Μετανάστευσις εις Αμερικήν

του ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΒΑΛΑΡΗ

(Απόσπασμα από το βιβλίο του ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ)

ΜΕΤΑ ΑΡΚΕΤΑ ΕΤΗ από την απελευθέρωσίν μας και την αναχώρησιν των Ρώσσων,
απλώθηκε μεγάλη δυστυχία σε μια μεγάλη μερίδα του λαού, τόσον της υπαίθρου όσον και
της πόλεως. Σ’ αυτήν την κατάσταση ευρισκόμεθα, όταν εφάνηκε στο στερέωμα, σαν
σωτήριον φως, η μετανάστευσις στην Αμερική.
Η προπαγάνδα που εγίνετο και παρίστανε την Αμερικήν ως γην της επαγγελίας,
ξεσήκωνε τον κόσμον από την δυστυχία που ζούσε και πουλώντας τα ζευτικά των,
ωρισμένοι τα κτήματά των, πολλοί δε και δανειζόμενοι, εξοικονόμουν τα ναύλα των κι
έφευγαν.
Όλοι τότε φορούσαν βράκες, τις οποίες δυστυχώς έπρεπε να αλλάξουν και να
βάλουν παντελόνια και σακκάκι.
Στην πόλιν μας τότε δεν υπήρχαν μαγαζιά με έτοιμα ρούχα, παρά μόνον ένα, το
οποίον βρισκότανε στην οδό Τσάρου, εκεί που τώρα είναι το κατάστημα αδελφών
Μυσιρλή. Εκεί, λοιπόν, κατ’ ευθείαν πήγαιναν όλοι, να αλλάξουν τα ρούχα των με
ευρωπαϊκά… αλλά τι ρούχα ήταν αυτά;… Κατασκευασμένα από ένα ύφασμα του λεγομένου
«Ρετσίνα», χρώματος γκρίζου και ποιότητος πολύ περίεργης. Είχε το προσόν, όπου το
τραβούσες να ξεμακραίνη και, όπου ζάρωνε, να μένη ζαρωμένο.
Φαίνεται ότι στο εργοστάσιο που το κατασκεύαζαν, μετά από την ύφανσιν, το
βουτούσαν σε κόλλα, που του έδιδεν μεν γυαλάδα, για να τραβά τον πελάτην, αλλά άμα
θελα βρέχει και βρέχονταν τα ρούχα, εμαλάκωνε κι έπεφτε σαν τσουβάλι, όταν δε
εστέγνωνε, εσκλήραινε μεν αλλά παρέμενε σκληρό πλέον, στο σχήμα που είχε πάρει
βρεγμένο.
Έμπαιναν λοιπόν οι πελάτες στο μαγαζί και ο ιδιοκτήτης τους ζύγιαζε με μια ματιά
και τους κατέβαζε από το ταβάνι, που τα χε κρεμασμένα, το νούμερο που θα του κανε. Και
αν μεν επετύχαινε και του ερχότανε το κουστούμι… καλά! Η κατάστασις εξελισσότανε
κανονικά. Αν, όμως, τύχαινε να του πέφτη στενό ή τα μανίκια κοντά, τότε ο
καταστηματάρχης τον διέτασσε… «Βγάλε το, μωρέ!…», κι αυτός αμέσως το βγαζε και το
παρέδιδε. Εκείνος άρχιζε και έπιανε το μεν σακκάκι από τον γιακά, τα δε μανίκια από τις
άκρες και το πανταλόνι από τα σκέλη και τις άκρες των ποδαριών και τα σερνε μετά μανίας,
φωνάζοντας… «Κοντό ναι, μωρέ, τουτονά;…» και δώστου να το σέρνη και πάλιν να
φωνάζη… «Κοντό ναι, μωρέ, τουτονά;».
Με τον τρόπον αυτόν, λοιπόν, μανίκια και ποδαριές ξεμάκραιναν και ως
αντελαμβάνετο ο καταστηματάρχης ότι τα ρούχα είχαν γίνει εντάξει στο μέγεθος, τα
παρέδιδε εις τον πελάτην λέγοντας του… «Βάλε τα δα, μωρέ, μα είναι καλά!».
Τά βαζε ο κακομοίρης ο πελάτης και όντως κάπως του ερχότανε.
«Ε! Θωρείς εδά; Πρώτης τάξεως σου ρθανε, μόνο μη μιλείς…», του λεγε ο
καταστηματάρχης και πραγματικά, τι να πη ο δυστυχής, που άλλο ετοιματζίδικο δεν
υπήρχε… Τά βαζε, τα πλήρωνε κι έφευγε.
Παραμορφωμένοι, λοιπόν, με αυτό το ντύσιμο, ξεκινούσαν για το πρακτορείον να
βγάλουνε το εισιτήριο, όπου τους περίμενε άλλο κτυποκάρδι. Πως να τα καταστέσουν που

να μην τους πειράξη η θάλασσα, που καθώς ήταν ορεσίβιοι και είχαν ακούσει τα περί
εμετού, έτρεμαν και ήθελαν να εξασφαλίσουν καθ’ οιονδήποτε τρόπον να παρακαμφθή
αυτή η περιπέτεια.
Πήγαιναν, λοιπόν, στον πράκτορα και του ζητούσαν λεπτομέρειες για την ποιότητα
του καραβιού, αν κουνή, το μέγεθός του κ.λπ. χωρίς να αποφασίζουν αν θα βγάλουν το
εισιτήριο.
Ο πράκτωρ, λοιπόν, βλέποντας τον συνωστισμόν απ’ έξω από το γραφείο του και
αντιλαμβανόμενος ότι αυτό το ζήτημα δεν ετακτοποιείτο με την πειθώ, τους έλεγε… «Εγώ,
για το χατήρι σας, θα σας κόψω εισιτήριο χωρίς φουρτούνα!»
Αυτή η μαγική φράση τους έπειθε και παίρνανε το εισιτήριό τους και ανυποχώρητα
την απόφασιν να κάμουν αυτό το ταξείδι, το οποίον, εκείνη την εποχήν, με τα τότε μέσα
συγκοινωνίας, να θέλης δηλαδή δυο μερόνυκτα για να πας στον Πειραιά κι από εκεί γύρω
στις 18 ημέρες να σκυλοπνίγεσαι στον Ωκεανό, για να πας στην Αμερική, ήταν ένα
πραγματικό «Σάλτο Μορτάλε!».
Και όχι μόνον αυτό, το σπουδαιότερον, χωρίς να ξέρης ούτε λέξη από την γλώσσα
που μιλούσαν στην Αμερική, γδυμνός, απένταρος, πεινασμένος και άστεγος, να ευρεθής
εκεί.
Αλήθεια! Δεν ήταν μια αυτόχρημα ηρωική απόφασις να κάμης αυτό το ταξείδι; Και
όμως, αυτοί οι απλοί και αγράμματοι άνθρωποι, υπερπήδησαν όλα αυτά τα τραγικά
εμπόδια και, όχι μόνον επέζησαν, αλλά μόνον ελάχιστοι δεν εμπόρεσαν να κάμουν
περιουσία.
Δεν εξέχασαν μάλιστα και την πατρίδα των.
Μετά λίγα έτη επανήλθαν και, άλλοι μεν παντρεύτηκαν κι έμειναν στα χωριά των
άριστα αποκατεστημένοι, με τα χρήματα που κρατούσαν, άλλοι δε που είχαν δημιουργήσει
μόνιμες δουλειές εκεί, ήλθαν, παντρεύτηκαν, σαν μυαλωμένοι άνθρωποι, τις καλλίτερες
κοπέλλες του χωριού και έφυγαν για την δεύτερη Πατρίδα των.
Εκεί, με τις άξιες γυναίκες των, έστεσαν παινεμένες οικογένειες, ανάθρεψαν παιδιά
αξιοζήλευτα, μορφωμένα, ολοκληρωμένες προσωπικότητες, που τώρα τιμούν την
Ομογένειαν και υποστηρίζουν στο Κογκρέσο τα συμφέροντα της Ελλάδος, που δεν την
ξεχνούν ποτέ.
Αυτό θα πη να έχης μέσα σου Ιστορίαν πέντε χιλιάδων ετών!
Με το Ταχυδρομείον, που γίνηκε Ελληνικόν πλέον και έκλεισε το Γαλλικόν, εγίνετο,
μεταξύ των αποδήμων και ημών, η αλληλογραφία και εστέλλοντο εμβάσματα, διότι δεν
εξεχνούσαν τους γερόντους των.
Το Ταχυδρομείον είχε εγκατασταθεί στην γωνίαν της οδού Χατζηγρηγόρη και
Αρκαδίου εις το νυν υπάρχον κοσμηματοπωλείον.
Είχε δύο υπαλλήλους, τον Διευθυντήν και τον Ταμίαν, και δυο διανομείς, οι οποίοι
φορούσαν μπλε σκούρα στολή, με καπέλλο ομοιόχρωμο στρατιωτικό και τον χειμώνα μία
μεγάλη ομοιόχρωμη μπέρτα, η οποία, όταν έβρεχε, εκάλυπτε και την πέτσινη, καφέ,
μεγάλη τσάντα που έβαζαν τα γράμματα.

Το Γαλλικό ταχυδρομείο εστεγάζετο λίγο παρά πάνω από το νυν μαγαζί
Κουτσουράκη, επί της οδού Τσάρου (Αρκαδίου).

Αφήστε μια απάντηση