Του Γιάννη Μ. Δαλέντζα

Με τη μαύρη μαντίλα ξεφτισμένη, σάμπως είχαν σταλάξει επάνω της ανεξίτηλα,
χοντρές σταγόνες πικρής χολής, απ’ τη σκληρότητα και την αδιαφορία μια ζωής
στυγνής.
Φορούσε το πένθιμο αυτό κουρέλι, κι είχε πέσει σαν βαρύ παραπέτο ανάμεσα σ’
αυτήν και τον υπόλοιπο κόσμο. Θαμπό απο το κλάμα το βλέμμα της, ξεδιάλυνε σαν
σκούρες βαριές σκιές την κάθε εκδήλωση και κίνηση των ανθρώπων. Ειχε χαθεί γι’
αυτήν απο καιρό κάθε χαρά κι είχεν απομείνει σκέλεθρο δαρμένο απ’ τους
αδυσόπητους ανέμους του βίου.
Σαν μοίρα πικρή και πονεμένη. Απομεινάρι πένθιμο των πολύχρονων στερήσεων.
Στεγνωμένο απο κάθε ικμάδα και ελπίδα ακόμα, ξεροκαμένο δέντρο. Αποξεχασμένη
και παντέρμη μέσα στην ωκεάνια αθλιότητα του σύγχρονου ξεπεσούν και
ρημαγμένου απο ανθρώπινη πνοή τόπου.
Ζούσε η δύστυχη γριούλα, σερνάμενο κρυφά το χαράκωσαν βαθεια της πείνα και της
εγκατάλειψης οι Ερρινύες- θρέμενες και ξέφρενες- ανελέητες και αιμοβόρικες – απο
το παχυλό ατομικισμό και την άσβεστη διάθεση του άνομου πλουτισμού.
Στοιχεία γνώριμα συνθέτουν τον υφή και την ουσία και τη αισθητική γνωριμιά της
εικόνας . την εχομε για καμάρι, για τραγούδι, και υμνωδίες, γαι ξεφάντωμα και
γιορτάση. Για στόλισμα και καύχηση. Αν την περνούμε κάτω απο’ τις πυκνές σκιές
που απλώνουν τα ανθρώπινα σκέλεθρα.
Με το υποκριτικό χαμόγελο της καλωσύνης σφραγισμένο πάνω στα αξεδίψαστα
χείλη, απ του χρυσού την αιώνια λαχτάρα.
Ω ανθρώπινη πολύ καρδιά λιγόπιστε θνητέ που χεις τα μάτια απο της γιορτής τη
λάμψη θαμπωμένα. κάτω απο τα δέντρα που περνώ δεν θα το μάθεις συ ποτε, των
μαύρων φύλλων η σκια πόσο φωτίζει εμένα.
Τα στεγνωμένα χέρια μαράθηκαν στη δούλεψη την ξένη και το δάκρυ που κύλησε
καφτό και απαπονεμένο, είχε στερέψει απο καιρό. Η ερημιά κι η απόγνωση, η πείνα
κι η ανυμποριά, είχαν μείνει μαύροι σύντροφοι της δύστυχης γριούλας στα κρύα
γεράματα, εκει στη λαϊκή συνοικία. Στα μαύρα και στα σκοτεινά σαν τη
κεραυνωμένη ελιά την έβλεπα κάθε βράδυ.
Στην πόρτα του φτωχικού της χρόνια και καιρούς. Είχε μια ατονη απαλή μιλιά, σαν
δειλή άπραγη παιδούλα είχε ξαναγίνει. Ειδε τόσες κακίες και τόσες παλιανθρωπιές.
Ειδε τους ανθρώπινους λύκους στο άγριο αυτό Κοινωνικό δάσος.
Αθώα κοκκινοσκουφίτσα είχε βγεί και πλανηθεί- μέσα στις παγίδες και τους
τριβόλους και στα θεριά – πως να μην φοβηθεί; Είχε ομως κι ολο τον αξιόπρεπο
συγκρατεμό, που φέρνει στην έκφραση σ’αυτους που κάποτες εζήσανε κάπως
ανθρωπινότερα.
Νύχτα βαθιά και κρύο μεσ’ το ρημάδι. Με πλάκωσε με πνίγει το σκοτάδι. Δυο
καρβουνάκια σβύνουνε στη γωνιά, όξω βορριάς και παγωνιά. Και το γερό
στερούνταν η καϋμένη και μόνο κάποια αλάφρωση στην τόση δυστυχία έφερνε η
αληθινή καλωσυνάτη προσφορά πονόψυχη γειτόνισσας. Αρχόντισα της Ανατολής.
Μικρασιάτισα, ομορφιά ψυχική κι ανωτερη ανθρώπινη καρδιά. Συντηρούσε και
συγκράτησε χρόνια τη γριούλα με απαραβίσαστη μυστικότητα.
Ωστόσο οι αέρηδες το πήρα το θαυμαστό μυστικό και το φέρανε ως εδώ.
Τιμή ξεχριστή ταιριάζει σε αυτή την Νοικοκυρά που απλώνει κι αλλου το στοργικό της
χέρι, με ολη τη θέρμη και την ευγένεια της λαγγεμένης Ανατολής που σελαγίζει πάνω
στα φωτεινά μυγδαλάτα μάτια της τα στεφανωμένα με τη σεμνή κορώνα των
ολόασπρων μαλλιών της. Στη σεβαστή μου Κόνα Γιασεμή Κάρταλη.
Υπάρχουν στη γειτονιά αυτή καρδιές λαϊκές γεμάτες συμπόνια και στοργικότητα.
Υπάρχουν και λιγοστές αρχοντικές ψυχές γεμάτες αλτρουισμό καλωσύνη, ανθρωπιά
και ομορφιά αντάξια Πατρογονικής παράδοσης και κληρονομιάς.
Αυτή τη βοήθεια στους πάσχοντες ανθρώπους τη βλόγησε ο Χριστός.
Μακάριοι οι Ελεήμονες οτι αυτοί ελεηθήσονται! Αλλά χτύπησε αλύπητα με λόγο και
με κιρμπάτσι τους υποκριτές και Φαρισαίους που ξελαρυγγίζονται να δείχνουν την
κοινωνικότητα τους να κορύφωμα ευτυχίας. Γύρω τριγύρω η αθλιότητα και η θλίψη,
που μάταια πασκίζουν αυτοί με τις πολύχρωμες σερπατίνες, του ξεφρενιασμένου
Καρνάβαλου να σκεπάσουν, να τυλίξουν να εξωραϊσουν, τη βιτρίνα του πάμφτωχου
ψυχικού κόσμου να δείξουν.
Αφήνει βαθειά αίσθηση το θέμα αυτό και το αντι περνάμε με ανώδινες και ρομαντικές
παρατηρήσεις. Ρίχνουμε λίγα ψίχουλα καλοσύνης στους δύστυχους ανθρώπους με
λόγια και έτσι νομίζουμε πως μπορούμε να στεκόμαστε καθάριοι μπροστά στο Θεό.
Κάνουμε θαυμάσιους συνδυασμούς και άπειρους συμβιβασμούς με τη συνείδησή
μας, με τις ηθικές αξίες με τη μόρφωση και την Επιστήμη.
Προβάλλουμε φανταχτερά τα ονόματα και υποχωρούμε δουλόφρονες και
ταπεινομένοι μπροστα στο θαυμάσιο συμφεροντάκι. Καυχιώμαστε πως είμαστε καν
άνθρωποι.
Αλήθεια πόσο δίκαιο είχεν ο Χριστός οταν έπιασε μαστίγιο! κατω απ’ την μαύρη
Ομπόλια, τα πονεμένα μάτια της χαροκαμένης γριάς. Το αυλακωμένο απ’ τη
στέρηση πρόσωπο εξαποντίζουν το ήρεμο, βουβό κατηγορητήριο. Το αγέλαστο και
άχαρο στόμα, ρίχνει τους άφωνους μύρδους που τα παίρνουν οι άνεμοι και γίνονται
βοή κι αντάρα. Χωρίς φανφάρες λόγους και πολύφωνες ψαλμωδίες. Χωρίς
πολυκάτηλα μεροδοσίες και κραυγές οδύνης πέθανε και θάφτηκε η δύστυχη γριούλα.
Κι ομως όλοι γλυκά κοιμούνται γύρω. Και η λησμονιά παρηγοράει ακόμα και των
νεκρών τα κόκαλα στο χώμα.
“Μόνη εσύ – Μόνη εσύ
πίσω από τη θύρα
του μνήματος σου
ολάγρυπνη προσμένεις
σαν σύμβολο της ανθρωπιάς
της προδομένης.”
Σημ. “Οι στίχοι είναι γνωστών ποιητών”.
Εφημ. ΒΗΜΑ
28 Οκτωβρίου 1953