Μιάν αργαδινήν εδειπνούσανε και λέει το Μανωλιό τσ’ αδερφής του.
Να σου πω μιαν ιστορίαν απού την άκουσα Δεσποινιό.
Απής αποφάμενε να τήνε πης γιατί φοβούμαι να μην μ’ αναδράμη το φαητό.
Σαν αποφάγανε κάνει το κοπέλι.
«Μια φορά κι ένα καιρό λέει τον περασμένο αιώναν αλώνευγεν ένας εις τ’ αλώνι ντου μα ήσανε και πολλοί τζιτζίκοι στη θεμωνέ στην καλαμέ και στη γυραλωνέ.
Ο ρεσπέρης το λοιπός έφερενε τσ’ όρθες του και μια κλωσού με τα κλωσοπούλια τσ’ αλώνι να τρώνε τζιτζίκους απούσανε λέω σαν την άμμο.
Μια Καλογιαννού -νυφίτσα – ανεργιάστηνε τσ’ όρθες και τα κλωσοπούλια και πάει και τρυπώνει στη θεμωνέ στα χειρόβολα στην κωμεσούρα. Την ημέραν εμαζώνανε οι γ’ όρθες τζιτζίκους και τρώγανε κι η κλωσού γύρου γύρου και στη μέση στα πουλιά τζη και δεν ανειφίνει έχνος μουδέ σκύλο να σημώση και το μεσημέρι σταλίζουνε στην καλύβα στο σκιανιό.
Η καλογιαννού κατσαχώνεται στη θεμωνέ νάχε παραμερίση η κλωσού ν’ αρπάξη κιανένα κλωσοπούλι να το φάει να δροσερέψη. Απής απόκαμενε τη βολέ ντου ο ρεσπέρης και μπήκενε στ’ αλώνι στο βολόσυρο η γυναίκα ντου γη το κοπέλι ντου μα ποιος εδά απού τσοι δυο ντωνε δε γατέω γιατί δεν ήμουν εκειά να ξανοίγω κα να κατέω να σου πω.
Κι ήντα σε γνοιάζει μωρέ και κάθεσαι και λες ιστορία δεν είναι, ποιος αλώνευγενε;
Γυναίκα γη κοπέλλι γη κοπλιά; Μα θάρουνε πως ήθελα με ρωτήξεις ποιος απού τσοι δυο πρωτομπήκενε;
Λέγε μωρέ την ιστορία κι ας εμπήκενε και η γιαδερφή του κοπελιού μα δεν πειράζει.
Καλά το λες Δεσποινιό μα να τ’ αναστοράσαι πως πρώτο μπαίνει στ’ αλώνι η γιαδερφή κι όντε θ’ αλωνεύγωμενε θα πρωτομπαίνεις και συ να κάνις τη δουλέ σου κι ύστερα θα μπαίνω κι εγώ.
Που φτάναμεν εδά; Θωρείς εδά πως μου τόχασες;
Στ’ αλώνι μέσα μωρέ δεν είπες πως αλωνεύγανε;
Ναι αναστορήθηκατο.
Πάει και ο γεροντής εις την καλύβα να πιει νερό απού το μπρίκι να ξεδιψάσει και να ξεδρώσει και φεύγει ένα κλωσοπούλι και πάει πιο πέρα κοντά στη θεμονέ και σταίνεται και το θωρεί κι η καλογιαννού. Σηκώνει κι ο διψασμένος το μπρίκι να πιει νερό απού το πιπιρόλι του μπρικιού και ξανοίγει όθεν τη θεμονέ και θωρεί τη καλογιαννού. Αποκοτισμένην ήτονε να χυθεί ν’ αρπάξη το κλωσοπούλι και θωρεί να σηκώνει ο γέρος το μπρίκι και ξαναγυρίζει τα ίσα μέσα κα ξανατρυπώνει στα χερόβολα.
Πίνει νερό ιδρωμένος κουρασμένος αργά αργά καταπιωματές να δροσερεύγει ο τζάρουκας του και θωρεί εκείνον απού χασε και ξαναπροβαίρνει. Δευτέρα φορά κάνει την απόφασην η Νυφίτσα να ξαναχυθή και ν’ αρπάξη το κλωσοπούλι και κατεβάζει το μπρίκι κι αποπίνει νερό. Η Καλογιαννού φοβάται να θωρεί το μπρίκι μια ν’ ανεβαίνει και μια να κατεβαίνει και ξανατρυπώνι.
Ο Γεωργός σκέπτεται τσ’ Αγίους και το Θεό, δεν είχενε και νυφίτσα θωρώντας και λέει.
«Είδασε θέμου είδασε
και μη μου κατσαχώνεσαι
μικρά μικράν ταυτάκια σου,
και μακρουλή γι ορά σου
και αν είν’ απού τη χάρη σου,
δοξάζω τ’ όνομά σου».
Και πέρασενε την Καλογιαννιού πως ήτονε ο Θεός.
ΕΜΜ. ΙΩΣ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΗΣ
Χειρουργός
23 Φεβρουαρίου 1972