
Ο Γαληνός το 1915 μπροστά σε έργο του
ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΣΚΙΑΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ, ΠΑΛΑΙΜΑΧΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΝΙΚΟΣ ΓΑΛΗΝΟΣ
Σε πολλά παλιά σπίτια του Ρεθέμνου, κι ακόμα σε πολλές εκκλησίες του νομού
βρίσκονται τοιχογραφίες του (γνωστού στους παλιούς Ρεθεμνιώτες) ζωγράφου Γεωργίου
Γαληνού. Το όνομα του αναφέρεται συχνά και στους νεώτερους χωρίς ωστόσο να είναι
γνωστά σ’ αυτούς πολλά στοιχεία από τη ζωή και το έργο του.
Μια μικρή -αλλά κατατοπιστική- προσέγγιση στον ζωγράφο Γεώργιο Γαληνό
(γεννήθηκε το 1860 και πέθανε το 1934) επιχειρεί παρακάτω σε γραπτό σημείωμα του (που
ενεχείρισε στα Ρ.Ν. ο σ/χος κ. Μανόλης Σταγάκης) ο γιος του ζωγράφου Νίκος Γαληνός
παλαίμαχος δημοσιογράφος που ζει σήμερα στην Αθήνα.
Η αφήγηση του Ν. Γαληνού για τη ζωή και το έργο του πατέρα του έχει ως εξής:
Ο πατέρας μου, Γεώργιος Γαληνός του Κωνσταντίνου, γεννήθηκε το 1860 στην Πηγή
Ρεθύμνου. Ήταν μικρό παιδάκι όταν έγινε η ανατίναξη του Αρκαδίου την οποία έζησε. Η
μητέρα του ήταν το γένος Τζωρτζάκη απ’ την Κυριάννα. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος
Γαληνός φαίνεται πως γεννήθηκε στου Μαλλιού, γιατί εκεί υπάρχουν κι άλλη μέλη της
οικογενείας μας.
Η γυναίκα του Ειρήνη Γαληνού ήταν απ’ το Ρουμελί. Ήταν παπαδοπούλα. Ο
πατέρας του ήταν παππάς εκεί στο Ρουμελί και κατάγονταν απ’ τις Μαργαρίτες. Η μητέρα
μου ήταν γνήσιος απόγονος της μεγάλης οικογένειας της Κρήτης των Καλλέργηδων. Ο
Σταύρος Καλλέργης που ήταν ο ιδρυτής του Σοσιαλιστικού Κινήματος στην Ελλάδα ήταν
ξάδερφος της μητέρας μου, η οποία διδάχθηκε απ’ αυτόν τα μαθήματα, τις ιδέες του
Σοσιαλισμού και εν συνεχεία τα μετέδωσε και σε μας.
Ο πατέρας μου είχε δεύτερους ξαδέρφους τον Μανωλάκη, Ευθύβουλο και Γιώργη
Τσουδερό.
«Στα χρονικά του Ρεθέμνου» ο Γιάννης Δαλέντζας αναφέρεται στο γέρο Γαληνό
(σελ. 107, εκδ. 1958). Εκεί θα βρείτε όλα τα στοιχεία που χρειάζεστε για τον πατέρα μου.
Για τα πρώτα του χρόνια στο Ρέθυμνο.
Όταν ο πατέρας μου ήταν μαθητής, μας διηγούνταν, τους υποχρέωσαν να πούνε το
Πολυχρόνιο του Αβδούλ Χαμίτ. Αυτός αρνήθηκε. Αποτέλεσμα, ο τότε Δεσπότης να του πει
«έχομε και αισθήματα». Ο πατέρας μου είπε «Αυτά που μας διδάξατε για τον Κολοκοτρώνη
και τον Καραϊσκάκη ήτανε μπούρδες;», και σηκώθηκε κι έφυγε. Ο επιστάτης του Σχολείου
τον κυνήγησε, τον έδειρε και τον πέρασε από φάλαγγα, γι’ αυτή την κουβέντα. Από τότε
έφυγε ο πατέρας μου απ’ το Σχολείο -το Δημοτικό- και δεν ξαναπήγε σχολείο. Στην
επανάσταση έφυγε όλη η οικογένεια.
Δεν μπορώ να προσδιορίσω σε ποια ηλικία του έγιναν τα γεγονότα. Άκουσα απ’ το
στόμα του πατέρα μου ότι είχε λάβει μέρος σε παράνομες, εναντίον των Τούρκων,
δραστηριότητες και καταδικάστηκε δυο φορές σε θάνατο από τους Τούρκους.
Η μία ήταν η εξής. Έναν Φουντούλη απ’ τα Ρούστικα είχανε κρεμάσει οι Τούρκοι.
Ήτανε φίλος του πατέρα μου. Ο πατέρας μου πήγε κι έσχισε την καταδικαστική απόφαση.
Οι Τούρκοι τον κυνήγησαν αλλά δεν τον πιάσανε. Πήγε και κρύφτηκε στου Σωτήρχου το
σπίτι, του πατέρα του Μανωλάκη Σωτήρχου, καθηγητή, που ήτανε Πρόξενος της Ελλάδας
στο Ρέθυμνο. (Τότε το Ρέθυμνο ήταν υπό Τουρκική κατοχή). Τον προστάτεψαν και τον
φυγάδεψαν για τη Σύρο κι απ’ εκεί τον έστειλαν στον Πειραιά όπου έζησε (στον Πειραιά)
45 χρόνια με τις τρεις αδερφές του, τον πατέρα του, τη μάνα του στα Κρητικά.
Εδούλευε εργάτης στο εργοστάσιο του Ρετσίνα. Είχε έφεση στην τέχνη. Μια μέρα
ζωγράφιζε στο Νέο Φάληρο. Ήταν τότε ερημότοπος. Κατά σύμπτωση πέρναγε ο μεγάλος
ζωγράφος Νικηφόρος Λύτρας, καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου. Ο
πατέρας μου ζωγράφιζε κάτι καράβια. Ο Ν. Λύτρας είδε τη δουλειά του ότι ήταν καλή και
τον προσκάλεσε να παρακολουθεί μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Πολυτεχνείο.
Εκείνη την εποχή υπήρχαν Κυριακάτικα τεχνικά τμήματα για τα παιδιά που εργάζονταν κι
ήθελαν να μάθουν τη ζωγραφική τέχνη. Εκεί πήρε τα πρώτα του βήματα στη ζωγραφική
τέχνη. Κυρίως διδάχτηκε τη ζωγραφική απ’ το Ν. Λύτρα. Αυτός ήταν ο δάσκαλός του και γι’
αυτόν μας διηγότανε.
Κι εγώ πέρασα απ’ τη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου Αθηνών και το 1934
βρήκα έναν καθηγητή μου τον Μπισκίνη, ο οποίος θυμόταν τον πατέρα μου μαθητή της
Σχολής Καλών Τεχνών και μου μίλησε σχετικώς.
Όταν έγινε η απελευθέρωση της Κρήτης το 1897 που ήρθανε οι ξένες δυνάμεις με
τον Πρίγκηπα, πήγε στο Ρέθυμνο κι άρχισε να δουλεύει σε σπίτια ζωγραφίζοντας στους
τοίχους και σ’ εκκλησίες.
Εδώ πρέπει να γίνει μια παρένθεση. Αξίζει τον κόπο να μαθευτεί. Στα χρόνια εκείνα
στο Ρέθυμνο η προοδευτική αστική τάξη ήταν οι Τούρκοι κι όχι οι Κρητικοί Ρεθεμνιώτες.
Το Ρέθυμνο τότε δεν είχε συναλίκι με τον Πειραιά. Οι έμποροι Τούρκοι συναλλάσσονταν
απ’ ευθείας με την Τεργέστη. Έρχονταν απ’ την Τεργέστη τα καράβια Αυστρίας και
φόρτωναν κίτρα, λάδια, χαρούπια και άλλα προϊόντα. Οι Έλληνες ήταν φτωχοί. Τα σκήπτρα
τα κρατούσανε οι Τούρκοι. Ήταν εκπαιδευμένοι, μορφωμένοι, πλούσιοι. Ντυνόντουσαν
φράγκικα. Πηγαίνανε στην Ευρώπη, με τις γυναίκες τους, που βγάζανε τους φερεντζέδες
(και ντυνόντουσαν κι αυτές Ευρωπαϊκά). Τα σπίτια τους τα γέμιζαν με τοιχογραφίες.
Θυμάμαι δούλευε εκεί ο πατέρας μου. Ήταν ένα σπίτι τούρκικο του Αλή Βαφή. Στα
σομαράδικα. Είχε ζωγραφίσει τοιχογραφίες σε πάρα πολλά σπίτια, ιδίως Τούρκων.
Ο Κώστας Ξεξάκης ξέρει πάρα πολλά πράματα. Με πήγε και τα είδα. Είναι
καθηγητής και Πρόεδρος του Λαογραφικού συλλόγου. Με πήγε απέναντι απ’ το Μνημείο
του Αγνώστου Στρατιώτου σ’ ένα σπίτι του Δαφέρμου. Είχε τοιχογραφίες ωραιότατες. Το
Υπουργείο Πολιτισμού το αναπαλαίωσε.
Ο πατέρας μου ήταν ζωγράφος έντεχνος, δηλαδή διδαγμένος την τέχνη της
ζωγραφικής στη Σχολή Καλών Τεχνών, δεν ήταν ερασιτέχνης, όπως ήταν αυτοδίδακτος ο
Θεόφιλος. Ο πατέρας μου ζωγράφιζε με τους κανόνες ζωγραφικής που διδάχτηκε απ’ το Ν.
Λύτρα και τους άλλους καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου. Ήταν το
επάγγελμά του. Δυστυχώς οι Ρεθεμνιώτες δεν είχαν την παιδεία, την καλλιτεχνική παιδεία,
για να εκτιμήσουν το έργο του. Ζωγράφιζε σ εκκλησίες και σε σπίτια πλουσίων
Ρεθεμνιωτών που διέθεταν διάφορα ποσά για τοιχογραφίες. Οι χωριάτες θέλανε
γυαλιστερές εικόνες. Προτιμούσανε τα έργα π.χ. του Πάτερ Νέστωρα, ενός καλόγερου.
Σιγά – σιγά ο πατέρας μου έπεσε σε πενία. Εγώ έζησα και θυμόμουνα τον πατέρα μου στα
χρόνια της μεγάλης φτώχειας του. Έφθασε στο σημείο να ζει με την ελεημοσύνη των φίλων
του. Πέθανε 76 ετών στις 28/6/1934, πάμφτωχος. Ο Δαλέντζας στο βιβλίο του αναφέρει για
τα έργα του σ’ εκκλησίες στο Αμάρι, στα Ρούστικα, στον Πρέβελη και σε πολλά άλλα μέρη.
Σε κάποια επανάσταση, ο πατέρας μου δούλευε στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία
στα Ρούστικα. Αποβραδίς ζωγράφισε τους Αγίους με φυσεκλίκια, όπλα κλπ. κι όταν
ξύπνησαν το πρωί οι καλόγεροι και είδανε αυτό το θέαμα, αγιογραφίες με πάνοπλους τους
αγίους έμειναν άναυδοι και τούπανε: «Ήντα ‘ναι τουτανά Γαληνέ» κι αυτός τους απάντησε
«κι οι Αγίοι επαναστατήσανε κι εσείς κάθεστε…».
Αυτό το περιστατικό τ’ αναφέρει ο Γιάννης Δαλέντζας. Γενικά όποιος το διαβάσει κι
έχει υπομονή θα δει τις σπουδές του με το Λύτρα, τις δραστηριότητές του κλπ., κλπ.
Άλλο βιβλίο που γράφει για τον πατέρα μου είναι η ποιητική Συλλογή «Ποιήματα τα
ψιλορίτικα του παλαιού Ρεθέμνους, 1964, σελίδα 207 τον Καλομενόπουλου Γ. Εκεί λέει για
το Γιωργάκη Γαληνό. Σε ένα ποίημά του «Ένας παλαιός Ρεθεμνιώτης Ζωγράφος,
Αγιογράφος, στις φάρσες και στα καλαμπούρια άφθαστος. Ήτανε της τέχνης παληάς δόξας
και της μικρής μας πολιτείας…
Το φόβο αψηφώντας του Σουλτάνου ζωγράφιζε Αγίους με τουφέκια κι Αγγέλους μ’
αστροπελέκια.
Ξορίστηκε γλυτώνοντας το βόλι κλπ. κλπ. Όποιος θέλει μπορεί να το βρει αυτό το
ποίημα στη σελ. 207 Καλομενόπουλου Γεωργίου).
Καλαμπούριζε, είχε χιούμορ κι αισιοδοξία. Ήτανε πειραχτήρι. Κάθε μέρα κάνανε
φάρσες και καλαμπούρια και ιδιαίτερα με το γαλατά Κανακάκη. Αυτό το ποίημα του
Καλομενόπουλου υπάρχει, καθώς κι η φωτογραφία του πατέρα μου στο Ρέθυμνο, στο έργο
του Ανδρ. Νενεδάκη «Τριάντα αιώνες Πολιτείας» εκδόσ. 1983, σελ. από 96 έως και 104. Στη
σελ. 104 ήταν φωτογραφισμένος ο πατέρας μου δίπλα στο έργο του, ο Μιχαήλ Αρχάγγελος.
Ο ζωγράφος Γ. Γαληνός 1915 που βρίσκεται στην εκκλησία Αγία Βαρβάρα. Βέβαια αυτή η
εικόνα που ζωγράφισε ο πατέρας μου, έχει εξαφανιστεί. Δεν υπάρχει. Τον Παντοκράτορα
στην εκκλησία Αγίας Βαρβάρας, τον τρούλο της εκκλησίας τον έχει κάμει ο μακαρίτης ο
πατέρας μου.
Ο Πρεβελάκης στο «Χρονικό μιας Πολιτείας», γράφει ότι το ζωγράφισε ένας
Δεσπότης στο Ρέθυμνο για να δώσει έμφαση στην παπαδοσύνη κάτι που δεν έπρεπε να
κάμει, αφού ήτανε έργο του πατέρα μου κι όχι του Δεσπότη που δεν ήξερε να πιάσει ούτε
το πινέλο.
Τον είδα τον Πρεβελάκη τότε. Είχε τότε διοριστεί -επί 4 ης Αυγούστου- Διευθυντής
Καλών Τεχνών Υπουργείου Παιδείας. Άντε να τολμήσεις να μιλήσεις. Κι έμεινε με την
εντύπωση ο κοσμάκης ότι ήταν έργο του Δεσπότη. Πέρασα πέρισυ και το είδα. Κοντεύει κι
αυτό να εξαφανιστεί και κανείς δεν ενδιαφέρεται. Ούτε ο Μητροπολίτης. Αυτή δε η
εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας είχε παραχωρηθεί απ’ τους ντόπιους στους Ρώσσους και
λειτουργούνταν οι Ρώσσοι εκεί πέρα.
Για το έργο του Γαληνού που βρίσκεται στα εσωτερικά διαφόρων σπιτιών στο
Ρέθυμνο – είχε ενδιαφερθεί ο Κίτσος Μακρής ν’ ασχοληθεί επισταμένως. Πολλά έργα του
Γ. Γαληνού κοντεύουν να χαλάσουνε, να εξαφανιστούν απ’ την πολυκαιρία και την
αδιαφορία…
Άλλο στοιχείο αναφέρεται στην Κρητική Επιθεώρηση. Στις 10/10/1966 είχε γράψει
ωραιότατα πράγματα για τον πατέρα μου ο Κώστας Μαμαλάκης. Ο Λυκειάρχης Μανώλης
Βογιατζάκης γράφει στα Ρεθεμνιώτικα Νέα 17/3/1988 «Ρέκβιεμ για το θεατράκι που
χάθηκε στον τυφώνα του Μάη 1941». Γράφει πολλά πράγματα για τον πατέρα μου. Με μια
βόμβα πούπεσε εκεί καταστράφηκαν τα έργα του που ήταν εκεί μαζεμένα. Σκόρπισαν,
χάθηκαν, τα πήρε ο ένας κι ο άλλος. Κι εμεί έχομε μόνο δύο, εγώ μια εικόνα του Χριστού κι
ο αδελφός μου μια άλλη του Χριστού του Εσταυρωμένου. Τίποτα άλλο. Μόνο όλες κι όλες
δύο εικόνες απ’ όλα του τα έργα.
Στο σπίτι της Μαρίας Δρανδάκη – Κουτσουράκη υπάρχουν τοιχογραφίες του
πατέρα μου που σώζονται. Εδώ είναι κι η Αγιά Σοφιά.
Ο Δημήτρης Μαμαλάκης ο Δικαστής έχει ένα έργο του πατέρα μου και μούστειλε κι
αυτός τη φωτογραφία του έργου για να το έχω.
Εδώ έχω ένα γράμμα του Κίτσου Μακρή, λαογράφου που όμως πέθανε. Αυτός
ανέδειξε το Θεόφιλο. Αυτός έγραψε και συγκέντρωσε τα έργα του κι έκαμε Μουσείο του
Θεόφιλου στο Βόλο. Μου γράφει:
«Σε πρόσφατο ταξίδι μου στο Ρέθυμνο ο συνταξιούχος Λυκειάρχης Ξεξάκης είχε την
καλοσύνη να με οδηγήσει στα σπίτια της Καλλιόπης Βαλαράκη, Παντελή Δρανδάκη πρώην
οικία Χασάν Ρουλανμεχμετάκη και κληρονόμων Βασιλείου Σπανδάγου, όπου είδα
ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες του πατέρα σας Γεωργίου Γαληνού κι έβγαλα μερικές
έγχρωμες διαφάνειες.
Επειδή σκοπεύω να ασχοληθώ με το έργο και κάπως με τη ζωή του πατέρας σας,
θερμά σας παρακαλώ να μου στείλετε μερικά στοιχεία που μ’ ενδιαφέρουν για τον πατέρα
σας, το πλήρες όνομά του, τη χρονολογία γέννησης του, όνομα συζύγου, του γάμου, όνομα
των παιδιών του, κλπ., σπουδές αν ήταν αυτοδίδακτος ή σπούδασε σε κάποιο έμπειρο
ζωγράφο κλπ., αν υπάρχουν πρότυπα απ’ όπου άντλησε τα θέματά του στα έργα του.
Το έργο του π.χ. με τον Περικλή που αγορεύει στην Πνύκα είναι παρμένο από
χαλκογραφία (βλ. έκθεση της Πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων, εκδ. 1968, σελ. 193).
Σε ποια άλλα σπίτια του Ρεθύμνου ή άλλης πόλης υπάρχουν έργα του, μια ή δυο
φωτογραφίες του πατέρα σου κάποιο αντίγραφο ή άλλο στοιχείο κλπ. Αυτά όλα θα τα
φωτογραφήσω και θα σας τα επιστρέψω σε λίγες μέρες. Κι ότι άλλο στοιχείο κρίνετε
χρήσιμο για να γίνει μια επαρκής παρουσίαση της καλλιτεχνικής κι ανθρώπινης
προσωπικότητας του πατέρα σας. Σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε για τη φροντίδα που
σας φορτώνω μα έχω την εντύπωση πως το θέμα θα σας ενδιαφέρει.
2/12/1982 Κίτσος Α. Μακρής»

Του έστειλα ορισμένα στοιχεία αλλά εν τω μεταξύ πέθανε ο Κ. Μακρής και δεν
μπορέσαμε να αξιοποιήσομε τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά.
Ο πατέρας μου είχε το Μανώλη που πέθανε 81 ετών, το Νοέμβρη 1988, τον Κωστή
που πέθανε μωρό, έμενα που γεννήθηκα το 1912, φοίτησα στη Σχολή Καλών Τεχνών του
Πολυτεχνείου Αθηνών το 1934, αλλά το 1935 με τέλειωσαν… επειδή ήμουνα καλό παιδί,
δηλαδή αριστερός. Έχω κι εγώ μια μικρή ιστορία. Ήρθα 3ος στη Σχολή Καλών Τεχνών. Είχα
φίλους και συμμαθητές τον Τάσσο Αλεβίζο, το μεγάλο χαράκτη, τη γυναίκα του Λουκία
Μαγκιώρου, το Γ. Δήμο, το Γιάννη Τσαρούχη το μεγάλο ζωγράφο, πολύ φίλο μου. Κάθε
λίγο και λιγάκι είχαμε απεργίες. Ενώ οι Μηχανικοί κλπ. του Πολυτεχνείου είχαν συσσίτιο,
εμείς της Σχολής Καλών Τεχνών δεν είχαμε. Μας θεωρούσαν παρακατιανούς. Το 1935 κάνει
ο Βενιζέλος το αποτυχημένο κίνημα. Διώξανε οι Λαϊκοί όλους τους Δημοκρατικούς κι
αριστερούς καθηγητές των Πανεπιστημίων, Πολυτεχνείων κλπ. τον Ζώη, το Σβώλο, τους
Βέηδες κλπ.
Κάναμε απεργία και συγκεντρωθήκαμε στην Κουμουνδούρου, γιατί διώξανε τον
καθηγητή μας. Είχαμε γεμίσει τις τσέπες μας πέτρες, για να καταλάβουμε το Πολυτεχνείο.
Μας επετέθη η Αστυνομία. Σπάσαμε πρώτοι εμείς την πόρτα του Πολυτεχνείου (και
δεύτεροι τα τανκς) και μπήκαμε μέσα. Ήρθε η Αστυνομία και μας έβγαλε έξω.
Ύστερα από κάμποσες μέρες πήγαμε μια επιτροπή. Ήτανε μια ωραία ιστορία. Ο
Σωτήρης Σκίπης, ο ποιητής, ήτανε Γενικός Γραμματέας της Σχολής Καλών Τεχνών του
Πολυτεχνείου Αθηνών. Μόλις με βλέπει μου λέει: «Καλώστονε τον ανατροπέα». Ήμουνα
επικεφαλής της επιτροπής. Μόλις με είπε έτσι έπιασα το τραπέζι απ’ τη μια μεριά (προς το
μέρος μου) και το αναποδογύρισα, το έσπρωξα επάνω στο Σ. Σκίπη. Όλα τα μελάνια,
κονδυλοφόροι κλπ. πέσανε επάνω του. Φορούσε ένα άσπρο κοστούμι (σαντακότα) και του
τόκαμα άχρηστο. Όλο μελάνια. Όπως ήταν φυσικό την επομένη ο Νίκος Γαληνός
αποβάλλεται δια παντός απ’ τη Σχολή Καλών Τεχνών, κι έτσι έληξε η καλλιτεχνική μου
σταδιοδρομία.
Είχα συμμαθητές ακόμα τον πατριώτη μας Γιάννη Κανακάκη, γλύπτη, το Μέμο
Μακρή, μεγάλο γλύπτη που διαπρέπει στην Ουγγαρία κλπ.
Τελικά, με τράβηξε η Δημοσιογραφία που εργάστηκα 45 χρόνια. Δούλεψα σ’ όλες
τις εφημερίδες και πάντα στ’ άρθρα μου ήμουνα τεκμηριωμένος, με ατράνταχτα στοιχεία,
έτσι που αν και επιθετικός κι αποκαλυπτικός πάρα πολλές φορές, ποτέ δεν μούκαναν
μήνυση, γιατί θα εκτίθεντο πιο πολύ. Είχα καλές πηγές σε Υπουργεία που με βοηθούσαν με
στοιχεία.
Ο πατέρας μου πέθανε στις 28/6/1934 πάμπτωχος. Στην ψάθα. Τον διαβάσανε στη
Μικρή Εκκλησία τη Φανερωμένη, στο Μακρύ Στενό και τον θάψανε στη Μεσαμπελίτισσα,
όπου υπάρχουνε τα κόκκαλά του.