Η   Λ  Υ  Ρ  Α

Η καταγωγή και η εξέλιξίς της

ΥΠΟ ΤΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΟΥ κ. ΔΗΜ.  ΔΑΦΕΡΜΟΥ

Στις «Ρεθεμνιώτικες Κουβέντες» σας εθίξατε ένα κύριον και πάντοτε επίκαιρο καλλιτεχνικό θέμα «Την Κρητική Λύρα».

Σαν ειδικός και περί την μουσικήν, αφού σας συγχαρώ, σας σημειώνω ότι το θέμα δεν είναι τουλάχιστον πλήρες έτσι που το περιγράφει η εγκυκλοπαιδική συντομογραφία της ΔΟΜΗΣ.

Βεβαίως το θέμα της καταγωγής και της εξελίξεως του λαϊκού αυτού μουσικού οργάνου είναι δυσκολοπλησίαστον. Πολλά έχουν γραφή. Ο γράφων σαν επιστήμων της μουσικής τέχνης έχει δημοσιεύσει στον Α΄ τόμον του γνωστού περιοδικού «ΗΩΣ» σχετική εμπεριστατωμένη και επιστημονικώς αρτίαν διατριβήν στηριγμένη σε σχετική ραδιοομιλία του. Σας παραπέμπω εκεί.

Πάντως η λύρα είτε αχλαδοειδής, είτε βροντόλυρα, είτε βιολόλυρα είναι, αποτελεί πρωτόγονον Μινωικόν μουσικόν όργανον το οποίον πρωτοκατασκευάστηκε από χελωνήσι καύκαλο, όπως δείχνει καθαρά και η σημερινή ακόμη μορφή της. Βέβαια δεν είναι γνωστός ο πρώτος κατασκευαστής της. Γι’  αυτό οι Έλληνες αργότερα στην θρυλοποίησι όσων έφτασαν ως τ’ αυτιά τους απ’ το μακρυνό παρελθόν, απέδωσαν την λύραν σε θεούς (Ερμήν, Απόλλωνα) ή σε μεγάλους μουσουργούς των (Τέρπανδρος, Σαπφώ, κλπ.).

Είπα ότι το αρχικόν υλικόν κατασκευής της υπήρξεν το καύκαλον της χελώνης. Το πράγμα δηλώνει κατ’ αρχάς αυτός, ούτος ο μύθος που παρουσιάζει τον Θεόν Ερμήν ως επινοητήν λύρας από χελωνοκαύκαλο, με την οποίαν εμάγεψε τον θεόν Απόλλωνα και του χάρισε την τιμωρίαν όταν τούκλεψε τα βόδια του. Ύστερα, πάντος άλλου καλλίτερον το πράγμα αποδεικνύει το σχήμα της λύρας και στις Μινωικές τοιχογραφίες και στην σημερινή ακόμη μορφή της.

Αντί της κεφαλής η οποία ξεπροβάλλει από την άνω οπήν του χελωνοκαύκαλου, στην λύραν ξεπροβάλλει το μανίκι ή χέρι που συγκρατεί τις χορδές στο άνω μέρος του οργάνου. Αντί της ουράς που ξεπροβάλλει από την αντίθετη οπή του χελωνοκαύκαλου ξεπροβάλλει μικρόν στήριγμα του άλλου άκρου των χορδών.

Οι τέσσαρες άλλες οπές του χελωνοκαύκαλου από τις οποίες ξεπροβάλλουν τα 4 πόδια – πτερύγια- της χελώνας σμικρινόμενες με κηρόν ή ξύλον ή και περιοριζόμενες σε δυο (κοίταξε το βιολί) έβγαινεν ο ήχος της κρούσεως των χορδών.

Στην κατοπινήν εξέλιξιν τοπική και χρονική του πανάρχαιου αυτού οργάνου υπάρχει κάποιο σκότος. Μάλλον είναι αποδεδειγμένον ότι από την Κρήτην (την γεννήτριαν ή εξελίκτρια όλων των μεγάλων επινοήσεων και πολιτισμών) η λύρα μετεπήδησεν στους Ανατολικούς λαούς (Αιγυπτίους, Φοίνικες, Εβραίους, Ινδούς, Μωαμεθανούς κλπ.) κι’ αργότερα στους ανατολικής προελεύσεως ευρωπαίους, οι οποίοι βέβαια την εξέλιξαν σε μορφή και σε μέγεθος κι έκαμαν όλα τα γνωστά μικρά και μεγάλα ή τεράστια έγχορδα βιολοειδή ή λυροειδή όργανα (βιολί, βιολοντσέλλο, μαντολίνο, λαγούτο, μπουζούκι, κιθάρα κλπ.).

Η ως άνω κατά τα άλλα θαυμασία εγκυκλοπαίδια ΔΟΜΗ αφήνει ελλειπές, το σημείο αυτό και δημιουργεί σύγχυσι και παρανόησι  στο τόσο σοβαρό αυτό θέμα, τουλάχιστον, για μας τους Κρητικούς – όπως σημειώνετε και σεις. Δεν νομίζω ότι είναι άσκοπον επί τη ευκαιρία, να σημειώσω και την άμεση σχέσι που υπάρχει μεταξύ της νεωτέρας Ευρωπαϊκής ή Ασιατικής μουσικής με την αρχαία Κρητική μουοσική, καθ’ α εσημειώσατε και Σεις κ. Ρεθεμνιώτη, στα «ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ» σας.

Το πράγμα, αποδεικνύουν χίλιες δυο νύξεις αρχαίων μύθων και συγγραφών, αλλά και η επιστημονική αναδίφησις του θέματος, από μουσικούς και μουσικολόγους. Πρόχειρο παράδειγμα η διατήρησις στην μουσική ορολογία της λέξεως ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ.

Ίσως επανέλθω επί του θέματος

Δ.Γ.Δ.

ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1969

Αφήστε μια απάντηση