Λιμανάκι: Καρνάγιο – Ψάρεμα

του Θεμιστοκλή Βαλαρή

ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΑΚΙ ΜΑΣ ΔΕΝ ΒΑΣΙΛΕΥΕ πάντοτε το άγχος και η πάλη. Τα καλοκαίρια έπαιρνε μια ζηλευτή ειδυλλιακή γαλήνη. Το καλοκαίρι άδειαζε από καΐκια, γιατί φρόντιζαν να είναι πάντα ναυλωμένα και μόλις φορτώνουνταν το εμπόρευμα, ξεκινούσαν, κυνηγώντας να εκμεταλλευτούν και την πλιό ασθενή πνοή ανέμου κι ας έμεναν στο πέλαγος ακίνητα τον περισσότερο καιρό. Αρκεί κάπως να πρωχωρούσαν, να φτάσουν ενωρίτερα στον προορισμό, να εισπράξουν τους ναύλους, για να ξεχειμωνιάσουν.

Έτσι, λοιπόν, έμενε η λεκάνη του λιμανιού σχεδόν αδειανή και εγέμιζε η επιφάνειά της από κεφαλόπουλα… Κάθε απόγευμα κατέβαιναν οι ερασιτέχνες ψαράδες με τα καλαμάκια των και καθισμένοι σε μικρά σκαμνάκια, εγέμιζαν τον μώλο ψαρεύοντάς τα.

Αυτή η σιωπηλή απασχόλησις δεν ετάραζε την επικρατούσαν ησυχία. Μόνο οι κτύποι των βαρελάδων που είχαν τις βιοτεχνίες των στο λιμάνι, όπου και σκάρωναν χιλιάδες βαρέλια ξύλινα, για να βάζουν τα κίτρα.

Από αυτήν την βιοτεχνία αποζούσαν πολλές οικογένειες. Η κίνησις για τα κίτρα και τα λάδια απορροφούσε όλη την παραγωγή.

Για να αντιληφθήτε το μέγεθος της κινήσεως στα κίτρα, σας λέω ότι παρ’ όλον που σχεδόν καθημερινά φόρτωναν βαπόρια για την Ευρώπη, εν τούτοις ήταν σχεδόν πάντα γεμάτη η προκυμαία από βαρέλια με κίτρα στο προς την θάλασσαν πλακόστρωτό της και όχι μόνον αυτό, αλλά και στην άμμο να φτάση κανείς, μέχρι  εκεί που είναι το κέντρο «Δελφίνι» και πέρα απ’ αυτό.

Είμασταν ο πρώτος κιτροπαραγωγός Νομός της  Κρήτης.

Επίσης το καλοκαίρι δίνανε ζωή στο λιμανάκι οι ιταλικές τράτες που ψάρευαν τα ψάρια με συρτή.

Οι  ψαράδες, εκείνη την εποχή, ψαρεύανε μόνο με παραγάδια, με μικρά δίχτυα και με γρι-γρι. Πολλές φορές, οι Ιταλοί πίνοντας κρασάκι βγαίνανε στο κέφι και τραγουδούσαν πολύ ωραία, προς μεγίστην διασκέδασιν ολοκλήρου του λιμανιού.

Οι τράτες που ψάρευαν οι Ιταλοί ήταν δύο ζευγάρια με πανιά μόνο, με πλήρωμα γύρω στους τριάντα ναύτες. Πλοίαρχος των και αρχηγός και των δύο ζευγαριών ήταν ο καπετάν Γιακουμής, Ιταλός βέβαια κι αυτός.

Μαζί των είχανε και μερικά παιδάκια που έβγαιναν, ως ήτανε πολύ ελαφρά, στην τρούλα του μοναδικού πανιού που είχε η τράτα και με τα χεράκια και ποδαράκια των μάζευαν το πανί και το έδεναν με σχοινάκι που, επί τούτου, ήταν στερεωμένο στο ξάρτι κι έτσι, μαζεύοντάς το σιγά σιγά, εκατέβαιναν κάτω.

Το πανί των ήταν ιδιόρρυθμο. Ήταν ένα μονοκόματο  τεράστιο ξάρτι  που κρατιώτανε σε στύλο δύο μέτρα από την πλώρη, το δε υπόλοιπο που ήταν άνω από οκτώ μέτρα, στέκονταν πολλές φορές ολόρθο ή ελαφρά πλαγιαστό, ανάλογα με τον καιρό.

Μια φορά, λοιπόν, ήταν στο πέλαγος και ο καιρός επέβαλε να μαζευτή το πανί. Βγήκαν τα παιδάκια να το μαζέψουν και φαίνεται πως από το σκαμπανέβασμα της τράτας ζαλίστηκε το μικρότερο παιδάκι και από την τρούλα που ήταν έπεσε στο κατάστρωμα και έμεινε νεκρό.

Τι ήταν να γίνη αυτό το κακό!… Όλο  το λιμάνι εστάθηκε στο πόδι!!

Οι δύστυχοι Ιταλοί, αλλά και οι Τούρκοι και οι Έλληνες, το έκλαψαν σαν δικό τους παιδί. Μέγα πένθος σ’ όλο το λιμάνι!!

Από ‘κει κι ύστερα πέρασαν πολλοί μήνες ώστε να συνέλθουν οι Ιταλοί και ν’ ακούσωμε ξανά τις ωραίες των καντάδες.

Αυτή η αλληλεγγύη και αγάπη που συνέδεαν όλους τους ναυτικούς μας ήταν όντως συγκινητική, χαρακτηριστική ανθρώπων με γνώση και ανθρωπιά. Πολλές πράξεις αυτών των βιοπαλαιστών προδίδανε την ψυχική ανωτερότητά των, όπως και η παρακάτω συμπεριφορά των που αναφέρω.

Από την άλλη μεριά της πόλεως, κάτω από την Φορτέτζα, στον Άγιο Σπυρίδωνα, στον αφρό της θάλασσας, ήταν εγκατεστημένο το καρνάγιο μας, το οποίον δεν διέθετε παρά μόνον ένα μποτζεργάτη για να ανελκύη τα σκάφη που ήθελαν επισκευή και μια γλύστρα, που άλειφαν με βοδινό ξύγκι για να γλυστρά εύκολα το σκάφος, ανελκυόμενο και καθελκυόμενο.

Εν τούτοις, όλες οι μαούνες που χρησιμοποιούνταν για να γίνεται η εργασία στο λιμάνι ως και βάρκες και ιστιοφόρα γύρω στους πενήντα τόνους, εκεί εκτίζονταν.

Αυτό το κατόρθωναν, γιατί ο αρχιμάστορας ήταν πραγματικά γερός μάστορας και οι ολίγοι βοηθοί του άριστοι, όλοι Έλληνες.

Αυτός  έβγαινε στα χωριά, έβλεπε τους κλάδους των βελανιδιών και όσους εύρισκε με σχήμα που τον εξυπηρετούσε στην δουλειά του, τους αγόραζε και τους μετέφερε στο καρνάγιο. Εκεί, ο ίδιος με μια μεγάλη μανάρα, που το σχήμα της ήταν  καμωμένο να μην κόβει κάθετα αλλά όπως ήταν πλαγιαστή, να πλανιάρη το ξύλο, χάρις εις την τέχνη του έδιδε σχήμα και διαστάσεις απόλυτα ακριβείς. Έτσι μορφωμένα τα πλευρά του σκάφους, ετοποθετούντο και εστηρίζοντο με μεγάλες ξύλινες πρόκες στην βάση (καρίνα), σχηματίζοντας την μορφήν και τον όγκον που θα έπαιρνε το σκάφος. Αφού εκάλυπταν τα πλευρά με σανίδια, τα καλαφάτιζαν, τα πίσσωναν και αμέσως φώναζαν τους λιμενεργάτες, το καθελκούσαν και με τα κουπιά το μετέφεραν στο λιμάνι, όπου και συμπληρώνουνταν το κτίσιμο  του σκάφους.

Όλη η εργασία ανελκύσεως και καθελκύσεως των σκαφών γινόνταν από τους λιμενεργάτες που έτρεχαν ανιδιοτελώς να κάμουν την δουλειά.

Έτσι κατόρθωναν όχι μόνο να διατηρήσουν το καρνάγιο αλλά και να εξυπηρετούν πλήρως τις ανάγκες σε τέτοια σκάφη του λιμένος μας.

Ακόμη και τώρα σώζονται ίχνη του καρνάγιου, το οποίο η εξέλιξις ηνάγκασε να διαλυθή.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ “ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ”

Αφήστε μια απάντηση