Στέλιος Φουσταλιεράκης

και η προσφορά του στην κρητική μουσική

Γράφει ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΕΛΑΝΤΑΚΗΣ

Πριν από 72 χρόνια γεννήθηκε στο Ρέθυμνο ο Στέλιος Φουσταλιεράκης. Στην
πόλη μας γεννήθηκε και ο πατέρας του. Ο παππούς του ήταν από το Μονοπάρι της
Κοινότητας Πάνω Βαλσαμονέρου.
Εντεκάχρονο παιδί το έστειλαν οι γονείς του σ’ έναν ρολογά, για να μάθει την
τέχνη του. Τα βράδια παρακολουθούσε μαθήματα στο νυχτερινό σχολείο για τα
εργαζόμενα παιδιά. Ενώ περνούσε από τα στενά της πόλης, σχολάζοντας για να
πάει στο σπίτι του, στην περιοχή Κιουλούμπαση, άκουε γλυκούς ήχους του
μουσικού οργάνου που τότε βασίλευε στο Ρέθυμνο και που λέγεται Μπουλγαρί.
(Η πιθανότερη εκδοχή είναι πως πρόκειται για τη Βυζαντινή «Θαμπούρα» και το
αρχαιοελληνικό μουσικό όργανο Πανδούρα ή Πανδουρίς).
Οι μελωδικοί ήχοι αυτού του οργάνου ήσαν πολύ πιο ευχάριστοι από τα
μαθήματα του σχολειού στον μικρό Στέλιο, που κρεμόταν στα παράθυρα ή
στεκόταν έξω από τη μισάνοιχτη πόρτα για να κρυφοκοιτάζει στο εσωτερικό
κάποιας ταβέρνας, που φωτιζόταν αμυδρά από το φως της λάμπας του πετρελαίου.
Το όργανο αυτό παιζόταν στις ταβέρνες τα βράδια, όταν οι Ρεθεμνιώτες
κατάφευγαν σ’ αυτές για να περάσουν λίγες ώρες τρώγοντας και πίνοντας. Όταν
έβγαιναν στο κέφι, ξεκρεμούσαν τα Μπουλγαριά (ή μπουζούκια, όπως συνήθως τα
έλεγαν) και τραγουδούσαν όμορφους σκοπούς. Μόνο άντρες, οι λεγόμενοι
«ρεγουλατζήδες» πήγαιναν στις ταβέρνες. Γυναίκες ποτέ. Τέτοιες ήσαν οι συνήθειες
της δεκαετίας του 1920.
«Εγώ σίμωνα -διηγείται ο ίδιος- στα παράθυρα της ταβέρνας, όταν άκουγα να
παίζουν το Μπουγλαρί, που είχα ερωτευτεί το σκοπό του κι έκλαιγα από τον καημό
μου, μέχρι να με πιάσει ο Χωροφύλακα να με σκαμπιλίσει και να με διώξει. Το ’χα
αγαπήσει αυτό το όργανο και πλησίαζα στις ταβέρνες να το δω και ν’ ακούσω τον
γλυκό σκοπό του. Αν δεν το μάθαινα αυτό το όργανο, θα ’χα πεθάνει.
Πολλές φορές δεν έκλεινα μάτι κι η μάνα μου έλεγε στον πατέρα μου.
«Μανόλη, βρες του ένα, κι ό,τι θέλει ας είναι. Ας είναι κι από άρτικα…».
Όμως δυο σοβαροί λόγοι ήσαν εμπόδιο στο να αγοραστεί μουσικό όργανο στον
12χρονο τότε Στέλιο, η μεγάλη φτώχεια και η αντιπάθεια όλων των γονέων προς το
επάγγελμα του οργανοπαίχτη, που το είχαν σε περιφρόνηση. Με την επιμονή του
μικρού, τα αξεπέραστα εμπόδια ξεπεράστηκαν. Την παραμονή της πρωτοχρονιάς
του 1923 τ’ αφεντικό του στο ρολογάδικο -όπου δούλευε χωρίς καμιά αμοιβή- του
έδωσε ένα εκατοστάρικο. Κατευθείαν πήγε στου Χοιρομανώλη την ταβέρνα κι
αγόρασε ένα μικρό Μπουλγαρί.

«Τότε -διηγείται ο ίδιος- νόμισα πως μου χαρίσανε όλη την Ελλάδα. Μου το
κούρντισε ο θείος μου. Δεν ήξερα να βρω τα πατήματα. Σιγά – σιγά άρχισα να παίζω
μερικούς σκοπούς και προχώρησα αυτοδίδαχτος.
Ήμουνα ακόμη με τα κοντά παντελόνια όταν άρχισα να κρατώ μπάσα στον
καλύτερο λυρατζή της Κρήτης, τότε τον φημισμένο Καρεκλά, που συνεργαστήκαμε
κάπου 40 χρόνια».
Το 1930 αγόρασε το μεγάλο Μπουλγαρί, που το διασώζει σαν κόρη οφθαλμού
μέχρι σήμερα.

ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΗ

«Έπαιζα, σαν πασαδόρος του Καρεκλά, σε παρέες και βάφτισες, σε
(ονομαστικές) γιορτές, σε πανηγύρια, σε γάμους, που τότε γινόταν στα σπίτια.
Η ζωή του οργανοπαίχτη ήταν άθλια και τα κέρδη του πολύ λίγα. Όποιος ήθελε
να κάμει καλό γάμο στο χωριό, καλούσε χωραΐτικα όργανα για να κάμει ντόρο. Οι
γάμοι κρατούσαν οκτώ μέρες. Στα Σφακιά δεκαπέντε μέρες. Πότε βγάναμε καλά
λεφτά, πότε καθόλου. Αλλά ύπνος τίποτα. Εξεχνούσες πότε κοιμόσουνα. Έπαιζα κι
έβλεπα όνειρο…
Έσπαζε η κόρδα και δεν μπορούσα να τηνε περάσω. Ούτε ρεύμα είχανε, ούτε
μεγάφωνα, ούτε φως, τίποτα. Με λάμπες πετρελαίου. Κι άμα αρχίζανε οι μπιστολιές
σβήνανε οι λάμπες και ’μεις είμαστε υποχρεωμένοι να παίζομε στο σκοτάδι. Τα
παράθυρα γινόταν κομμάτια και τα κεραμίδια. Το χέρι μου πρηζότανε και τα νύχια
μου σκιζότανε.
Πήγα και στον Πειραιά, το 1935, για να μάθω καλύτερα. Εκεί γνώρισα τον
Παπαϊωάννου, τον Βαμβακάρη, τον Μπάτη, τον Αρτέμη, τον Στράτο. Τότε όλοι μ’
έλεγαν: το Στελάκι από την Κρήτη. Τότε κάμαμε πολλά γλέντια με τους Κρητικούς
της Αθήνας και του Πειραιά».
Το επάγγελμα του οργανοπαίχτη δεν το χώνεψε ποτέ του. Η δουλειά του ήταν
και είναι ρολογάς.

ΟΙ ΔΙΣΚΟΙ ΤΟΥ
Το 1936 έβγαλε, με τον Καρεκλά τρεις δίσκους.

  • Ρεθεμνιώτικη Σούστα, με 72,5 κοντυλιές.
  • Ρεθεμνιώτικα Πεντοζάλια
  • Σταφιδιανός Σκοπός (καθιστικός σκοπός, μόνο για τραγούδι)
    Η εταιρεία όμως δεν τους έδωσε ποσοστά, γι’ αυτό και δεν ξαναπήγαν σ’ αυτή.
    Αυτή η πικρή εμπειρία του άφησε κάτι το θετικό: οι μουσικοί, που του έκαμαν τον
    έλεγχο πριν από την εγγραφή των δίσκων, του έκαμαν υποδείξεις, ιδιαίτερα στο
    θέμα του χρόνου για να βελτιώσει την απόδοσή του. Αυτό άνοιξε νέους ορίζοντες

στον αυτοδίδαχτο Στέλιο, γιατί, καλόπιστος καθώς είναι, παραδέχτηκε πως οι
επιστήμονες μουσικοί είχαν δίκιο. Έτσι μελέτησε ακόμη περισσότερο ξενυχτώντας
μόνος του πάνω στο Μπουλγαρί του.
Όταν ένιωσε πως ήταν έτοιμος, αποφάσισε να κάμει το πιο παράδοξο τόλμημα
στον χώρο της κρητικής μουσικής. Να βγάλει σε δίσκο δικά του τραγούδια, χωρίς τη
συνοδεία λύρας.
Συνεργάστηκε με τον φημισμένο τραγουδιστή Μπαξεβάνη, την αδελφή του
Λαυρεντία κι έναν κιθαρίστα κι έκαναν αδιάκοπα πρόβες με χρονομέτρηση. Καρπός
αυτής της προσπάθειάς ήσαν, σε πρώτη φάση, τρεις δίσκοι που άφησαν εποχή:

  • Ο πρώτος: Όσο βαρούν τα σίδερα…
    Τα βάσανά μου χαίρομαι…
  • Ο δεύτερος: Το μερακλίδικο πουλί…
    Όσο σιμώνει ο καιρός
  • Ο τρίτος: Στα ψέματα σ’ αγάπησα…
    Σαν είχες άλλο στην καρδιά…

Το 1937 έβαλε κι άλλους δίσκους. Άλλο ένα έγραψε το 1938 που κυκλοφόρησε
οκτώ μέρες πριν από τον πόλεμο.
Ο δίσκος αυτός χάθηκε. Είχε Ανωγειανό κι Αποκορωνιώτικο συρτό.
Συνολικά έγραψε 24 δίσκους, είχε πλήρη σειρά στο σπίτι του. Όλους όμως τους
πήραν ή τους κατέστρεψαν οι Γερμανοί τη διάρκεια της κατοχής.
Την ίδια εποχή καταστράφηκαν όλα σχεδόν τα Μπουλγαριά στο Ρέθυμνο. Τη
θέση τους πήρε αργότερα το λαγούτο.

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο Στέλιος Φουσταλιεράκης κατάφερε, όπως λέει ο ίδιος, να βάλει σε καλούπια
μουσικά κομμάτια άτονα και άχρονα, χωρίς να παραμορφώνει τους σκοπούς.
Πρόσθεσε αρμονίες κι ακούς μια γλυκάδα όμορφη».
Τους παμπάλαιους κρητικούς σκοπούς τους έβαλε σε γραμμές, τους πρόσθεσε
ομορφίσματα και ποικίλματα που δίδουν γλύκα, απλότητα, χάρη και τους διέσωσε.
Η διάσωση έγινε με δύο τρόπους, με την εγγραφή σε δίσκους και με το να τους
παίζει με το Μπουλγαρί του μέχρι σήμερα.
Αξίζει να σημειωθεί πως και τώρα έχει έτοιμη δουλειά με σκοπούς παλιούς,
τελείως άγνωστους. Τον παρακαλώ, και νομίζω πως διερμηνεύω την επιθυμία όλων
σας, να εγγράψει σύντομα σε δίσκο αυτό το υλικό. Μ’ αυτό τον τρόπο θα κάμει
άλλη μια προσφορά στη μουσική παράδοση του τόπου μας.
Τόση είναι η δεξιοτεχνία του στο παίξιμο, ώστε μπορεί να παίξει με την ίδια
άνεση Ζεϊμπέκικα, Νησιώτικα, διάφορα, Καλαματιανά όσο και τα Κρητικά. Η
αγαπημένη του όμως είναι η Κρητική.
Ιδιαίτερα στους συρτούς. Δεν πατεί ποτέ τα ίδια ακριβώς πατήματα στο όργανό
του.

Έτσι σπα τη μονοτονία και προκαλεί ποικιλία που εντυπωσιάζει. Πρέπει να
σημειωθεί πως πολλοί από τους συρτούς που παίζονται σήμερα είναι δικές του
συνθέσεις. Το παίξιμο του είναι ένα χάιδεμα των έξι χορδών και ένα ελαφρό
άγγισμα στα πατήματα του Μπουλγαριού. Σε λίγο που θα τον ακούσετε να παίζει
μόνος του, θα νομίσετε πως παίζει ολόκληρη ορχήστρα.
Ιδιαίτερη χάρη έχουν τα ταξίμια του, δηλαδή οι αυτοσχέδιες εισαγωγές, οι
μουσικοί τρόποι που μεταχειρίζεται ο καλλιτέχνης πριν αρχίσει να παίζει σκοπούς
καθιστικούς.
Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα, η μοναδικότητα του Στέλιου Φουσταλιεράκη, για
την οποία ήταν και είναι περιζήτητος σε διασκεδάσεις και εκδηλώσεις κι έχει
χαρίσει σε Ρεθεμνιώτικες συντροφιές ώρες αλησμόνητες.
Πολλές φάσεις και διακυμάνσεις σημειώθηκαν στα μουσικά θέματα στην
60χρονη ενασχόλησή του με τη μουσική. Τα πιο χτυπητά ήσαν α) Η διάδοση των
τεχνολογικών μέσων μετάδοσης της μουσικής (δίσκοι, γραμμόφωνα, ραδιόφωνα)
που έφεραν επαναστατική αλλαγή στην επικοινωνία του καλλιτέχνη με το κοινό. β)
Ο πόλεμος και η καταλυτική επίδραση σε όλα, και στη μουσική. γ) Η εποχή μας, που
τείνει να μετατρέψει τα πάντα σε εμπόριο και, φυσικά, και τη μουσική μας
παράδοση.
Απ’ όλες αυτές τις φάσεις και τους κλυδωνισμούς ο τιμώμενος καλλιτέχνης
επηρεάστηκε, στα ανθρώπινα μέτρα, αλλά και έμεινε βράχος ακλόνητος,
συντηρητής της παράδοσης και δημιουργός νέας παράδοσης.
Και μόνο το να αναλογιστεί καθένας τι σήμαινε για τις κοπέλες και τους
νεαρούς του χωριού και της πόλης (σε περασμένες δεκαετίες) η εμφάνιση ενός
νέου σκοπού και με ποιο ζήλο και αφοσίωση προσπαθούσαν να τον μάθουν, να τον
τραγουδήσουν, να χορέψουν πάνω στα πατήματά του, μόνο αυτό φτάνει για να
αξιολογηθεί η προσφορά του Στέλιου Φουσταλιεράκη στον τόπο και στη σωστή
μουσική και αισθητική αγωγή της νεολαίας.
Για να μη φανεί αυτό υπερβολικό, σας εξομολογούμαι πως εγώ προσωπικά,
συζητώντας μαζί του για να πάρω τα στοιχεία αυτής της παρουσίασης αντιλήφθηκα
πως αυτός ο απλός άνθρωπος με τις γραμματικές γνώσεις του Δημοτικού Σχολείου
κάνει παρατηρήσεις αισθητικές πάνω στη γλώσσα, που είναι αξιοζήλευτες. Ακούστε
μερικές:
«Αν δεν μιλήσει η ψυχή, δε βγαίνει σωστό τραγούδι…».
«Τη μαντινάδα πρέπει να τη νιώθει κι αυτός που τη λέει κι αυτός που την
ακούει…»
«Παλαιότερα όλα ήτανε με τη μαντινάδα η αγάπη, το τσάτισμα, η παλικαριά. Οι
στοίχοι βγαίνανε μέσα από την καρδιά».
Πικραίνεται πολύ όταν βλέπει να βγαίνουν κασέτες και δίσκοι βιαστικά και με
μόνο στόχο το κέρδος, και γίνεται αυστηρός κριτής στους νεότερους οργανοπαίχτες
(που πάντα τον παραδέχονται και τον σέβονται) και είναι πρόθυμος, σε κάθε στιγμή
να τους συμβουλέψει χωρίς ιδιοτέλεια και υστεροβουλία.

Για την όλη προσφορά του, η φήμη του Στέλιου Φουσταλιεράκη έχει ξεπεράσει
τα Ελληνικά σύνορα τώρα και πολλές δεκαετίες και έχουν έλθει μουσικολόγοι και
ερευνητές από την Αγγλία, την Ιταλία και τη Ρουμανία για να αποτυπώσουν το
Μπουλγαρί και τους σκοπούς του.
Τη μεγάλη απουσία κάθε Ελληνικού φορέα κάλυψε η Φιλοσοφική Σχολή του
Πανεπιστημίου Κρήτης, όταν πριν από δύο χρόνια άρχισε να καταγράφει
συστηματικά την Κρητική Μουσική.
Αυτό έδωσε μεγάλη ικανοποίηση και στον Στέλιο Φουσταλιεράκη, που αγωνιά
μήπως χαθεί αυτό το κομμάτι του νεοελληνικού πολιτισμού.
Τελειώνοντας θέλω να σας βεβαιώσω πως συζητώντας μαζί του βρήκα στο
πρόσωπό του μια λαμπρή εξήγηση για τις διεργασίες που απαιτήθηκαν για τη
δημιουργία του δημοτικού τραγουδιού που είναι αρμονική σύζευξη μουσικής και
λόγου και το λαμπρότερο δείγμα του νεοελληνικού πολιτισμού. Επίσης κοντά του
κατάλαβα καλύτερα τι θα πει «γλωσσοπλάστης λαός».
Νομίζω πως η αποψινή εκδήλωση που διοργάνωσε ο Δήμος με τον
Εκπολιτιστικό Σύλλογο και την ΕΛΜΕ Ρεθύμνου είναι ένας φόρος τιμής που έπρεπε
να έχει αποδοθεί πριν από πολλά χρόνια για να τιμηθεί και επίσημα ο καλλιτέχνης
της Κρητικής Μουσικής, που ανεπίσημα έχει τιμηθεί από τον λαό, με την καθολική
αναγνώριση.

ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ»
ΑΡ. ΤΕΥΧΟΥ 7
ΙΟΥΛΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1983

Αφήστε μια απάντηση