
Πολύστιχο στιχούργημα
ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΦΩΤΑΚΗ
Κάψα καταμεσήμερο, που δε ν-τη νταγιαντίζω,
θύμισες του παλιού καιρού άρχιξα να σκαλίζω.
Εδίψασα κι ήπια νερό από ’να κουτσουνάρι
κι εσίμωσέ μου ’να πουλί μα ’τα γ-ξεπετασάρι.
Ερέχτηκά το κι ήθελα ποτές να μη ν-το χάσω
και μια φωλιά ψυθιμευτή και για τσι δυο να σάσω.
Ομορφοστέλιωσά τηνε, δεν είχενε ψεγάδι,
ήλιος να μπαίνει το πρωί και το φεγγάρι βράδι.
Με το συργούλιο το πουλί δεν άργησε κι εμπήκε,
εις τη φωλιά, σιγά – σιγά τσι πεθυμιές του βρήκε.
Άρχιξα να του κουβαλώ και του πουλιού το γάλα
κι εστέλιωνα στον ύπνο μου ονείρατα μεγάλα.
Και του διπλοπαράγγερνα ποτές μην αλλαργέρνει
και με το ’λιοβασίλεμα οπίσω να γιαγέρνει.
Κλαδί – κλαδί κι απόσιγα να χαμοπεταρίζει,
όπου θωρεί κι άλλα πουλιά κι εκείνο να καθίζει.
Και να μη μ-πχαίνει ’μοναχό σε ποταμούς και ρυάκια,
γιατί θα του χιμίξουνε σκάρες μα και γεράκια.
Μουδέ να βγαίνει το πρωί κελαϊδιστά στσι στράτες,
γιατί θα το μαθιάσουνε ξαθές κι ανοιχτομάτες.
Ποτέ ν-του μη θαρεύγεται στων αλλωνώ τα χάδια,
γιατί πληγώνου ν-τη γ-καρδιά κι αφήνουνε σημάδια.
Μα το πουλί δε ’γροίκησε τα του ’χα μιλημένα,
όσα κι ανέ τ’ ορμήνευγα επήγανε χαμένα.
Όσο κι α ν-το κανάκιζα, ωσά ν-τα δυό μου μάθια
επήγε κι εμπερδεύτηκε σε βάτους κι ασπαλάθια.
Εμπέρδεψενε το πουλί κι έπεσα ν-τα φτερά ν-του
εξέχασενε τσ’ ορμηνιές κι έχασε ν-τα νερά ν-του.
Δίχως φτερά ’ναι δύσκολο για να ξαναπετάξει,
μουδέ να μπει σ’ άλλη φωλιά, πάλι ψηλά να φτάξει.
Εξεσμιλώθηκ’ η φωλιά ’που ’στέλιωσα με κόπο,
’πόμεινα πάλι ’μοναχός στσι γλώσσες των αθρώπω.
Ξεπετασάρικο πουλί δε θα ξαναφωλέψω,
για δε αντέχω τη γ-καρδιά να τη ξαναμπερδέψω.
Απρίλης 2004
Νεοριζίτικα
ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΦΩΤΑΚΗ
Στον Άη Γιάννη εφτάξανε
Στον Άη Γιάννη εφτάξανε ξαθοί Γερμαναράδες
νύχτα, καλά μεσάνυχτα, για να εγδικηθούνε,
ένα αντάρτη του βουνού, ένα Παπαδογιάννη.
Κι ως αποδιαφωτούσενε τη κύκλωση θωρούνε,
άντρες, μανάδες και παιδιά, όσοι ’χαν απομείνει.
Σειρά – σειρά τσοι στένουνε στση Εκκλησάς το τοίχο
και ξεχωρίζου τσοι δικούς απού ’δειξε ο προδότης,
από μια κλειδαρότρυπα για να μη τονε ιδούνε.
Δυο αδερφάδες όμορφες, δυο λυγεροκορμούσες,
τη Βαγγελιά και τη Καλλιώ είχε δαλέξει η μοίρα
και τση Καλλιώς το Στεφανή, για να τσι συντροφέψει.
Πέρνου τζι και φορτώνου τζι με κι άλλους πατριώτες,
στσι φούρνους να τσι λιώσουνε, μα σάμε ’κειά δε πάνε.
Μεσόστρατα το ριζικό, αλλά ’χενε γραμμένα.
Ο χάρος τσι περίμενε στση θάλασσας το πάτο,
κι ορφάνεψε η Αμπαδιά.
Μάρτης 1992
Σημείωση:
Με το παραπάνω ριζίτικο πήρα μέρος στον Πανελλήνιο διαγωνισμό ριζίτικου τραγουδιού,
με θέμα το ιστορικό γεγονός της Μάχης της Κρήτης για την 51 η επέτειο 1941-1992 που
οργάνωσε η Νομαρχία Χανίων. Η κριτική επιτροπή επέλεξε είκοσι εννέα (29) ριζίτικα
τραγούδια, σαν καλύτερα μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και το ριζίτικο αυτό, τα
οποία εκδόθηκαν από τη Νομαρχία Χανίων, σε βιβλίο. Το ριζίτικο έγραψα στη μνήμη
συγγενικών μου προσώπων, αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, θύματα του ναζισμού τον
Στεφανή Παραδεισανό και Καλλιώ Παραδεισανού (παππού και γιαγιά) και Βαγγελιά
Δανδουλάκη (θεία). Αναφέρεται σε ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός, που
διαδραματίστηκε στον Άη Γιάννη Αμαρίου και περιέχει τα στοιχεία του εκβιασμού, της
προδοσίας, της σύλληψης και της εκδίκησης.
Στση Κρήτης τη ψηλότερη
Στση Κρήτης, τη ψηλότερη κορφή, χωρίς αντάρα,
σ’ ένα χαράκι στέκει ορθός ο γιος του Ψηλορείτη.
Σέρνει φωνή απ’ τα ψηλά ο Γέρο-Βενιζέλος.
Να ξεκρεμάσου ν-τ’ άρματα και να τα ξεσκουριάνουν.
Τη γ-Κρήτη θέλει λεύτερη.
Φλεβάρης 2003
Φιλιά δεν αγοράζεται
Φιλιά δεν αγοράζεται, αγάπη δε μ-πουλιέται,
παλικαριά και η πρεπιά αθρώπου χάρισμα ’ναι.
Φίλο κι α γ-κάμεις μπιστικό κι αγάπη ανέ στελιώσεις,
με τη μ-πρεπιά και αρχοδιά στο μπέτη σου πορπάθιε,
σα γ-κυπαρίσσι στέκε ορθός.
Ιούνιος 2003
Απονεμήθηκε Α’ Βραβείο σε σχετικό διαγωνισμό από το Σύνδεσμο Φιλολόγων Ν. Χανίων,
τον Δήμο Ακρωτηρίου και το Πολυτεχνείου Κρήτης
Στον ουρανό φεγγοβολούν
Στον ουρανό φεγγοβολούν κι αστράφου στη Βουβάλα,
τ’ άστρα τω νιω Μελαμπιανώ, των Τέσσερω Μαρτύρω.
Δόξα και αξιώματα τ’ απαρνηθήκαν’ ούλα,
κι εφανερώθη η χάρη ν-τως, σ’ ολόκληρη τη γ-Κρήτη.
Για λευτεριά και για πρεπειά, τω Χρισθιανώ το δίκιο
και για τη μ-πίστη του Χριστού, την ιερή και αγία,
εχύθηκε ν-το αίμα ν-τως.
Νοέμβρης 2003
Ώρα σου καλή
Ώρα σου καλή δευτεροθυγατέρα.
Τω γωνιώ τσ’ ευκές πάρε στ’ αρχοντικό σου.
Μάνα κι αδερφή να μην αποξεχάσεις.
Με το νιο γαμπρό βλαστάρια ν’ αποχτήσεις.
Κόρη στο καλό, ώρα σου καλή.
Δεκέμβρης 2003
Εις του Πανάκρου τα χωργιά
Εις του Πανάκρου τα χωργιά μαύρα κι αραχνιασμένα.
Η Σάμιτος δακρυροεί, στο Κέντρος μοιρολόγια,
έπιασε αντάρα στη γ-κορφή του γερο-Ψηλορείτη.
Κι ένα ασπροπερίστερο τσ’ ειρήνης ταχυδρόμος,
απάνω σ’ ένα ’λιόπρινο μονολογά και λέει:
Ανάθεμά σε πόλεμε, που καταλείς τα νιάτα,
που κάνεις χήρες κι ορφανά, μάνες μαυροφορούσες.
Ανάθεσά σε πόλεμε.
Μάρτης 2005
Απονεμήθηκε Γ’ Βραβείο σε σχετικό διαγωνισμό από την Επιτροπή Ειρήνης Ν. Χανίων.
Γιάντα πουλί δε μ-πετάς
Γιάντα πουλί μου δε μ-πετάς, σε κλώνους δε γ-καθίζεις;
Γιάντα δε μπαίνεις σε φωλιά και χάθηκε η λαλιά σου;
Εκόψα ν-τσι φτερούγες μου και τη λαλιά μου πήραν’.
Εκάψα γ-κλώνους και φωλιά κ αυλές εγκρεμιστήκαν’.
Π’ ανάθεμά σε πόλεμε.
Οκτώβρης 2005