Σπύρου Απ. Μαρνιέρου <<Η Αντίσταση στο Αμάρι>>

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ
Του κ. Μιχάλη Μ. Παπαδάκι
Επ. Δικηγόρου

Κομψό, πρόσχαρο, ωραίο στην εμφάνισί του το νέο βιβλίο του Επιθεωρητού τελωνείων και
συγγραφέως Σπύρου Μαρνιέρου, με τον παραπάνω τίτλο. Και στο περιεχόμενό του, ερευνητικό, πλήρες,
βαθυστόχαστο. Ανάλογο με την επαρχία του Αμαρίου, τη δράσι της οποίας διαπραγματεύεται στη
Γερμανική Κατοχή. Του προνομιούχο διαμερίσματος της Κρήτης με τον ευχάριστο, συναισθηματικό,
ευγενικό, φιλόξενο και πατριώτη πληθυσμό του. Και τις ιδιαίτερες γραφικές χαρακτηριστικές ομορφιές
του τοπίου.

<<Σκίζω ολάνθιστες πλαγιές περνώ ολοπράσινα βουνά
διαβαίνω γάργαρες πλαγιές και παραδείσια μέρη>>…
Aπό το καλλιτεχνικό εξώφυλλο κι όλας, ο Αμαριώτης από Πατέρα και Μητέρα συγγραφεύς,
φανερώνει πως ζει κι αναπνέει με τον αέρα τ’ Αμαριού. Σχεδιάζει στην πρόσοψί του χάρτη της Κρήτης
και κάνει μοναδική τιμητική διάκρισι, την τοποθέτησι του Αμαριού μέσα σε περίγραμμα του Νομού
Ρεθύμνης. Δεν ξεκινά μοναχός του το βιβλίο ο Μαρνιέρος. Παίρνει μαζί του δυό Αμαριώτες ποιητές.
Τον άφθαρτο Σπύρο Λίτινα με το τραγούδι του <<Οι – γι’ απροσκύνητοι>>, που συνοδεύεται με σκίτσο
λεβέντη ένοπλου Κρητικού που μπροστά του έχει σύμβολο της Ελεύθερης Κρήτης, το αγρίμι. Και του
μεγάλο για το Ρέθεμνος και το Αμάρι Γιώργη Καλομενοπούλου με το θαυμάσιο κι’ υποβλητικό τραγούδι
του ΑΜΑΡΙ. Κείνου που με πέντε καλλιτεχνικές κι’ εμπνευσμένες στροφές, δίδει κατά τρόπο ζηλευτό,
όλη την υπόστασι της υπέροχης επαρχίας.
Σε συνέχεια ο Μαρνιέρος, μετά από ένα μετριοπαθή και κατατοπιστικό πρόλογο, ασχολείται
εξαντλητικά με τον ηρωϊκό Αλέξαντρο Κοκκονά, τον αξιωματικό και τον δάσκαλο που δαπάνησε, χωρίς
φειδώ, την έντιμη ζωή του, στις μάχες ενάντια στους εχθρούς της Ελληνικής Πατρίδας και στην
ενθουσιώδη, την χωρίς κόπωσι, εξύψωι, της παιδείας της. Τα στοιχεία που δημοσιεύει ο Μαρνιέρος και
για τις δυό αυτές κατευθύνσεις του Κοκκονά, δεν αφήνουν αμφιβολία πως ο σεμνός αυτός άνθρωπος
ήταν ένας ακραιφνής Έλληνας πατριώτης με τη μεγαλόπρεπη δράσι του στον πόλεμο και την Ειρήνη.
Εκεί που ο Μαρνιέρος γίνεται απαράμιλλος, είναι η περιγραφή της καταστροφής του χωριού
Γερακάρη από τους Γερμανούς. Ήταν παιδί. Τα πραγματικά περιστατικά της φοβερής αυτής σφαγής,
χαράχτηκαν στη μνήμη του, έντονα, ανεξίτηλα. Κι’ αυτό του δίδει τη δύναμι να τα παρουσιάζη ζωντανά,
σπαρταριστά, κινούμενα. Τόσο που ο αναγνώστης περνά στην αυταπάτη πως τα παρακολουθεί. Τα
περνά. Τα βλέπει!
Οι εμπειρίες του Μαρνιέρου είναι τρομακτικές. Στη σελίδα 167 του βιβλίου γράφει:
<<Πρώτη μου φορά έβλεπα κατάμματα να βγαίνουν ανθρώπινες ψυχές. Είδα τις φοβερές
συσπάσεις στα νεανικά πρόσωπα των σκοτωμένων. Την έκφραση της πικρίας του μεγάλου πόνου από την
αναπάντεχη στέρησι <<τ’ απάνω κόσμου>>, στον ανθό της νιότης. Μέχρι κείνη τη στιγμή νόμιζα πως οι
άνθρωποι πεθαίνουν από αρρώστειες, γεράματα, ατυχήματα, στην οχλοβοή της μάχης, επί τέλους από
βεντέττες. Τέτοιος χαμός <<εν ψυχρώ>> δεν είχε περάσει από το νου μου… Στη μεγάλη ταραχή έπεσαν
τα μάτια μου στη μάννα του Στρατιδάκι… Αντίκρυσα μια μορφή απροσδιόριστη, ανέκφραστη,
απολιθωτική που στο λεπτό έγινε τραχειά, ξωτική, δαιμονισμένη. Με χείλια ξεραμένα, τον ιδρώτα να
λούζη ποταμός το πρόσωπό της, ξέσπασε να ξεπατώνη τούφες τα μαλλιά της, να γδέρνη με τα
ροζιασμένα χέρια τα μάγουλά της, να τζαγκουρνομαδιέται… Έκανε σάλτο να πέση στο άψυχο κορμί του
γυιού της. Οι Γερμανοί την απώθησαν…>>.
Τόσες πολλές είναι οι τραγικές σκηνές που με λυρισμό, αντικειμενικότητα και ζωντάνια
περιγράφει ο Μαρνιέρος που πρέπει ν’ αντιγράψης σημαντικό μέρος του βιβλίου για να τις περιγράψης.
Αλλά δεν αρκείται μόνο στις δικές του εμπειρίες ο Μαρνιέρος. Διανθίζει τη διήγησί του με τη
ρίμα του ξακουστού Γερακαριανού ριμαδόρου Νικόλα Φραγκιά Αγγελάκη. Τούτος θρηνεί και

μοιρολογάται με τρόπο πολύ συγκινητικό τους αδικοχαμένους χωριανούς του, ονομαστικά ένα – ένα.
Αλλά και με τους εξής απλοϊκούς και γεμάτους έννοια στίχους, καυτηριάζει τη Γερμανική θηριωδία:

<<Τη γρε τη Γιαννακούδενα ολότυφλη σκοτώσα
κι’ ερίξανε το σπίτι τζη και την καταπλακώσα.
Και άλλη μια κατάκοιτη του Τάταρη του Γιάννη
με γέλια την νεκρώσανε και δε μας καλοφάνη.
Επίσης και το Μιστοκλιό ανήμπορος και γέρος
όντε τον τουφεκίζανε εξάνοιγε το Κέντρος>>.
Χρησιμοποιεί ο Μαρνιέρος κι’ άλλη ρίμα, τον Χαντρακομανώλη (Μανώλη Ακουμιανάκη). Κι’
αυτός με τρόπο πολύ πρόσφορο χαρακτηρίζει την επάρατη Γερμανική Κατοχή:
…<<Ήρθεν η μαύρη Κατοχή, η πείνα και τα έργα
Τυμπάκι, Αρμένους και Καρέ οι γερμανοί μας φέρνα
Πολλές φορές μας πήγανε και στην Αγιά Γαλήνη
δίχως ψωμί, δίχως φαΐ με πικραμένα χείλη….
Στον πρώτο μπλόκο του χωριού πιάσα ντο Μαγογιάννη
με το (ν) τσιφτέ ντου πιάστηκε όθε ντου Ρεμαντάνη
Εις την Αγιά τον πήγανε μετά στη Γερμανία
κι’ εκειά το (ν) εκτελέσανε κι’ η μνήμη ντ’ αιωνία>>.
Ο επιμελής συγγραφέας ερευνά το χώρο. Και δεν αφήνει τίποτε σχετικό με το Γερακάρη και να
μη το απαθησαυρίση στο βιβλίο του.
Δυο όμως κείμενα που καταχωρεί σ’ αυτό του δίδουν ανυπολόγιστη αξία. Το ένα είναι εντελώς
συνοπτικό αυτόγραφο το Αλεξάνδρου Κοκκονά γενικά για την Αντίστασι στο Νομό Ρεθύμνης και το
Αμάρι. Το άλλο, <<Έκθεσις αυτοψίας του Τομεάρχου Περιφερείας Κέδρους Εμμανουήλ Σ. Κουτάκι
διδασκάλου Ελενών>>, που αρχίζει: <<Τύχη σκληρά μ’ επεφύλασσε ν’ αντικρύσω πρώτος το
αποτέλεσμα της Γερμανικής θηριωδίας της 22 Αυγούστου 1944>>. Και τα περιγράφει με όλη των την
τραγικότητα και με, πραγματικά, αξιοπρόσεκτο και παραστατικώτατο τρόπο. Τούτη η έκθεσις του
Κουτάκι και η εντυπωσιακή αφήγησις του Μαρνιέρου, πιστεύω πως είναι τα πολυτιμότερα τεκμήρια και
τα αξιοπιστώτερα στοιχεία για την καταστροφή των χωριών του Κέντρους. Είναι μαρτυρίες α υ τ ο π τ ώ
ν μαρτύρων.
Εξαιρετικό είναι το ενδιαφέρον του συγγραφέως για το χωριό της καταγωγής του. τους
ρωμαντικούς Γουργούθους. Με τη γνωστή του πλέον θελητική αφηγηματική του τέχνη, το περιγράφει.
Και συγκεντρώνει ό,τι ωραίο έχει γραφή γι’ αυτό, τραγούδια, παραδόσεις, κείμενα. Από τον Άη Γιώργη
το Μερτακονέ στον Άη Γιάννη τον Πρόδρομο και τον άλλο Άη Γιώργη του χωριού που εξαφάνισεν η
εγκληματικότητα των Ούνων. Για το σχολειό του του Γερακάρη ο Μαρνιέρος, κάνει πλήρη και
εμπεριστατωμένη μελέτη. Με ονομαστική αναφορά, πολλές φορές συναισθηματική, στους δασκάλους
και τους μαθητές του. Της ιστορίας και της δημιουργίας του.
Μιλεί ο Μαρνιέρος για το τζαμί του Γερακάρη – τον Άγιο Στέφανο- και τις άλλες εκκλησιές του
χωριού. Τις παλιές, τις αναδημιουργημένες και τα εξωκκλήσια.
Εντυπωσιακή είναι και η παρουσίασις προσώπων που δόξασαν τα δυό χωριά με πολεμικούς
άθλους ή πνευματικές επιτεύξεις. Και επιμελής και εξακριβωμένη η παράθεσις χαρακτηριστικών
εργασιών του.
Το συμπλήρωμα της αρτιότητος του βιβλίου, είναι οι πάμπολες παλιές και νέες φωτογραφίες, που
συγκεντρώθηκαν σ’ αυτό. Κόπος πολύς να τις μαζέψη ακόμη και ειδικός συλλέκτης. Και περισσότερο, να
τις ταξινομήση και να τις τοποθετήση κανονικά στο βιβλίο. Σ’ αυτές τις φωτογραφίες το ανεπανάληπτο
Σώμα της Κρητικής Χωροφυλακής, επίλεκτο μέλος του οποίου ήταν ο Αποστόλης ο πατέρας του
συγγραφέως, κρατεί την πλειοψηφία με τις γραφικές του στολές και το πραγματικά λεβέντικο,
υπερήφανο, καθαρά Κρητικό παράστημα των μελών του. δεν διστάζω να πω πως οι φωτογραφίες αυτές
δίδουν μεγαλύτερες διαστάσεις στην αξία του βιβλίου.

Τελικά θέλω να εκφράσω την ειλικρινή και ελεύθερη γνώμη μου, πως το σύγγραμμα του Σπύρου
Μαρνιέρου <<Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΑΜΑΡΙ>> είναι από τα πρώτα που είδα με τόση πληρότητα,
αντικειμενικότητα, ακρίβεια. Έχει το ξεχωριστό πλεονέκτημα να μη περιλαμβάνη ανακρίβειες,
υπερβολές, φαντασιώσεις, φανατισμούς, κομματισμούς και ψευτιές. Είναι μια τίμια, ειλικρινής, αληθινή,
ωραία, λεγμένη, μαρτυρία.

Αφήστε μια απάντηση