Τρία χρόνια, που μου έχουν φανεί τρεις αιώνες, έχουν περάσει από την ημέρα που έφυγες και ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω.
Περιμένω να γυρίσης έτσι όπως γινόταν τόσα χρόνια πριν.
Πρώτα από χωριό σε χωριό και ύστερα από πόλη σε πόλη. Επιθεώρηση σχολείων, συμβούλια συνέδρια. Ακούραστος, γεμάτος σχέδια για τα μικρά Ελληνόπουλα. Να κτίζης σχολεία να καθοδηγής τους δασκάλους να τους εμψυχώνης να τους μεταδίδης την ιερή φλόγα που σε πυρπολούσε και την αγάπη που σε ζωογονούσε. Ήσουν ευτυχής όταν βρισκόσουν ανάμεσα στα παιδιά. Τάνοιωθες και σ’ ένοιωθαν. Γινόσουν ένα μ’ αυτά και η επάνοδος στη ρουτίνα του γραφείου σε γέμιζε ανία και θλίψη.
Έλεγες συχνά: Το έργο μας είναι θείο και έχομε στα χέρια μας μια τρομακτική δύναμη σχετικά με το μέλλον της φυλής που κανείς ούτε μείς οι ίδιοι δεν έχομε αντιληφθή.
Αδιαφορούσες για τους κακεντρεχείς και απαξιούσες να τους απαντήσης. Οίκτος και ένα αδιόρατο χαμόγελο.
Να ευεργετής τον εχθρό σου είναι η μεγαλύτερη τιμωρία και ταπείνωσι γι’ αυτόν.
Όμως τόση σοφία τόση μόρφωση τόση καλωσύνη πως χώρεσε στον τάφο; Είχα την ψευδαίσθηση ότι ήσουν άτρωτος από τον θάνατο. Τι λάθος.
Ο Καζαντζάκης λέει κάπου: «Και χαιρόμουν γιατί χωρίς να μπορώ ακόμη καθαρά να το στοχαστώ ψυχανεμιζόμουν πως θα ζω κι εγώ θα στοχάζωμαι και θα βλέπω κι ακόμη αφού πεθάνω φτάνει να υπάρχουν ακόμη καρδιές να με θυμούνται».
Εσύ θα ήθελες το αντίθετο. Να μην υπάρχουν καρδιές να σε θυμούνται για να μην πονούν. Υπάρχουν όμως και συ αν και πέθανες ζης στοχάζεσαι και βλέπεις. Είσαι δίπλα μου όλες τις ώρες και όλες τις μέρες, φρουρός και φύλακας σύμβουλος και βοηθός.
Δεν φεύγεις στιγμή και σε κρυφή κουβέντα μαζί σου και κάθε δύσκολη απόφαση στήνω καταλήγω εκεί που εσύ θα ήθελες. Και σε ώρα κινδύνου νοιώθω το δυνατό σου χέρι να με προστατεύη. Δέομαι όμως το άυλο βλέμμα του να μη φτάνη βαθειά στο ψυχικό μου κόσμο.
Χαρούμενη μ’ ήθελες, αισιόδοξη καλοπροαίρετη αυθόρμητη και ανεξίκακη.
Μακρυά από σένα, μου ψιθύριζες, η κακία το μίσος η γκρίνια. Δεν σου ταιριάζουν. Μην επιτρέπεις ν’ αφήνουν ίχνη επάνω σου οι μικρότητες. Ασχημίζουν και το σώμα και την ψυχή.
Όταν περνούσαμε μεγάλη μπόρα και περάσαμε κάμποσες, κρατούσες το κεφάλι ψηλά και είχες την αξίωση να κάνω και εγώ το ίδιο.
Οι γενναίοι δεν σκύβουν ποτέ το κεφάλι και ύστερα μισαστεία μεσοσοβαρά. «Τι αντρειωμένο τέκνο της Κρήτης είσαι συ».
Τώρα όμως σκύβω το κεφάλι. Η θλίψι μας κάνει άλλους ανθρώπους. Γίνεσαι ένας άρρωστος με μόνη ελπίδα τον χρόνο να επουλώση και να γιατρέψη το τραύμα σου.
Τα μάτια της καρδιάς που θυμάται δεν είναι ποτέ στεγνά. Συμβαίνει το ίδιο και με τις ψυχές; Στην άλλη ζωή, λέει ο εκκλησιαστής, ουκ έτσι λύπη ου στεναγμός. Ο φιλεύσπλαχνος Θεός, που τα πάντα εν σοφία εποίησε, ίσως να τους αφήνη να βλέπουν και να στοχάζονται μα να μην πονούν. Θα είναι το μεγαλύτερο δώρο στα πλάσματα του.
Αικ. Θεοφανοπούλου
ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1972