Του Νικ. Δουκάκη
Ενενηντάρης πέθανε προ τριετίας ο Σταυρούλης. Μέτριος νοικοκύρης μα με πολλά
αισθήματα. Στο χωριό του κατείχε ξεχωριστή θέση. Τον σέβονταν και τον εκτιμούσαν. Δυο
κόρες και ένα γυιό απόκτησε. Οι κόρες έμαθαν τα γράμματα της εποχής, γραφή και
ανάγνωση. Ήταν όμως σεμνές, φρόνιμες πρότυπα αρετής. Τον γυιό σπούδασε. Δάσκαλο.
Συνέπεσε προ εικοσαετίας να φιλοξενηθή ο Νικολάκης ένας άλλος Δάσκαλος που
υπηρετούσε με τον Μιχάλη, έτσι λέγανε το γυιό του Σταυρούλη σε δυο πολύ γειτονικά
χωριά της ίδιας επαρχίας. Ανύπαντρες ήταν οι κόρες και ο γυιός. Ο Νικολάκης παντρεμένος
με τρία παιδιά. Ανάμεσα στους οικείους και του μουσαφίρη αναπτύχθηκε φιλία και
οικειότητα. Κάποτε που έμειναν μόνοι ο Σταυρούλης με τον μουσαφίρη Δάσκαλο ο
τελευταίος παρατήρησε στον πρώτο:
-Καιρός Αφέη Σταυρούλη να παντρευτούν τα κορίτσια. Λιόφυτα έχετε, λάδια έχετε,
οικονομική ευχέρεια έχετε, τι περιμένετε; Η γυναίκα σαν περάση τα 25 αρχίζει και στίβη.
Αν πιάση τα 30 είναι κακοξόδευτη…
-Δίκηο έχετε. Μα δεν ήλθε η ώρα τους κυρ. Δάσκαλε. Λένε πως είναι και τυχερά. Για
τη πρεσβύτερη τη Μάρθα είχαμε πριν από ένα χρόνο τρεις προτάσεις γάμου από τη Χώρα.
Δεν δεκτήκαμε γιατί δεν ήσαν της προκοπής. Κι οι τρεις Υπάλληλοι…
-Δεν ήσαν μήπως καλού χαρακτήρος άνθρωποι;
-Κάθε άλλο. Καλοί φαίνονταν. Μα είναι άνθρωποι του Θυριδίου. Την Κατοχή
ορκίστηκα να μη κάμω θεσολόγους γαμπρούς.
Θα θυμάσθε πως μόνο οι Υπάλληλοι δυστύχησαν εδώ στα χωριά. Πως περάσετε
σεις; Είσθε ευχαριστημένος; Τα λεπτά δεν είχαν αξία. Αν δεν είχες είδος ούτε κρέας
έτρωγες ούτε ψάρι ούτε τυρί. Έμενες γυμνός και ξυπόλυτος.
Που να βρουν το είδος οι Υπάλληλοι; Το είχαν οι γεωργοί.
-Υποφέραμε και μεις αφέη Σταυρούλη. Κακή μπόρα ήταν που πέρασε όμως. Ναι
υπόφερε ο υπαλληλικός Κόσμος τη Μαύρη κατοχή…
-Θα μου πήτε ίσως πως δεν επαναλαμβάνεται. Ας είναι. Μα και σε ομαλή περίοδο
η ζωή του υπαλλήλου είναι μίζερη. Υποχρεωμένος όπου φτάνει το χέρι του να κρεμά το
καλάθι του.
Δυό να μετράη κι ένα να κόβη. Οι κοπελλιές μου είναι διαφορετικά μαθημένες.
Νάχουν μπόλικο το λάδι, το κρασί, το καθετί. Να μπαίνουν σε μαγατζέδες (αποθήκες) με
σειρά τα πιθάρια και στους τέσσερεις τοίχους. Και τα πιθάρια γεμάτα ζαερέδες, λάδια,
κρασιά, μέλια… Η γυναίκα του υπάλληλου πηγαίνει με το μπουκάλι του λαδιού στο
μπακάλη. Στο φαγητό βάζει με το σταγονόμετρο. Με μια οκά λάδι περνά δέκα μέρες. Εμείς
αφέη Δάσκαλε την ταχυνή (το πρωί) γεμίζομε το λαδικό (μια οκά) και το βράδυ αδειάζει…
Αν δεν πλέη το λάδι στη χρυγιά (λεκάνη) δεν χορταίνομε. Το τυρί, τα γαλατερά έχομε
«χυμού-λυμού». Όπως τάχενε τ’ Ανεμάκη πριν πάει στη χώρα. Η πεθερά του μου λεγε μια
φορά. «Εγώ δεν χορταίνω το κρέας, το τυρί, το γάλα αν δεν πάω στου γαμπρού μου τ’
Ανεμάκη. Ανοίγω το ντουλάπι της κουζίνας και κόβω μια φέτα από τη τύρα πια μεγάλη από
τη φέτα του ψωμιού. Τρώγω όσο θέλω, Πάσ’ αργά (κάθε βράδυ) τρώμε λαγάνια (είδος
χωριάτικου μακαρονιού) που δε φαίνονται από το τυρί που στάζει το βούτηρο.
Σαν επήγε στη χώρα εξέκαμε το Κουράδι τα πρόβατα. Αγοράζει το τυρί εκατό-εκατό
δράμια. Ποιος θα το πρωτοφάη ο Ανεμάκης η Ανεμάκενα γη τα εγγονάκια μου.
Αποκρεμούμαι και παίρνω από το πιάτο ένα θρουλλί σαν ταμπάκο. Για τη μυρωδιά!
Και ντουσουντίζω. Πούναι οι τύρες του χωριού κι ανάθεμάμαι α δεν ακούω το νου
μου να σαλέψη. Λοιπόν αφέη Δάσκαλε «εγώ ίτου (αλλοίμονο) που περιμένει από του
καμπανού τα κατσούνια». Θα προτιμήσω να μη γνωρίσουν μοίρα οι κοπελλιές μου παρά να
πάρουν υπαλλήλους, «μεροδούλι-μεροφάι».
-Ε, και πως θέλετε τους γαμπρούς σας αφέη Σταυρούλη, τεχνίτες μήπως ή
ρεσπέρηδες;
-Κουτσούρες νάχουν αφέη Δάσκαλε. Μαγατζέδες να βρουν οι κοπελλιές μου σαν
τον δικό μου. Να μη αναζητήσουν του πατέρα τους το μαγατζέ. Οι κουτσούρες
(ελαιόδενδρα) κάνουν καλό βιός. Μεγάλο πλούτος, το λάδι είναι το υγρό χρυσάφι του
τόπου μας. Πρόπερσι εγροικούσαμε (ακούαμε) πούρι πως ποθαίναν οι άνθρωποι τα χρόνια
της Γερμανικής κατοχής το Περαία και την Αθήνα χωρίς ν’ αρρωσταίνουν. Σωριάζονταν
κάτω στο πι και φι και ξεψυχούσαν. Γιατί δεν έτρωγαν λάδι. Σάπιζαν οι σάρκες τους κι
έτρεχαν νερό από τα πόδια… τότε και μη μπλειό.
-Ναι, πέθαιναν από αποβιταμίνωση συμπλήρωσε ο Δάσκαλος
-Κουτσούρες λοιπόν κυρ Δάσκαλε!
-Ε, να παντρέψωμε τότε το Μιχάλη. Δάσκαλος είναι του ταιριάζει η Δασκάλα η
Μέλπω. Εξαιρετική κοπέλλα. Ωραιοτάτη, σεμνή, ενάρετη και καλής ανατροφής. Θα κάμης
μια νύμφη «μάλαμα». Έχει οργανική θέση στο χωριό σας.
Μετά το γάμο τους θάλθη κι ο Μιχάλης εδώ να συνυπηρετούν. Ευκαιρία να τον
φέρης κοντά σου να μη υπηρετή τόσο μακρυά σου στα κορακοχώρια!
-Μπορεί νάναι καλή κοπελλιά! Μα έχει «κουτσούρες»;
-Πάλι τα ίδια; Η Μέλπω έχει τις κουτσούρες κινητές. Τις μεταφέρει στην πλάτη όπου
πάει. Είναι ο μισθός της.
-Αγαπώσε αφέη Δάσκαλε μα δεν μ’ αρέσει η γνώμη σου…
Στο σημείο αυτό εγκατάλειψε ο Νικολάκης την προσπάθειά του να πείση τον
Σταυρούλη. Αμετάπειστος έμεινε μέχρι τέλους. Τις κόρες του πάντρεψε αργότερα με
γαμβρούς με πολλές κουτσούρες και το γυιό του το Δάσκαλο βρήκε μια χωρική με πολλές
κουτσούρες και αυτή. Σώνει και καλά έκαμε τα παιδιά του να κουλαντρίζουν
«κουτσούρια»… Ήτο η νοοτροπία της εποχής. Το κλίμα… Σήμερα αντιστράφηκαν οι όροι!!
Ν. ΔΟΥΚΑΚΗΣ
Φεβρουάριος 1968