουν και να τον κτυπούν. Αυτός φωνάζει και ζητά βοήθεια. Ο διοικητής μας, βλέπει τη σκηνή, καλεί τους φαντάρους και τους εξετάζει . αυτοί λένε πως καθώς περνούσαν απο ενα χωριό, του πολυβολούσε τούτος, μέσα απο σπίτι. Στη ερώτηση “ποιο χωριό”; Αυτο τα χάνουν, τα στρίβουν και ισχυρίζονται αλλα. Τον επιασαν τάχα να κάνει κατασκοπία. Ο διοικητής καταλαβαίνει. Είναι σκαστοί απο την πρώτη γραμμή, βρήκαν τον Τούρκο, ποιος ξέρει που να δικαιολογηθούν. Τους διατάσσει να γυρίσουν στο Σώμα τους και μαζί με τον Τούρκο και τους στέλνει στην έδρα της Μεραρχίας. Είναι δίπλα μας. Οταν γυρισαν οι συνοδοί τους, μας πληροφορούν ότι η Μεραρχία, κράτησε και τους τρεις.
Μικρό το επισόδειο στη μεγάλη περίσταση που περνούμε , αλλα χαρακτηριστικό, της νοοτροπίας ενός μέρους στρατιωτών, που θέλει με κάθε τρόπο να φύγει εστω για λίγο απο τα σημεία επαφής με τον εχθρό.
28 Αυγούστου 1921.
Είμαστε βορεινά απο το βουνό Τσαλ Οντάγ, ύστερ’ απο μεάλη ταλαιπωρία, πείνα, δίψα, αγωνία, πολύνεκρες μάχες, ατελείωτες πορείες των προηγούμενων ημερών. Και ενώ πιστεύουμε πως ο εχθρός πρέπει να έχει νικηθεί ή τουλάχιστον να έχει τρομακτικές απώλειες, ομως δεν μας αφήνει να ηρεμήσουμε. Μας επιτείθεται και ο στρατός μας κανει αντεπιθέσεις. Πρόχειρα, οχυρώνουμε τις θέσεις που πιάνουμε, να μην είμαστε τελείως εκτεθειμένοι. Εν τουτοις μερα και νύχτα είμαστε στη φωτιά. Μας κάνουν οι Τούρκοι, πολύ επίμονη επίση, με αφάνταστη ορμή και με ολα τα μέσα. Οι βολές πυροβολικού τους ειναι φονικώτατες, και δεκατίζουν , το πεζικό μας. Και μόνο , επειδή τουτο αποτελείται απο υπερανθρώπους με τη βοήθεια του Θεού και του πυροβολικού μας, στέκεται ακλώνητο και υπερήφανο και αντιμετωπίζει την κόλαση.
Οι σωλήνες των πυροβόλων μας, πολλές φορές κοκκινίζουν απο τις επανειλλημένες εκπυρσοκροτήσεις. Δεν αισθάνονται οι άνδρες, πείνα, δίψα, ή την αφόρητη ζέστη. Καταλαβαίνουν μόνο το καθήκον τους, να μην ντροπιάσουν την Ελλάδα. Και αντιμετωπίζουν με πίστη σ’αυτη αποφασιστικά τον Αρμαγεδδώνα.
Ολες τις τελευταίες ημέρες επικρατεί η παραπάνω κατάσταση. Ομως απόψε διαπιστώνεται πως έχουμε ανυπολόγιστες απώλειες. Γίνονται μεγάλες προσπάθειες ανεφοδιασμού τη νύχτα, ενώ η μάχη μας εξακολουθεί .
29 Αυγούστου 1921
Η αυγή μας βρίσκει, πάλι τελείως άυπνους. Παραπατούν οι άνδρες, απο τον πρωτάκουστο κάματο. Τα μάτια τους, είναι κόκκινα και η όψη τους φοβερή. ΄Ομως παλεύουν και σήμερα, με τον ίδιο θάρρος τις αμέτρητες τις αλεπάλληλες, Τουρκικές επιθέσεις. Γίνεται μεσημέρι, χωρίς ανάπαυλα την ώρα δεν ημπορώ να προσδιορίσω ακριβώς. Και ομως είμαστε καθηλωμένοι στις θέσεις μας πέφτει κοντά μας, μια οβίδα βαρέος πυροβόλου. Η δεύτερη πλησιάζει πιο κοντά και ο θόρυβος τρίτης που έρχεται σε συνέχεια, φανερώνει πως θα πέσει, δίπλα ή επάνω μας. Δεν προλαβαίνουμε να μετακινηθούμε. Πέφτουμε πρηνείς. Δεν ακούω τον κρότο της εκρήξεως της οβίδας ούτε βλέπω τί συμβαίνει με την πτώση της.
ΛΣΤ) ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ
Οταν καταλαβαίνω τον εαυτό μου, είμαι μέσα σε φορείο, μεταφέρομαι απο τέσσερις στρατιώτες, γεμάτος αίματα. Με πάνε σε πρόχειρο χειρουργείο. Έκει με αφήνουν μέσα σε πολλούς άλλους. Το βράδυ, παραμένω ακόμη στο ίδιο μέρος. Έρχονται νοσοκόμοι και ενας γιατρός, με γυρίζουν με την πλάτη προς πάνω με καθαρίζουν και με επιδένουν. Πονώ φοβερα, μου’ ρχεται να φωνάζω κι έν τω μεταξύ κρυώνω. Η νύχτα παντα, ειναι ψυχρή, οι πόνοι, με κάνουν να ριγώ. Μόλις τελειώνει ο γιατρός, λέει σ’ ένα λοχία:
- Και τουτος.
Δεν ξέρω τί σημαίνει αυτό, αλλά σε λίγο με δένουν σε φορείο, με την πλάτη προς τα πάνω, με σηκώνουν στους ώμους των τραυματιοφορείς, με οδηγούν , στο άγνωστο. Φαίνεται πως κοιμήθηκα, ή λιποθύμησα γιατι δεν κατάλαβα κατα πιο τρόπο το πρωί στις 30-8-1921, βρίσκομαι σε κωνική σκηνή, στο ίδιο φορείο.Ολη τη μερα δε με είδε κανείς ούτε με ρώτησε.
1 Σεπτεμβρίου 1921. Σήμερο με αλλάζουν και με καθαρίζουν.Δε μου δίνουν φαί. Αλλα και δεν πινώ. Υποφέρω απο δίψα και εξάντληση. Με επισκέπτουνται δυο γιατροί οι οποίοι με εξετάζουν χωρίς να μιλήσουν.
Το ευτύχημα είναι πως δε φοβούμαι. Βλέπω άλλους, σε χειρότερη κατάσταση, είναι ακρωτηριασμένοι ή ετοιμοθάνατοι και πολλοί πεθαίνουν. Μένω στο ίδιο μέρος μεχρι την 5 Σεπτεμβρίου., κατω απο τις ίδιες συνθήκες. Τις δύο τελευταίες μέρες μου δίδουν τσάι το πρωί, κρέας και το μεσημέρι και το βράδυ κρεατόζουμο.
6 Σεπτεμβρίου 1921.
Απ’εδώ φεύγουμε τη νύκτα με αυτοκίνητο νοσοκομειακό και η αυγή της 7 Σεπτεμβρίου με βρίσκει σε θάλαμο του νοσοκομείου Εσκισεχίρ. Μας λενε πως τουτο το νοσοκομείο είναι σχολείο ελληνικό. Ευρύχωρο με μεγάλα παράθυρα αλλά είμαστε σε συνωστισμό και κάθε στιγμή φέρνουν κι άλλους, τόσο που το κτίριο , ο περίβολος και οι ταράτσες ειναι πλήρης. Πρέπει να παινεθεί εδώ η εθελοθυσία των γιατρών και των νοσοκομείο και η αφοσίωση τους στο καθήκον. Αμφιβάλλω, αν κοιμούνται καθόλου, ολο το εικοσιτετράωρο.
Ειμαι σε θάλαμο σοβαρώς τραυματισμένων. Μερικών τα πόδια κινδυνεύουν, αλλων τα χέρια θ’ακροτηριασθούν. Οταν κανένας αρχίζει, το “ρόγχο του θανάτου” τον πέρνουν στο νεκροθάλαμο. Μάλιστα χθες πήραν ένα παιδί, Κοντάκος λέγεται, πώς πέθανε και το απόγευμα τον φέρανε ζωντανεμένο. Αν αυτό του συνέβαινε αλλού και όχι σε νοσοκομείο, πάω στη βιάση, μπορεί και να τον πέτρωναν ζωντανό.
Μένω εδώ, μέχρι το πρωί τις 14 Σεπτεμβρίου. Καθημερινά, μας περιποιούνται, μας αλλάζουν τα τραύματα και προσπαθούν, με τις δυνατότητες που διαθέτουν, να μας ανακουφίσουν. Ρωτώ ενα γιατρό “τί τραύματα εχω;” μου λέει “δεν ξέρω καλα. Ίσως έχεις κάταγμα, στη σπονδυλική στήλη”.
Τελευταία, κυκλοφορεί τραγούδι για το Σαγγάριο, σε λυπητερό σκοπό. Οι πιο ελαφρά τραυματισμένοι το τραγουδούν.
Σαγγάριε, Σαγγάριε, βρε συρματοπλεγμένε έκαψες μάνες και παιδιά, αναθεματισμένε Σαγγάριε, Σαγγάριε, θέλω να σε ρωτήσω Γιατί τα φανταράκια μας, τα γύρισες οπίσω. Χιλιάδες εχαθήκανε χιλάδες σκοτωθήκαν χιλιάδες επεθάνανε κι άλλοι ‘χμαλωτισθήκαν. Αλλάχ, φωνάξαν τα σκυλια, Θεέ μου οι φαντάροι Τ’ ειναι το κακο που παθαμε, μ’εσ’ απο το Σαγγάρι. Πολλές μανάδες κλάψανε, κλάψε κι εσύ δική μου Στη λάσπη του Σαγγάριου, βρίσκεται το κορμί μου.
14 Σεπτεμβρίου 1921
Εορτή του τιμίου Σταυρού.
Σιδηροδρομικός σταθμός Εσκισεχίρ.
Στο υπόστεγο του σταθμού και εξω απο αυτό πεντακόσιοι ασθενείς και τραυματίες των μαχών του Σαγγαριού περιμένουν την αμαξοστοιχία, να τους μεταφέρει.΄Αλλοι σε φορεία, αλλοι στο έδαφος, άλλοι φωνάζουν, άλλοι σωπαίνουν, ολοι δυστυχισμένοι. Τους τραυματίες, περιποιούνται, 2-3 στρατιώτες νοσοκόμοι. Μέχρι τώρα έχουν πρόχειρες επιδέσεις που του έκαναν σε πρόχειρα χειρουργεία ή στο νοσοκομείο το στρατιωτικό της πόλεως. Η επόμενη θεραπεία, θα τους γίνει στο νοσοκομείο της Προύσα. Για όσους, εκει δεν υπάρχουν μέσα, θα θεραπευθούν στο εσωτερικό.
Ξαφνικά, παρουσιάζεται μια κυρία, με στολή νοσοκόμας.΄Εχει στα χέρια δέματα και στο στήθος διάσημα παρασήμων. Την ακολουθούν κοπέλες και κυρίες. Αυτές κρατούν διάφορα πράγματα, ειναι η “ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΟΥ” , Η Αννα Παπαδοπούλου, αδελφή του Παύλου Μελά, που έχει αφιερώσει τη ζωή της στην εξυπηρέτηση του Στρατιώτη. ΄Ολοι άρρωστοι και τραυματίες τη γνωρίζουν και της φωνάζουν.
-Μάνα, Μάνα!
Η “Μάνα” τρέχει πρόθυμη σε όλους. Μοιράζει σοκολάτες, ,μπισκότα, λουκούμια, μαντηλάκια, πουκάμισα, επιδέσμους, ακόμη και κορδόνια για τις αρβύλες. Και μαζί με αυτά λόγια αγάπης, συμπόνιας και παρηγοριά.
Σε μια στιγμή, ετσι που είμαι μπρούμητα έρχεται κοντά μου και μου λέει “τί κανεις στρατιωτάκι. Υποφέρεις παιδί μου”; της απαντώ “ναι”.
-Απο πού είσαι;
-Κρητικός
- Και τί θέλεις;
Δεν ήθελα τίποτα. Απο τα πάντα είχα ανάγκη . αλλα για τούτη τη στιγμή , τα γεμάτα ανθρωπιά, φιλαλληλία και τρυφεράδα λόγια της , με φτάνουν.
Δίπλα μου, είναι ένας άλλος φαντάρος. Το ελαφρό αεράκι κουνά, το ξανθό μαλλί. Το σκουντά. Δεν απαντά. Του λέει “τί κάνεις παιδί μου”;
Μένει ακίνητος να μιλήσει ή να του μιλήσουν, μακριά απο το σπίτι του και τους δικούς του. Και η μάνα του που θα τον περιμένει;
Μερικοί φωνάζουν, “νερό – νερό”. Υστερα απο ώρες αναμονής, έρχεται ένα βυτίο. Ασήμαντη ποσότητα, σε τόσους ανθρώπους. Παιρνουν τα παγουρια μας, βάζουν λίγο στον καθένα και μας τα γυρίζουν. Δεν κάνει, ανακουφηση. Πολλοί δεν πήραν καθόλου. Και πάλι φωνάζουν “νερό- νερό”.
Φαίνεται,πως σ’αυτο το σημείο, κοιμήθηκα. Οταν ξυπνώ, βρίσκομαι σε νοσοκομειακό βαγόνι εν κινήσει. Ρωτώ τον διπλανό μου “πού πάμε”; δεν γνωρίζει.
Ταξιδεύομεν ολη τη νύχτα. Πρωί, αντικρύζουμε τα στενά του Καράκιοϊ. Εδώ οι βράχοι και το βουνό είναι κατάμαυρα. Το τραίνο περνά δίπλα, απο ανοιγμένους τάφους. Ανήκουν σε ΄Ελληνες στρατιώτες,όπως μας λέει, ένας νοσοκόμος, που , σκοτώθηκαν εδώ σε μάχη, τους έθαψαν επι τόπου οι δικό μας, οι Τούρκοι τους ξέθαψαν μια νύχτα και τους πέταξαν, στα σκυλιά και τα όρνεα, της περιοχής.
Λ Ζ) ΚΑΡΑΚΙΟΪ
Ανώμαλος ο δρόμος μας. Μακρυνό και κουραστικό το ταξίδι μας.
15 Σεπτεμβρίου 1921.
Στις 8 φτάνουμε στο στρατιωτικό νοσοκομείο.
Μας κατεβάζουνε και μας τοποθετούν, σε σκηνές μεγάλες. Το νοσοκομείο είναι “εκστρατείας”, έχει όμως αρκετά εφόδια. Εξω απο μια σκηνή και πάνω στη είσοδο της, υπαρχει τεράστια επιγραφή”ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΝ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΝ ΚΑΡΑΚΙΟΪ”. Ερυθροί Σταυροί είναι ζωγραφισμένοι στις πλευρές των σκηνών και στις οροφές των, να διακρίνεται καλα και απο τα αεροπλάνα, το νοσοκομείο.
Βασιλεύει τάξις. Πρώτα, φροντίζουν να μας καθαρίσουν. Μέρες, έχουμε να πλυθούμε και ν’ αλλάξουμε. Τούτο όμως κάνουν αμέσως, περιποιούνται και τα τραύματα μας. Μας δίδουν καθαρό φαί, σε πολλούς κάνουν ενέσεις. ΄Αλλους βάζουν στο χειρουργείο. Όλοι γιατροί και νοσοκόμοι, τρέχουν συνεχώς και παρά το ότι είναι κρύο, ιδρώτας τρέχει από τα πρόσωπά τους. Οι πολλοί νοσοκόμοι, είναι φοιτητές ιατρικής, στρατευμένοι. Με πράξεις αρετής και εθελοθυσίας αρχίζουν το επάγγελμά τους.
Τη σειρά μου περιποιείται, φοιτητής λοχίας νοσοκόμος, απο χωριό της Φλωρίνης το Πάτελε, Βουλγαρόφωνος, Τάσκο (Αναστάση) τον ονομάζουν. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την καλοσύνη του και την αγάπη του που δείχνει σε ολους μας και ιδιαίτερα σε μένα.
18 Σεπτεμβρίου 1921
Όλες οι μέρες περνούν οπως γράφω παραπάνω. Ανάπαυση, θεραπεία και περιποίηση.
Αποψε, κατα τις 9 το βράδυ, ακουγονται κοντα μας, στην αρχή, λίγοι πυροβολισμοί. Μετά γίνονται περισσότεροι. Μας καθησυχάζουν. Τη φρούρηση του νοσοκομείου, εχει αναλάβει λόχος πεζικού. Εν τω μεταξύ ομως νοσοκόμοι και γιατροί οπλίζονται και φεύγουν. Εμείς υποπτευόμαστε επιδρομή απο άτακτους και ζητούμε να μας δώσουν όπλα. Θα πολεμήσωμεν, απο τα κρεβάτια μας και θα σκοτωθούμε, καλύτερα παρά να μας πιάσουν οι άνανδροι , οι κατάπτυστοι που καταδέχονται να κάνουν επίθεση σε νοσοκομείο.
Οι παλιάνθρωποι αυτοί, θα μας σφάξουν κι ας είμαστε ανίκανοι να κινηθούμε. Ακούμε ομοβροντίες απο όπλα. Προφανώς γίνεται μάχη.
Κατα τα μεσάνυχτα, γυρίζει το προσωπικό, μας λένε, για να μη φοβηθούμε, πως ήταν τίποτε. Μια παρεξήγησις είχε συμβει.
Η αλήθεια ειναι πως Τσέτες αποπειράθηκαν να μας κάψουν ζωντανούς, αλλά η άμυνα του νοσοκομείου τους εξουδετέρωσε.
19 Σεπτεμβρίου 1921
Το πρωί με παίρνουν στο χειρουργείο. Με εξετάζουν πολλές ώρες. Υστερα, μου φέρνουν στη μύτη ένα βαμβάκι βρεγμένο. Μ’ αυτό έχασα τις αισθήσεις μου και δε γνωρίζω τί μου έκαμαν. Τώρα βρίσκομαι στο κρεβάτι μου.
Απο το Εσκισεχιρ μεχρι τώρα, έχω χαμένο αίσθημα του χρόνου.
Δεν καταλαβαίνω πόσες μέρες μένω και από πότε ήλθα. Θα είχα μεγάλο πυρετό, θα ήμουν ζαλισμένος και εξακολουθώ να είμαι στην ίδια κατάσταση.
22 Σεπτεμβρίου 1921
Από το Καράκιοϊ με μεταφέρουν με αυτοκίνητο, μαζί με πολλούς άλλους, στο νοσοκομείο της Προύσας, όπου βρίσκομαι σήμερο.
Θυμούμαι πως ο Τάσκο, με συνόδευσε μέχρις εδώ. Και μάλιστα έκανα εμετό και αυτός κρατούσε το κεφάλι μου. Δε θυμούμαι τίποτε άλλο. Ούτε τον ξαναείδα.
ΛΗ) ΜΟΥΔΑΝΙΑ
Καποια μέρα φεύγουμε με νοσοκομειακά αυτοκίνητα. Πάμε στα Μουδανιά. Μας επιβιβάζουν σε βαπόρι. Τοποθετούμεθα, στο κατάστρωμα, σε υπόστεγα, στις θέσεις του πλοίου. Συνοδοί μας, ελάχιστοι 1-2 στρατιώτες νοσοκόμοι. Ξεκινά το βαπόρι απο τα Μουδανιά, βγαίνει στην Προποντίδα, ύστερα περνά τα Δαρδανέλλια, φαίνονται τα Στενά, η Σηστός και Αβυδος. Στη θάλασσα της Τενέδου, το ταξίδι μας γίνεται με μεγάλη τρικυμία. Υποφέρουμε απο ναυτία, καταβρέχουμε ο ένας τον άλλο, κανείς δεν υπάρχει να μας βοηθήσει. ΄Εχω στο σακίδιο μου γαλέτα και ρέγγες. Και να το σκέπτομαι μου κάνει κακο. Ενας που κάνει το γιατρό, με πλησιάζει και μου λέει “κακομοίρη, δεν τρως τίποτα; θα πεθάνεις”. Δεν του απαντώ. Τον αφήνω να συνεχίσει και αλλού τα τόσο παρηγορητικά του λόγια.
ΛΘ) ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Δεν ξέρω ποσο βάσταξε το ταξίδι, σήμερο όμως πρωί φτάνουμε στη Θεσσαλονίκη. Διακρίνω, το Λευκό Πύργο, καθώς με κατεβάζουν με το φορείο, απο το βαπόρι. Για όσους δεν ξέρουν, λέω πως το ξεφόρτωμα απο το πλοίο, των στρατιωτών που είναι άρρωστοι ή τραυματίες και δεν μπορούν να βαδίσουν, γίνεται όπως και των εμπορευμάτων. Δυο δύο δένουν τα φορεία με τους άνδρες, στις άκρες του συρματόσχοινου και με το βίντσι, τους κατεβάζουν στην ξηρά. Ετσι κι έγινε και με μας.
Στην προκυμαία της Θεσσαλονίκης μένουμε, κάμποσες ώρες, ύστερα έρχονται στρατιωτικά αυτοκίνητο μας μας φορτώνουν και έμενα με μεταφέρουν στο 15ο στρατιωτικό νοσοκομείο . ειναι η 28 Σεπτεμβρίου 1921, ημερα Πέμπτη, όπως βλέπω στο ημερολόγιο, που ειναι κρεμασμένο, στην είσοδο του Νοσοκομείου. Εχουμε πολύ ταλαιπωρηθεί.
Το βράδυ νιώθω καλύτερα. Το νοσοκομείο υποφερτό. Και οι άρρωστοι λιγότεροι απο τα προηγούμενα.
29 Σεπτεμβρίου 1921
Πρωί -πρωί, με βάζουν σε ακτίνες και σε συνέχεια στο χειρουργείο. Εκεί με εξετάζουν πολλές ώρες. Μετά μου εφαρμόζουν γύψο, απο τη μέση και πάνω, μέχρι και το λαιμό, σε τέτοιο τρόπο ωστε να μήν κάμπτεται ουτε αυτός. Ζωή ανυπόφορη. Ολη την υπόλοιπη μέρα και την νύχτα ειμαι άυπνος, εκνευρισμένος κυριολεκτικά ξεθεωμένος απο την ακινησία δεν μπορώ να φάω ή να πιω τίποτε. Νομίζω πως ο γύψος θα τρυπήσει τα πλευρά μου
30 Σεπτεμβρίου1921
΄Ολη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα στιγμή. Φωνάζω και διαμαρτύρομαι. Μου κάνουν ένεση. Ετσι κοιμούμαι μέχρι το απόγευμα. Ευτυχώς όταν ξυπνώ, δεν υποφέρω οπως προηγουμένως. Ερχεται ενας γιατρός, ο χειρούργος του νοσοκομείου, αυτό που μου εκαμε τον γύψο. Μου λεει πολλά καλά και ευγενικά λόγια. Ειναι καλός επιστήμων και άριστος άνθρωπος.
Με ενδιαφέρον γελαστός και καταδεκτικός, στέκεται και μιλά σε ολους και με μεγάλη οικειότητα και προσοχή ακούει τους αρρώστους και δίνει απαντήσεις
Τουτος, κάνει για γιατρός. Αλλοι, υπηρετούν στο νοσοκομείο, βλοσυροί, ακατάδεκτοι και κουτοί. Τους ρωτούν οι άρρωστοι αναφορικά με την πορεία της υγείας τους και, τουτο ειναι φυσικό, δεν απαντούν, ρίχνουν αγροίκες ματιές ή τέλος παντων, κατι απρεπο κανουν και πληγώνουν, ετσι τον άρρωστο. Θα ήτατε απαραίτητο, να ξέρουν ολοι οι γιατροί, οτι πρώτη φροντίδα τους είναι να εχουν εκτός απο την πλήρη γνώση της δουλειάς τους και καλή συμπεριφορά. Αλλιώς το θείο λειτούργημα του Ασκληπιού αναξιοπαθεί.
1 Οκτωβρίου 1921.
Σήμερο, πρώτη φορά μαθαίνω πως δεν πήγεν ο Στρατός μας στην Αγκυρα. Ενω όταν έφυγα απο το μέτωπο, είμαστε κοντά, εκατό χιλιόμετρα. Ναι, έβλεπα πολλές απώλειες, μεγάλες μάχες, ταλαιπωρίες, πείνες, πορείες, και ανεφοδιασμό, αλλα παντα προχωρούσαμε σε τούτες τις επιχειρήσεις και ποτέ δεν είχαμε νικηθεί. Στην άμυνα οι Τούρκοι πολεμούσαν αλλά οταν εκαναν επιθέσεις, κυριολεκτικά τους έπερνεν ο διάβολος, και μου φαίνεται πολύ παραξενο γιατι ο στρατός μας δεν έφθασε στην ΄Αγκυρα. .
2 Οκτωβρίου 1921.
Χθές ο στρατιώτης Τσολαϊτης, δεν ήξερε να μου πει με ποιο τρόπο έγινε η αποχώρηση του Στρατού μας, τη φαντάσθηκα δραματική και τη διάβαση στην επιστροφή, το Σαγγαριού, πανωλεθρία. Σήμερο πρωί, έρχεται ο λοχίας Χιώτης. Αυτός έμεινε μέχρι τέλους. Μου λέει, πως, οι στρατιώτες μας, πέρασαν ανενόχλητοι, και στο γυρισμό, αυτο τον ποταμό, με γέφυρες απο βάρκες που υπήρχαν απο την προέλαση, μάλιστα πήρανε μαζι τους, ολο το υλικό, χωρίς να υπήρχαν απο την προέλαση, μάλιστα πήρανε μαζί τους ολο το υλικό χωρίς να αφήσουν τίποτε. Ο Χιώτης, μου αφηγείται και τη δική μου περιπέτεια, υπηρετούσαμε μαζί, ή ίδια οβίδα σκότωσε τέσσερις άνδρες και εξι μουλάρια. Ο ίδιος έχει τραύμα στο χέρι, που πήρε απο ατάκτους εντευθεν του Σαγγαρίου στην υποχώρηση. Του είναι εύκολο να έρχεται να μου κάνει παρέα και τον έχω καλή συντροφιά. Είναι καλός φίλος και άριστο παιδί. ΄Εχουμε υπηρετήσει μαζί στη Μοίρα, τρία, χρόνια.
Ο λοχίας Χιωτης μεταδίδει τη θλιβερή πληροφορία, πως ο λοχαγός που είχε έλθει στη Μοίρα, τον περασμένο Ιούνιο, ο Ι.Κ σκοτώθηκε . Και ήταν νέος και καλός τόσο που είχε κάνει εξαιρετική εντύπωση στη Μοίρα για το ήθος το θάρρος και την παλληκαριά του. Ο Βενιζέλος τον είχε στείλει, για μετεκπαίδευση στο Παρίσι.
3 Οκτωβρίου 1921
Σήμερα το πρωί έρχεται στο νοσοκομείο να στρατιώτης ιερέας και τελεί τη λειτουργία τι ωραίο πράγμα η επικοινωνία του ανθρώπου με το θεό του.
Πολλά πράγματα λέει του τόσο κληρικός. Μιλεί απλά και τον καταλαβαίνουν όλοι. Η ιεροτελεστία του και η ομιλία του μας ανακουφίζουν
Μακάρι να ερχόταν κάθε μέρα. Το απόγευμα κυρίες και δεσποινίδες της Θεσσαλονίκης μας φέρνουν διάφορα γλυκά και τα μοιράζουν.
Σε μένα δίδουν ένα μποτηλάκι κολώνια. Ωραίο δώρο για την περίσταση. Οι επίσκεψις αυτή εχει μεγάλη σημασία και μας ευχαριστεί τόσο για τα γλυκά και τα άλλα όσο για την χειρονομία Εξηγούμαι σαν εκδήλωση ενδιαφέροντος της κοινωνίας μας και για μας.
4 Οκτωβρίου 1921
Το πρωί περνά, με αλλαγές και καθαριότητα. Το απόγευμα μου έρχεται ένα γράμμα από τη Σμύρνη της Μικρασιάτηδος Αδελφής του Στρατιώτου. Η Δάφνη μου έστειλε το γράμμα στην ΧΧΧα Μοίρα Ορειβατικού Πυροβολικού που υπηρέτησα προ των επιχειρήσεων του Σαγγαρίου. Το κράτησαν εκεί και τώρα έμαθε ο φίλος μου ο ταχυδρόμος της Μοίρας κ τον τόπο που βρίσκομαι και μου το στέλνει. Ωραία πέρασε η ώρα με το γράμμα.
Θαυμάσια πράγματα μου γράφει η Δάφνη. Για τις Σμύρνη για το περιβάλλον της για τις ασχολίες της και για μικροπαθήματα δικά της και των φιλενάδων της πάρα πάρα πολλά και ενδιαφέροντα.Αιφνης, μου γράφει πως μία μέρα καθώς βάδιζαν στην προκειμένου αυτή και η φίλη της Ηως, ένας δικός μας στρατιώτης ήθελε να της κορτάρει όπως έκανε διάφορες υποκλήσεις πάτησε μία φλούδα και έπεσε στη θάλασσα σε μέρος που δεν πάτωνε. Δεν ήξερε κολύμπι κινδύνευε να πνιγεί. Αυτές φωνάζανε δεν ερχότανε κανένας, αναγκαστήκανε να πέσουν με τα ρούχα στη θάλασσα. Ξέρουνε ωραίο κολύμπι στερεωθήκαν από το σχοινί ενός μεγάλου αραγμένου ιστιοφόρου, πιάσανε το σακάκι του πνιγόμενου, των τραβήξανε, έβαλαν το κατώφλι από το νερό, ήρθε εν τω μεταξύ και ένας αξιωματικός της βοήθησε και τον έσωσαν.
Ύστερα έτσι βρεγμένες με τα ρούχα του κολλημένα επάνω τους πέρασε ένα από τα στενοσόγα της Σμύρνης ο κόσμος γελούσε και της κορόϊδευε φτάσανε στο σπίτι τους Ήους ήταν πιο κοντά σε ένα δρόμο στο φραγκομαχαλά εκεί αλλάξανε και στεγνώσανε.
Το περιστατικό έμαθεν ο Δεσπότης και την επόμενη Κυριακή στο λόγο του της Αγίας Φωτεινής είπε “μπράβο στα κορίτσια είναι Ελληνίδες άξιες στο ονόματός τους και σημερινές που στέκονται στο ύψος τους. Πάλι μπράβο τους”Έγραψε και μία εφημερίδα για τούτο τον άθλο. Και η διαταγή του Στρατηγείου τους απένειμεν έπαινο.
Μου γράφει επίσης πως συχνά αυτή και η Ηώ διαβάζουν τα γράμματά μου μιλούν και για μένα και λένε ωραία γράφει αυτός ο Κρητικός . Πόσο θα μας ήταν ευχάριστο να γνωρίζαμε και προσωπικά. Αυτή μπορεί να είναι αλήθεια μπορεί και να μην είναι εμένα όμως με ευχαριστούν και με διασκεδάζουν στον πόνο του γύψου και του κρεβατιού.
Σκέπτομαι πως η Δάφνη θα πρέπει να είναι και ωραίο κορίτσι γιατί καλός άνθρωπος είναι. Τούτο φαίνεται καθαρά από τον τρόπο που διατυπώνει τις σκέψεις τα διανοήματα και τα αισθήματα της για τους άλλους ανθρώπους για τους οποίους πάντα μιλάει με καλοσύνη. Και ακόμη από τη φροντίδα που καταβάλει ασφαλώς και τα χρήματα να μας εφοδιάζει με φανέλες κάλτσες διάφορες λιχουδιές σπιτικά γλυκά τσουρέκια μπισκότα και άλλες και άλλα πράγματα που γνωρίζουμε να παρασκευάζουν οι υπέροχες μερινές νοικοκυρές.
Η Ηως μου είναι μυστήριο. Φιληνάδα βέβαια επιστήθεια της Δάφνης, μου στέλνει και της στέλνω ευχές και χαιρετίσματα με τα γράμματα που ανταλλάσσω με τη δεύτερη αλλά ποτέ σε ίδια δεν μου έγραψε.
5 Οκτωβρίου 1921
Σήμερα έχω πυρετίο. Μου το λέει ο νοσοκόμος Τσακίρης άμα με θερμομετρήσει το πρωί αλλά το καταλαβαίνω και ο ίδιος. Το περασμένο βράδυ ήμουν ανήσυχος. Και την ώρα του ύπνου μου είχα όλο εφιάλτης. Ο γύψος μου φάνηκε βαρύτερος και περισσότερο ενοχλητικός από τις άλλες βραδιές. Έρχεται ο γιατρός βλέπει τον πυρετό και με καθησυχάζει. Δεν είναι τίποτε μην ανησυχείς. Μου πιάνει το σφυγμό και γυρίζει σε λίγο με δύο άλλους γιατρούς του νοσοκομείου με εξετάζουν όλοι με προσοχή και φεύγουν. Ο νοσοκόμος μου ανακοινώνει πως το πρωί θα τρυπήσουν το γύψο στο μέρος του τραύματος να δουν μήπως τούτο είναι μολυσμένο.
6 Οκτωβρίου 1921.
Πραγματικά λείαν πρωί με μεταφέρουν στο χειρουργείο. Είναι μέσα ένας πολίτης γιατρός και παρουσία του ανοίγουν το βλέπουν το τραύμα μου που ευτυχώς πηγαίνει πολύ καλά και δεν είναι τούτο η αιτία του πυρετού.
Ο πολίτης γιατρός κάνει καταπληκτική εντύπωση. Είναι ευγενέστατος όλο γελά και μου μίλησε πολύ. Ρώτησα και μου είπαν πως είναι ο καθηγητής της Μακκας. Ήλθε στη Θεσσαλονίκη για άρρωστο. Τον παρακάλεσαν μερικούς στο στρατιωτικό νοσοκομείο μεταξύ των οποίων και εμένα. Πριν φύγει τον παρακαλώ να δει ακτινογραφίες που μου είχανε πάρει. Της βλέπει. Ζητά συμπληρωματικές πληροφορίες από τους γιατρούς και του δίδουν. Ύστερα μου λέει θα γίνεις τελείως καλά σου το εγγυώμαι όμως το μόνο που χρειάζεσαι είναι η εγκαρτέρυσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ανάγκη να μείνει ο τραυματισμένος αρκετό χρόνο στο γύψο. Μου σφίγγει το χέρι και φεύγει.
Το βράδυ δεν έχω πυρετό τότε βάζει τη διάγνωση του ο νοσοκόμος τσακίρης.
Σου μπήκε πυρετός γιατι χθες έφαγες πολλά πράσα με μπακαλιάρο.
Και πραγματικά αυτό το συσσίτιο μας είχανε δώσει.
7 Οκτωβρίου 1921
Τη νύχτα κοιμήθηκα ωραία. Όταν ξυπνάω συντάσσω την απάντηση στη Δάφνη. Τις γράφω την περιπέτεια μου τα βάσανα μου που πέρασα και εξακολουθώ να περνώ. Επίσης ότι καταλαβαίνω μεγάλη ευχαρίστηση γιατί αυτή και υιός ασχολούν με την προσωπικότητα και με τα γράμματα μου. Η επιστολή μου έχει 10 σελίδες. Της γράφω όλη μέρα. Το βράδυ την παραδίδω στο ταχυδρόμο του νοσοκομείου.
Στο σπίτι μας έχω γράψει τρία γράμματα άμα ηλθα εδώ. Δυστυχώς δεν έχω απάντηση και δεν ξέρω τι γίνεται.
8 Οκτωβρίου 1921.
Σήμερα αδειάζει ένα κρεβάτι δίπλα μου. Ο στρατιώτης που έμενε σε αυτό είναι βαριά και τον πήγανε σε άλλο μέρος. Ίσως και να πέθανε. Έχει τραύμα στο στήθος.
Μου φέρουν στο αδειανό κρεβάτι ένα λοχεία.Κατσαρο..
το πόδι του είναι τραυματισμένο και βαδίζει με δεκανίκια. Πριν στρατευτελι ήταν δάσκαλος σε κάποιο χωριό της Κέρκυρας. Πάντα εύθυμος γνωρίζει πολλά αστεία άφθονα παραμύθια και μας τα διηγείται.
Αίφνης, μας λέει πώς κάποτε ο Σουλτάνος ήθελε να δοκιμάσει την εξυπνάδα των υπηκώων. Διεταξε λοιπόν και τού φεραν από το δρόμο έναν Αρμένη ένα Βούλγαρο ένα Σέρβο και έναν Αλβανό κι έναν Έλληνα. Τους έκλεισαν στη φυλακή και τους άφησα τρεις μέρες νηστικούς. Την τέταρτη τους παρουσίασε γουρουνόπουλο ψητό μυρωδάτο ξεροψημένο στο φούρνο και τους είπε να κάμουν ότι θέλουνε στο γουρουνόπουλο αλλά ότι θα του κάνουν θα τους κάνει και αυτός.. δεν είναι γνωστό τι έκαμαν οι άλλοι. Ο Έλληνας όμως δεν έχασε καιρό έβαλε το δάχτυλό του στο πισινό του γουρουνιού το στρίφογύριζε μερικές φορές ύστερα το έβγαλε και το γλειψη. Κατά της συμφωνία το ίδιο θα έπρεπε να κάνει και σε αυτόν ο Σουλτάνος. Φαίνεται όμως πως παραδέχτηκε χωρίς άλλη συζήτηση ότι και από τους άλλους και από αυτόν ο ρωμιός ήταν η ξυπνότερος.
Αυτός ο δάσκαλος μόνος του ή με άλλους είχε κάνει πειράγματα σε γνωστούς και φίλους όπως τούτο.
Στις Σμύρνη υπηρετούσε στον ίδιο Λόχο με ένα συνάδελφό του δάσκαλο ως υπαξιωματικός. Στο στρατό να παρέα, έξω έβγαιναν μαζί και το βράδυ πάλι την ίδια ώρα γύριζαν. Ο επιλοχίας τους ένας ωραιοπαθής και ερωτόληπτος βλάκας που έβαζε στα μαλλιά του λάδι του μαγειρείου για να φαίνεται πιο συμπαθητικός νομίζοντας πως οι δάσκαλοι είχαν ερωτικές κατακτήσεις στην πολιτεία. Και όση ώρα λείπαν ασχολούνταν με αυτές προς φορτώνοτανε δύο και τρεις φορές τη μέρα να τον τακτοποιήσουμε και αυτόν. Εκείνοι του λέγανε πώς δεν έχουνε σχέσεις με θηλυκά. Ο επιλοχίας όμως δεν πίστευε και τους ενοχλούσε ωσπού τον βαρέθηκαν. Είχε γίνει πολύ κουραστικός. Τότες ο άλλος δάσκαλος και όχι ο Κατσαρός του λέει: “ναι αφού το θέλεις έχουμε κάτι κυράδες και να της πεις το ποτήρι. Μάτια φίδια λαιμά στήθος τρέλα και κάτι μπούτια τι να σου πω. Τα άλλα τους πράγματα που δεν λέγονται να σου φύγουν να σου φύγει το μυαλό”.
Ο Επιλοχίας τους θερμοπαρακαλεί να τον πάρουν. “Καλά” είπε ο άλλος δάσκαλος “θα σε πάρουμε.” Ο υποψήφιος αγαπητικός κουρεύτηκε ξυρίστηκε ελλάδος στα μαλλιά του γυάλισε τα παπούτσια του και όλη τη νύχτα ονειρευόταν την αυριανή ερωτική πανδαισία με εκείνα τα μπούτια ιδίως και με τα άλλα πήρα πράγματα που δεν λέγονται. Την ώρα της εξόδου βγήκαν και οι τρεις. Βαδίζανε καμαρωτοί με βήμα στο δρόμο σαν να πηγαίνανε σε παρέλαση. Όταν φτάσανε στα στενά του Κεμερ Αλτι, στο δρόμο αριστερά που δεν έχει διέξοδο μπήκαν σε χάνι. Ο άλλος δάσκαλος έδειξε στον επιλοχία της δεμένες γαϊδούρες και του είπε “διάλεξε”. Μετά το βαλαν με τον Λοχία Κατσαρό στα πόδια και είδε κι έπαθε να συνέλθει η Επιλοχίας και εν τω μεταξύ οι φίλοι μας είχαν γίνει άφαντοι. Ο Χατζής όμως κατάλαβε και όπως ο φουκαράς στεκόταν από σβολωμένος που λέει ορίστε κύριε επιλοχία από δω πορευόμαστε και εμείς. Αυτό το χοντρό αστείο το πλήρωσαν ακριβά η δάσκαλοι. Από 45 μέρες φυλακή και αποκλεισμός από τη σχολή που θα βγαίναν Εφεδροι Αξιωματικοί.
9 Οκτωβρίου 1921.
Με τα αστεία του Δασκάλυο περνά την ώρα του ολος ο Λόχος. Το θλιβερό είναι πως το φαΐ μας είναι λίγο και το ψωμί επίσης. Η μισή κουραμάνα που παίρνουμε τη μέρα μόλις φτάνει γιατί την τρώμε συνήθως ξερή χωρίς φαΐ.
11 Οκτώβρη 1921.
Μελαγχολία στο θάλαμο. Θα φύγει ο δάσκαλος. Του βρήκαν άρρωστη καρδιά και τον στέλνουν στην Αθήνα. Ο ίδιος γελά και κοροϊδεύει.
Μας έχουν συσσίτιο το βράδυ τυρί φέτα και παθαίνουμε μαζική λειτουργία. Ευτυχώς ελαχιστη. Όμως όλη τη νύχτα την περάσαμε με τα γνωστά επακόλουθα. Ο κτηνονοσοκομος, Ανδρ., που νοσηλεύεται στον ίδιο θάλαμο ανεβαίνει στο κρεβάτι του στέκεται όρθιος και φωνάζει προσοχή προσοχή!. Ξεσταίνονται όλοι και τον κοιτάζουν
Αυτός συμπληρώνει άμα σοβαροποιήθηκε και ξερόβηξε δύο φορές μιμούμενος ένα προϊστάμενό του κτηνίατρου “προκειται περιμάλιος”(αρρώστια που πιάνει μόνο τα μουλάρια). Σφυρίγματα και χειρονομίες γεμίζουν τον αέρα.
12 Οκτωβρίου 1921.
Φεύγει ο δάσκαλος. Ο κτήνωνοσοκόμος των πλησιάζει και δήθεν τον εξετάζει. Σε μία στιγμή του βάζει κ…δάκτυλο. ο δάσκαλος τινάχτηκε. Μη φοβάσαι του λέει ο άλλος. Τούτο είναι ψεύτικο. Εκεί που πας θα σου τύχει αληθινό.ο Κατσαρός σκαρώνει ένα τραγούδι και αποχαιρετά όλους.
Αν τύχει και μ’αφήσει στην Αθήνα Η καρδιά μου, που χτυπά για την …Κατίνα Ελάτε να ιδήτε μια βραδυά. Και Χ… Με παιδιά
Γεια σας
(Η κατίνα είναι η γυναίκα του με την οποία μαλλιοτραβιέτα συνεχώς)
13 Οκτωβρίου 1921.
Μερικοί ησύχασαν τώρα που έφυγε αλλά κανείς δεν ευχαριστήθηκε. Τον αναζητούσαμεν όλοι.
Το απόγευμα έρχεται ένας γεροντάς. Μας κάνει παραστάσεις Καραγκιόζη. Φτωχός και καλός άνθρωπος. Μας πληροφορεί πως είναι πατέρας εννέα παιδιών. Ας είναι καλά. Μοίρα δεν έχει στον ήλιο κι όμως προσφέρει σε συνανθρώπους του ότι μπορεί. Η προσφορά του είναι πολύ συγκινητική.
14 Οκτωβρίου 1921.
. Ευτυχώς όλοι είναι καλά. Μου γράφουν πως κάποια τρομοκρατία είναι στην Κρήτη όπως πεζοναύτες που έστειλαν εκεί για να επιβάλουν την τάξη. Κατά τα άλλα η ζωή είναι ο ομαλή. Ανησυχούν για μένα. Αμέσως γράφω και τους καθησυχάζω. “Είμαι καλά. Ασφαλώς θα πάρω αναρρωτική άδεια και θέλω να σας δω. Μου “λένε “καταλαβαίνω και ο ίδιος πως η υγεία μου θα αποκατασταθεί”. Την ίδια μέρα έρχεται από τις Σμύρνη. Αποστολέας είναι ανώνυμος. Βέβαια στο γραφείο της Μικρασιάτιδος Αδελφής του Στρατιώτου υπάρχουν τα ονόματα εκατοντάδων στρατιωτών που αλληλογραφούν με κυρίες και κορίτσια μέλη της οργανώσεως. Και διάλεξαν το δικό μου.
Μου κάνει εντύπωση ότι αποστολέας γνωρίζει πως είμαι κάπως διανοούμενος. Μέσα στο δέμα υπάρχουν δύο βιβλία Ιουλίου Βερν.”δεκαπενταετής πλοίαρχος” και “εικοσάκης χίλιαι λεύγαι υπό την θάλασσαν”. Η Δάφνη ποτέ δεν μου έστειλε βιβλία που δεν έχουν θρησκευτικό ή πατριωτικό περιεχόμενο. Άρα τούτος αποστολέας είναι άλλος με νοοτροπία ποιο προοδευτική. Μοιράζω το περιεχόμενο του δέματος στο θάλαμο. Κρατώ για τον εαυτό μου τα βιβλία και ένα ζεύγος μάλλινες κάλτσες.
15 Οκτωβρίου 1921
Διαβάζω με απληστία των δεκαπενταετή πλοίαρχο. Τι ωραίο βιβλίο. Δεν μου κάνει η καρδιά να το αφήσω. Καθώς προχωρώ στη σελίδες του βρίσκω ένα σημείωμα σε λευκό χαρτι. Προφανώς το γράψιμο είναι γυναικείο. Το σημείωμα λέει “Κρητικέ ποτέ μη λησμονείς της Σμύρνη”. Τουτο μεγαλωνει την περιέργειά μου, οσον αφορα΄τον αποστολέα του δέματος.
16 Οκτωβρίου 1921.
Περνούμε σήμερο, εξεταστική επιτροπή απο γιατρούς.
Οπως, αμέσως μας λεει ο νοσοκόμος, Τσ. Διαλέγουν κείνους που εχουν ανάγκη μακράς νοσηλείας (όπως εγώ) να τους μεταφέρουν σε νοσοκομεία του εσωτερικου, ετσι να να αλαφρώσει εδώ το νοοσοκομείο. Ο κτηνονοσοκόμος Ανδρ. Φωνάζει “και πού να ξέρατε μωρε κακομοίρηδες πως στα νοσοκομεία της Αθήνας, τους φαντάρους τους περιποιούνται ωραίες νοσοκόμες οχι οι μαντράχαλοι που εχουμ εδώ και μάλιστα τους εχουν βγάλει τουτο το τραγούδι.
“Νοσοκόμα μου ωραία, νοσοκόμα μου καλή Δεν πληγώθηκα σε μάχη μα με πλήγωσες εσύ. Κι ο γιατρός που με κοιτάζει , κι αυτός θαυμάζει κι απορεί πότες δεν είδε στη ζωή του, τέτοια αγιάτρευτη πληγή”.
Γελά, ο θαλαμος, αλλα ακούει την πληροφορία με μεγάλο ενδιαφέρον. Ολοι μιλουν για τα κορίτσια που περιποιούνται τους ασθενείς στρατιώτες αλλού. Η θυμησις του θηλυκου σε τουτο το νεανικό ανδρικό περιβάλλον που το στερείται εντελώς συνταρράσει τα πάντα σαν ηλεκτρικό ρεύμα και η ησυχία αργεί να αποκατασταθεί.
17 Οκτωβρίου 1921
Χθες το βράδυ, μας έφεραν στο θάλαμο, ενα στρατιώτη πολύ αδύνατο και χλωμό. Αν δεν κουνιόταν θα νόμιζε κανένας πως είναα πεθαμένος. Πρωτα μια εως δυο μερες τον ενοσήλευαν στο διαδρομο. Στους θαλάμους δεν υπήρχε κενό κρεβάτι. Απο τη στιγμή που ήλθε και ολη τη νύχτα, φωνάζει το νοσοκόμο της υπηρεσίας και αυτός, πρόθυμος και καλός, του φέρνει ο,τι ζητήσει.
Εν τω μεταξύ ομως δε μας αφήνει να κοιμηθούμε. Διαμαρτύρεται για το θάλαμο ειναι μικρός και στενός για τόσους ανθρώπους, για την καθαριότητα, σεντόνια, εσώρουχα, προσόψια, μαξηλαροθήκες πρέπει να αλλαζονται κάθε πρωί. Θέρμανσις, με ξύλα, αλλα καύσημα θα ήταν απαραίτητη κι τα παρόμοια . Οι στρατιώτες δεν του μιλούν, άρρωστος είναι και αυτός εξακολουθεί το βιολί του. Το μεσημέρι, δεν του αρέσει το συσσίτιο, κρέας με μακαρόνια, τα βάζει με τον νοσοκόμο και με τον θαλαμάρχη. Τρώει λίγο κρέας και στο τέλος θέλει και φρούτο. Κάποιος εχει ενα πορτοκάλι, του το δίνει μα δεν το παίρνει. Πρέπει λεει να κανουν διανομή σε όλους. Το απόγευμα, μας αναπτύσσει περίεργες θεωρίες. Οι πόλεμοι γινονται για να πλουτιζονται οι μεγάλοι, να κρατουν.οι ισχυροι τους λαούς στην υποταγη τους ετσι να εκμεταλλευονται.και στη Μικρά Ασια που είμαστε μας εστειλαν οι Δυναμεις, για να πουλήσουν τα πυρομαχικα και τα όπλα, όσα περισσεψαν απο τον Παγκόσμιο πόλεμο.
Εμείς πιστεύουμε πως πολεμούμε, για την Πίστη μας και για την πατρίδα να ελευθερώσουμε υπόδουλους, να μεγαλώσουμε το Κράτος μας, να του δώσουμε ευημερία και δύναμη, να το καμωμε μεγάλο και ισχυρό, να πάρωμε την Πόλη και την Αγιά Σοφιά, γιατι ήταν και παλιά δικά μας. Αυτός ομως δεν τα δέχεται αυτά. Για τη θρησκεία λέει, πως είναι εφεύρεσις των εξυπνων να κρατούν στα χέρια τους τους κουτούς, να τους αποβλακώνουν, και να τους κάνουν ο,τι θέλουν.
Κατι αναλογο λεει και για την Πατρίδα. Την παρανομιάζει “πατρύπα” και προσθέτει. “εμείς οι φαντάροι τί καταλαβαίνωμε; σκοτωνόμαστε, μένουμε νηστικοί και περιφρονημένοι, οποιος εχει γαλονάκι, μας εξευτελίζει οταν του του καπνίσει μας παίρνουν απο τα σπίτια μας, απο τη δουλειά μας, απο τους δικούς μας, όσον καιρό θέλουν και είτε κερδίσωμε, είτε χάσωμε τους πολέμους στην τσέπη μας, δεν μπαίνει τίποτα”.
Καταλαβαίνω. Πως είναι απο τους εγκληματίες εκείνους που προσπαθούν να καταστρέψουν στον άνθρωπο, ολα τα ευγενικά του ιδανικά, ολες τις ιδέες που τον ξεχωρίζουν απο τα ζωα. Κα το καμουν δυστυχησμένο όπως ειναι ίδιοι.
Ευτυχώς βρίσκεται θέσις σε άλλο θαλαμο, εκεί μεταφέρεται το βράδυ ο “καθοδηγητής”. Πρόλαβε μονο να μας πει πως ήταν καπνεργάτης απο το Βόλο.
18 Οκτωβρίου 1921.
΄Ερχεται ο ξάδελφος μου ο αστυνομικός Γ.Π.
Μένει στην Αθήνα. Οπως με πληροφορεί η κομματική φαγωμάρα και ο φανατισμός, κρατεί ολον τον κόσμο σ’ αναστάτωση. Κανείς δε σκέπτεται το τωρινό μεγάλο πρόβλημα του Ελληνισμού, τη Μικρά Ασία,. Τί κατάρα, αλήθεια εχει τουτος ο ελληνικός λαός να θέλει να ειναι πάντα χωρισμένος και αλληλομισούμενος;
Ο Βενιζέλος, αναμφισβήτητα, έκαμε, μεγάλο καλό στον τόπο. Κανείς δεν μπορει να το αρνηθεί. Οι τώρα οι αντίπαλοί του αυτόν θέλουν να τον σκοτώσουν τους συνεργάτες του, που κατα μενα μέρος και σε αυτόυς οφείλεται η μεγαλουργία του Βενιζέλου, εχουν σε διωγμό.
Αυτη τη στιγμή ου φέρνει ο ταχυδρόμος δεματάκι.
Η μητέρα μου μου στέλνει, κουλουρακια και διάφορα άλλα πράγματα. Τα εχει καμει επίτηδες. Μεσα στο δέμα κι ενας μικρός σταυρός, να με φυλάει. Πολύ συγκινούμαι απο ολα αυτά. Ποσο θα ήθελα να τη δω. Τη λαχταρώ περισσότερο απο όλους.
Κρατώ το σταυρό στο χέρι μου. Ενα ιερό κειμήλιο και δωρο πολύτιμο. Του εχει περάσει ενα κορδονάκι, να τον κρεμάσω στο λαιμό μου, αλλα με εμποδίζει ο γύψος. Ο νοσοκόμος Τσ. Μου κολλάει το κορδονάκι πάνω στο γύψο. Τον φορώ. Είναι χάδι της Μητέρας μου και συγχρώνος Θεία βοήθεια.
19 Οκτωβρίου 1921.
Μαθαίνουμε οτι στο νοσοκομείο μας, τοποθετείται ενας Κρητικός υπίατρος. Θα τον έχουμε θάρρος, ικαίτοι να λέμε την αλήθεια εμεις οι Κρητικοί εδώ, πέρνουμε οπως και οι άλλοι ασθενείς. Βεβαια υπαρχει διαταγή, να μη δίδουν άδειες για την Κρήτη, ιδίως σε οπλίτες και το δικαιολογούν πως όποιος πάει εκεί δε γυρίζει πίσω. Βγαίνει στο βουνό.
Το απόγευμα, μας έρχεται στρατιωτική μουσική, στο προαύλιο του νοσοκομειόυ και μας διασκεδάζει, τρεις ώρες, με ωραία τραγουδια και χορούς. Στο τέλος ευρωπαϊκά , μα αυτά ειναι για μας ανιαρός εντελώς περιττός θόρυβος.
Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον δείχνουν οι ασθενείς στα δημοτικά μας. Κρητικά δεν παίζει καθόλου.
21 Οκτωβρίου 1921
Οι μέρες περνούν στερεότυπα το ίδιο εγερτήριο το πρωί, θερμομέτρησις των ασθενών, καθαριότης θαλάμου και ατομική, πρωινό, ρόφημα, επίσκεψις γιατρών. Οσοι ειναι πολύ αδύνατοι παίρνουν ένα αυγό ή κρέμα στις 11. Το μεσημέρι συσσίτιο. Κυριακή, Πέμπτη, κρέας συνήθως με μακαρόνια. Τριτη, Σαββατο, ψαρι ή μπακαλιάρο. Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή, όσπρια ή χόρτα, με τυρί ή ελιές. Τωρα μας δίδουν και φρούτο. Γλυκά μας φέρνουν, σχεδόν, καθε εβδομάδα, οργανώσεις, σύλλογοι και άλλοι φιλάνθρωποι.
Ενας παπάς, έρχεται και μας βλέπει. Πάντα έχει μαζί του σοκολάτες, φυστίκια, στραγάλια, ή άλλους ξηρούς καρπούς, μας μιλεί, εγκυκλοπαιδικά, ποτέ σχολαστικά, ούτε θρησκόληπτα και πολύ μας ευχαριστεί.
Την τελευταία φορά, που αναφέρομε για τον Στρατιώτη που μας έκαμε τις ουτοπιστικές θεωρίες. Εκεινος μας απαντά. “οποιος πιστεύει στο Θεό, εχει λυμένα μέσα του, τα μεγαλύτερα ανθρώπινα προβλήματα. Αυτα δεν ημπορουν να λυθουν με τη σκέψη. Μόνο με την πίστη. Με αυτήν, ημπορεί να ανακαλύψει, πόθεν έρχεται τί ζητά εις τονο κόσμο και που θα μεταβεί, φεύγοντας απο αυτόν. Επίσης γνωρίζει που θα βρει ενίσχυση και στήριγμα στη καθε του ανάγκη. Η πιστις του δίνει θάρρος, τον δυναμώνει. Οι απιστίες, ειναι σαν το φτερό στον άνεμο. Το δέρνουν , χωρίς εξαίρεση, ολοι οι άνεμοι και στα τελευταία χάνεται. Πέφτει στις λασπες κή στις φλόγες”.. ακόμα μας λεει ο παπας, οτι η πίστις ειναι αναγκαία στον άνθρωπο, γιατι μονο με αυτή εξασφαλίζει της ψυχής του.
22 Οκτωβρίου 1921.
Ο φίλος μου Κ.Σ έρχεται σήμερο το πρωί, να μου κάμει επίσκεψη. Είναι δημόσιος υπάλληλος, στη Γενική Διοίκηση. Μου φέρνει λοιπόν τούτος, οτι οι κυβερνήτες, τώρα βλέπουν την αδυναμία τους να τα βγάλουν πέρα. Εστειλαν ανθρώπου στη Νίκαια της Γαλλίας στο Βενιζέλο, τον παρακαλούν να γυρίσει, ή να τους βοηθήσει, όπως αυτός νομίζει. Ο Βενιζέλος, τους είπε, τι στην Ελλάδα δεν έρχεται παρα μονο αν τον φέρει ο λαός. Υπεσχέθη ομως, απο τη Νίκαια ή απο το εξωτερικό γενικώς, να τους κάμει καλό, αν μπορέσει. Για τον Βασιλέα Κωνσταντίνο , είπε σε συνέχεια ο Βενιζέλος, οτι, καλύτερα θα ήταν να μη γυρίσει στη Ελλάδα. Μια ομως που γύρισε, πρεπει να σταθούμε στο πλευρό του. Δεν επιτρέπεται ο διχασμός. Να βοηθήσουν ολοι τον βασιλιά.
Το απόγευμα, φεύγει με μηνιαία αναρρωτική άδεια ο λοχίας Χιώτης. Έρχεται κα μ’ αποχαιρετά . μου εύχεται να φύγω κι εγώ γρήγορα υγιής. Τον ευχαριστώ. Αλαλ δεν πιστεύω τουλάχιστο στο “γρήγορα”.
30 Οκτωβρίου 1921
Πολλοί μεταφέρονται σε νοσοκομεία του εσωτερικού. Η ζωή μου εδώ γίνεται κάθε μέρα, πιο ανιαρή. Βασανιστική. Οι φίλοι μου, έφυγαν. Εγώ ειμαι ο παλαιότερος ασθενής εδώ μέσα και θέλω να αλλάξω περιβάλλον.
Εμπιστεύομαι, στο γιατρό τον Κρητικό. “Πηγαίνουν κι άλλοι στο στρατιωτικό νοσοκομείο Χανίων. Εκει να πάω κι εγώ”. Ο γιατρός μου λεει κάτι που ξέρω, δηλαδή απο την Κρήτη δεν επιτρέπεται να πηγαίνουν Κρητικοί. Του απαντώ: “Τοτε ας πάω αλλού. Σε άλλο νοσοκομείο”. Επιφυλάσσεται να μου πει. Παρα πολυ με στενοχωρεί η διάκρισις για τους Κρητικούς, να μην μπορούν να νοσηλευθούν στο τόπο τους.
Ενας φίλος μου λοχαγός ιατρός, Νικ-λος , πληροφορούμε πως υπηρετεί στη Θεσσαλονίκη. Εχουμε συνδεθεί απο το μέτωπο, όπου συνυπηρετήσαμε δύο χρόνια. Μαθαίνω τη διεύθυνση του και τον παρακαλώ, να έλθει να με συναντήσει. ΄Ερχεται αμέσως,. Του λέω με λιγα λόγια, τί θελω. Μου απαντά “Σωστό το αίτημά σου να πας στην Κρήτη.πανε κι άλλοι τραυματίες. Θα φροντίσω να μπεις στην αποστολή”.
10 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1921
Δε γνωρίζω κάτα πιο τρόπο, ενήργησε ο φίλος μου ο ιατρός Νικ- λος και, σήμερο, με ειδοποιούν πως φεύγω για τα Χανιά. Το βαπόρι θα πάρει πολλούς τραυματίες. Στον Πειραιά θα αφήσει τους περισσότερους. Οκτώ το βράδυ, μας βάζουν στο πλοίο . λέγεται “ΤΗΝΟΣ”.
Είμαι ξαπλωμένος σε φορείο κάτω απο μια σκάλα. Εχει λίγο κρύο, οχι ομως τρικυμία.
11ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1921
Στις 9 το πρωί, φτάνει στον Πειραιά. Ξεφορτώνει μέχρι το βράδυ. Με τοποθετούν τώρα, σε κάμπίνα δευτέρας θέσεως μαζί με τρεις άλλους.
12 Νοεμβρίου 1921
Το πρωί στις 3 ξεκινούμε απο τον Πειραια. Κάνουμε ενα ωραίο ταξίδι και στις 4.30 το απόγευμα αγκυροβολούμε στη Σούδα. Δόξα σοι ο Θεος. Εχω επτά χρόνια, να ιδώ την Κρήτη. Απο το φινιστρίνι δίπλα μου, διακρίνονται τα θρυλικά βουνά της. “το Κέντρο και το Σφακιανό κι ο Γερο -Ψηλορείτης” ομορφα, υπερήφανα δοξασμένα. Και κενό το περιγιάλι το νησιού με τα στρογγυλά και κάτασπρα βοτσαλάκια του που παιχνιδίζουν σ’εναν απέραντο φως του ηλίου με τα κύματα του Κρητικού πέλαγους, δημιουργεί εικόνες για απαράμιλλη καλλιτεχνική σύνθεση, καθώς το τοπίο εναλλάσσεται με μαύρους μελαγχολικούς. Θεόρατους βραχους που ρίχνουν απότομα τ’αγρια πλευρά στη θάλασσσα.
Μένουμε στο πλοίο μέχρι το πρωί.
Μ) ΧΑΝΙΑ
13 Νοεμβρίου 1921.
Μας βγάζουν έξω και με αυτοκίνητο , μας μεταφερουν στο νοσοκομείο. Το κτίριο δε μας χωρεί. Δυο ασθενείς και μένα, μας στέλνουν στο παραρτημα Χαλέπας. Ειναι λίο πιο πάνω απο την εκκλήσία της Αγ. Μαγδαληνης. Οταν με παραλαμβάνουν οι αρμόδιες υπηρεσίες, ξαφνιάζονται πως με στείλανε εδώ αφού είμαι Κρητικός. Από τους άλλους που ήρθαμε μαζί, δεν είναι κανείς. Ενας αξιωματικός της Χωροφυλακής, παρίσταται κι εξηγεί.
-Θα’ ναι απο τους δικούς μας.
Αρχίζουν να με ρωτούν, κατα τρόπο ενοχλητικό, πώς τα κατάφερα να έλθω στην Κρήτη, αφού υπάρχει αντιθετη διαταγή. Αναγκάζομαι να τους πω ψέματα όπως μου’ ρθαν στο μυαλό κείνη τη στιγμή.
-ο Καπαδόκωστας, κατάγεται απο ενα χωριό κοντά στο δικό μου, ειναι το πρωτοπαλλήκαρο του Αντιβενιζελισμού σ’ολη τη Ελλάδα, ανεβάζει και κατεβάζει υπουργούς και λόγο του, πιάνει σαν του πρωθυπουργού.
Με περιποιούνται , ύστερα απο τη πληροφορία. Με πηγαίνουν σε θάλαμο ωραίο. Μου τακτοποιούν κρεβατι θαύμα, στη γωνία του θαλάμου, προς το παράθυρο.
Δίπλα μου, μένει ενας αλλος Κρητικός στρατιώτης, απο την Κίσσαμο. Μα -τος. Η οικογένεια του, ειναι απο τις σημαίνουσες του νομου και αντιβενιζελική. Εχει παθει πλευρίτιδα, στα Χανιά. Επειδή, ειναι της καταστάσεως, τον κρατούν εδώ. Γνωριζόμαστε χωρίς καθυστέρηση. Πολυ καλωσυνάτος και χαριτωμένος συνάδελφος. Ευχαριστείται πολύ. Κι εγώ επίσης.
Πριν κοιμηθώ γράφω δυο λεξεις, στο σπίτι μας στο Ρεθεμνος. Θα του φανέι παράξενο. Δεν ειχα ειδιοποήσει πως πρόκειται να παω στα Χανιά. Δεν το πίστευα.
17 Νοεμβρίου 1921
Ερχεται ο πατέρα μους. Εχει, κάπως γεράσει. Τα μαλλιά του είναι, σχεδόν άσπρα, ενώ οταν έφυγα, ήσαν ολόξανθα. Ειναι τωρα ακριβώς πενήντα χρόνων. Τον θαυμάζω,. Διατηρεί εις το ακέραιο, τη ζωτικότητά και τη λεβεντιά του. Και πόση αρχοντιά του δίνει, η θαυμάσια, τσόχινη, κρητική στολή του.
Μου φέρνει τα νέα του σπιτιού μας, πολλούς χαιρετισμούς απο τη Μητέρα μου και τα αδέλφια μου. Ευχαριστήθηκα. Εκεινος, παρα το οτι θελει να μου το αποκρύψει, στενοχωρείται όπως με βλέπει στο γύψο. Μένει δυο ώρες μαζί ,φεύγει το μεσημερι, έρχεται και το απόγευμα αλλες δυο ώρες. Του λεω το ψέμα μου για τον Καπαδόκωστα. Μου απαντά.
“Καλά έκαμες. Ηταν ικανοί να σε γυρίσουν πίσω. Ειναι φίλος μου ο Καπαδόκωστας και θα του γραψω.
18 Νοεμβρίου 1921
Το πρωί, έρχεται, μ’ αποχαιρετά και φεύγει. Μου λέει φεύγονοτας, πως θα ιδεί τον γιατρό του νοσοκομείου. Ολη τη μερα την πέρασα με την ευχαριστηση της επισκέψεως του Πάτερα μου, και τη γλυκειά προσδοκία να ξανάρθει.
Ο Δημήτρης, ετσι λεν τον Κρητικό στρατιώτη οπου ειναι μαζί μου, εχει πολλούς συγγενείς στα Χανιά, έρχονται και τον βλέπουν κάθε μέρα. Του κρατούν γλυκά κι άλλα πράγματα. Μας τα μοιράζουν στη μέση. Θαυμάσιοι άνθρωποι.
Ερχεται, μαζί με τους άλλους και η Αννα, ενα ωραίο και συμπαθητικό κορίτσι, κόρη, του αδελφού της μητέρας του Δημήτρη. Λεβέντικη κορμοστασιά, μεγάλα κατάμαυρα μάτια και μαλλιά τα εχει με ίσια γραμμή, χωρισμένα στο δεξί πλάϊ της καλλιτεχνικής της κεφαλη, αμεμπτα , όπως τα θέλουν στο σχολείο της (φέτος τελειώνε. το Γυμνάσιο). Μια πλεξίδα που σχημαίζουν κινείται χαριτωμένα στην πλάτη της, καθώς το βήμα της γίνεται με γρηγοράδα και σβελτωσύνη . Οταν γελά, δείχνει ένα στόμα συμμετρικό, γεμάτο μαργαριτάρια σε γραμμή, πλημμυρισμένο, ομορφιά και καλοσύνη.
Σιγά, σιγά, άρχησα να συμπαθω αυτό το κορίτσι. Τις μέρες που έρχεται στο νοσοκομείο, Τετάρτη και Κυριακή απόγευμα την περιμένω με ανυπομονησία. Και κεινη, πάντα μου δειχνει ευγένεια και συμπόνοια. Οταν πλησιάζει στο κρεβάτι του πονου μου, καταλαβαίνω να ειναι κοντά μου, ζωντανή, η Χριστιανική Αγάπη προς τον πλησίον, η Ελπίδα που μου δίνει φτέρα η Θεία Πρόνοια η ίδια που θα με αξιώσει να γινω καλα, σαν πρώτα και πάλι είμαι γρήγορος στο τρέξιμο, ευλύγιστος στα γυμνάσια, δυνατός στην οπλασκία., και στο Πανεπιστήμιο πάλι απο τους καλύτερους.
21 Νοεμβρίου 1921.
Κυριακή. ΄Ερχεται η μητέρα μου με τα αδέλφια μου. Ποσο είναι ταλαιπωρημένη και κουρασμένη. Εκτός από εμένα, εχει άλλα οκτώ παιδιά. Οι μερες της, οι νύκτες της οι σκέψεις της, η αγάπη της, ολα αφιερωμένα σ’αυτα , της εχουν στοιχήσει πολύ. Με αγκαλιάζει, δεν ξέρω πόση ώρα και κλαίει όπως κι εγώ. Με πληροφορεί , πως ο πατέρας μου οταν ήταν εδώ πήγε στο γιατρό. Εκείνος τον εβεβαιωσε οτι θα γινω τελείως καλα. Δε θα μου μεινει τίποτε. Μα και κεινη το πιστεύει. Ο Αγιος Νικόλαος, ειναι στο χωριό μας και μ’εχει ταμμένο ειναι θαυματουργός Άγιος και θα με βοηθήσει.
Παίρνω μεγάλο θάρος απο τα μητρικά λόγια. Εκεινη, σκυμμενη στο πρόσωπό μου, ακουει τις λεπτομέρειες που της αφηγούμαι. Αρχίζει ύστερα τα δικά της. Εβλεπεν ονειρα κακα για μενα και ήτα πολύ ανήσυχη. Πολλές φορες με κλάμα σηκώθηκε απο το κρεβάτι της. Και αλλα πολλά. Η κουβέντα ομως δεν έχει τόση σημασία σε τέτοιες ιερές στιγμές. Εχει αξία η γαλήνη που βασιλεύσει στη ψυχή μας, η υπεράνθρωπη ευτυχία που αισθάνεται καθένας, οταν ησυχάσει στη γλυκειά θαλπωρή της μητρικής αγκάλης.
Η Θεία Πρόνοια, διδει στον άνθρωπο τη Μητέρα για να μην του λείπει τίποτα στον κόσμο. Η Μητέρα ειναι η ευλογία της φύσεως, η ακατάλυτη η αιώνια πηγή της άδωλης αγαπης. Η ερμή και αφιλοκερδής συμπαράσταση που στέλνει σαν τη μεγαλύτερη παραχώρηση στον άνθρωπο, ο ίδιος ο Θεός.
Τ’αδελφάκια μου, παρακολουθούν σιωπηλά τις συγκινητικές στιγμές. ΄Εχουν κι αυτά μεγαλώσει. Ολα πηγαίνουν στο σχολειό, εκτός απο το μικρότερο .Γρηγορα – αφάνταστα γρήγορα, ερχεται το μεσημέρι. Κτυπά το κουδούνι και πρέπει να φύγουν οι επισκέψεις. Η Μητέρα μου και τ’ αδέλφια μου, με φιλούν μ’ αποχαιρετούν και φεύγουν. Πρέπει ολοι να γυρίσουν την ίδια μέρα στο σπίτι μας στο καθήκον.
Μένω μόνος. Στα ίδια τα παλιά. Η επίσκεψη της Μητέρα μου, μου δωσε μεγάλη ανακούφηση. Μα τώρα η απουσία της μου δημιουργεί αφάνταστο κενό. Μου ερχόταν να κλαίω. Αλλα ντρέπομαι.
Ο φιλος μου ο Δημήτρης, προσπαθεί να με παρηγορήσει. “θα’ ρθει παλι η μητέρα σου, και οπωδήποτε θα σου δω΄σουν άδεια να πας σπίτι σου. Θα μεινεις πολύ εκεί, μεχρι να θέλεις αφού εχεις τον Καπαδόκωστα
Στις τρεις το απόγευμα, έρχεται, η μητέρα του Δημήτρη με την Αννα. Ανησυχούν που με βλέπουν τοσο αλλαγμένο. Καθίζουν στο κρεβάτι και μου μιλούν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα παρηγορητικά τους γεμάτα συμπάθεια και αγάπη λόγια τους. Μάλιστα η Άννα μένει περισσότερο και όλη την ώρα ασχολείται μαζί μου.
Μου κρατά 2 βιβλία. Το ένα”ρωσικά διηγήματα”το άλλο”ο Δον Κιχώτης”. Θα μου φέρει και άλλα. Δεν έχει ίδια΄. Θα δανειστεί από μία φίλη και από συμμαθήτριά της Ρεθυμνιώτισα.
Εκείνη έχει του κόσμου τα βιβλία. Είναι η καλύτερη μαθήτρια στο Γυμνάσιο.
Η Άννα το ωραίο φέρσιμό της σχεδόν διώχνει την απογοήτευσή μου που με έχει πιάσει με την αναχώρηση της μητέρας μου.
22 Νοεμβρίου 1921.
Με οδηγούν στο χειρουργείο. Με εξετάζουμε γιατροί εξαντλητικά. Τους ρωτώ”τι γίνεται”μου απαντούν όλα καλά χρειάζεται υπομονή από σένα. Πάω να σκάσω που θα πάει αυτή υπομονή παρήγορο βέβαια είναι πώς είμαι καλά πράγμα που το καταλαβαίνω και ο ίδιος. Αλλά το μαρτύριο παρατείνεται πολύ.
23 Νοεμβρίου 1921
Ειδοποιούν το Δημήτρη πως θεραπεύτηκε και αύριο πρέπει να βγει από το νοσοκομείο. Η στεναχώρια μου δεν έχει όρια. Θα χάσω το θάρρος και της συντροφιά του Δημήτρη, και δεν θα ξαναδώ τα ελκυστικά μάτια και το συμπαθητικό παράστημα της Άννας. Εξαιτίας του έρχεται. Εδώ.
24 Νοεμβρίου 1921
Το πρωί φτάνουν ειδική του και παίρνουν τον Δημήτρη. Με αποχαιρετούν και με έυχονται ο θεός να δώσει σύντομα και με την υγεία σου να βγεις και εσύ. Η Άννα δεν είναι μαζί τους. Θέλω να χαθώ να μη βλέπω ποια εκείνο το περιβάλλον. Τώρα μου είναι ένα φοβερός εφιάλτης.
28 Νοεμβρίου 1921.
Περνώ άσχημες μέρες και νύχτες. Δεν έχω όρεξη για τίποτα. Το μεσημέρι μας επισκέπτεται ο δεσπότης με πολλές Χανιώτισσες κυρίες. Φέρνουν διάφορα μικροδώρα
Μόλις μπαίνω στο θάλαμο σκεπάζω το πρόσωπο μου με μία εφημερίδα και προσποιούμε τον κοιμισμένο. Στο τραπεζάκι με αφήνουν μερικά γλυκά. Ακούω όταν δεσπότη να ρωτάει για μένα το γιατρό. Εκείνος του απαντά δυνατά ίσως για να ακούσω και εγώ είναι ένα παιδί από το Ρέθεμνος έχει κάταγμα στη σποδηλική στήλη. Ευτυχώς η σπόνδυλοι δεν έχουν μετακινηθεί και η πάθησης του είναι ιατή. Ασφαλώς θα γίνει τελείως καλά. Είναι νέος και γερός τελευταία όμως πολύ εκνευρισμένος. . Βλέπετε έχει πολύ καιρό ακίνητος στο γύψο. Ο Δεσπότης δεν μίλεί.
5 Δεκεμβρίου 1921.
Κυριακή. Η άσχημες μέρες και η νύχτες μου εξακολουθούν. Ειλικρινά θέλω να πεθάνω. Έρχονται σήμερα πολλές επισκέψεις. Ρωτούν και μένα τι κάνω τι έχω και τα παρόμοια. Δεν θέλω να βλέπω κανέναν ούτε θέλω να μου μιλούν. Σκεπάζω πάλι το πρόσωπό μου με την εφημερίδα και βυθίζομαι σε αναμνήσεις πρόσφατες και παλιές.
Σε λίγο καταλαβαίνεω κάποιον να πιάνει το χέρι μου δεν θέλω ενόχληση. Μα ακουω τη γλυκιά φωνή της ΄Αννας και συνταράσσομαι ολόκληρος. “κοιμόσουνα;” με ρωτά.”όχι” απαντώ” “δεν κοιμόμουνα” αλλά δεν περίμενα τη χαρά να σε δω άμα έφυγε ο Δημήτρης και δεν βλέπω ούτε εκείνον ούτε εσάς όλους (εσένα που ήθελα να πω). Αισθάνομαι μόνος και ρημαγμένος.
Με πληροφορεί η Άννα πως ο Δημήτρης μόλις βρήκε μόλις βγήκε από το νοσοκομείο έφυγε για τη Σμύρνη. Του έδωσε αναρρωτική άδεια δεν μπορεί να μείνει στην Κρήτη και θα την διανύσει σε ειδικό λόγο που εδρεύει στο κορδελιό. Λέμε πολλά πράγματα με την Άννα και συζητούμε όλη την ώρα που είναι μαζί μου. Δεν ξέρω τι καταλαβαίνει αυτή, έτσι όμως που είναι καθισμένη στο κρεβάτι μου και μου μιλάμε τόση τρυφερότητα, νομίζω πως η φωνή της και η κουβέντες μας είναι κάτι το υπερκόσμιο. Και πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από τη δική μου αυτή τη στιγμή.
Η ώρα της ευτυχίας του ανθρώπου περνά γρήγορα σαν αστραπή. Και σήμερα σημαίνει το καταραμένο το κουδούνι της εξόδου.
Η Άννα μου σφίγγει το χέρι σαν να με αποχαιρετά. Πλησιάζει το γλυκό πρόσωπό της πολύ κοντά στο δικό μου και εκείνη συναρπαστική οπτασία θα μου μείνει αιώνια .Τη ρωτώ όπως φεύγει
-θα έρθεις πάλι την Κυριακή;
Μου απαντά” ναι θα έρθω εξάπαντως”. Με αυτή την ελπίδα κοιμήθηκα και πέρασα όλες τις ατέλειοτες μέρες και τις νύχτες
12 Δεκεμβρίου 1921.
Κυριακή. Με ανοιχτά μάτια χέρια και καρδιά περιμένω την Άννα. Αλλά η Άννα δεν έρχεται κάνω χιλιάδες σκέψεις και όλες καταλήγουν στην απελπισία και την οδύνη.
19 Δεκεμβρίου 1921
Κυριακή
Πάλι περιμένω την Άννα. Άδικα όμως. Δεν έρχεται ούτε σήμερα. Γιατί να με εμπέξει αυτό το κορίτσι; Γιατί να μου δώσει τόση ψυχική ταραχή. Μπορούσε να μου πει πως δεν θα ρθει. Πάλι λέω κάτι ανώτερο από τη θέλησή της θα συμβαίνει. Δεν είναι δυνατό αυτό το αιθέριο πλάσμα να με εξαπατά. Αυτή η σκέψεις κάπως με παρηγορεί.
25 Δεκεμβρίου 1921.
Χριστούγεννα. Σήμερο έρχεται ο πατέρας μου με δύο αδέλφια μου τα μεγαλύτερα. Θα μείνουν και αύριο. Όλη τη μέρα είμαστε παρέα. Λέμε πολλά πράγματα για το σπίτι μας για το συγγενείς μας για τους γείτονες μας για το χωριό μας για το Ρέθεμνος. Κρατούν ωραία σπιτικά φαγητά. Ύστερα από άδεια του νοσοκομείου τρώμε στο κρεβάτι μου όλοι μαζί, μείνανε και από το απόγευμα το βράδυ που πήγαν να κοιμηθούν.
26 Δεκεμβρίου 1921. Έρχονται πάλι οι δική μου. Με ευτυχία περνώ και τούτη τη μέρα μαζί τους. Ο πατέρας μου συνάντησε τους γιατρούς και την άλλη φορά που ήλθε τους είδα και χθες το βράδυ. Τον διαβεβαίωσαν ότι είμαι εντελώς καλά και πρόκειται να μου βγάλουν το γύψο.
Επίσης του είπαν πως θα μου δώσουν άδεια αναρρωτική τουλάχιστον δύο μήνες. Θα μου κάνουν ενέργεια να την περάσω στο σπίτι μας λόγω της ειδικής αγωγής που μου είναι απαραίτητη αυτό τον καιρό
Το βράδυ τα αγαπημένα μου πρόσωπα με φιλούν και φεύγουν.
29 Δεκεμβρίου 1921.
Έρχεται ο προς πατρός πάππος μου. Είναι ιερέας και πολύ ηλικιωμένος 94. Τα χρόνια των ομορφαίνουν. Τα κάτασπρα μακριά γένια και τα μαλλιά του του δίδουν βιβλική μεγαλοπρέπεια. Και εκείνο το ευθυτενές παράστημα του δεν έχει διόλου επηρρεαστεί από την ηλικία του. Μου λέει λόγια χριστιανικά. Ο θεός είναι πατέρας όλων μας. Και θυσία για την πίστη και την πατρίδα οικογενειακή μας παράδοση
Μου αριθμεί τους προγόνους μας, τα αδέλφια του, τα παιδιά του που πολέμησαν για αυτά τα ιδανικά. Τον ακούω με μεγάλο σεβασμό και μου είπε πως συνάντησε και εκείνος το γιατρό ,και τον διαβεβαίωσε πως θα μου δώσουν άδεια. Και τότε θα τα ξαναπούμε . Συγκινημένος με αποχαιρετά το απόγευμα να γυρίσει στο χωριό.
30 Δεκεμβρίου 1921. Με βάζουν στο χειρουργείο. Μου κάμουν μεγάλη εξέταση. Πιστεύω σήμερα θα με απαλλάξουν από το γύψο. Δυστυχώς δεν γίνεται. Εδώ διαμαρτύρομαι έντονα. Φωνάζω θα φύγω έτσι με το γύψο ή θα αυτοκτονήσω άλλο δεν μπορώ να υποφέρω! χειρονομώ κινούμαι σαν παλαβός .
Ένας Ιππίατρος χειρουργός στο νοσοκομείο μου λέει καλά θα σε τακτοποιήσουμε μην ανησυχείς δεν θα πάθεις κακό. Κάνω μικρό κουράγιο. Πραγματικά ύστερα από λίγο αρκετά ακόμη ένας γιατρός πολίτης με εξετάζει και εκείνος προσεκτικά. Μετά κόβουν το γύψο και με ελευθερώνουν άμα έμεινα τέσσερις μισές 4,5 μήνες μέσα σε αυτόν.
Όσον αφορά την Άννα πάντα τη θυμούμαι. Αλλά μένω με την εντύπωση πως αυτή με ξέχασε.
31 Δεκεμβρίου 1921
Με κρατούν 2 νοσοκόμοι και μου κάνουν βόλτες στο θάλαμο. Μετά με αφήνουν μόνο με δύο δεκανίκια. Ύστερα ένα δεκανίκι και ένα ειδικό μπαστούνι.
Σε όλες τις περιπτώσεις αισθάνομαι. Δεν καταλαβαίνω να πονώ η άλλη ανωμαλία.
Ο γιατρός είναι ενθουσιασμένος. Τον ρωτώ πότε θα μπορώ να βγω στην αυλη; Μου απαντά ίσως μεθαύριο.
1 Ιανουαρίου 1922
Πρωτοχρονιά.
Πολύς κόσμος στο νοσοκομείο. Κάθε Χανιώτης κάθε Χανιώτισσα έρχονται φορτωμένοι με πράγματα. Τρόφιμα πουλόβερ κασκόλ, εσώρουχα κι άλλα πρακτικά δώρα.
Κατά τις 11:00 το πρωί βλέπω το ωραίο παράστημα του πατέρα μου να μπαίνει στο θάλαμο. Έρχεται και με φυλεί πράγμα σπάνιο γιατί δεν είναι εκδηλωτικός. Αποχθές βράδυ είναι στα χανιά πήγε στο γιατρό πληροφορήθηκε από εκείνον πως μου έκοψαν το γύψο, ότι είμαι τελείως καλά, ότι δεν θα μου μείνει τίποτα ούτε ελάτε ούτε ενόχλησης.
Και ο πατέρας μου είναι ενθουσιασμένος. Κατά το μεσημεράκι βλέπω με κάποια έκπληξη τον πατέρα της Άννας. Κρατά και εκείνος ένα δεματάκι. Τον έχω γνωρίσει. Όταν ο Δημήτρης ήταν εδώ ήρθε δύο ή ο τρεις φορές.
Μίλησαν με τον πατέρα μου πολιτικά, κοινωνικά, διάφορες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο καθένας στη ζωή του, σαν να είναι παλιοί φίλοι. Κατά τις 2.00 έφυγαν μαζί για το σπίτι του πατέρα της Άννας. Επέμεινε πάρα πολύ να περιποιηθεί τον πατέρα μου. Και εκείνος παρά την αρχική ευγενική του άρνηση δεν μπόρεσε τελικά πάρα να πάει. Άμα έφυγαν άνοιξε το δεματάκι περιμένοντας να δω σημάδι της Αννας.
Δυστυχώς δεν υπάρχει τίποτα. Το περιεχόμενο του δέματος είναι δύο ζεύγη μάλλινες κάλτσες μία μάλλινη φανέλα και μερικά μαντηλάκια.
Το απόγευμα έρχεται πάλι ο πατέρας μου. Μου λέει καλά λόγια για τον πατέρα της Άννας η μητέρα της μία αδελφή μικρότερη και για την ίδια την Άννα. Πολύ καλό σπίτι.
Φεύγει και όπως η γιατροί τον βεβαίωσαν πως θα πάρω άδεια και θα την περάσω από το σπίτι μας, μου παραγγέλνει να τον ειδοποιήσω μία μέρα πριν να έρθει να με παραλάβει.
2 Ιανουαρίου 1922.
Την στιγμή που γίνονται ασκήσεις κάνει επίσκεψη ο γιατρός. Εκτελώ βηματισμούς με δύο νοσοκόμους και με δύο δεκανίκια με ένα δεκανίκι με ένα μπαστούνι και ένα νοσοκόμο με δύο μπαστούνια και με ένα χωρίς νοσοκόμο και τελικά βαδίζω χωρίς να στηρίζουμε πουθενά.
“Είσαι πολύ καλά” μου λέει ο γιατρός “δεν πρέπει να κουράζεσαι” του λέω “Πότε θα μπορώ να κατέβω στην πόλη;” μου απαντά την ερχόμενη Κυριακή θα μπορέσεις να πας μέχρι τη Σχολή Καλογριών και να γυρίσεις όχι παραπέρα μπορείς να μπορεί να πάθεις κακό”.
Η Σχολή Καλογρεών απέχει από το νοσοκομείο 150 με 200 m.
9 Ιανουαρίου 1922
Κυριακή. Με μεγάλη ανυπομονησία περιμένω να έρθει τούτη ημέρα που θα βγω. Ετοιμάζομαι από το πρωί. Φορώ την καινούργια στρατιωτική στολή που μου έδωσαν στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να με στείλουν στα χανιά.
Παίρνω το μεσημέρι το συσσίτιό μου τρώω εγώ και ευθύς φεύγω. Φτάνω στο δρόμο Ελευθερίου Βενιζέλου και των ακολουθώ προς Χανιά. Θέλω να βρω την Άννα και αποφασίζουν να πάω σπίτι τους με πρόφαση να ρωτήσω αν έχουνε νέα από τον Δημήτρη. Ασφαλώς και αυτά με ενδιαφέρουν όμως κατα δεύτερο λόγο. Προχωρώ μέχρι το σημείο ο δρόμος Μπόλαρη έρχεται από τα δικαστήρια και κόβει την Ελευθερίου Βενιζέλου. Δεξιά καθώς κατεβαίνουμε στα Χανιά είναι ένα σπίτι με δύο μαρμάρινες κολώνες στην πρόσοψή του, λίγα σκαλοπάτια κιγκλείδωμα και σιδηρόπορτας στο δρόμο. Τούτη εξώπορτα έχει ένα σκαλοπάτι απ έξω. Καταλαβαίνω πόνο στην πλάτη και κάθομαι.
Το δεκανίκι και το μπαστούνι βάζω δίπλα μου. Πέρνα μπροστά μου ένας αξιωματικός του ναυτικού. Δεν σηκώνομαι να τον χαιρετήσω γιατί δεν μπορώ. Αυτός σταματά μου φωνάζει και χωρίς να με αφήσει να του μιλήσω μου λέει προσβλητικά λόγια.
Ο καημός μου είναι μεγάλος. Το δεκανίκι και το ραβδί αξίζουν μεγαλύτερο σεβασμό.
Απέναντι από το σκαλοπάτι που κάθομαι στην αντικρινή μεριά του δρόμου είναι καφενείο. Ψηλά όμως δεν έχει είσοδο από την Ελευθερίου Βενιζέλου. Ανατολικότερα από το δρόμο Μπόλαρη την έχει. Οι θαμώνες παρακολουθούν τη σκηνή κινούνται αμέσως μία δεκαριά να έρθουν ο αξιωματικός τους αντιλαμβάνεται και τρέχει να εξαφανιστεί.
Με παραλαμβάνουν και με οδηγούν στο καφενείο. Τούτη την κρίσιμη στιγμή ξαφνικά βρίσκεται μπροστά μου η Άννα. Με προσήλια και μεγάλο ενδιαφέρον με χαιρετά. Στηρίζωμαι στον ώμο της ως το καφενεί,ο όπου με περιποιήθηκαν οι ευγενείς Χανιώτες.
Ύστερα με ρωτάει Άννα “πού πας;” απαντάω “στο νοσοκομείο.” Πάλι προσφέρονται οι υποχρεωτικοί άνθρωποι να με πάνε. Παρεμβαίνει όμως η Άννα. Χαιρετώ ευχαριστώ και ξεκινούμε από του Μπόλαρη για τη Χαλέπα η Άννα με κρατά σφιχτά και στηρίζομαι σε αυτήν όσο μπορώ. Έτσι βαδίζουμε. Ο πόνος και οι άλλες ανησυχίες με έχουν αφήσει και νιώθω μία αφάνταστη ευχαρίστηση μια ανήποτη ευδαιμονία γιατί είμαι κοντά σε εκείνο το πλάσμα που γεμίζει το είναι μου.
Καθόμαστε και κάπου κάπου στο δρόμο όχι τόσο από ανάγκη αλλά για να παρατείνουμε το χρόνο σύντροφιάς μας. Τη ρωτώ γιατί δεν ήρθε τόσο καιρό στο νοσοκομείο μου απαντά πως δεν την άφηναν από το σπίτι τους και μάλιστα κάθε Κυριακή απόγευμα καταλάβαινε πως θα την περιμένω κλεινότανε στο δωμάτιό της και έκλαιγε. Πώς τούτο απόγευμα τόσκασε αδιαφορώντας για το ότι θα συμβεί και ερχότανε στο νοσοκομείο. Και πρόσθεσε μου παράγγειλε και ο Δημήτρης να ρχομαι να σε βλέπω.
Εγώ καταλαβαίνω ποια είναι το αληθινό νόημα της όλης κουβέντας και της συμπεριφοράς της Άννας. Δεν είναι αδιάφορη προς εμένα.
Θα κάναμε δύο ώρες στο δρόμο. Εν τω μεταξύ φτάνουμε έξω από την εκκλησία της Αγίας Μαγδαληνής. Δεν ξέρω γιατί μπήκαμε μέσα. Ανάβουμε από ένα κερί και κάθομαι σε ένα σκαμνί και η Άννα στέκεται δίπλα μου. Τής πιάνω το χέρι, κοκκινίζει και η χαμηλώνει το βλέμμα της. Εγώ της εξομολογούμαι “Άννα δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα ότι όταν δεν είσαι κοντά μου σε σκέπτομαι όλη την ώρα σε προσμένω σε αγαπώ”. Η Άννα δεν μιλά. Κοιτάζει το πάτωμα της εκκλησίας και εγώ εξακολουθώ”θέλω να σε παντρευτώ θα σε κάνω παντοτινό σύντροφο της ζωής μου. Να βλέπω με τα μάτια σου και να αισθάνομαι με την καρδιά σου. Θέλω να γίνεις ο ήλιος που θα φωτίζει και θα θερμαίνει το δρόμο της ζωής μου”
Τώρα αρχίζει να κλαίει και το κλάψιμο κάνει πιο θελκτικά τα γεμάτα γοητεία μάτια της. Της λέω “τι λες και εσύ για όλα αυτά γιατί κλαις;”μου απαντά “εκείνο που εσύ αισθάνεσαι για το άτομο ακριβώς το ίδιο ίσως και περισσότερο αισθάνομαι και εγώ για σένα. Μα αν με ζητήσεις από τον πατέρα μου δεν θα με δώσει. Τον άκουσα να λέει πολλές φορές είσαι καλό παιδί απο καλή οικογένεια με ευρύ μέλλον αλλά το παρόν σου είναι απελπιστικό. Είσαι στρατιώτης και το σπουδαιότερο τραυματίας και δεν ξέρει κανείς αν θα γιατρευτείς γιατί τα τραύματά σου είναι στη σπονδυλική στήλη. Και μάλιστα αυτό το φόβο του τον είπε και στον πατέρα σου όταν ήρθε στο σπίτι μας. Ο πατέρας σου απάντησε “. Με διαβεβαίωσαν οι γιατροί και τώρα είναι εντάξει, Δόξα Σοι ο Θεός”. Πάντα όμως ο δικός μου πατέρας έχει τους δισταγμούς του” της είπα”αισθάνομαι τελείωσε. Σύντομα θα βγω και από το νοσοκομείο αποθεραπευμένος. Έρχεσαι τότε να σε πάρω στο Ρέθυμνο και εκεί να παντρευτούμε;”η αληθινή αγάπη δεν γνωρίζει επιφυλάξεις και δε χρησιμοποιεί τη λογική. Είναι το αίσθημα που διευθύνει. Η Άννα μου απαντά ανεπιφύλακτα και αποφασιστικά “ναι θα έρθω”.
Αυτές τις δύο μαγικές λέξεις ειπώθηκαν δυνατά ανήκει σαν στο θόλο της κομψής εκκλησίας και στα τρίσβαθα της ψυχής μου. Προσθέτω”τώρα θα πάμε μαζί στο νοσοκομείο. Εφημερεύει ο γιατρός κ. Είναι και διευθυντής. Θα τον παρακαλέσω να μου πει ακριβώς την ημέρα και την ώρα που θα εξέλθω.
Την ίδια μέρα στις τρεις η ώρα το απόγευμα θα με περιμένεις ή θα σε περιμένω σε συμβολή των δρόμων Μπολαρη και Βενιζέλου, εκεί που με συνάντησες με τους Χανιώτες .σύμφωνοι;” Μου απαντά ” Απολύτως σύμφωνοι”.
Ανταλλάσσουμε παρθενικό φιλί. Το γλυκύτερο και το ιδανικότερο που υπάρχει σε όλη την ανθρώπινη ζωή .
Πάμε αμέσως στο νοσοκομείο. Λέω στον διευθυντή “0 θείος μου ο Καππαδόκωστας θέλει να τον πληροφορίσω ακριβώς την ημέρα μου της εξόδου μου από το νοσοκομείο”. Ο διευθυντής ψάχνει τα χαρτιά του και μου απαντά “γράψε χαιρετίσματα και στο θείο σου από μένα. Και όταν θέλει θα σε βγάλουμε“. Του επαναλαμβάνω “μου έγραψε επιθυμία του είναι να με βγάλετε την ερχόμενη κυριακή 16 Ιανουαρίου το μεσημέρι” μου λέει” εντάξει βγάλουμε τότες”.
Τούτα ελέγχθησαν μπροστά στην Άννα και καθώς φεύγει για το σπίτι της τη συνοδεύω στην αυλή. Πάλι της λέω “σύμφωνοι;” Απαντά” ναι, ναι συμφωνώτατοι“. Όπως απομακρύνεται η εξαίρετη σιλουέτα της σηκώνει το κομψό της χέρι και μου φωνάζει χαρούμενα”γεια!“.”στο καλό” λέω και την παρακολουθώ μέχρι που στείλει στη γωνία και χάνεται η θελκτική και αξέχαστη μορφή της.
15 Ιανουαρίου 1922.
Μου δίδουν το εξιτήριο, δύο μήνες αναρρωτική άδεια και οδηγίες διάφορες για την αποθεραπεία μου. Περιμένω να ξημερώσει η αυριανή ημέρα και να ολοκληρωθεί η ευτυχία μου.
16 Ιανουαρίου 1922.
Πρωί-πρωί έρχονται στο νοσοκομείο άντρες του ναυτικού παίρνουνε εμας όλους τους Κρητικούς που έχουμε άδειες. Οι άλλοι δεν ήρθαν απ έξω, αλλά υπηρετούσαν στην Κρήτη. Αρρώστησαν ή τραυματίστηκαν σε συμπλοκές με κακοποιούς.
Παρά τις έντονες διαμαρτυρίες και παρακλήσεις μας, μας βάζουν σε δύο καμιόνια και μας οδηγούν στη Σούδα. Εκεί μας φυλάγουν άγρυπνα μέχρι τις 12:00 το μεσημέρι, που έρχεται ένα βαπόρι “Αγία Ζώνη“, μας επιβιβάζουν με ισχυρή συνοδεία η οποία και παραμένει στο πλοίο. Εκεί μας εξηγούν πως την αναρρωτική άδεια μας θα την περάσουμε σε ειδικούς λόχους όπως έγινε και για άλλους.
Θα ναι μία η ώρα και σε σκέψη πως στις τρεις θα πάει η Άννα στο γνωστό σημείο να με περιμένει, γίνομαι τρελός.
Μία στιγμή όμως στέκομαι στην πλώρη του βαποριού και οι συνοδοί μας φυλάγουν τις σκάλες, αποφασίζουν να φύγω.
Κρύβουμε πίσω από ένα βίντσι, βγάζω τα ρούχα μου γρήγορα τα τυλίγω σε ένα αντίσκηνο και τα δένω στην πλάτη μου. Ύστερα πηδάω στην άκρη στην κρύα θάλασσα του Γενάρη που την κάνει ζεστή ένας αγνός σφοδρός και ειλικρινής έρωτας.
Κατα κακή μου τύχη με βλέπουν από το βαπόρι και φωνάζουν καθώς προχωρώ προς τη στεριά.
Στέλνουν μία βάρκα να με πιάσει αλλά αυτή μάλλον μου κάνει πλάτες. Αλλάζω κατεύθυνση να βγω παραπέρα. Ο βαρκάρης με κρύβει το καταλαβαίνουν οι φρουροί ρίχνουνε στη θάλασσα άλλη βάρκα με 6 κουπιά και ναύτες και τότε μου λέει έλα μαζί μου. Αυτοί θα σε κακοποιήσουν.
Πραγματικά με τραβά στη βάρκα του και με βγάζει στην παραλία που είναι οι στρατιώτες οι πολλοί. Τους λέω”; Τι θέλετε δεν βλέπετε την κατάστασή μου;” Με πιάνουνε συνοδεία να με ξορίζουν σαν τον χειρότερο εγκληματία. Ένας μόλις βλέπει τις πληγές λέει αφήστε τον άνθρωπο και κανείς δεν με αγγίζει. Φτάνουν όμως ναύτες και χωροφύλακες με συλλαμβάνουν, μου φορούν τα υγρά ρούχα και με γυρίσουν στο βαπόρι. Είναι αλήθεια πως δεν με κακομεταχειρίστηκαν.
Προσποιήθηκαν μάλιστα τους στεναχωρημένους ,γιατί αναγκάζονται να κάνουν άδικο και αδικαιολόγητο καθήκον όπως με προσέχουν επίμονα όση ώρα το πλοίο είναι στη Σούδα. Έρχεται επάνω ένας αξιωματικός του λιμεναρχείου να με ανακρίνει. Με ρωτά γιατί έπεσε στη θάλασσα; Του απαντώ “ήθελα να λιποτακτήσω”. Μου λέει”για ποιο λόγο” του παρουσιάζω τα χαρτιά μου το εισιτήριο του νοσοκομείου που αναγράφεται λεπτομερώς η έκτασης και η σημασία της παθήσεως μου ώστε να δικαιολογείται δίμηνο σε αναρωτική άδεια “ήτοις θέλει διανυθεί μετά “ΙΔΙΑΙΤΕΡΑΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ ΚΑΙ ΦΡΟΝΤΙΔΟΣ”, του διηγούμε μία ιστορία γεμάτη από έμπρακτη αγάπη και αυταπάρνηση για την πατρίδα την ίδια τη δικιά μου ιστορία του Μετώπου και του εκφράζω τη θανάσιμη οδύνη και την αγωνία μου γιατί μεταχείριση που μου κάνουν οι άνθρωποι των μετώπισθεν, αυτή που μόνο η εφημερίδες γνώρισαν τον πόλεμο!
Του προσθέτω πως μπορεί η διαταγή να αφορά τους Κρητικούς που υπηρετούν στο νησί και αρρωσταίνουν ή τραυματίζονται σε αυτό και παίρνουν άδειες και όχι εμένα που έρχονται από το Σαγκάριο. Εχω 7 ολόκληρα χρόνια που λείπω και εν πάση περιπτώσει αυτό που έκαμα είναι απόπειρα λιποταξίας ή στο εσωτερικό στρατιωτικό ποινικό αδίκημα και πρέπει να κρατηθώ στη στρατιωτική φυλακή Χανίων μέχρι να αποφασίσει ο Στρατιωτικός Διοικητής.
Ο Λιμενικός Αξιωματικός είναι φιλότιμο και ευγενικό παιδί άμα του μίλησε έτσι παίρνει τα χαρτιά μου και μου λέει”θα κάνω για σένα ότι μπορώ.”
Πάει στο Στρατιωτικό Διοικητή μετά μία ώρα γυρίζει και με πληροφορεί ότι εκείνος φρονεί πως η διαταγή που εκτελεί δεν προβλέπει καμία εξαίρεση και πρέπει να φύγω. Όσον αφορά το αδίκημα της απόπειρας λιποταξίας σταματά κάθε ενέργεια διότι διατελώ επ’ άδεια και δεν συνετελέσθη καμία παράβασις του Στρατιωτικού ποινικού νόμου.
Στις τρεις ξεκινά το βαπόρι βγαίνουν οι φρουροί και τους δίδω να ρίξουν στο ταχυδρομείο ένα γράμμα για τον πατέρα μου.
Έχω ξεπαγιάσει όμως τα ρούχα μου είναι βρεγμένα και ο αέρας της θάλασσας με χτυπά στο κατάστρωμα
Μα και η συμφορά τις αποφράδας αυτής ημέρας με έχει βυθίσει σε μία βαθιά φοβερή δοκιμασία
Ο θερμαστής του βαποριού ο Λάμπρος από την Ύδρα που παρακολούθησε τη σκηνή με πλησιάζει στα καζάνια. Εκεί μου δίνει ζεστό τσάι, κονιάκ και συνέρχομαι. Ξαπλώνομαι ζεσταίνομαι στεγνώνω και έτσι κάπως αλαφραίνει το τραγικό ταξίδι.
17 Ιανουαρίου 1922
Φτάνουμε στο λιμάνι του Πειραιώς.
Μας οδηγούν και μας κλείνουν σε βρώμικο λόγο προσκολήσεως. Μέσα είναι όλοι οι ανυπότακτοι οι κατάδικοι που έχουν πιάσει και τους ετοιμάζουν για τη Σμύρνη. Σε αυτήν την αποστολή ζητώ να μπω επιμόνως
Και πραγματικά το πρωί φεύγουμε. Πάντα με συνοδεία.
ΜΑ)ΣΜΥΡΝΗ – ΝΑΡΛΙΚΙΟΙ
22 Ιανουαρίου 1922.
Είμαστε στο λιμάνι της Σμύρνης. Προσπαθώ να βάλω τις σκέψεις μου σε κάποια τάξη.
Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τόσο σκληρά και ραγδαία εξελίχθηκαν τα τελευταία γεγονότα. Τι έκαμα τέλος πάντων για να μου συμπεριφερθούν με αυτό τον τρόπο; Η δικαιολογία πως οι Κριτικοί μόλις πατήσουν στην Κρήτη λιποτακτούν δεν στέκεται.
Στο μέτωπο υπηρετούν πολλοί. Παίρνουν άδειες και μόλις τελειώσουν όπως γνωρίζω εξ’ ιδίας αντιλήψεως γυρίζουν. Ιδιαίτερα στο δικό μου μυαλό που δεν πέρασε η διά της λιποταξίας.. δεν μπορώ να χωνέψω την αδικία αλλά αναγκάζομαι να υποταχθώ στο μοιραίο.
25 Ιανουαρίου 1922.
Με προωθούν στο Έμπεδο πυροβολικό Στρατιάς Μικράς Ασίας στο Ναρλί -κιοι, ένα προάστιο της σμύρνης. Εδώ στο Εμπεδο θα διανύσω την άδειά μου. Δύο μήνες αναρρωτική.
27 Ιανουαρίου 1922. Περνώ καλά κοιμούμαι αναπαυτικότατα και η διατροφή μου είναι ξεχωριστή. Έχουν ειδικό συσσίτιο για μένα και για άλλους τρεις με αναρρωτικές άδειες. Όμως διαρκώς το μυαλό μου στριφογυρίζει στην Άννα. Και τι θα λέει το αγαπημένο μου κορίτσι που δεν πήγα στη συνάντησή μας της 13ης Ιανουαρίου;
Θυμούμαι πως στο περιστατικό της Σούδας ήσαν πολύ πάρα πολλόι παρόντες πολίτες και στρατιώτες. Όλοι ρωτούσαν ποιος είμαι και το όνομά μου έγινε γνωστό. Ίσως φτάσει στα αυτιά της Άννας η πληροφορία. Θέλω να μάθει την αλήθεια. Να μην νομίζει πως τη γέλασα. Μου είναι οδυνηρό, ανυπόφορο έστω και για μια στιγμή να σκεφτεί πως ο λόγος μου δίνεται τίμιος και ανδρικός.
30 Ιανουαρίου 1922.
Δηλώνω στην υπηρεσία ότι θα πάω στο Κορδελιό. Σκοπός μου να συναντήσω τον Δημήτρη.
Εκεί περνάει αυτός την άδειά του.
Το μεσημέρι φτάνω στο Λόχο. Άτυχος κι εδώ. Δεν τον βρίσκω. Τον έχουν μεταθέσει σε Σύνταγμα πεζικού του δεύτερου Σώματος Στρατού. Ούτε τη διεύθυνση του ξέρει κανείς.
Το βράδυ γυρίζω στις Σμύρνη.
Για μένα τώρα είναι ξένη και αυτή. Ο Εξάδελφός μου ο.Π ο φοιτητής της ιατρικής που υπηρετούσε εδώ στο νοσοκομείο έχει μετατεθεί στο Ουσάκ. Στον κύκλο του φαέθωνος και του “Φρικτού λαθους” δεν θέλω να πάω. Εκείνος που με συνέδεε με αυτήν τη συντροφιά των καλλιτεχνών, ο γλύπτης που υπηρετούσε μαζί με την ΧΧΧα Μ.Ο.Π πέθανε ξαφνικά από φυματίωση σε κάποιον νοσοκομείο των Αθηνών.
Όπως πληροφορούμαι και η Δάφνη παντρεύτηκε στην Αλεξάνδρεια. Μένω στη Σμύρνη δύο ώρες
Ύστερα με το τρένο πηγαίνω στο Μπουρνόβα. Στο σιδηροδρομικό σταθμό Μπασμαχανέ λες διασκεδάζω με το επόμενο θέαμα.
Ένας εγγλέζος στρατιώτης έχει σφιχτα αγκαλιασμένη μια μικρή. Αυτή δεν ξέρει τη γλώσσα του και εκείνος προσπαθεί να της μιλήσει ελληνικά. Προηγούνται αμέσως από μένα στο θηρίδιο εκδόσεως εισιτηρίων. Πλησιάζει ο εγγλέζος και λέει στον υπάλληλο
-2. Ένα πολί-τικο και ένα στγα-τι-ωτικο ευκα-γιστω. Και κορίτσι ” Σε α-γκα-πω”.i love you.κα-ταλα-βαινω;
Σε αυτό το ευθυμο ύφος διεξάγεται ευχάριστος διάλογος. Ένας γέρος Σμυρνιός πεπειραμένος και πονηρός μου λέει:
-στο τέλος αυτή θα έχει τα χρήματα του εγγλέζου μέχρι και τελευταίας πένας και αυτός θα μείνει με το agapo.
31 Ιανουαρίου 1922
Μόλις γυρίζω στο Ναρλί Κιόι. Γράφω στον πατέρα της Άννας τα εξής;
“Σεβαστέ μου κύριε,
σας ζητώ συγνώμη διότι δεν πέρασα να σας αποχαιρετήσω. Απροσδόκητος και εντελώς αιφνιδίως έφυγα από τα Χανιά και μάλιστα υπό αυστηράν συνοδείαν. Τώρα υπηρετώ εις Ε.Π.Σ.Μ Α–Τ.Τ 902. Μετά τιμής και υπολήψεως.“
20 Φεβρουαρίου 1922.
Παίρνω γράμμα από τον πατέρα. Μου γνωρίζει πως έλαβε το γράμμα μου της Σούδας πως διαδόθηκε για μένα ότι προσπάθησα να το σκάσω από το βαπόρι, μάλιστα δημοσίευσε την είδηση και η χανιώτικη εφημερίδα η οποία όμως με δικαιολογεί και ζητά από την κυβέρνηση να επιτρέπει στους Κρητικούς να περνούν τις αναρρωτικές τους άδειες στα σπίτια τους όπως και όλοι οι άλλοι Έλληνες στρατιώτες . Αυτό που γίνεται είναι υβριστικό για την Κρήτη και τους Κρητικούς.
Το γράμμα που στέλνω στον πατέρα της Άννας θα το πάνε στο μαγαζί του. Ίσως ούτε να το διαβάσει.
Στην Αννα απευθείας δεν γράφω γιατί μου είχε πει πως τα γράμματά τους, που πηγαίνουν στο σχολείο, τα ανοίγει πρώτα η διεύθυνσης. Ύστερα τα δίδουν στους γονείς των κοριτσιών αυτοί, όλες τις φορές που αποστολέας δεν τους αρέσει τα σχίζουν και τα κορίτσια δεν παίρνουν είδηση. Αργότερα σκέφτηκα πως η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς. Της γράφω ένα γραμμα αμεμπτο και της λέω:
“Δεσποινίς χωρίς να το θέλω έφυγα με συνοδεία από το νοσοκομείον και οδηγήθηκα και οδηγήθην εις πλοίον εναυλόχει εις Σούδαν. Εκεί συνεχώς ημουν υπό επιτήρηση μέχρι τις αναχωρήσει μέχρι της αναχωρήσεως μας δια Πειραιά. Συγνώμην σας ζητώ διότι δεν ηδυνήθη να διέλθω από την οικία σας να σας αποχαιρετήσω. Βεβαιωθείτε όμως ότι αισθάνομαι πάντοτε υποχρεώσεις δια όλους σας κατά το διάστημα της νοσηλείας μου ή στο αυτοθι νοσοκομείον, μου δώσατε μεγάλη προσοχή και παρηγορίαν.
Μεθ‘ υπολήψεως Μ.Π.Ε.Σ.Μ.Α.Τ.Τ902“.
29 φεβρουαρίου 1922.
Στο Ναρλί κιοϊ περνούμε θαυμάσια. Έχω τώρα μήνα και πέντε μέρες χωρίς να ασχοληθώ με τίποτε. Φαΐ και ξάπλα
Από το σπίτι μου και άλλους φίλους μου της Κρήτης παίρνω συνέχεια γράμματα. Από την περιοχή της Άννας υπάρχει απογοητευτικό φράγμα σιωπής. Αυτό με κάνει να είμαι δυστυχισμένος.
Το Ναρλί κιόϊ είναι ωραίος γραφικός και έφορος τόπος.
Ο Δεσπότης της Σμύρνης έχει κάτασπρο σπιτάκι εδώ, περιτριγυρισμένο από μεγάλο δροσερό και γεμάτο άνθη, εσπεριδοειδή, οπωροφόρα περιβόλι, αιωνόβια κυπαρίσσια και άλλα δέντρα.
Και το Χειμώνα έρχεται στις λιακάδες. Το αμάξι που χρησιμοποιεί ένα μαύρο κλειστό οδηγούμενο από δύο καλοπεριποιημένα άλογα, οι πόρτες του είναι κίτρινες με ζωγραφισμένους επάνω τους μαύρους δικέφαλους αετούς από ένα η κάθε μία.
Οι κάτοικοι του χωριού είναι κατά τα 77% Έλληνες Μικρασιάτες νησιώτες και ένας Κρητικός ο μπάρμπα Ανδρέας, μοναδική περίπτωσης Κρητικού χριστιανού που συνάντησα στην ύπαιθρο της Μικράς Ασίας.
Οι άλλοι είναι Τούρκοι και από τούτους 4 οικογένειες Κριτικοί. Το κυρίαρχο πιο προοδευτικό στοιχείο είναι η Ελληνες, ακολουθούν οι Κριτικοί Τούρκοι και τελευταίοι έρχονται οι ντόπιοι.
Οι έλληνες έχουν εκκλησία και παππά ένα Σαμιώτη που μόνο τα φτερά του λείπουν. Δίπλα στην εκκλησία έχει το σχολείο. Εκεί μαθαίνουν τα Ελληνόπουλα να διαβάζουν τη γλώσσα τους και να τη γράφουν. Αυτήν έχουν για μητρική.
Επίσης την ιστορία του Έθνους των, πατριωτικά τραγούδια, βυζαντινή μουσική.
Όλοι μιλούν ελληνικά και έχουν ελληνική συνείδηση.
Ο μπάρμπα Ανδρέας είναι ένας υπερίψηλος άνδρας και κατάγεται από τα περίχωρα των Χανίων. Στην επανάσταση του 1889 αναγκάστηκε να εγκληματίσει στο χωριό του οι αντίπαλοι του είναι ισχυροί, θα τον σκότωναν και έφυγε από το νησί.
Ήρθε στη Σμύρνη νωρίτερα με τη γυναίκα του. Κατάγεται από το Ναρλί -Κιοϊ, παντρεύτηκε κατοίκησε εδώ και εμπορευότανε καπνά.
Έχει τέσσερις γιους στην Αμερική που τον συντηρούν πλουσιοπάροχα. Στο κέντρο του χωριού είναι το σπίτι του. Πολύ ρομαντικό έξω έχει μία μουρνιά στη ρίζα της είναι καθισμένος σχεδόν όλη την ημέρα και φουμάρει τον αργιλέ του.. θανε 80 χρονών. Ο αρχηγός μίας από τις τρεις Ρεθυμνιώτικες τουρκοκριτικές οικογένειες που μένουν εδώ ο Χασάν Αγάς από τον Πρίνο, ομίλικος του, έρχεται καμιά φορά και τον συντροφεύει. Λένε με σοβαρότητα και προσοχή να μην θίξει ο ένας τον άλλον ιστορίες παλιές.
Σήμερα επισκεπτόμαστε τον μπαρμπ’ Ανδρέα εγώ και ο άλλος Κρητικός που συνυπηρετούμε στο Έμπεδο ο Δεκανέας Ο.Β από το Σέλινο. Μας υποδέχεται ευχάριστα, παραγγέλνει στο απέναντι καφενείο και μας φέρνουν καφέδες. Μας φιλεύει και με ό,τι άλλο έχει από το σπίτι του, κάνουμε πάρα πολλές ενδιαφέρουσες κουβέντες.Εν τω μεταξύ τελειώνει η φωτιά του ναργιλέ δεν την ανανεώνει σημείο πως λήγει η συζήτησης.
Αποχαιρετούμε φεύγουμε και εκείνος μας παρακαλεί να ερχόμαστε συχνά και να τον βλέπουμε.
Από τις 4 Τουρκοκριτικές οικογένειες που μένουν στον Ναρλί- κιοϊ οι τρεις όπως είπαμε είναι Ρεθυμνιώτικες, η τέταρτη Χανιώτικη
Οι άντρες τους φορούν Κριτική στολή βράκες. Δεν έχουν όλα σχέσεις με τους ντόπιους Τούρκους ούτε και με τους χριστιανούς. Συνδέονται στενά μεταξύ τους αποκτήσανε μεγάλες ακίνητες περιουσίες
Και όπως είναι ενωμένοι και μονόβουλοι τους φοβούνται όλοι οι άλλοι κάτοικοι του χωριού.
Ο κρητικός δεκανέας Ι.Β γνωρίστηκε πρώτα με τους Κρητικούς Τούρκους σύστησε ύστερα και μένα. Μας περίποιούνται πάρα πολύ μας δείχνουνε μεγάλη αδελφική μπορώ να πω αγάπη. Στα σπίτια τους μαγειρεύουν Κρητικά φαγητά και μας κάνουν συχνά τραπέζι. Με πάνε και σ’ένα κοντινό χωριό το ωραίο Μπουνάρ Μπάσι, με τα πολλά νερά όπου κατοικούν 18 οικογένειες τουρκοκρήτες και στο σπίτι ενός που ο πατέρας του ήταν από το χωριό Ατσιπάδες Αγίου Βασιλείου παίρνουνε τη λίρα και χορεύουν πεντοζάλι, σούστα, συρτό, καστρινό.
Ο Γιαννιτσαράκης έτσι λέγεται αυτός που γλεντούμε στο σπίτι του, είναι πολύ λεβέντης δεν έχει σχέση με τους ασχημουρηδες και κακοιαμωμένους ντόπιους Τούρκους. Μα και όλοι οι Τουρκοκριτικοί έχουν φανερά τα γνωρίσματα της Κρητικής φυλής και δεν ξέρουν άλλη από την ελληνική γλώσσα.
Τις μέρες που είμαι στο Ναρλί κιοϊ πέθανε μία Κρητικιά Τούρκησα. ο Χότζας του χωριού δεν ξέρω γιατί δεν ήθελα να τη θάψει, πήγαν τα παιδιά της στο τούρκικο καφενείο έσπασαν το θαμώνες και τον χωριανό Χότζα στο ξύλο, ύστερα έφεραν από τις Σμύρνη ένα Ρεθυμιώτη Χότζα τον Σιναμεκη εκεί ήταν γείτονας μου στο Ρέθυμνος και πολύ φίλος του πατέρα και την έθαψε. Πήγα και εγώ με τον άλλον Κρητικό στη κηδεία.
Στο Ναρλι κιόϊ είναι βέβαια πολλές γυναίκες μα μία ξέρει που κατοικεί εδώ είναι ωραιότερη απ’ όλες. Πραγματικά δεν της λείπει τίποτα.Σώμα, χρώμα ομορφιά. Μυαλό μόυ φαίνεται να μην έχει αρκετό .
Είναι παντρεμένη, ο άντρας της λείπει δίδει θάρος σε πολλούς που μαλώνουν μεταξύ τους ποιος θα είναι οριστικός κατακτητής.
Ο παπα- Σαμιώτης τη συμβουλεύει αλλά δεν νομίζω πως αυτό την εξυπηρετεί επαρκώς. Δημιουργούνται καυγάδες εξαιτίας της και σήμερα μαχαιρώνονται δύο στρατιώτες. Ο Διοικητής του Εμπέδου την επισκέπτεται και της λέει: “είσαι ικανή μόνη σου να μου διαλύσεις το Έμπεδο που έχει 1500 στρατιώτες”. Και όντως έτσι ήταν.Με τη μεσολάβηση της εκκλησίας μετοίκησε στη Σμύρνη και εδώ τώρα βασιλεύει ειρήνη και γαλήνη.
Πόσο καλό μα και πόσο κακό μπορεί να κάνει μία γυναίκα
1 Μαρτίου 1922.
Φέρνουν κληρωτούς της κλάσεως του 1922 να γυμναστούν. Με καλεί ο Λοχαγός και με παρακαλεί αν είμαι καλά να διακόψω την αδειά μου και να λάβω μέρος στην εκπαίδευση. Και εγώ θέλω να τελειώνει να τελειώνει πια αυτή η αναρρωτική άδεια αρκετά ξεκουράστηκα.
Για να διακοπεί όμως επειδή είναι αναρρωτική χρειάζεται απόφασης της επιτροπής απαλλαγών και πηγαίνω σε αυτήν στη Σμύρνη. Γνωμοδοτεί ύστερα επεξέταση που μου έκαμαν ότι δύναμαι να εκτελώ πάσαν υπηρεσία. Γυρίζω στον Εμπεδο να δουλέψω. Έτσι ίσως μπορέσω με μία δυνατή απασχόληση να απαλλαγώ και από τη σκέψη της Άννας.
2 Μαρτίου 1922. Εκπαίδευση κληρωτών στο πυροβόλο δεν είναι πολύ εύκολο πράγμα. Μαθαίνουν την ονοματολογία του όπως και του κάθε μέρους και του κάθε εργαλείου του να το λύνουν και να το συναρμολογούν, να το φορτώνουν, να το εκφορτώνουν όταν είναι ορειβατικό, να κάνουμε σκόπευση και να πυροδοτούν. Η σκόπευσης προϋποθέτει γραμματικές γνώσεις. Στη μάθηση και την εκπαίδευση που κάνουν στο πυροβολικό περιλαμβάνεται ο Ίππος η σαγή, το δίτροχο, το τετράτροχο.
Εργάζομαι πολύ και κουράζομαι αλλά είμαι ευχαριστημένος. Αισθάνομαι αποκατεστημένη την υγεία μου. Πώς είμαι τελείως καλά. Φοβόμουν μήπως πονώ στην ιππασία αλλά ευτυχώς κάνω ασκήσεις”επί των ιππων” και “επί την γην”όπως και πριν.
30 Μαρτίου 1922.
Οι εκπαίδευση γίνεται εντατική. Σχεδόν δεν αναπαυόμεθα. Και οι νεοσύλλεκτοι έχουν γίνει ξεφτέρια. Καμία φυλή στον κόσμο δεν μπορεί να είναι τόσο έξυπνη σαν το ρωμιό. Αγράμματους μας έστειλαν ανθρώπους που ποτέ δεν έχουν δει μηχάνημα και τώρα για ένα μήνα δεν μένει τίποτα να τους μάθεις. Ένσφαιρη βολή κάναμε σήμερα με πυροβόλα των 7,5 Σναιδερ- Δαγκλή ορειβατικά. Ήταν άπταιστη χωρίς κανένα λάθος με ακρίβεια και εμπειρία που ξαφνιάζει.
1 Απριλίου 1922.
Μεγάλη Παρασκευή.
Ζητώ άδεια και πηγαίνω στη Σμύρνη. Ζωηρότατη κίνησης στην ελληνική τούτη πάλι πόλη λόγω της ημέρας. Τρέχουν οι άνθρωποι στα καταστήματα και ψωνίζουν τα λαμπριάτικα. Στους φούρνους φέρνουν οι κυράδες φροντισμένα και μοιρωμένα τα κουλουράκια και τα τσουρέκια τους. Γεμάτο κόσμου η εκκλησίες. Περνώ από την Αγία Φωτεινή
Εκατοντάδες άνθρωποι μπαίνουν και βγαίνουν. Γίνεται για ακολουθία των Ωρων . Με μεγάλη δυσκολία εισέρχομαι. Ποτέ δεν άκουσα τόσο καλύφωνους ψαλτάδες και παπάδες. Και δεν είδα τόσο ωραία στολισμένη εκκλησία. Μέσα στον επιτάφιο είναι ο εσταυρωμένος σχεδόν καλυμμένος από σπάνια άνθη της Θείας μικρασιατικής γης. Για πολύ ώρα συνεπέρνει την ψυχή μου η μυσταγωγία του Θείου δράματος.
Έρχεται στο μυαλό μου η περασμένη φορά σαν σήμερα που πάλι ήμασταν στις Σμύρνη. Πολύ διαφορετικά τα πράγματα. Τότες ήταν η χαρά ελπίδα και ευτυχία, τώρα παρακαλούμε να δώσει ο θεός να μη λάβει δραματική συνέχεια η περιπέτεια της Ελλάδος. Να μην έχει και αυτή κανένα επιτάφιο. Ο σχετικός φόβος είναι διάχυτος και πολύ επηρεάζει τις εκδηλώσεις για τις εορτές.
Σε αυτό το σημείο φεύγω από την εκκλησία. Συναντώ ένα κορίτσι που μοιάζει με την ΄Ζννα. Πάρα πολύ συγκινούμαι.
Πηγαίνω στο γραφείο γνωστού μου αστυνομικού. Τον ρωτώ πώς μπορώ να επικοινωνήσω με τα Χανιά; Μου λέει”το πράγμα είναι αδύνατο μόνο τηλεγράφημα μπορείς να στείλεις”.
Φεύγω από τη Σμύρνη γυρίζω στο Μπουρνόβα όπως συναντώ τον φίλο μου αξιωματικό Σ.
Τρώμε μαζί κουβεντιάζουμε ως τα μεσάνυχτα και κοιμούμαι εδώ. Ο Μπουρνόβας είναι ωραιό Ελληνικό χωριό και μεγάλο. Απέχει από το Ναρλι κιοϊ γύρω στα 3 χιλιόμετρα όπου φτάνω λίαν πρωί.
2 Απριλίου 1922
Μεγάλο Σάββατο.
Οι στρατιώτες ετοιμάζουν την αυριανή γιορτή. Θα λειτουργηθούμε στην ύπαιθρο απο στρατιωτικό ιερέα. Το Έμπεδο έχει 1500 άντρες και δεν υπάρχει εκκλησία να τους χωρέσει.
Μηχανικά λαβαίνω μέρος σε όλες τις προετοιμασίες. Το μυαλό μου διαβάζει αλλού. Αλλά και γενικά η μελαγχολία σκεπάζει τα πάντα.
Αφού δεν μπορώ να πάω στην Κρήτη ούτε να επικοινωνήσω αποφασίζω μόλις ξημερώσει η Δευτέρα να ζητήσω να φύγω στο μέτωπο. Ελπίζω ο κίνδυνος, η συγκίνησης, η μάχη να μου διαλύσουν τον εφιάλτη. Θα με απαλλάξουν από μία συνεχή ανάμνηση όμως γλυκιά αξέχαστη της Άννας.
5 Απριλίου 1922
Τρίτη του Πάσχα. Γίνεται μία αποστολή στρατιωτών για την ΧΧΧ Μεραρχία. Ζητώ επίμονα να περιληφθώ. Ο λοχαγός του Εμπέδου παραξενεύεται.
Μου λέει “πρώτη φορά βλέπω να θέλει ένα στρατιώτης με τόση επιμονή να πάει στο Μέτωπο. Τι σου συμβαίνει; δε μένεις εδώ ευχαριστημένος; μήπως σου λείπει κάτι; Του απαντώ “κύριε λοχαγε σας ευχαριστώ θέλω να πάω στο Μέτωπο γιατί υπάρχει ειδικός λόγος που δεν μπορώ να σας αναφέρω. Πάλι σας ευχαριστώ πολύ για ό,τι κάνατε για μένα τον καιρό της υπηρεσίας μας αλλά πρέπει να φύγω.”
Το βράδυ αναχωρούμε σιδηροδρομικώς από τις Σμύρνη για το Εσκισεχίρ. Πριν φύγω από το Ναρλι κι οϊ . Απόχαιρετώ τους Κρητικούς. Μου φιλοδωρούν ένα πουκάμισο ύφαντο Κρητικό και ο δωρητής ο Σάκης από το Μαρουλά μου λέει στο αυτί “αν σου τύχει ζόρε ντρετα να ρθεις επαε”.
ΜΒ) ΧΑΜΗΔΙΕ–ΚΙΡΚ–ΚΙΖ–ΝΤΑΓ
10 Απριλίου 1922
Σήμερο φτάνω στη Μοίρα ύστερα από απουσία 8 μηνών. Οι φίλοι μου με καλωσορίζουν. Έχουν έρθει και πολύ νέοι ιδίως αξιωματικοί. Διοικητής είναι ο ίδιος. Με χαιρετά θερμά κι εκφράζει μεγάλη ευχαρίστηση που με ξαναβλέπει. Μαζί με τους άλλους έρχεται ο ταχυδρόμος της Μοίρας παλιός και αδελφικός μου φίλος ο Κ. Κ, που έχουμε φωτογραφηθεί μαζί στην Κίο. Όπως κουβεντιάζουμε με πληροφορεί πως τον περασμένο Φλεβάρη ήλθανε στο όνομά μου από τα χανιά δύο γράμματα που αν θυμάται καλά είχαν αποστολέα γυναίκα. Αννα νομίζει ήταν το όνομά της.”και τι τα κανες;”τον ρωτώ
“Τα γύρισα πίσω” “δεν ήξερα που βρίσκεσαι”.
Άλλη περΙπλοκ υπόθεση και νέα αφορμή ανησυχίας. Αν τα γράμματα γυρίζαν στο σχολείο της ‘Αννας κακό. Αν γύρισαν σπίτι της χειρότερα. Θα χει μαλώματα και άλλα τρεχάματα.
Θυμούμε τώρα κάποτε στο νοσοκομείο της είχα πει το Σώμα που ανήκω και τη διεύθυνση. Εκείνη υπέθεσε φαίνεται εδώ ήρθα κατευθείαν. Καταλαβαίνω ότι δεν έλαβε το δικό μου γράμμα ούτε και ο πατέρας της είπε πως του έγραψα από το Έμπεδο.
Το χωριό που μένει η Μοίρα,Χαμηδιε λέγεται βρίσκεται 40 χιλιόμετρα ανατολικά του Εσκισεχήρ. Και άλλο χωριό με το ίδιο όνομα έχουμε συναντήσει. Είναι όμως ελληνικό εκείνο και βρίσκεται στην περιφέρεια του Μπαλικεσερ. Με κατάπληξη παρατηρώ το χωριό είναι πολιτισμένο έχεις σπιτάκια προσήλια και βολικά σε αντίθεση με τα άλλα τουρκοχωριά γύρω του. Καλύτερο και από το Μποσνα κιοΪ. Που ξέρουμε και μένουν Βόσνιοι.
Οι κάτοικοι του χαμιδιέ ανήκουν σε διαφορετική ράτσα και από τους ντόπιους τούρκους και από τους Βόσνιους. Αυτό λέει η σωματική τους κατατομή και η εξωτερική τους εμφάνισης. Μιλούν Τουρκικά του σώρου συνεννοούνται σε Σλαβική γλώσσα. Το αίνιγμα μου λύνει ο δάσκαλος στο χωριού Αλί Χαφίς. Με εξηγεί πως η φυλή του ήσαν οι παλαιοί Πομάκοι, δηλαδή Βουλγαροι εκτουρκισθέντες. Λόγω των θηριωδιών που έγιναν μεταξύ αυτών και των Βουλγάρων χριστιανών αναγκάστηκαν να φύγουν από την ανατολική Ρωμυλία και τη Ροδόπη που ήταν η πατρίδα τους.
Ήρθαν στην τουρκία ζήτησαν άσυλο από τον Σουλτάνο Αβδουλ-Χαμιτ,. Αυτός τους έδωσε και τα χωριά που έκτησαν λέγονται για το χατίρι του όλα Χαμηδιε. Μου προσθέτει ο δάσκαλος και μία άλλη παράδοση για τους Πομάκους που δεν δέχεται ο ίδιος. Υπάρχει δηλαδή στην ιστορία μία εκδοχή πως οι Πομάκοι είναι η αρχαίοι θράκες η οποία απομονώθησαν στις περιοχές της Πλευνας και της Ροδόπης. Όσο περνούσαν οι αιώνες έχασαν τον εθνικό τους προσανατολισμό έγιναν βούλγαροι και ύστερα ασπαστηκαν τη Μωάμεθανική θρησκεία.
Στο Χαμιδιέ μένω έως τέλος Μαΐου. Ύστερα πηγαίνω στην προκάλυψη σε χρωματόβουνο το ψηλότερο μέσα στον κάμπο. Κάνει εντύπωση πώς του το υψώνεται απότομα έχει την ενδιαφέρουσα ονομασία Κορκ κιζ Νταγ. Πού θα πει “βουνό των 40 παρθένων”. Χωριό που δεν υπάρχει κοντά μας εκτός από το Σειντι Γαζί. Μη κατοικούμενο τώρα. Βορινά είναι ο παραπόταμος του Σαγγαρίου Πουρσακ. Ανατολικά μας διακρίνεται το χωριό Σεβρι Χισσαρ. Που γεννήθηκε μεγάλωσε και πραγματοποίησε μερικά από τα ανέκδοτα του όπως του “φούρνου και του καυτανιού” “ο θυμόσοφος Ναστραντιν Χότζας”. Εις το Ακ σεχίρ χωριό ανατολικά του Αφιον- Καραχισάρ δείχνουν τον τάφο του Χότζα ο οποίος καιτοι είναι απερίφρακτος έχει μπροστά του μεγάλη ξύλινη εξώπορτα, κλεισμένη με το κλειδί.
Φυσικά δεν χρησιμεύει σε τίποτα αφού στέκεται μόνη της. Λένε πως αυτό το διέταξεν ο Ναστραντήν λίγο πριν πεθάνει για να δίνει και νεκρός ακόμη αφορμή στους συνανθρώπους του να γελούν.
Το ανέκδοτο του “φούρνου” του Χότζα με ήρωες είναι γνωστό.
“Καυτάνι” είναι ποδηρές ένδυμα τον μουσουλμάνων ιερωμένων όπως το ράσο. Κάποτε λοιπόν κάλεσαν τον Χότζα σε μία τελετή και αυτός πήγε με παλιό ξεβαμμένο σχισμένο καφτάνι. Τον έβγαλαν έξω. Ούτε τον δέχτηκαν να τους μιλήσει. Πήγε στο σπίτι του ο Χότζας ντύθηκε το καινούργιο μεταξω το καφτάνει και γύρισε στην γιορτή. Αμέσως έτρεξαν το προϋπάντισαν του διάλεξαν εξαιρετική θέση να καθίσει. Παραδόξως ο Χότζας δεν κάθησε αλλά τον είδαν να βγανει το καφτάνι και να το τοποθετεί στο κάθισμα. Και τους είπε:
-Τζανούμι η τιμή ανήκει στο καφτάνι. Όχι σε μένα. Προηγουμένως που ήρθα χωρίς αυτό με βγάλατε έξω. Λοιπόν και η θέση ανήκει στο καφτάνι. Και το αφήνω δια νά απολαύσει τις τιμές που του ανήκουν .
15 Ιουνίου 1922
Εδώ είμαστε τελείως λησμονημένοι από εχθρούς και φίλους. Φυλάγομαι την μεθώριο αλλά εν τω μεταξύ δεν υπάρχει καμία κίνησης. Ο ύπνος μας μεσημέρι βράδυ είναι αδιατάρρακτος.
Λογοκρισία ισχύει παντού. Εφημερίδες ή περιοδικά δεν φτάνουν στο μέτωπο εξαιτίας της και οι επιστολές μας αποσφραγίζονται διαβάζονται και αν κριθεί πως μπορούμε να τις πάρουμε διανέμονται, αλλιώς καταστρέφονται.
Μας ανακοίνωσαν σε Ημερήσια Διαταγή πώς εφαρμόζεται αυστηροί λογοκρισία διότι διέρευσαν από το μέτωπο σπουδαία στρατιωτικά μυστικά και ο θεός ξέρει πόσο καιρό θα κρατήσει αυτή η μόνωσης και η απραξία. Δεν φαίνεται πουθενά κάτι που να μας δει διελπίδες για μία σύντομη ή έστω μακρινή απολύτρωση ή αδημονία, η ανυπομονησία μας έχει κυριεύσει όλους μας. Είχαμε τουλάχιστον βιβλία. Μερικούς στρατιωτικούς κανονισμούς διαθέτουν.Τους έχω διαβάσει 100 φορές και πάλι ασχολούμαι με αυτούς. Άλλοτε οργανώσεις όπως “Η Μικρασιάτης Αδελφή του Στρατιώτου” κι άλλες μας έστελναν έντυπα εφημερίδες και βιβλία. Όμως τώρα δεν έρχεται τίποτα.
30 Ιουνίου 1922
Στο λόφο Κιρκ Λιζ Νταγ που μένουμε έχουμε κάνει πρόχειρα χαρακώματα και πυροβολία. Τα έχουμε καμουφλάρει επαρκώς. Καθόλου δεν διακρίνονται από μακριά. Και από κοντά ακόμα δύσκολο να τα βλέπεις. Οι στρατιώτες έχουν στήσει τα αντίσκοινά τους σε πτυχώσεις του εδάφους σκεπασμένες με χόρτο και αυτές. Όλα είναι έργα πρόνοιας διότι μία φορά μόνο είδαμεν από πολύ μακριά τούρκικο αεροπλάνο με κόκκινη ημισέλινο στα φτερά .
Στην κορυφή του λόφου είναι το παρατηρητήριο. Άριστα διοργανωμένο τοποθετημένο και διοικούμενο. Τη νύχτα ανέβηκα για υπηρεσία και μένουν σε αυτόλη τη μέρα. Δεν επιτρέπεται καμία απολύτως κίνησης. Ανατολικά μας είναι η εχθρική χώρα. Στη μεθόριο και 5 χιλιόμετρα πέρα από αυτήν δεν φαίνεται ψυχή. Τρεις διόπτρες που περιστρέφουν συνεχώς τους φακούς των τα ίδια συμπεράσματα παρατηρήσεως. Βαθύτερα από τα 5 km βλέπουμε στα διάκαινα που σχηματίζουν οι αλλεπάλληλοι άδεδροι ξυρίλοφοι τουλάχιστον 2 με τρεις χωρικούς ανακυκλοφορούν με τα ζώα τους το μεσημεράκι. Ύστερα και εκεί δεν υπάρχει κίνησης. Μπροστά μας 3.800 μέτρα σε λόφο μέσα στο εξωτερικό έδαφος έχουν τοποθετηθεί από τους τούρκους στο παρατηρητήριό τους. Η δική μας το έχουν επισημάνει. Ο Αξιωματικός που διευθύνει το παρατηρητήριό μας είναι από τους παλιούς της Μοίρας. Έχουμε μακρά συνυπηρεσια, κοινές αναμνήσεις πολλά να πούμε. Τρώμε το μεσημέρι και κουβεντιάζουμε πολύ.
Μα τι γίνεται; Πού θα πάει αυτή η δουλειά; Πότε και πώς θα τελειώσουμε από τη Μικρά Ασία;
Δυστυχώς όλες οι πληροφορίες που κυκλοφορούν ανεύθυνα βέβαια φέρνουν τους πρώην συμμάχους μας στο εξωτερικό στρατόπεδο ή αδιάφορους.
Το πράγμα ανησυχεί το στράτευμα και παρά το ότι οι διοικήσεις το γνωρίζουν δεν εκδίδουν κανένα χαρτί να κατατοπίζουν τι συμβαίνει ακριβώς αλλά αφήνουν τη σιωπή να ερμηνεύουν οι στρατιώτες επιβεβαίωση, των ανησυχητικών ειδήσεν. Αυτά λέμε με τον αξιωματικό όλη τη μέρα. Μόλις νυχτώνει φεύγω από το παρατηρητήριο.
10 Ιουλίου 1922
Επανέρχεται σήμερα από το στρατιωτικό νοσοκομείο Προύσης ένας υπαξιωματικός της Μοίρας. Είχε εισαχθεί προ καιρού απο δυνατό πόνο του στομάχου. Ευτυχώς δεν ήταν τίποτα. Είναι φοιτητής της θεολογίας μορφωμένος και φαντάζομαι όπως θα έχει νέα. Δεν ξέρει τίποτε καίτοι ήλθε σε επαφή με διαφόρους. Το μόνο που έμαθε είναι μία “ασφαλής” όπως τι λέει η πληροφορία κατά την οποία οι Τούρκοι αγόρασαν από το εξωτερικό άφθονο και καλό πολεμικό υλικό. Και το φέρνουν στο μέτωπο. Σε αντίθεση με τους Τούρκους εμείς σαπίζουμε σε μόνιμη αδράνεια, αν κρίνω απ’ οτι βλέπω.
Ο Υπαξιωματικός φέρνει μαζί του μερικά βιβλία για εμπόριο. Τα λογοκρίνει στη Μοίρα ο Υπολοχαγός Στ. πρώην ξυλέμπορος και κατα καλή μας τύχη φρονεί πώς μπόρουν να διαβαστούν
Πληρώνω 2 οθωμανικές λίρες και αγοράζω ένα.
“Παραμύθια της Χαλιμάς” ήταν οι διηγήσεις και συμβεβηκότα λείαν περιέργα και ωραία συνταχθέντα εις την αραβικήν υπό του πολυμαθούς Δερβις Αμπομπεκιρ.
Κατά την έκδοση της βενετίας”.
Είναι ωραιότατο βιβλίο. Οι ήρωες του γεμάτοι απανθρώπινα συναισθήματα η ιστορίες εξαίρετες και τα γεγονότας είναι συναρπαστικά.
Οι έλληνες οικιοί στο συγγραφέα. Ο ιατρός Δαβάν που θεράπευσε τηλέφωνα του βασιλεία της Ζουμάν ήταν έλληνας. Ο ίδιος γιατρός πραγματοποίησε δύο θαύματα καίτοι νεκρός. Το πρώτο μίλησε η κεφαλή του αποχωρισμένη από το άλλο του σώμα (ο βασιλεύς που εθεράπευσε τον αποκεφάλισε). Το δεύτερο δηλητηρίασε τον αχάριστο βασιλέα και τον πέθανε (σελ. 37).
Ο μίτος της Αριάδνης του είναι γνωστός (σελίδα 163) και από την Οδύσσεια του Ομήρου ο μύθος του κύκλωπος (σελίδα 147).
Ο σοφός Σολωμών της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρεται διεξοδικά σελίδα 34.
Οι ώρες μου καλύπτονται από τον αραβικό αυτο αριστούργημα.
1 Αυγούστου 1922
Κοντεύω να μάθω απέξω τη Χαλιμά τη διδω να περάσουν την ώρα τους και άλλοι συναδελφοί μου.
Και πάλι πέφτω σε μεγάλη ανυπομόνησία όπως και όλοι μας, αξιωματικοί και Στρατιώτες. Είμαστε γενικά γκρινιάρηδες ευερέθιστοι δεν ξέρουμε τι μας φταίει και το τέλμα μας αποκαρδιώνει .
Αν ήταν εδώ ο Διαρμήσης θα μας διασκέδαζε με καμιά προφητεία. Δυστυχώς αρρώστησε προ καιρού πήγε στο νοσοκομείο και δεν έχουμε ειδήσεις του.
Όπως είπαμε αυτός είχε προβλέψει τη σύντομη καταστροφή της Τουρκίας. Απόκτηση με αυτό μεγάλη εκτίμηση και δημοτικότητα μεταξύ των στρατιωτών ύστερα από τις νίκες της Κιουτάχειας Εσκισεχίρ . Φαντάστηκαν πως έχει θεία φώτιση. Ύστερα οι επιχειρήσεις του Σαγγαρίου ελαττώσανε την αίγλη του. Ορισμένοι μάλιστα ολιγόπιστοι τον φώναζαν απατεώνα. Αυτός στεναχωριότανε πάρα πολύ. Διάβαζε σιωπηλός τη Γραφή, στο τέλος πάθαινεκρίσεις με παροδική απώλεια της συνειδήσεως του και τον έστειλε η υπηρεσία να θεραπευτεί
ΜΓ) Καταστροφή
18 Αυγούστου 1922.
Νοτικά μας είναι κάποια αψιμαχία ακούσαμε πυροβολισμούς πόλυβολισμούς και μερικές βολές πυροβόλου. Καλά καλά δεν εννοείσαμε περί τίνος πρόκειται. Και δεν γνωρίζουμε γιατί έρχεται διαταγή και μάλιστα επείγουσα να υποχωρήσουμε.
Μόλις νυκτώνει μετακινούμεθα προς δυσμάς. Οι τούρκοι μας παρακολουθούν και αναγκάζεται το πεζικό μας να δώσει διάφορες μικρομάχες ιδίως στα υψώματα Τσεκούρ-Χισαρ.
Τούτο το χωριό είναι πολύ ιδιόμορφο. Δυτικά του είναι κάμπος.. η ανατολική πλευράτου αγγίζει έναν σκούρο ψηλό και απότομο βράχο με πολλές αιχμηρές κορυφαίες που μοιάζουν από μακριά καπνοδόχους.
Σε όλες τις αψιμαχίες οι τούρκοι διαλύονται. Δεν έχουμε καθόλου πίεση από μέρος των ούτε απώλειες. Οι στρατιώτες μας τραγουδούν τον Μπαταρόλο ένα τραγούδι της μόδας παρά ταύτα φεύγουμε πολύ βιαστικά και δεν ξέρουμε ότι είναι υποθέσουμε.
24 Αυγούστου 1922. Το πρωί της ημέρας αυτής είμαστε στα γνωστά μας μέρη ανατολικά της Προύσης. Πιάνουμε θέση στα χωριά Μύλοι, Ακ Σου, Τύμπος, και μένουμε με την ιδέα ότι εδώ θα έχουμε οριστική εγκατάσταση. Εν τω μεταξύ μαθαίνουμε συγκλονιστικές ειδήσεις από το νότιο συγκρότημα Μεραρχιών ότι τούτο νικήθηκε, πιάστηκε αιχμάλωτο αλλά δεν της πιστεύουμε.
26-27 Αυγούστου 1922.
Σήμερα βορειοανατολικά του Ακ Σου μας κάνουν επίθεση Τούρκοι τις δύο τούτες μέρες δίνουμε μάχη και τους νικούμαι κατα κράτος.
28 αυγούστου 1922
Σήμερο συνεχίζεται η υποχώρησής μας προς τα βόρειοδυτικά. Κάνουμε εξαντλητική πορεία όλη την ημέρα. Περνούμαι κοντά από την Προύσα και διανυκτερεύουμε μέσα σε ρέματα νοτιοδυτικά της.
29 – 31 Αυγούστου 1922.
Η υποχωρητική μας πορεία εξακολουθεί. Συναντούμε ατελείωτες σειρές φορτηγά αυτοκίνητα του στρατού μας,LEYLAND αφημένα στους δρόμους, κατεστραμμένα πυρπολημένα ή γκρεμισμένα υγειονομικό υλικό πεταμένα στα αμπέλι,α παντοειδή εφόδια πλην όπλων και πυρομαχικών εγκαταλελειμμένα.
Από τα χωριά η χριστιανοί κάτοικοι έχουν φύγει. Διατασώμαστε και εμείς να αφήσουμε ό,τι έχουμε περιττό και μας γίνεται γνωστό ότι ο Ελληνικό Στρατός αποχωρεί από την Μικράσια.
1-2 Σεπτεμβρίου 1922.
Φτάνουμε νότια της λίμνης Μιχαηλίτς (Απολλωνία) και φαίνεται η θάλασσα με πολλά πλοία να στέκονται και αλλά να κινούνται μεταξύ τους. Είναι πολεμικά του Στόλου.
3 Σεπτεμβρίου 1922
Βρισκόμαστε δυτικά της Πανόρμου. Εκεί μας κάνουν επίθεση οι Τούρκοι. Το πεζικό μας τους διώχνει κακήν κακώς βοηθούμενο από τα πυρά του πυροβολικού μας εντός αντιτορπυλικού.
4 Σεπτεμβρίου 1922.
Σπαραγμός ψυχής να βλέπει κανείς την ανυπολόγιστη ποσότητα αυτοκινήτων και του άλλου στρατιωτικού υλικού που αφήνουμε στον Κεμάλ.
5 Σεπτεμβρίου 1922
Ετοιμαζόμαστε για επιβίβαση στα πλοία
Αποσβολωμένοι και με στόματα ανοιχτά δεν μπορούμε να το πιστέψουμε. Όμως σε λίγο τα όπλα τα κανόνια τα πυρομαχικά τα κτίνη μας φορτώνονται και το βράδυ επιβιβαζόμαστε και εμείς από την έρημη την αλησμόνητη την τραγική Αρτάκη που την προηγούμενη φορά μας υπόδεχτηκε με κωδονοκρουσίες και ζητω κραυγές.
Έτσι εγκαταλείπουμε τόσο άδοξα το Μικρασιατικό έδαφος αφού το ζήσαμε με το αίμα της νεολαίας μας ολόκληρης ελληνικής γεννεάς. Τώρα στο πλοίο οι πληροφορίες μας για το νότιο συγκρότημα και για μεραρχία του βόρειου που ήτανε δίπλα μας είναι σαφής
Το πρώτο διαλύθηκε με εξαίρεση μερικών Συνταγμάτων Πεζικού και η δεύτερη πιάστηκε αιχμάλωτοι εκτός από ένα Σύνταγμα. Και τα δύο αυτά πράγματα μας φαίνονται ακατανόητα πώς γίνεται να πάθει τόσες συμφορά ο στρατός μας.
6Σεπτεμβρίου 1922.
Το πρωί με βρίσκει ξαπλωμένο σε μία βάρκα του πλοίου. Οι αξιωματικοί και οι Στρατιώτες είναι σιωπηλοί περνούν μεγάλο πένθος. Αυτή την εντύπωση δίδουν τα πρόσωπά τους που φανερώνουν ακόμη εσωτερικό σπαραγμό.
7 σεπτεμβρίου 1922.
. Φτάνουμε στην Ηράκλεια. Βγαίνουν εδώ μερικοί σχηματισμοί. Εμείς κατευθυνόμαστε στο Ραιδεστό. Και τα δύο του τα λιμάνια είναι γνωστά μας από τον καιρό της δόξας. Από τότε που πάλι ήρθαμε από τη Μικρά Ασία για λίγες μέρες νικήσαμε τον Τούρκο αρχηγό της περιοχής των ΤΖαφέρ Ταγιάρ, τον αιχμαλωτίσαμε όπως και τα στρατεύματά του. Πόσο διαφορετική είναι τώρα η πραγματικότης.
ΡΑΙΔΕΣΤΟΣ –ΣΑΡΑΝΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ
8 Σεπτεμβρίου 1922.
Αποβιβαζόμαστε στη Ραίδεστο. Μένουμε λίγο στη Δυτική μεριά της ύστερα παίρνουνε δρόμο προς το βορρά. Κοντά στην Χαϊραμπολ, διανυκτερεύουμε.
Η πορεία μας είναι αθόρυβη και βουβή. Έχουμε την εντύπωση πώς παρακολουθούμε κηδεία. Έχουμε κηδεία μιας χιλιοτραγουδισμένης και πολυπόθητης κυράς εκείνης του Ελληνικού ονείρου ολόκληρων 100 ετηρίδων.
Αυτής που με μόχθο δικό μας το σφρύγος μας της ζωή μας αναστήσαμε την είδαμε να λάμπει σε όλον τον κόσμο πάνω στο ένδοξο βάθρο της, ύστερα της σπρώξαμε με τα ίδια μας τα χέρια την γκρεμίσαμε και την κάναμε θρύψαλα. Την κηδεία ΤΗΣ ΜΕΓΆΛΗΣ ΕΛΛΆΔΟΣ.ΤΗΣ ΕΛΛΆΔΟΣ ΤΩΝ ΠΈΝΤΕ ΘΑΛΑΣΣΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΎΟ ΗΠΕΙΡΩΝ.
9 Σεπτεμβρίου 1922.
Φτάνουμε στις Σαράντα Εκκλησίες πολιτεία ακραιφνώς ελληνική. Οι Τούρκοι παλιότερα την έχουν οχυρώσει. Βορινά της προς το μέρος της Βουλγαρίας και σε απόσταση ενός χιλιομέτρου περίπου από την πόλη έχουν κτίσει δύο φρούρια οχυρά. Το ένα είναι βόρειο δυτικά το άλλο βόρειο ανατολικά της. Και τα δύο περιβάλλονται από τάφρους πλάτος 10 μέτρων γεμάτης νερό για να μεγαλώνει η αμυντική των δύναμης.
Διατάσσωμε να λάβω τη φρούρηση του βορειοανατολικού οχηρού με ανάλογο αριθμό ανδρών. Τους παίρνω και μεταβαίνω αμέσως. Κάνω έρευνα στο οχυρό τούτο. Είναι λαβύρινθος. Έχει υπόγεια διαμερίσματα αποθήκες, πρόχειρο νοσοκομείο, ανώγεια με πολεμήστρες, θέσεις για πυροβόλα, κρυφές σκοπιές και παρατηρητήρια. Επίσης έχει απέραντο σύστημα διαδρόμων μέσα του και διαπιστώνω πως είναι εντελώς κενό.
Μόνο μία μηχανή βρίσκω που δεν ξέρω σε τι χρησιμεύει και τη στέλνω αμέσως στο Φρουραρχείο.
Νοτικά του το οχυρό έχει αρκετά ευρηχωρη αυλή που την περιορίζει τοίχος ύψος 2,5 μέτρων με σιδερόπορτα. Σε αυτή την αυλή υπάρχουν δύο έξοδοι του οχυρού. Όπως τούτο είναι ημικυκλικό η μία βλέπει Νοτικά και η άλλη Δυτικά.
Κλείνουμε τη Νοτική, είναι και η μεγαλύτερη, την άλλη αφήνουμε ανοιχτή και το δωμάτιο μετά από αυτήν χρησιμοποιούμε να μένει η φρουρά. Το άλλο κτίριο είναι σε άριστη κατάσταση.
10 Σεπτεμβρίου 1922
Στην ουσία δουλειά δεν έχουμε στο οχυρό. Την ημέρα ανεβαίνουμε στις ταράτσες και βλέπουμε τον ορίζοντα που συνήθως είναι σκοτεινός. Δεξιά αριστερά πίσω μας την απέραντη την ασύγκριτη τη γλυκιά μας ανατολική Θράκη που χάνουμε. Όπως μάθαμε φεύγουμε από δω. Θα μας αντικαταστήσουν Γάλλοι. Ύστερα πάλι η ανατολική Θράκη από τους Γάλλους θα παραδοθεί στη φρικτή τουρκική σκλαβιά.
Στις Σαράντα Εκκλησίες δεν μπορούμε να πάμε καθόλου μένουμε συνεχώς στην ερημιά και τη μοναξιά του φρουρίου
Άλλοτε σε ανάλογες περιαστάσεις παίζαμε, λέγαμε παραμύθια, αστεία ή γελούσαμε. Τώρα βασιλεύει η απελπισία και η κατήφια. Χθες μας είπε ένας Δεκανέας που ήρθεν απ την Ανδριανούπολη ότι ο Κεμάλ ζητάει το στόλο μας. Ότι οι δυνάμεις στέλνουν να του τον δώσουν Το ακούνε οι οπλίτες και φωνάζουν “πρώτα να πεθάνομεν όλοι!”. Ύστερα να μας κάμουν και τούτη την ατιμία”. Ταυτόσημη είναι όλον τον καιρό η ζωή του οχυρού.
13 Οκτωβρίου 1922
Με ειδοποιεί η Διοικησις μου πώς αύριο το πρωί στις 10:00 πρέπει να παραδοθεί το οχυρό στους Γάλλους. Και να ετοιμαστώ να αδειάσω. Θα έρθει μαζί με τους Γάλλους και ο Διοικητής μας. Οι πυροβολιτές δαγκώνονται να μην παραδώσουμε. Να κάνουμε πόλεμο. Να τους σκοτώσουμε και να σκοτωθούμε. Βαρεθήκαμε τις ταπεινώσεις και τους εξευτελισμούς που μας κάνουν οι πρώην Σημασία μας. Όταν είχαν την ανάγκη μας εμείς πέφτανε στη φωτιά για χατίρι τους. Ανάθεμα και κατάρα σε όλους τους.
Επιμένουν να μη φύγουμε να δώσουμε μαχη . Ξέρουμε είναι πολλοι και θα μας σκοτώσουν μέχρι ενός. Να γίνει και τούτο.
Ειδοποιώ τον Διοικητή με εγγράφο για ό.τι γίνεται και λέγεται στο οχυρό να λάβει τα μέτρα του. Εγώ ασχολήθηκα όλη τη μέρα να χαράξω με σιδερόκαρφο και σφυρί στο πέτρινο ανόφλι της εισόδου του φρουρίου που βλέπει δυτικά τα κάτωθι:
13.10.1922
ΘΑ ΕΠΙΣΤΡΈΨΩ ΜΕΝ Η ΘΡΑΚΗ ΕΊΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΛΟΧΙΑΣ (το ονοματεπώνυμο μου) ΚΡΉΤΗ
14 Οκτωβρίου 1922
Μας συγκεντρώνει και μας λέει τα εξής “Εχουμε διαταγή από την κυβέρνηση να παραδώσουμε στους Γάλλους την ανατολική θράκη. Χωρίς να θέλουμε θα το κάνουμε. Άν αντισταθούμε βλάπτουμε την εθνική υπόθεση ειδικότερα δεν ωφελεί σε τίποτε ότι μεμονωμένα θα κάνουμε εμείς και τέλος πρέπει να αποφύγουμε την ανταρσία. θα μας χτυπήσουν οι ίδιοι οι δικοί μας. Είναι υποχρεωμένοι από τις αποφάσεις των Μεγάλων. Είμαι ενήμερος του οτι προσφέρατε στους εθνικούς αγώνες. Γνωρίζω τα αισθήματα σας. Και για αυτό σας παρακαλώ όπως και σε άλλες δύσκολες στιγμές με ακολουθήσατε έτσι να πράξετε και σήμερο“.
Μας χαιρετά όλους διαχειραψίας πλέοντας και πάει να φύγει. Τυχαία βλέπει το ανώφλι που είχα χαράξει τα γράμματα και ρωτά “ποιος έγραψε αυτό;” “Ο Λοχίας”του απαντούν. Λέει “Αυτό που γράφει ο Λοχίας αυτό θα γίνει. “ΘΑ ΕΠΙΣΤΡΈΨΩΜΕΝ”.
Απ έξω από το οχυρό, σε δύο πέτρες είναι καθισμένοι ο Διοικητής μας και ο υπασπιστής του και κουβεντιάζουν. Περιμένουν τους Γάλλους. Κατά τις 10 παρουσιάζονται. Είχαμε πει στο Διοικητή το πρωί πως με κανένα τρόπο δεν τους κάνουμε παράταξη και άλλα που λέει ο κανονισμός κι ανέλθομαι σε επαφή μαζί τους θα τους πυροβολήσουμε. Λοιπόν το σωστό είναι μόλις φανούν οι Γάλλοι να σταματήσουν. Εμείς εν τω μεταξύ θα φύγουμε από το δρόμο. Να μη μας ειδούν και να μην τους ιδούμε. Έτσι και γίνεται.
15 Οκτωβρίου 1922
Κατεβαίνω στις Σαράντα Εκκλησίες λίγο μετά το μεσημέρι. Βρίσκω τους φαντάρους αναστατωμένους να περιφέρονται και περιπόλους του φρουραρχείου με τα όπλα να προσπαθούν να τους συμμαζέψουν.
Ρωτώ την αιτία και με πληροφορούν πως ένας Μανιάτης υπαξιωματικός του Ιππικού πήγε τα άλογα της Ιλης τού να τα ποτίσει σε μία βρύση που είναι έξω και Νοτικά από την πόλη. Όταν είχαν μισοποτιστεί φτάνει ένας Γάλλος ανθυπολοχαγός να ποτήσει και αυτός τα δικά του και αξιώνει από τον δικό μας να διακόψει το πότισμα και να προηγηθεί. Εκείνος του το αποκλείει ο Γάλλος τον βρίζει ο δικός μας δεν χάνει καιρό τον πιάνει και τον πετά μέσα στη γεμάτη από νερό δεξαμενή της βρύσης. Ακολούθησε συμπλοκή οι Γάλλοι τρώνε ξύλο χορταστικό παρατούν τα ζώα τους και φεύγουν. Εν τω μεταξύ οι στρατιώτες μας έμαθαν εξογκωμένα τα πράγματα. Πήραν τα όπλα και κατέβηκαν για μάχη. Ευτυχώς ήταν κοντά το Φρουραρχείο και με την έγκαιρη επέμβαση του σώθηκε η κατάστασης.
16 Οκτωβρίου 1922
Αξιολύπητοι και οι Έλληνες κάτοικοι της ανατολικής Θράκης. Φορτώνουν τα πράγματα τους σε ζώα σε κάρα σε άμαξες βοδάμαξες φορτώνονται και οι ίδιοι και φεύγουν. Τα παίρνουν στη δυτική μεριά του Εβρου και άμα φτάνουν στο Κιρκ Αγατς μένουν οι μισοί και τα φυλάγουν και οι άλλοι γυρίζουν και σηκώνουν άλλα. Πρώτα φεύγουν οι γυναίκες τα παιδιά η γέροντες περνούν μαζί τους της άγιες εικόνες, τα ιερά κειμιλια, αρκετά για λείψανα και όσα τρόφιμα και πράγματα μπορούν. Ύστερα ακολουθούν οι νέοι με ό,τι άλλο είναι δυνατόν να φέρουν μαζί τους. Με λιγμούς αφήνουν τα σπίτια τους που αγωνίστηκαν σε όλη τους τη ζωή είναι αναστήσουν να καλωπίζουν να γεμίσουν με τα καφά του θεού και κατευθύνονται στο άγνωστο. Δράμα είναι κίνα τα καημένα τα αφορά παιδάκια. Ανύποπτα σέρνονται στην προσφυγιά, στη δυστυχία και στη θυσία.
Μονότονος θόρυβος των βοδάμαξων γίνεται πένθιμος θλιβερός, απαίσιος όταν ανακατεύεται με το κλάμα του μωρού και της μάνας του στεναγμούς, του γέρου τους σπαραγμούς όλων που ξεριζώθηκαν από τις εστίες των τα μέρη που ανατράφηκαν και είδαν το φως του ήλιου αυτοί οι πατέρες των, οι παππούδες των όλη η πρόγονοί των ώστε δεν φτάνει η θύμισης του ανθρώπου.
Καθώς περιφέρομαι στους δρόμους των Σαράντα Εκκλησιών βλέπω ένα γέροντα να κάθεται στην αυλή ενός έρημου σπιτιού. Τον ρωτώ γιατί δεν φεύγει αυτός. Προφανώς δεν θέλει να μου απαντήσει και κάνει με το χέρι του χειρονομία ανυπομονησίας.
Θέλει να μου πει”ουφ δεν με ξεφορτώνεσαι”εγώ επιμένω και στο τέλος μου λέει,”δεν φεύγω ό,τι έχω στον κόσμο μερικούς τάφος βρίσκονται εδώ”. Θα μείνω μαζί τους”. Ίσως να μη βρεθεί άνθρωπος να βάλει την τραγική μορφή του γέροντα σε έναν από τους αγαπημένους του τάφους όταν πεθάνει. Μα θα αφήσει τη ζωή δίπλα τους αυτό του αρκεί.
ΜΕ) ΑΝΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΙΣ
17 Οκτωβρίου 1922.
Εγκαταλείπουμε τις Σαράντα Εκκλησίες και τραβούμαι προς Ανδριανούπολη. Η φάλαγγα περνά από δρόμος γεμάτος γυναικόπεδα και κάρρα. Σταματάμε πολλές φορές για να τους δώσουμε προτεραιότητα στην ατελείωτη σειρά της δυστυχίας.
Φτάνουμε στην Ανδριανούπολη που είναι μέσα σε ένα απέραντα έυφορο κάμπο. Πολύ πριν φτάσουμε διακρίνουμε μέσα σε αυτήν ένα τζαμί σε μέρος ψηλό με τέσσερις Μιναρέδες.
Πολλές φορές οι Μιναρέδες φαίνονται τρεις γιατί ένας κρύβει τον απέναντί του. Είναι το περίφημο τζάμι του Σουλτάν Σελίμ. Φτάνουμε έξω από την πόλη και διανυκτερεύουμε. Όλη τη νύχτα περνούν από κοντά μας τα κάρα τα πράγματα τα πολύτιμα και τα ευτελή που η ανύπο της συμφορά έριξε στους δρόμους.
18 Οκτωβρίου 1922.
Διασχίζουμε την Ανδριανούπολη.
. Τα καταστήματα και τα σπίτια κλειστά. Ακούγεται μόνο ο θόρυβος από τα πέταλα των αλόγων μας στους πλακοστρωμένους δρόμους.
ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ. Σε αφήνουμε με δάκρυα και με την ψυχή μας΄σφιγμένη εσένα και την πραγματικότητά της ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, που τόσο λίγο χαρήκαμε, πάλι από τη δική μας μικρότητα, την πολιτική μας τύφλωση και τα αναθεματισμένα τα πάθη μας. Ξέρουμε και δεν θα ξεχάσουμε ποτέ στη ζωή μας πώς είσαι ΕΛΛΗΝΙΚΗ. Και αν η πρόσκαιρη ζωή μας δεν μας πάρει να γυρίσουμε θα μεταβιβάσουμε το χρέος στους απογόνους μας στις μέλλουσες ελληνικές γενιές. Οι ίδιες σκέψεις και για την αξέχαστη Μικρά Ασία.
Περνούμε τη μεγάλη γέφυρα του Έβρου ο ποταμός εδώ είναι πολύ μεγάλος με άφθονα και ο λόθωλα νερά. Ντόπιοι τα ονομάζουν Μαρίτσα πιάνουμε την Ορεστιάδα (Κιρκαγατς), άδεια από πληθυσμό την αφήνουμε πίσω μας και αλλάζουμε κατεύθυνση προς τον νότο παράλληλη με τη δυτική όχθη του ποταμού προχωρούμε μέχρι που φτάνουμε στο χωριό Αχιρ Κιόι. Κατασκηνώνουμε έξω από ένα τζαμί και μένουμε 20 μέρες όλες επιφυλακή.
Κατοικούν εδώ Έλληνες και Τούρκοι αλλά δεν έχουμε καμία επαφή μαζί τους. Δεν θέλουν συζήτηση μα ούτε και εμείς. Μας τρώει η ντροπή και ο πόνος της πρωτοφανούς, της τρομακτικής καταστροφής.
6 Νοεμβρίου 1922.
Φεύγουμε. Ακολουθούμε τον ρού του ποταμού οδικώς όλη μέρα με χιόνι και κακοκαιρία. Το βραδάκι είμαστε βορινά στο χωριό Κούλελι Μπουργαζ (Πύθιον). Είναι στη δυτική όχθη του Εβρου. Αμέσως κοντά στον ποταμό είναι ο σιδηροδρομικός σταθμός ταχυδρομείο τηλεγραφείο καφενείο και μαγειρείο. Δυτικά και ψηλότερα το κυρίως χωριό.
Οι έλληνες κάτοικοι που φιλότιμη και φιλόξενη βρίσκουν σπίτια να καταλύσουν οι στρατιώτες και στάβλους για τα ζώα. Τη νύχτα έχει ξαστεριάσει ο ουρανός χιόνι κρυσταλλιασμένο παντού το κρύο γίνεται ανυπόφορο και στο ύπαιθρο θα περνούσαμε διαλυτική νύχτα.
Εγώ μέ εννια στρατιώτες τακτοποιούμαστε σε εκκλησία στην μεσοχωριά του Αγίου Αθανασίου. Οι γείτονες μας φέρνουν φωτιές σε δύο μεγάλες λαμαρίνες και ζεσταινόμαστε. Μα συντροφεύγουν την περισσότερη νύχτα. Είναι ανάστατοι και αυτοί και δεν τους κολλάει ύπνος από τις πρόσφατες αλλεπάλληλες και μεγάλες εθνικές συμφορές. Φοβισμένοι για την τύχη τους έτσι όπως είναι πολύ κοντά στους τούρκους και δεν είναι γνωστό που θα σταματήσει το κακό.
Από το πρωί με βασανίζει ο φοβερός πονοκέφαλος επίτηνόμενος λόγω του κρύου και δεν μπορώ να μιλήσω ούτε και να ησυχάσω.
ΜΣΤ) ΚΟΜΟΤΗΝΗ
7 Νοεμβρίου 1922.
Κατεβαίνουμε στο σιδηροδρομικός σταθμό Κούλελη Μπουργάζ επιβιβαζόμαστε στα γνωστά μας βαγόνια “ιπποι8-ανδρες40”. Φεύγουμε. Περνούμαι διδυμότειχο Σουφλί Φερετζικ Αλεξανδρούπολη και τα μεσάνυχτα φτάνουμε στο Γιουμουλτζινα.,(Κομοτηνή).
Διανυκτερεύουμε ανατολικά της.
ΚΙΟΥΤΣΟΥΚ –ΚΙΟΙ
8 Νοεμβρίου 1922.
Μετασταθμεύουμε σε κοντινό χωριό που λέγεται ΚΙΟΥΤΣΟΥΚ ΚΙΟΙ (ΚΟΣΜΙΟΝ), Ελληνικό κατά το πλείστων. Κατοικούν και μερικοί Βουλγαρόφωνοι.
Μία επιτροπή από Στρατιωτικούς και ντόπιους καθορίζει τα σπίτια που θα μείνουν οι στρατιώτες και τα κτήνη. Και πόση θα μείνουν στο καθένα. Με 12 άντρες θα μείνω σε εκλεκτο ελληνικό σπίτι. Του μπάρμπα Σέλτσου. Ένα δωμάτιο του ανωγείου θα το χρησιμοποιήσουμε.
Το απόγευμα γίνεται γενικό προσκλητήριο μπρός στην εκκλησία. Εκεί μας μιλεί ένας Λοχαγός. Μας λέει”κατά πάσα πιθανότητα εδώ θα διαχειμάσουμε. Προσοχή όμως τις οικογένειες που θα είμαστε να ενοχλούμε όσο λιγότερο μπορούμε. Ειδικά η συμπεριφορά μας προς όλους και ιδιαίτερα προς τις γυναίκες πρέπει να είναι άψογη. Και ο σεβασμός προς την ξένη ιδιοκτησία απόλυτος. Δεν πρέπει να κλέβουμε. Ο παραβάτης της διαταγής θα πηγαίνει στρατοδικείο και θα τιμωρείται παραδειγματικά”.
15 Νοεμβρίου 1922.
Κάνουμε εγκαταστάσεις στα οικήματα που θα μείνουμε
Ορίζονται τα μαγειρεία η στάβλοι τα γραφεία η αποθήκες στο αρχοντικό του γέρο Δέλτσου που τοποθετηθήκαμε είναι καλοί άνθρωποι. Πάππος,μαμμή, (βάβω τη λένε εδώ) ο γιος του ο Δημητρός η γυναίκα του και τα παιδιά. Ο γέρος έχει ακόμα ένα στρατιώτη στο πεζικό.
Μία Δεκεμβρίου 1922. Εκτελώ χρέη Επιλοχείου και οι ημέρες μου περνούν πάντα με τις ίδιες απασχολήσεις. Ρόφημα σε συσσίτιο, γυμνάσιο, αναφορά, προσκλητήρια, σύνταξη ημερησίας καταστάσεως, δυνάμεως και κινήσεως.
Γενικότερα όμως γίνεται συνεχής εργασία ανεφοδιασμού του στρατού. Όλοι μας πιστεύουμε πως πρέπει να εξαλείψωμε το Μικρασιατικό αίσχος. Στις θεωρίες της συζητήσεις τα γυμνάσια κεντάται το φιλότιμο του έλληνα Στρατιώτη. Και το ηθικό του επανέρχεται.
Οι παλιές κλάσεις, έχουν απολυθεί όλες διαδοχικώς με αρχή τον καιρό που είμαστε στις Σαράντα εκκλησίες.
Μένουν οι νεότεροι. Είναι περισσότερο ενθουσιώδης. Εξάλλου στο στράτευμα γύρισαν ικανοί και οι εμπειροπόλεμοι αξιωματικοι της Αμύνης. Ίσως γυρίσει και ο Βενιζέλος. Ύστερα δουλειά δεν έχουμε να κάνουμε. Σε 8 μέρες όταν θέλουμε είμαστε στην κωνσταντινούπολη.
5 Δεκεμβρίου 1922.
Παίρνω καθυστερημένη επιστολή από το σπίτι μου. Τους έδωσα τα πρώτα σημεία ζωής μετά τη Μικρασιατική καταστροφή με το συμπατριώτη μου Δεκανέα Μ.Σ. που υπηρετούσαμε μαζί και απολύθηκε .
Σε τούτο το γράμμα που λαβαίνω μου γράφουν πως δεν ήξεραν την τύχη μου. Μερικοί τους έλεγαν πως γλίτωσα άλλοι πως με είδαν να πέφτω στη θάλασσα, άλλοι πως πιάστηκα αιχμάλωτος. Και δεν ήξεραν τι να πιστέψουν. Ο Μ.Σ τους πληροφόρησε πρώτος πόσο και το διαπίστωσα ένα από το σημείωμα που του είχα δώσει να κρατά.
Με Πληροφορούνε επίσης πως πριν λίγες μέρες πέθανε ο προς πατρός πάππος μου παπαμανώλης σε ηλικία 95 ετών. Είχε πάρει η μεγάλη χαρά σαν είδε την εκπληρώνονται τα όνειρα του που ήσαν ταυτόσιμα με εκείνα του γένους αλλά και αφάνταστη λύπη όταν η ελπίδες σωριάστηκαν σε ερείπια.
6 Δεκεμβρίου 1922
Ημέρα του Αγίου Νικολάου σήμερο εορτάζουν στο χωριό μου. Γίνεται πανηγύρι πηγαίνουν πολύ ξένοι οι χωριανοί τους φιλοξενούν με νηστίσιμα ρέγκες μπακαλιάρο πατάτες ως προ και η φυσικά αυτονο ντόπιο κρασί. Κρέας απαγορεύεται λόγω της 40ήμερου νηστείας τωνν Χριστουγέννων. Θυμούμαι τα γλέντια που ακολουθούσαν τη θεία λειτουργία και τους πυροβολισμούς που έριχναν οι πανηγυριστές. Ύστερα στέλιοναν το χορό σε κανένα σπίτι και η διασκέδασιςς με χαρά με και κέφι με ωραία αστεία κρατούσε πολύ.
7 Δεκεμβρίου 1922.
Κάθε πρωί πηγαίνω στο μαγειρείο και επιβλέπω τη διανομή του ροφήματος στους άντρες.
Τούτες της μέρες κάνει κρύο δυνατό. Το νερό παγώνει στα υδρόδοχεία και δεν μπορούμε να πλυθούμε το πρωί.
Δεν καταλαβαίνεις όμως τόσο πολύ όταν είσαι καλοντυμένος γιατί δεν φυσάει άνεμος.
Όσο καιρό μένουμε στο Κιουτσούκ Κιόι, κρατά απόλυτη νηνεμία.
Το μαγειριό μας είναι στο σπίτι ενός βουλγαρόφωνου. Καθώς μπαίνω σήμερα να ζεσταθώ είναι πρωί στις 5:30 με προσκαλεί ως σπιτονοικοκύρης να παραμερίσω στο σπίτι του. Θέλει να μου πει. Μπαίνω, μου εκμυστηρεύεται πως ένα στρατιώτης ο μάγειρας έχει ξεμυαλίσει την κόρη του τη Μαρία μία ξανθή κόκκινη γεροδεμένη κοπέλα. Της υποσχέθηκε γάμο τη διέφθυρε και τώρα είναι έγκυος.
Παρά τΙς υποσχέσεις του ο στρατιώτης κάνει νερά των τελευταίο καιρό και ο πατέρα ζητά τη συμβουλή μου. Βρίσκω το γαμπρό είναι καλό παιδί από τη θεσσαλονίκη και του παίρνω πληροφορίες. Τίμιος άντρας δεν αρνείται την ενοχή του. Μάλιστα βιάζεται να γίνει ο γάμος
Του υποδεικνύω παίρνει άδεια πηγαίνει στη θεσσαλονίκη στο Γενικό Στρατηγείο ειδοποιεί την Μαρία πάνε με τους δικούς της γίνεται ο γάμος. Τα καταφέρνουν και αποσπάται εκεί σε κάποια στρατιωτική μονάδα μένει και η νύφη και δεν γυρίζουν στο Κιουτσούκ Κιόι.
15 Δεκεμβρίου 1922
Κατέβαινε το πρωί ακόμη νύχτα αγγαρεία με υποζύγια και κάρα στην κομοτηνή. Όπως περνούσε από την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου είναι στο δρόμο καθώς κατεβαίνουμε δεξιά βλέπει ο επικεφαλής υπαξιωματικός ένα πράγμα σαν άνθρωπο πεσμένο στην είσοδο της εκκλησίας. Άφιππευει πλησιάζει βλέπει και γνωρίζει με το φως της αυγής έναν Υποδεκανέα της Μοίρας σκότωμένο με σφαίρα στο δεξιό κρόταφο. Το όπλο του είναι πεταμένο δίπλα του δεσμίδα 5 φυσιγγιών είναι στη θαλάμη του από τα οποία λείπει ένας κάλικας βρίσκεται στο έδαφος δίπλα στο πτώμα. Ο σκοτωμένος λεγόταν Β.Λ.
Γυρίζει ένα στρατιώτης στη Μοίρα και φέρνει το θλιβερό άγγελμα. Επακολουθεί αυτοψία από στρατιωτικούς και πολιτικούς γιατρούς. Όλοι διαπιστώνουν αυτοκτονία.
16 Δεκεμβρίου 1922
Σήμερα θαύουμε τον Λ. Ήταν νέος σεμνός λιγομίλητος σοβαρός μα πολύ αγαπητός. Όταν κανένας ζητούσε τη βοήθεια του την έδινε ευχαρίστως. Στην υπηρεσία του ήταν τίμιος πρόθυμος και ευσυνείδητος. Όλοι λυπηθήκαμε αλλά κανένας δεν ξέρει ούτε μπορεί να μαντέψει το λόγο ή τους λόγους που τον έσπρωξαν να δώσει τέρμα στη ζωή του.
22 Δεκεμβρίου 1922
Το κρύο γίνεται βαρύ. Ανάβουμε φωτιές σε όλα τα δωμάτια που μένουν στρατιώτες. Αλλά και όλα εδώ έχουν τζάκι. Κάθε σπίτι έχει τόσα τζάκια όσα και τα δωμάτια. Ζεσταινόμαστε όλες τις ώρες που δεν έχουμε δουλειά καλαμπουρίζουμε και κοιμόμαστε. Μερική από τους άντρες έχουνε πιάσει σχέσεις καλούν σε σπίτια του χωριού κάνουν οι εσπερινές συντροφιές. Αυτοί περνούν με λιγότερη ανία. Εμάς φωνάζει πολλές φορές ο σπιτονοικοκύρης μας ο καλός και ευγενικός γέρο Δέλτσος. Μα δεν πάμε ποτέ. Όλοι είμαστε απασχολημένοι.
23 Δεκεμβρίου 1922.
Γίνονται ετοιμασίες για τα Χριστούγεννα. Ο Στρατός θα εορτάσει φέτο εν ειρήνη.
Τα χριστούγεννα που περάσαμε μέχρι τώρα στο Στρατό ήταν πολεμικά και ανώμαλα.
Μία ομάδα ετοιμάζεται για κυνήγι αγριογούρουνου. Βγαίνουν το πρωί και το βράδυ γυρίζουν. Σκότωσαν 4 από αυτά. Ένα ζυγίζει 78 οκάδες.
25 Δεκεμβρίου 1922
Τα χαράμματα πηγαίνουμε στην εκκλησία. Ακούμε από τον δάσκαλο Φ.Σ το “χριστός γεννάται δοξάσατε”. Χαρούμενη μέρα για την ανθρωπότητα. Έρχεται ο Σωτήρας της. Κείνος που θα βγάλει από το σκοτάδι της ψυχές. Γλυκιά προσδοκία είναι γραμμένη στα πρόσωπα όλων μας.
Είθε ο ενανθρωπήσας Θεός να μας βοηθήσει να ξαναπάρουμε τη Μικρά Ασίας και τη Θράκη που από τη βλακεία μας τη χάσαμε.
Το μεσημέρι στο συσσίτιο είναι όλο από αγριογούρουνο με πατάτες στο φούρνο πολύ νόστιμο και πρωτότυπο φαΐ. Δίδεται και κρασί. Η στρατιώτες γιορτάζουν επαξίως τη γέννηση του χριστού.
28 Δεκεμβρίου 1922
Κατεβαίνω να πάω στη διανομή τους συσσιτίου. Η βάβω με σταματά και μου προσφέρει χοιρινό πίτα και ένα ποτήρι κρασί. Τα παίρνω και της εύχομαι. Το ίδιο περιποιείται και τους άλλους που μένουμε στο σπίτι της. Έιναι ο γιος της ο στρατιώτης εδώ. Μας κάνει λίγη παρέα. Όλες τις άλλες ώρες είναι με τον πατέρα του και τον αδελφό του σε οικογενειακή συγκέντρωση. Το βράδυ βρίσκεται από έναν στρατιώτη σημείωμα κολλημένο στο σταυρό του τάφου κείνου του Υπόδεκαννέα που αυτοκτόνησε προχθές. Το δικό του σημείωμα γράφει επάνω ένα τραγουδάκι.Λεει:
“Η ψυχή μου είναι μαζί σου η καρδιά μου σε πονεί και η αγάπη μου για σένα Λατρευτε παντοτινή.“
Φαίνεται πως τούτο το σημείο μου που είναι γραμμένο από γυναικείο χέρι κι άλλες προηγούμενες πληροφορίε,δόθηκε αφορμή να βρεθεί πως ο Λ. Σκοτώθηκε και η αιτία ήταν γυναίκα ή γυναίκες. Είναι αποτυχημένος έρωτας με μία άγνωστη εδώ και άλλος με κάποια στρίγγλα πειραιώτισσα που του είχε γίνει ανυπόφορη ότι και καλά την κατάστρεψε και ύστερα την παράτησε.
Η πρώτη φαίνεται πως έγραψε το τραγουδι. Η Δεύτερη ήλθε στην Κομοτηνή τον ειδοποίησε, πήγε και την είδε, τον αναστάτωσε και στην επιστροφή σ’αυτή την ψυχολογική κατάσταση, σκοτωθηκε. Υστερα την Πειραιώτισσα που την είδατε που την απαντήσατε. Ανοιξεν η γη και την κατάπιε.
5ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1922
Κάθε μερα η Μοίρα, εφοδιάζεται με πολεμικό υλικό, άνδρες, υποζύγια. Και τώρα ειναι ετοιμη απο κάθε πευρα για πολεμική δράση. Ζηλευτό και το ηθικό της. Ολοι επιθυμούν διακαώς να’αποπλύνουμε τη ντροπή. Και εργάζονται γι’αυτο εντονα και τίμια.
Το πρωί, ορίζομαι επι κεφαλής αγγαρείας, που θα παραλάβει 60 Γαλλικά σάγματα, απο την Κομοτηνή. Μου διαθέτουν εξι κάρρα με τους παραγωγείς των και έξι άνδρες. Το μεσημέρι παραλαμβάνω τα σάγματα απο την Επιμελλητεία, ενα, ενα, ύστερα απο λεπτομερή έλεγχο, γιαυτό άλλωστε μ’εστειλαν, απο τον οποίο προκύπτει οτι τα σάγματα ειναι καινούρια, γερά και δεν τους λεέιπει τίποτε. Τα φορτώνουμε στα 6 κάρα. Τα δενουμε καλα κι είμαστε έτοιμοι να φύγουμε.
Παρακαλαώ τον Δεκανεα ΛΚ. Που εχω μαζί μου να εχει το νου του, μεχρι να παω σε οδοντίατρο. Ενα δόντι μου, με πονεί. Σε μισή ώρα γυρίζω γιατι ο γιατρός μου λεει να το βγάλω, δεν εχω καιρό και φεύγουμε. Μολις φτάνουμε στη Μοίρα και ξεφορτώνουμε τα σάγματα, βλέπω με κατάπληξη πως σε 4 απο αυτά λείπουν τα έποχα (εποχον λέγεται μια φαρδιά λουρίδα δέρματος, που ξεκινά απο τη μια μεριά του σάγματος, αγκαλιάζει την κοιλιά του ζώου, περνά στην αντίθετη και ασφαλίζεται σε ειδική πόρπη). Στην προκειμένη περίπτωση, τα έποχα ειναι απο αρίστης ποιότητος δέρμα και ημπόρουν να χρησιμοποιηοθούν ως σολο δέρματα, για τα τσαρούχια που φοράει εδώ ο κόσμος. Κάνουμε ζωηρή συζήτηση με τον δεκανέα και τους αλλους άνδρες που είχα μαζί μου. Την ακουει ο διοικητής και φθάνει. Είναι νεος και δεν ξέρει καλα προσωπα και πράγαμτα. Οταν μαθαίνει τί συμβαίνει θυμωνει παρα πολύ και τα βάζει με μένα. Δεν έπρεπε να παω στο γιατρό. Το σωστό ήταν να τελειώσω την υπηρεσία μου και άλλοτε να πάω για τα δόντια μου. Και μου προσθέτει “και πυρβολο αν ήταν, θα σου έκλεβαν το κλίστρο, χωρίς να το παρεις είδηση”. Πρεπει να βρεθούν τα εποχα. Αλλιώς θα σε στείλω Στρατοδικείο”. Στενοχωρούμε πολύ οχι για το Στρατοδικείο, δεν εχω να φοβηθώ τίποτε απο αυτό αλλα ντρέπομαι.
Θίγεται το φιλότιμό μου με ο,τι μου είπεν ο διοικητής “που και πυροβολο αν ήταν θα σου το κλέβαν το κλείστρο χωρίς να το πάρεις είδηση” το ίδιο ο Δεκαννέας παει να σκάσει. Περισσότερο απο μένα οι στρατιώτες. Εκεί που σκεπτόμαστες περί του πρακτέου πλησιάζει ενας καρραγωγεύς της αγγαρίας, ο Κ. Και λέει πως την ώρα που που με περιμενανε, είδεν ενα παιδί ακάθαρτο, ξυπολητο, με μουτζουρες, κοντα στα φορτωμένα σάγματα. Τον ρωτώ “είδες γύφτικό κοντά” ; μου απαντά “ναι”. Τρεχουμε, παιρνουμε αδεια, τρία αλογα, και καλπάζουμε προς την πόλη. Όπου μας βρίσκει το αναμα των φωτων.
Ανακαλύπτουμε το σιδηρουργείο, αθλιο κατάστημα σε τρύπια παράγκα και μεσα το αφεντικό της. Τον ρωτουμε αν εχει παραγιο και μας λεει “ναι εχω αλλα εχει φύγει απο το μεσημέρι”. Του λεμε “που ειναι το σπίτιτου;” “Δεν εχει σπίτι, ειναι τσιγγάνος απο αυτους που εχουν κατασκηνώσει στο ρεμμα”. Του λεμε να ελθει μαζί μας να μας δείξει το παιδί. Ο σιδηρουργός, δεν θέλει, κατι μυρίζεται. Ο Δεκανέας ομως του ακουμπα στον κρόταφο το πιστόλι και του φωνάζει.
-τράβα!
Ο ανθρωπος τα χάνει. Αφήνει το “μαγαζί” και μας οδηγεί στον καταυλισμό των τσιγγάνων. Τα άλογα μας, παραδίδουμε, προσωρινα στο σταυλο της Ημιλαρχίας. Ενημερώνω το Λοχία Φ.Χ που ειναι πατριώτης μου και σταυλάρχης, για το περιστατικό. Μας λέει. “το αθιγγανάκι ταχει κλέψει, ασφαλώς, αλλ’ αυτοί ειναι σκληροί άνθρωποι. Θελουνε μεγάλο ζόρι και ξύλο, να τα επιστρέψουν”. Ερχεται μαζί μας, με καμια δεκαριά στρατιώτες. Φτανουμε στον καταυλιμσό. Τον περικυκλώνουμε ωστε να μην μπορεί να φύγει κανείς. Με τον λοχία του Ιππικού με τον δεκανέα και με τον καραγωγεα που είδε το παιδί, προχωρούμε προς τα ανοίγματα που εχουν οι σκηνές. Μερικά φώτα είδαμε σε μερικές, οταν ερχόμαστε. Τωρα εχουν σβήσει. Ειναι 8 η ώρα, πυκνό σκοτάδι και βρέχει.
- Βγάτε, εχουμε να σας μιλήσωμε. Ειμαστε στρατιώτες. Φωνάζωμε.
Δεν μιλεί κανένας. Ουτε βγαίνει. Ξαναφωνάζουμε δύο τρεις φορές τα ίδια. Μου ειναι μυστήριο πως βρέθηκε στα χέρια του Δεκανεά ενα δοχείο με πετρέλαιο. Μαζεύει μερικά χαμόκλαδα και ξύλα και τα ανάβει. Φοβήθηκαν οι γύφτοι και βγήκαν. Τους λεμε να βρεθεί το παιδί που δουλεύει στον μάστορα. Εχει κλέψει κάτι πετσιά απο σμάρια του Στρατού.
Ενας απ’ ολους λεει:
-Γιουναν μπιλμίορους – δεν ξέρουμε Ελληνικά.
Κάμποσα χαστούκια που έπεσαν ανεβοκατέβατα στα μούτρα του, τον εκαμαν να φωτισθεί απο το Αγιο Πνεύμα και να αρχίσει να μιλει τη γλώσσα που .. δεν ξερει.
-τί θελετε;
-Σας είπαμε. Το παιδί που δουλεύει στο μάστορα. Και τα πετσιά που έκλεψε.
-και που ειναι το παιδί;
-Ναι σναμ. Δεν ξέρω.
-Προφανως μας κοροϊδεύουν.
Ερχόμαστε σε απόγνωση. Ο Δεκανέας που εχει τη μεγαλύτερη ευθύνη, σοφίζεται και περιχύνει μέρος μιας σκηνής με πετρέλαιο και δίδει φωτια΄, που ομως προχωρεί με δυσκολία. Λόγω της ραγδαίας βροχής και φωνάζει.
-Ατιμοι, παλιογύφτοι, θα σας καψω ζωντανούς. Τα Πετσιά!
Οι τσιγγάνοι τρομοκρατούνται . βλέπουν τον κίνδυνο να καουν. Ωρύονται γυναίκες, παιδιά, οι άνδρες χειρονομούν, απειλούν, υβρίζουν, γινεται χαλασμός. Ο δεκανέας φωναζει – “θα σας κάψωμε βρομιάρηδες. Τα πετσιά”. Τότες πετιεται ένας παμπόνηρος γέρος που έκανε το μουγγό μεχρι τώρα και λεει. “Εγκω να δίνω το πετσί”. Ειναι παππους του παιδιού. Ζητά να παμε μαζί του οι δυο λοχίες να μας δείξει τα κλοπιμαία. Τον συνοδεύουμε. Απομακρυνόμαστε απο τον καταυλισμό 150-200 μέτρα. Μεσα σε ενα χαντάκι, γεμάτο, τώρα νερά είναι πεταμένα σκουπίδια, κουρέλια και άλλα άχρηστα πράγματα. Τα μετακινεί και τα έποχα βρίσκονται κατω τους, τυλιγμένα σε παλιοχαρτα.
Μου τα δίνει και με παρακαλεί να σβήσομε τη φωτιά πραγματικά στο γυρισμό εκτελουμε την επιθυμία του,αλλα το μισό τσαντήρι εχει καεί.
Ειμαστε βρεμμενοι μεχρι το κοκαλο και νηστικοί απο το πρωί, επιπλέον εξακολουθεί να βρέχει, κατακλυσμό. Τουτα δε μας εμποδίζουν περνούμε απο το σταύλο της Ημιλαρχίας, λύνουμε τα άλογά μας, ευχαριστούμε για όλα τον συμπατριώτη μου σταυλάρχη, και τους στρατιώτες του. Και τα μεσάνυχτα είμαστε στο Σωμα μας.
Θα πουν μερικοί: Μεγάλη φασαρια για τεσσερα εποχα. Ποσο μπορουν να αξίζουν; δεν ειναι αυτό. Στ’ αυτιά μας, βουίζει συνεχώς η προσβολή “και πυροβόλο αν ήταν θα σας έκλεβαν στο Κλείστρο, χωρίς να παρετε είδηση”.
10 Ιανουαρίου 1923.
Γνωρίζω πως αυτοί οι αθίγγανοι, ειναι ικανοί να υποδείξουν άνθρωπο αθώο και να ταλαιπωρηθεί άδικα. Η έστω, κάποιον που ήταν μαζί μας. Αποφασίζω να παω αυριο στο Φρουραρχείο και ν’αναλάβω την ευθύν. Το αναφέρω και φεύγω. Παρουσιάζομαι πρώτα στον υπασπιστή, δηλώνω ποιος είμαι και ζητώ τον φρουραρχο. Με δεχεται αμέσως. Του εκθέτω, ακριβώς ό,τι συνέβη και οτι οι άλλοι στρατιώτες που ήσαν στο επεισόδιο, πλησίασαν απο περιέργεια και δεν είχαν καμιά ανάμειξη. Λαβαίνει την ένορκη κατάθεσή μου και με διώχνει. Την καταγγελθέντα απο τους αθίγγανους οτι ηθέλαμε να κακοποιήσωμε γυναίκες απορρίπτει και μου προσθέτει: Σεις τους αλλάξατε τα φώτα στο ξύλο μέχρι να σας βρουν τα έποχα. Ολα τ’αλλα ειναι ψέματα και θα το αναφέρω”.
12 Ιανουαρίου 1923.
Ειναι μερικά κορίτσια, εδώ στο Κιουτσούκ – Κιόϊ, πολύ χαριτωμένα. Υπάρχουν και στρατιώτες που τα πειράζουν. Τους λενε λόγια εξυμνηστικά της καλλονής των ή κανενός μέλους του σώματός των, μάτια, μαλλιά, ποδι και αλλα. Τα κορίτσια, κάνουν πως δεν τους αρέσει αλλα ευχαριστούνται, στο βάθος, και πολλές φορές επιδιώκουν τα πειράγματα. Ενας Συριανός, σήμερο βγήκε απο τα όρια. Είπε σ’ενα κορίτσι. “Ε! ρε κρεβάτι που το’ χεις!”. Το κορίτσι δεν μίλησε αλλα τον άτυχο Σ. Τον ακούει ο διοικητής , καθεται απέναντι και του κοπανά 20 μέρες φυλακή.
13 Ιανουαρίου 1923.
Μαζί με τις παλιές ηλικίες που απολύθηκαν απο το στρατό, την εποχή που είμαστε στις Σαράντα Εκκλησίες, έφυγε όπως αναφέρω παραπάνω κι ένας πατριώτης μου Δεκαννέας, ο Μ.Σ του διηγήθηκα την ιστορία μου με την Αννα και τον παρακάλεσα να διακόψει το ταξίδι του στα Χανιά, να καταβάλει κάθε προσπάθεια να τη συναντήσει κι αν αυτό σταθεί αδύνατο, να φροντίσει να μάθει εξακριβωμένα νέα της και να μου τα γράψει. Σήμερο παίρνω λακωνική και σκληρή απάντηση την κατωτέρω:
“Αγαπητέ μου Μ. Το κορίτσι που λέγαμε, παντρεύτηκε την περασμένη Κυριακή. Το μονο που έμαθα, ειναι πως δεν ήθελε να παντρευτεί και οι δικοί της την πίεσαν και την πάντρεψαν, σχεδόν δια της βίας. Σε φιλώ. Μ.Σ.”
Σφίγγω το γραμμα νευρικά στα χέρια μου, ολη τη μέρα και όλη τη νύχτα χωρίς να ησυχάσω ουτε στιγμή το διαβάζω, καθε λεπτό! Δε θέλω να το πιστέψω.
Και ομως ειναι, απελπιστικά, σαφές. ΄Εχασα την Αννα. Σε τουτη την ψυχική αναστατωση, με βρίσκει η δευτερη νύχτα και το επόμενο μεσημέρι. Οι συνάδελφοί μου, οι ανώτεροί και οι κατώτεροί μου ανησυχούν. Αυτοί που ειναι πιο στενοί φίλοι μου, με ρωτούν. Αλλα δεν απαντώ. Ερχεται ο Εφεδρος υπίατρος Μ.Τ. Υπηρετεί εδώ, και ειναι εξαιρετικός άνθρωπος. Τον εκτιμώ βαθέως,αλλα δεν θελω να του ανακοινώσω τίποτα.
Εκεινος δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον. Με αγκαλιάζει και εντελώς αδελφική συμπεριφορά με πείθει και του λέω τον πόνο μου. “οπως του μιλώ, τα χείλη μου τρέμουν, τα μάτια μου σπιθίζουν και χειρονομώ. Μετα σωριάζομαι σε κιβώτιο πυρομαχικών που βρίσκεται πίσω μου. Ο σπουδαίος, ο αφιλοκερδής επιστήμονας, ο “κατ’ επίγνωσιν χριστιανός”, αγωνίζεται να με βγάλει απο το αδιέξοδο. Μου λεει πολλα και τα λόγια του σοφά, ψυχολογημένα, βγαλμένα απο στήθος που πονεεί πραγματικά, μου δίδουν να καταλάβω πως ναι μεν η απόφασις μας με την Αννα ήταν να ενωθούμε αλλα η Θεια Πρόνοια, που κυβερνά τουτον τον κόσμο, είτε το θέλουμε είτε οχι εχει χαράξει για τον καθένα μας, χωριστό δρόμο και θα τον ακολουθήσουμε υποχρεωτικά. Και συνεχίζει “μερικοί, σε περιπτώσεις σαν τη δική σου, σκέπτονται απονενοημένα διαβήματα και άλλες πράξεις που φέρνουν ντροπή. Αποτελούν δειλία. Ο ισχυρός, ο αξιοπρεπής, ο υπερήφανος άνθρωπος, αντιμετωπίζει της δύσκολες στιγμές του , στήθος προς στήθος.
Ποτέ δεν στρέφει την πλατη του. Αυτο ειναι καταρράκωσις καθε ιδέας ανδρισμού.
Τα λόγια του γιατρού, μου κανουν μεγάλο καλό, μου δίδουν τη δύναμη να σκεφτώ πως στο κάτω-κάτω βρίσκομαι μπροστά σε τετελεσμένο γεγονός.
Με φάρμακο κοιμήθηκα, και περασα ήσυχηά νύχτα.
Το πρωί ειμαι άλλος άνθρωπος. Ταλαιπωρημένος και στενοχωρημένος αλλα με πλήρη πνευματική διαύγεια.
16 Ιανουαρίου 1923
Πηγαίνω να κάμω επιθεώρηση στο σπίτι του αγροφύλακα του χωριού. Μενουν καμια δεκαρια στρατιώτες. Οταν μπαίνω, το ενα πόδι μου μεσα και το άλλο έξω με δαγκώνει στο δεύτερο ενας σκύλος. Το τραυμα, δεν ειναι σοβαρό, αλλα υπάρχει διαταγή, ολοι που παθαίνουν αυτή τη δουλεία, να πηγαίνουν για αντιλυσσική θεραπεία στο 21ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Παρακαλω το γιατρό να μη με στείλει στο νοσοκομείο. Μου απαντά, “θα πάς υποχρεωτικώς. Δεν μπορώ να αναλάβω την ευθύνη.
17 Ιανουαρίου 1923.
Μαζέυω τα πράματα μου σήμερα και τα παραδίδω, όπως και την υπηρεσία μου. Μου χορηγούν φύλο πορείας “απερχόμενον ίνα εισαχθεί ως κυνόδηκτος εις το 21ον Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Θεσσαλονίκης, μισθό, τροφοδοσία τριών ημερών, διανυκτερεύω για τελευταία φορά στο Κιουτούκ κιόϊ στο σπίτι του κ. Δέλτσου και πρωί – πρωί 18/1/1923πριν ξυπνήσει κανένας , φεύγω για το σιδηροδρομικό σταθμό της Κομοτηνής.
Στις 8 περνά η αμαξοστοιχεία επιβιβάζομαι στη Β΄θέση και φεύγω. Στο διπλανό μου κάθισμα, ειναι ενα Εβραίος έμπορος δερματων, γνωρίζει ολες τις χωρες του κόσμου και την Κρήτη.
Στα Χανιά ζουν συγγενείς του.
Συναντούμε τις πολιτείες Ξάνθη, Δράμα, Σερρες, γινονται ολιγολεπτες στάσεςι σ’αυτές και το βράδυ στις 11 ειμαστε Θεσσαλονίκη. Διανυκτερεύω στο Ξενοδοχείο “ Βασιλεύς Γεώργιος”.
ΜΗ) ΘΕΣΑΛΛΟΝΙΚΗ
19 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1923
Παρουσιάζομαι στο νοσοκομείο. Με πληροφορούν οτι η αντιλυσσική θεραπεία που θα υποβληθώ διαρκεί 40 μέρες. Συνιστάται σε είκοσι ενέσεις που γίνονται στην κοιλιά του κυνοδήκτου, “ημέρα παρ’ ημέρα”. Με τοποθετουν στο “θαλαμο Καλύβης”, ειναι ένας ελεεινός με κλαδιά, θάλαμος, ψυχρός και υγρός και αρχίζω αμέσως τις ενέσεις.
20 Ιανουαρίου 1923
Βαρετή η διαμονή σε τουτο το νοσοκομείο, κακή η στέγασης , χειρότερη η διατροφή. Μας δίδουν το 1/3 του συσσιτίου και οχι ποσοστό, της κανονική μερίδος του στρατιώτου. Διαμαρτυρόμεθα αλλα δεν ακουει κανείς.
21 Ιανουαρίου 1923.
Μας εχουν βραστές φασόλες. Σε καθε καραβάνα θα ειναι 2-3 κουτάλιες της σούπας. Αποφασίζουμε να παμε στο διευθυντή του νοσοκομείου Ειναι ακόμη στο γραφειο του. Παρατασσόμαστε σε γραμμή. Οι νοσοκομοι προσπαθούν να μας εμποδίσουν αλλα ματαίως. Ειμαστε πειναλέοι και γεροί. Κραταγαμε τις καραβάνες στα χερια . κτυπάμε την πόρτα, μπαίνουμε στο γραφειο. Ο διευθυντής ξαφνιάζεται, θυμώνει μολις μας βλέπει, μας υβρίζει και μας διατάσσει να βγούμε εξω. Σε εμενα, πέφτει ο λόγος και του λέεω: “παμε στο Γενικό Στρατηγείο, αλλα εθεωρήσαμε πιο σωστό να περάσωμε πρώτα απο σας, μήπως μπορεί να διορθωθεί το κακό. Αλλιώς να συνεχίσωμε”.
Τότε, μας ρωτά τί θέλουμε. Δείχνομε τις καραβάνες, τις κοιτάζει σε κάθε μια ειναι 10-15 φασόλες ,τις μετρά και λέει, “τοσο μονο συσσίτιο σας δίδουν”; του απαντάμε “τοσο”. Εξετάζει λεπτομερώς τις καραβάνες, όλες. Το ίδιο περιεχόμενο. Δεν μιλά. Ξαναλέει,”τί άλλο θέλετε” Απάντησις: “να’ ρθείτε στο θαλαμό μας, μια στιγμή”. Ερχεται στο “θάλαμο Καλύβης”. Η μέρα ειναι κρύα και βροχερή. Δυνατός Βαρδάρης φυσάει έξω. Ο θαλαμος Καλύβης, δεν τον εμποδίζει και φέρνει μεσα την παγωνιά του. Το νερό της βροχής έχει κανει μεγάλη λίμνη στη μέση, γύρω γύρω, πολλές μικρές. Του παραπονούμεθα. “Ανθρωποι είμαστε κι εμεις αλλα μενουμε σε τουτη την κακομοιρια.”. Φευγει σε λίγο μας φέρνουν συμπληρωματικό συσσιτιο, απο μια μερίδα τυρί ολλανδέζικο και 1/4 κουραμάνα στον καθένα. Το βραδυ κανουν συμπίεση στους άλλους αρρώστους. Αδιεάζουν ενα θαλαμο, υποφερτό και μας μεταφέρουν.
22 Ιανουαρίου 1923
Οι μερες περνούν ολες ίδιες. Μας λέει ο γιατρός “οποιος κύνόδηκτος εχει σπίτι, μπορει να μένει εκεί και να’ ρχεται καθε δεύτερη μέρα να κάνει την ένεσή του. Επωφελούνται μερικοί. Οι πολλοί μένουμε. Δεν έχουμε σπίτι ουτε παραδάκι.
10 Φεβρουαρίου 1923.
Με πληροφορεί ο νοσοκόμος πως ήλθε στο γραφεί, κάποιο χαρτί, απο τη Μεραρχία για μενα. Γραμματέας το νοσοκομείου, ειναι ο έφεδρος ανθυπολοχαγός ΣΚ. Φοιτητής κι εκείνος της νομική. Τον ρωτώ, μου το επιβεβαιώνει και μου το δειχνει. Γράφει: “τον λοχίαν Π. Τιμωρώ, λίαν επιεικώς, δια τεσσαρακονθημέρου φυλακίσεως, διατι την 5ην Ιανουαρίου ε.ε. Ενεργών ολως αναρμοδίως, ερευναν προς ανακάλυψιν στρατιωτικών ειδών, απολεσθέντων εξ’ αμελείας του, αλλ’ανευρεθέντων υπο του ιδίου εντός την ημέρα, εφέρθη απρεπώς εις όμιλον αθιγγάνων, Εκτύπησε δια ροπάλου εναν εξ’ αυτών έθεσε πυρ εις τας σκηνάς των και κατέστρεψε μίαν. Επίσης δε, κατεξέσχισε μια περισκελίδα, και ενα επενδητή ανήκοντα εις τον αθίγγανον Ιμβραήμ Ογλου Χαλήλ. Την ανω πειρθαρχικήν ποινήν της τεσσαρακονθημέρου φυλακίσεως, ο ειρημένος Λοχίας θέλει εκτίσει μετα την έξοδον του εκ του Στρατιωτικου Νοσοκομείου ενθα νυν νοσηλεύεται ως κυνόδηκτος”.
Ετσι άραγε με την αυτήν αλήθεια, γράφονται ολες οι ιστορίες;
20 Φεβρουαρίου 1923.
Λαβαίνω γραμμα του γραφέως της Μοιρας που ανήκω απο το Κιουτσουκ – Κιόϊ. Μου κανει γνωστό, πως το Γενικό Στρατηγείο ζητά οπλίτες ή αξιωματικους δικηγόρους, φοιτητές νομική ή και δικαστικους υπαλλήλους.
Θελει να επανδρώσει με αυτους τις Διευθύνσεις Δικαστικού του των Σωματων Στρατού, των Μεραρχιών και τα Στρατοδικεία (στη Χώρα ισχύει ο νομος περι Καταστασεως Πολιορκίας και ολα τ’αδικήματα πηγαίνουν στα Στρατιωτικά δικαστήρια).
Συμπληρώνει στο γραμμα του ο φίλος μου, οτι ανέφεραν αρμοδίως για μενα πως είμαι φοιτητής της νομικής, διακαστικός υπάλληλος κι ευρίσκομαι τώρα στο νοσοκομείο.
2 Μαρτίου 1923
Μου δίνουν εξιτήριο απο το νοσοκομείο και εντολή να προσκοληθώ στο Εμπεδο Πεζικου του Γενικού Στρατηγείου. Ανάγκη, να μεινω ακόμη δέκα μέρες στη Θεσσαλονίκη, να παρακολουθουμαι απο τον ειδικό λυσσίατρο. Και την ώρα που δεν ειμαι στο γιατρό, να εκτελλώ υπηρεσία στο “λόχο Υποδοχής”. Περνούν οι δέκα μέρες, ο λοχος Υποδοχής δε με διώχνει παρα τα επανειλημμένα έγγραφα που έχει. Αντίθετα με στέλνει επι κεφαλής ειδικής φρουρας για το Λοιμοκαθαρτήριο του Μικρού Καραμπουρνού, όπου έρχονται πρόσφυγες ομογενείς απο της Ρωσσία, διωγμενοι απο τους Μπολσεβίκους. Το καράβι που επιβιβάσθη, λέγεται “ΖΑΡΙΑ” (μεταφράζεται ΑΥΓΗ), τηλεγράφησε, πως ενας από τους επιβάτες του προσβλήθηκε απο εξανθηματικό τύφο, πέθανε κατα τη διαρκεια του ταξιδίου και ζητά να ληφθούν υγειονομικά μέτρα στη Θεσσαλονίκη που ειναι το λιμάνι του προορισμού του.
3 Μαρτιου 1923
Κατεβαίνω επι κεφαλής 45 ανδρών στο Λοιμοκαθαρτηριο. Ειμαι εφωδιασμένος με έγγραφη διαταγή. Δεν μπορεί να την παραβεί κανείς. Ουτε ο Υπουργός. Δηλαδή, το Λοιμοκαθαρτήριο και μεγάλη έκασις, δίπλα και γύρω απο αυτό φράσονται απο υψηλό συρματόπλεγμα. Τούτο εχει τρεις εισόδους . θα τις σφραγίσω ολες και δεν θ’ αφήσω κανένα να περάσει μεσα απο το σύρμα, ουτε να βει εξω απο αυτό για οποιοδήποτε λόγο.
Τα “ΖΑΡΙΑ”, έρχεται την επομένη και σταματά ανοιχτά στη θάλασσα 300 μέτρα απο το Λοιμοκαθαρτήριο, με υψωμένη την κίτρινη σημαία της καραντίνας. Περιμένει σήμα να πλησιασει. Πριν γινει αυτό έρχεται σε επικοινωνία με την αρμόδια υπηρεσία, δείχνω, τη διαταγή και μου υπογράφει ο προϊστάμενός της, κατω απο το κειμενο πως έλαβε γνώση. Μετα λίγη ώρα, το πλοίο κινείται προς την ξηρά. Φανταζομστε ολοι φοβερά πράγματα, ύστερα απο τη μέρα που λαμβάνονται. Ως φαίνεται, τουτη η αρρώστεια ειναι εξολοθρευτική. Αλλου εχει καμει μεγάλη θραύση.
Οσο πληρισάζει το “ΖΑΡΙΑ”, ανησυχούμε περισσότερο. Ποιος ξέρει, μαζί με το καράβι, ημπορεί να έρχεται ο θάνατος.
Ομως, βλεπομεν όλους τους επιβάτες, κατα το πλείστο, γυναίκες και παιδιά, να ειναι στο κατάστρωμα, να κινουν τα χερια τους, τα μαντήλια τους να μας χαιρετούν και πολλοί να κάνουν το σταυρό τους. Το πλοιο ειναι τώρα κοντά στην ξηρα΄. Μπορουμε να μιλήσωμε. Ενας δικό μας στρατιώτης ρωτά αν υπαρχουν μέσα αρρωστοι ή πεθαμένοι. Παίρνει απάντηση. Δεν υπαρχει κανείς.
Καμια φορά, αρχίζουν να αποβιβάζονται οι επιβάτες. Ταλαιπωρημένοι εξαντλημένοι κατακίτρινοι, οδηγουνται σε μεγάλο ξύλινο θάλαμο μεσα στον περίβολο. υστερ’ αρχίζουν να βγάνουν τα πράγματα.
Προσπαθούν να πλησιάσουν πολλοί ανθρωποι εξω απο τα συρματα, πατριώτες και γνωστοί των εγκλίστων.Αλλά τους διωχνομεν αμέσως και χωρίς εξαίρεση. Αυτοί απομακρύνονται μα δε φευγουν. Θελουν να μαθουν οπως όπως νεα απο την πατρίδα των, για τους δικούς τους και την κατάσταση που κρατεί Στη Ρωσσία.
Τελειώνει και το φόρτωμα των πραγματων. Ολα μενουν χάμω. Θα περασουν τον απολυμαντικό κλίβανο. Ακόμη και τα ενδύματα που φορούν οι άνθρωποι. Διαμαρτύρονται οι δυστυχισμένοι. Ειναι πολλά γουναρικά μεγάλης αξίας και θα καταστραφούν.
-Γιατί να μας το κανετε αυτό στην πατρίδα μας
Μονάχα αυτα για μια ζωή, σαν τουτη, που βλέπετε, μας αφήσαν οι Μπολσεβίκοι.
Πραγματικά, στη Ρωσσία, είχαν ολοι σειρά, ωραία σπίτια και μαγαζιά, καλές δουλειές και μεγάλο πλουτο. Εστελναν στην πατρίδα, τεράστια ποσα. Οι ενικοί ευεργέτες, κατα ενα μεγάλο μέρος, εκεί πλουτησαν. Το νέο καθεστώς, έπιασε τους άνδρες, όσους δε σκότωσε, τους εξώρισε και τουτα τα θλιβερά απομεινάρια, φιλοδωρεί στη χώρα μας.
3 Μαρτίου 1923
Η ίδια τραγική εικόνα συνεχίζεται και σήμερο. Μονο πως κάνουν συσσίτιο, στους επιβάτες του “ΖΑΡΙΑ”. Τους δίδουν γαλέτα και ζεστό φαί. Τουλάχιστον δεν πεινούν. Για τα πράγματα δε γίνεται τίποτα. Παραμένουν στο ίδιο μέρος.
4 Μαρτίου 1923
Ερχεται ως ξημερώνει, ενας ανθυπολοχαγός. Φέρνει διαταγή να του παραδώσω αμέσως στην υπηρεσία μου και να παρουσιασθώ στο γραφείο του Λόχου υποδοχής. Εκει μου δίδουν την υπ’ αριθ. 1831/26624, διαταγή του Γεν. Στρατηγείου, που με τοποθετεί στην Δ/νση Δικαστικου της Στρ. Διοικήσεως Λέσβου και διατάσσει τη διοίκηση του Λόχου, παίρνω τριών ημερών τροφή και κατευθύνομαι στην υπηρεσία Λιμένος να με διώξει. Λόγω κακοκαιρίας, δεν μπορώ να φύγω. Με ειδικά σημειώματα, τρώγω και κοιμουμαι, παλι στο Λόχο Υποδοχής.
ΜΘ) ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ
14 Μαρτίου 1923
Επιβιβάζομαι στο Βαπόρι “ΑΡΓΟΛΙΣ”. Επιβένοντες, καμιά δεκαριά καλόγηροι, του Αγίου Ορους. Κάθονται ολοι μαζεμένοι στο δάπεδο ενός υποστέγου του καταστρώματος και ταξιδεύουν για τα μοναστήρια των. Και δύο εμποροι. Τουτοι πηγαίνουν στην Καβάλα.
15 ΜΑΡΤΙΟΥ 1923
Λίαν πρωί, φεύγομεν απο το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και το απόγευμα φτάνουμε στον Ορμο Δάφνη του Αγίου Ορους. Η Δάφνη, είναι φυσικό εκτεθειμένο λιμάνι στη δυτική παραλία της Χερσονήσου, δίπλα στη Μονή Ξηροποτάμου και λίγο βορειότερα απο το μοναστήρι του Σιμωνος Πέτρας. Εις αυτά τα μοναστήρια ανήκει. Εχει μικρή αποβάθρα, και οπως πληροφορούμαι, Τελωνείο και τηλεγραφείο.
Μεγαλοπρεπής, επιβλητικός και ωραίος ειναι δεξιά μας ο Αθωνας. Μέχρι τη μέση του Βουνου, υπάρχουν δέντρα, καστανιές, καρυδιές, φουντουκιές κυπαρίσσια, κουκουναριές,. Η κορυφή του είναι γυμνή και τώρα χιονισμένη.
Μας αφήνουν οι καλόγηροι. Επιχειρώ να βγώ στην ξηρα, να επισκεφτώ το πιο κοντινό μοναστήρι. Μ’ εμποδίζουν χωροφύλακες. ‘
Εχουν αυστηρή διαταγή, να μην αφήνουν στρατιώτες να βγαίνουν εις το Αγιον Ορος, επειδή, συνήθως ενοχλούν τους μοναχούς και μάλιστα, προ ολίγων ημερών τους έκλεψαν δύο εικόνες. Θεωρούν ομως το φύλλον πορείας μου.
Νύχτα αποπλέομε, το πλοίο κάνει το γυρο της Χερσονήσου του Αθωνος και κατευθύνεται προς Καβάλα. Η Θάλασσα ειναι κυματώδης.
16 Μαρτίου 1923.
Βράδυ, φτάνουμς στην Καβάλα, με βελτωμένο καιρό εχει σταματήσει ακόμη ενα βαπόρι εδώ.Ξεφορτώνει βαρέλες κρασί. Τις ρίχνει στη θαλασσα, απ’εκει τις δένουν με σχοινιά και τις βγαζουν στη ξηρά.
Αποβιβάζονται και οι έμποροι που ήσαν στΟ καράβι και μένω μόνος επιβάτης. Μέχρι τα μεσάνυχτα σταθμεύομε, υστερα αναχωρούμε δια Λήμνον.
17 Μαρτίου 1923
Ξημερονόμαστε, στο ανοικτό πέλαγος με μεγάλη θαλασσοταραχή. Το πλοίο κινείται τρομερά, τρίζει, κινδυνεύει να διαλυθεί. Όλοι στο πόδι. Ο καπετάνιος (καπετάν Κωνσταντής), γέρος και πεπειραμένος ναυτικός, βρίσκεται συνεχώς, στη γέφυρα και διευθύνει.
Εγώ τα φέρνω σκούρα δεν μπορώ να σταθω στα πόδια μου και η ναυτία μ’ έχει ταράξει. Ειμαι ομως ξαπλωμένος σε ζεστό μέρος. Ερχεται η νύχτα και ακόμη να φτάσουμε στη Λήμνο.
18 Μαρτίου 1923
Μια μετά τα μεσάνυχτα, αγκυροβολεί το πλοίο στο λιμάνι του Μουδρου. ΄Ηρθαμ’ εδώ, γιατι, απο τη μεγάλη κακοκαιρία δεν μπορέσαμε να πιάσωμε το Κάστρο.
Η τροφοδοσία μου, των τριών ημερών που πήρα φεύγονται απο τη θεσαλλονίκη έχει εξαντληθεί προ πολλού.. θα είμαι ευγνώμων, στον πλοίαρχο και το πλήρωμα του πλοίου, πάντοτε, γιατι με τροφοδοτούν. Μου δίνουν συσσίτιο κανονικό, ο,τι τρώνε και οι ίδιοι.
Σε τούτο το ευρυχωρότατο και ασφαλέστατο λιμάνι, μένομε τρια εικοσιτετράωρα, λόγω της τρικυμίας. Θεωρώ το φύλλο μου στη ναυτική βαση.
21 Μαρτιου 1923
Ησυχάζει κάπως η θάλασσα και γυρίζομε στο Κάστρο, να ξεφορτώσει το πλοίο, εμπόρευμα που κρατα.
22 Μαρτίου 1923
Βγάινω στην ξηρά . Χωριό είναι η πρωτευόυσα της Λήμνου με μικρή κίνηση. Οι κάτοικοι, φορούν νησιώτικες βράκες. Πολύ καλόβολοι και περιποιητικοί. Το βράδυ γυρίζομε στο λιμάνι του Μούδρου και διανυκτερεύομε, λογο της νέας επιδεινώσεως του καιρού.
23 Μαρτίου 1923
Μια ώρα να ξημερώσει, αποπλέομε. Κατευθυνόμαστε προς τη Μυτιλήνη. Το απόγευμα στις 2, τη βλέπουμε και σε λίγο περνάμε έξω απο τη Μόλυβο. Κακή εμφάνιση έχει απ’ εδώ το νησί. Η παραλία που φαίνεται ειναι βράχοι γυμνοί σε πολύ σκούρο χρώμα. Οσο προχωρούμε όμως, το τοπιο γίνεται ήμερο και ωραίο, γκριζοπράσινο απο το δάσος των ελαιόδενδρων.
ΜΥΤΙΛΙΝΗ
Το απόγευμα στις 5 φτάνουμε στη Μυτιλήνη. Το πλοίο, σταματά΄έξω απο το μικρό λιμάνι. Βγαίνω με βάρκα στην προκυμαία. Πριν φύγω απο το βαπορι ευχαριστώ απο καρδιάς τους ναυτικους που μου έδειξαν τόση καλοσύνη ιδιαίτερα τον μεγαλοψυχο και γενναιο πλοίαρχο καπετάν Κωνσταντή. Το ταξίδι αυτό απο τη θεσσαλονικη στη Μυτιλήνη βάστηξε δεκά ολόκληρες μερες και νύχτες.
Καθώς προχωρώ απο την αποβάθρα προς την πόλη, συναντώ αριστερά μου, ξενοδοχείο του ύπνου. Μαπίνω και ρωτω για κρεβάτι. Η υπηρέτρια,μου απαντά οτι υπάρχει ενα σε δωμάτιο που ειναι και αλλα δύο και κοιμούνται Πειραιώτες. Κάνουν εδώ θεατρο ποικιλιών και ταχυδακτυλουργία.
Της λεω οτι κρατώ το κρεβατι. Τι εχω να χασω. Αν οι συγκάτοικοί μου, μου κάμουν.. ταχυδακτυλουργία στην τσέπη, θα τη βρουν αδειανή.
Κάνω να φύγω. Η κυρία ομως, με πληροφορεί οτι εδώ οι στρατιώτες πρωτοπληρώνουν και να δώσω δραχμές 1,80, οσο ειναι η Τιμή της διαμονής. Πληρώνω, εκείνη μετρά το ποσον μετα προσοχής κι οταν εγώ φτάνω στο δρόμο, φωνάζει “τώρα είμαστε ολοι εντάξει.”. Φαίνεται να εχει πείρα. “αλλοι στρατιώτες κοιμηθήκαν, έφυγαν χωρίς να πληρώσουν.
Τους καλησπερίζω. Μου αποδίδουν το χαιρετισμό, με κάποια βραδύτητα. Ξαναλέω “τί κάνετε παιδια”, μου απαντουν ξερά “καλά” προσφέρω τσιγαράκι MELIA, απο αυτά τα απαίσια, γαλλικά που έχω. Μ’ ευχαριστούν. Η συζήτησις αρχίζει να γίνεται πιο ομαλή. Είχαν πρόγραμμα να παίξουν απόψε στην Απάνω Σκάλα μέσα σε μαγαζί (καφενειο και ταβέρνα). Κατα κακή τους τύχη, πέθανεν η γυναίκα του ιδιοκτήτη το απόγευμα και φυσικά δεν τους άφησε να κάμουν την παράσταση. Το θεωρουσε ασέβεια προς την ιερή μνημη της συντρόφου του. Αλλού δεν τους κονεψαν και γυρισαν στο ξενοδοχείο απένταροι. Αυτος ο λογος τους κανει να ειναι φαρμακωμένοι. Μένουν λίγοι. Μου ζητούν, αλλο τσιγαράκι. Τους δίνω, ανάβουν και ρουφουν τον καπνό μεχρι φτέρνες. Εν τω μεταξύ, λύνουν τη μαιμού μαζεύουν τ’αλλα πράγματα τους, με καληνυχτίζουν και φεύγουν. Ακούω να λένε στην ξενοδόχισσα: “δε θα μείνωμε”. Ο ξενοδόχος επεμβαίνει προσπαθεί να τους εισπράξει αλλά αυτοι τους κάνουν γνωστό χωρίς να μείνει αμφιβολία πως δεν υπάρχει φράγκο.
24 Μαρτίου 1923. Κοιμήθηκα το περασμένο βράδυ, ειναι ένας τρόπος του λέγειν, γιατι η αλήθεια ειναι πως δεν έκλεισα μάτι. Η μεγάλη πληγή της εποχής μας, ειναι οι κορεοι. Δεν δεν ειναι μονο εδώ. Οπου σανίδια και αυτοί μεσα. Πατώματα, ταβάνια, κρεβάτια ολα γεμάτα. Οσοι απο αυτούς ειναι σε οροφή, ζυγίζονται και πέφτουν στο θύμα τους, μόλις καταλάβουν πως πλάγιασε. Αν εχεις κοιμηθεί εν τω μεταξύ, ξυπνάς απο τη φαγούρα, πιάνεις στο σβέρκο σου, τα χέρια σου τα πόδια σου, το σώμα σου κορέους. Κι αν ζουλήξεις κανένα , σε τρελαίνει αηδιαστική βρωμησιά.
Το κακό ειναι πως δεν μπορουν να πολεμηθούν. Μεταχειρίζουνται οι άνθρωποι, πετρέλαια, βραστά νερά αλλα του κάκου.
Παρουσιάζομαι κατα τις 10 στο Στρατιωτικό Διοικητή. Εχει τη διαταγή της τοποθετήσεως μου και με περιμένει. Ειναι Συνταγματάρχης του Πεζικού, ηλικιωμένους. Ολους τους βαθμούς του, τους έχει πάρει επ’ ανδραγαθία, στο 1912-1913, στο Ευρωπαικό πολεμο στη Μακεδονία στη Γαλλία, στα Δαρδανέλλια στη Μικρασία.
Μου ζητά το φύλλο πορείας. Το δίνω. Έχει θεώρηση χθες το βράδυ, μολις ήρθα στο Φρουραρχείο. Επίσης στην αστυνομία της Δάφνης του Αγίου Ορους στη Ναυτική Βαση Μούδρου.
Μου λεει. Καλώς, εδώ πβλέπω σου έδωσαν τροφοδοσία για τρει ςμέρες, μέχρι τις δέκα που ταξιδεύεις περισσεύουν επτα τί έτρωγες;”. Του απαντώ πως μου δίναν φαί στο “ΑΡΓΟΛΙΣ”. Κάνει μορφασμό. “θα έπρεπε να σε στέιλουν μέσω Πειραιώς”.
- Δεν φταίω εγώ κυριε Συνταγματάρχα
- -πράγματι δεν φταις.
- Καλεί τον υπασπιστή. Διατάσσει “θα τον στείλης στο λόχο Εμπέδου με διαταγή μου να τον προσκολήσουν δια μισθοτροφοδοσίαν. Και με βάση το φύλλον πορείας του να του δώσει εις χρήμα τις επτά ημέρες που δεν πήρε συσσίτιο”. Εν τω μεταξύ έρχεται ο προϊστάμενος μου διευθυντής του Δικαστικού, Στρατιωτικός Δικαστικός σύμβουλος. Ο Στατριωτικός Διεθυντής κάνει συστάσεις. Αυτός ευχαριστιέται πολύ. “πήγαινε” μου λεει. “Να κανονιστείς με το Εμπεδο και να γυρίσεις αμέσως. “εχουμε πολλή δουλειά”.
Στη Μυτιλήνη συναντώ οπλαρχηγούς, παλιους Μακεδονομάχους, των πολέμων 1912-1913, Κρητικούς και άλλους. Επίσης, πολλους Κιρκάσσιους. Ολοι ειναι οπλισμένοι με τις γραφικές πανοπλίες τους, αλλα ήσυχοι και σοβαροί. Τους διατηρούν εδώ για μυστική αποστολή, την οποία δεν ημπορώ αν μάθω.
Εδώ αγαπητέ μου αναγνώστα, τελειώνει το Ημερολόγιο.
Στην ωραία, τη φιλόξενη την υποχρεωτική Μυτιλήνη, υπηρέτησα πέντε μήνες. Γνωρίστηκα με εξαιρετικούς ανθρώπους και αξέχαστους φίλους. Τις άλλες ώρες και τις εορτές ήμουν ελεύθερος. Επαιρνα το συσσίτιό μου εις χρήμα και έτρωγα στο εστιατόριο. “Λοκάντα” ειναι η ονομασία του εδώ. Καμια φορά ο φίλος μου ο Σ. Απο την Πολυχνίτο, που υπηρετούσαμε μαζί, έφερνε ζεμπεμπλούδες (ελιές). Με το τσάι είναι πολύ νόστιμες. Κοιμώμουν σε δωμάτιο, του υπερώου του οικηματος της Στρατιωτικής Διοικήσεως στο λιμάνι.
Μου δόθηκε ευκαιρία, να πάω , εκτός απο τα γραφικά προάστεια της Μυτιλήνης, Ακλειδιου, Βαριά, Αγία Μαρίνα, Πληγόνι, στην κατάφυτη Αγιάσσο, “σ’ατσή Λαπ’ τση Μύλοι”, στη Μόρια, στην Καλλονή στη Γέρα. Και τις 23 Αυγούστου 1923, πήρα “προσωρινόν Απολυτήριον” απο το Στρατό και φύλλον πορείας “δια την Εστίαν μου”.
ΤΕΛΟΣ.