12/02/77

Διάλεξη στο Ρέθυμνο του Ευάγγελου Παπανούτσου
. Μετά από πρόσκληση του Επιστημονικού συλλόγου Ρεθύμνης ο γίγαντας της Ελληνικής Εκπαίδευσης κ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΣ
μίλησε την Πέμπτη το βράδυ στην αίθουσα του Κινηματοθέατρου ΚΑΡΤΑΛΕΙΟ με θέμα « η
Εκπαίδευση και οι νέοι».
Ο Ευάγγελος Παπανούτσος ξεκίνησε λοιπόν με μια αναφορά στον διεθνή χώρο και απόδειξε πως η εκπαίδευση ορίζεται από τις διάφορες πολιτικές καταστάσεις.
Είπε πως η εκπαίδευση πρέπει νάναι δημοκρατική, ελεύθερη, δωρεάν γι’ όλους, σ’
όλες της τις μορφές, κλάδους και βαθμίδες και κάθε νέος να μπορεί να μαθαίνει μέχρι εκεί
που του επιτρέπουν οι πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις.
Αναφέρθηκε στους αγώνες που έγιναν από την εκπαιδευτική μεταρρύθμηση του 64
για την καθιέρωση της Δημοτικής γλώσσας που τελικά με την σύμφωνη γνώμη όλων των
κομμάτων από τόνα μέχρι το άλλο άκρο καθιερώθηκε σήμερα.
Είπε ακόμη πως τρεις είναι οι στόχοι της Δημοκρατικής εκπαίδευσης: οι γνώσεις, η
υπευθυνότητα και ο αντρισμός.
Είπε στη συνέχεια μεταξύ άλλων στη διάρκεια της μιάμισης ώρας που κράτησε η ομιλία του
“Ηθελα τα παιδιά μας να έχουν στραμμένο το πνευματικό τους πρόσωπο προς τα
πίσω. Να βλέπουν την παλιά μας ιστορία το αρχαίο κλέος.
Κι έλεγαν ότι όσο περισσότερο μιμούμαστε αυτούς τους αρχαίους προγόνους τόσο
θα γίνουμε κι εμείς δοξασμένοι και μεγάλοι στην υφίλιο.
Η άλλη πάλι παράταξη έλεγε ότι πρέπει να στρέψομε το κεφάλι μας προς την άλλη
μεριά να βλέπομε όχι προς το παρελθόν αλλά προς το μέλλον, και να βλέπομε κυρίως τις
ανάγκες τις ζωτικές που περιμένουν το λαό μας.
Να μια αντινομία που έπρεπε να τη λύσομε. Και πάλι μόνο η δημοκρατική
εκπαίδευση θα τη λύση.
Δηλαδή για να συμβιβάσομε την πίστη μας στη μεγάλη μας ιστορική παράδοση,
διότι είτε το θέλομε είτε όχι, έχομε το προνόμιο και το σταυρό να είμαστε ένα παμπάλαιος
ιστορικός λαός. Επομένως την πίστη μας προς την αρχαία μας παράδοση την συνεχή και
αδιάκοπη παράδοση τριών χιλιάδων ετών πολιτισμού πρέπει να την συνδιάσομε, αυτήν
την πίστη, με την απαραίτητη μας προσήλωση να καλλιεργήσομε μια εκπαίδευση που θ’
ανταποκριθή στις σύγχρονες ανάγκες.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ότι τα παιδιά που εκπαιδεύονται σήμερα θα δοθούν,
θα αποδόσουν εκείνα που τους μαθαίνομε 20 χρόνια αργότερα.
Επομένως όταν διδάσκομε το 1977 τα παιδιά μας πρέπει να ξέρομε να τα
ετοιμάζομε για να δράσουν το 2.000.
13/02/77
Άρα δεν είναι δυνατόν με αποσκευές που θα μπορούν να ικανοποιήσουν τα παιδιά
μας σ’ ένα ταξίδι του 77, να κάνουν το ταξίδι τους στη ζωή το 2.000 μ.Χ.
Αυτό το ξεχνάμε πάρα πολύ εμείς οι ηλικιωμένοι και όταν μιλούμε για εκπαίδευση,
ή λέμε τις ιδέες μας για εκπαίδευση ο καθένας μας θυμάται τα μαθητικά του χρόνια που
βρίσκονται 20 και 30 χρόνια πίσω.
Συνηθίζω να λέω σ’ αυτές τις περιστάσεις, κυρίες και κύριοι, κοιτάζετε το
ημερολόγιο, βγάζετε τα φύλλα του ημερολογίου κάθε μέρα, δεν είναι πια 1937, είναι 1977.
Και κοιτάξτε ακόμα κάτι άλλο, βγάλετε και μερικά φύλλα από πριν αν θέλετε να γίνετε
δάσκαλοι.
Ο άλλος άνθρωπος ο καθημερινός μπορεί να ανήκει στο 77 εμείς οι δάσκαλοι όμως
πρέπει να σκοπεύσομε στο 1977. 20 χρόνια πιο μπροστά. Γιατί τότε τα παιδιά μας θα
ζήσουν, και για τότε θα πρέπει να τα εξοπλίζομε.
Να λοιπόν το αίτημα μας το δεύτερο ο στόχος μας ο δεύτερος. Θα συνδιάσομε την
πίστη μας στη μεγάλη μας ιστορική παράδοση, με την πρόθεση και το πρόγραμμα να
συγχρονίσομε την εκπαίδευση μας, να την προσαρμόσομε στις σημερινές, θα έλεγα
καλύτερα στις αυριανές ανάγκες, όσο μπορούμε να τις προβλέψομε. Και εδώ ανοίγω πάλι
μια παρένθεση για να δόσω μια απάντηση στο περίφημο επιχείρημα που μεταχειρίζονται
μερικοί εναντίον της μεταρρύθμισης μας λέγοντας: Έτσι καθώς δεν βάζετε τα παιδιά από
τώρα να διαβάσουν τους αρχαίους συγγραφείς στο πρωτότυπο μας, αποξενώνετε από τη
μεγάλη μας πνευματική κληρονομιά, αποξενώνετε τη νεολαία από τη μεγάλη εθνική
κληρονομιά.
Λάθος!… και κατηγορία ανυπόστατη. Κανείς από μας που πιστεύομε ότι πρέπει η
πρώτη προσπέλαση προς το αρχαίο πνεύμα να γίνη μ’ ένα γλωσσικό φόρεμα προσιτό προς
την αντίληψη των παιδιών. Επομένως με τη μετάφραση κανένας από μας δεν τιμά τους
αρχαίους λιγότερο, απ’ αυτούς που τους υπερασπίζουν. Όλοι οι μεγάλοι δημοτικιστές
παιδαγωγοί, εφώναξαν πάντοτε ότι είναι ανάγκη απ’ αυτές τις αστείρευτες πηγές φωτός να
φωτιζόμαστε. Κι αυτές οι αστείρευτες πηγές φωτός είναι οι αρχαίοι. Που είναι η διαφορά
μας; Εμείς θέλομε και εδώ, όχι τύπους αλλά ουσία. Όχι εργασία στην επιφάνεια, αλλά
εργασία στο βάθος. Και θέλομε να επικοινωνήσομε να κοινωνήσομε -θα έλεγα ακόμα
καλλίτερα- με το πνεύμα των αρχαίων, όχι με τις λέξεις των αρχαίων.
Η διένεξη είναι παλιά, θα σας διαβάσω όμως μια περικοπή απ’ έναν, του
περασμένου αιώνα εκπαιδευτικό, για να δείτε πόσο τραγική μορφή είχε και έχει ακόμα,
δυστυχώς, αυτό το θέμα στα σχολεία μας.
Το 1870 εκατό χρόνια δηλαδή πριν, ένας επτανήσιος εκπαιδευτικός, πολύ
φωτισμένος και μυαλωμένος άνθρωπος. Ο μαθηματικός Φατσέρης, γράφει σ’ ένα βιβλίο
της εποχής εκείνης τούτα δω τα λόγια:
«Εις ταξίδια κενά νοήματος, εις το δέρμα της αρχαίας Ελλάδος εθυσιάσθη η
ελληνική εκπαίδευσις. Η Ελληνική τεχνολογία της Γραμματικής και του συντακτικού είναι το
πρώτον και σχεδόν το μόνο των σχολείων και των Γυμνασίων μας μέλημα. Με τύπους
νανουρίζονται τα παιδιά μας εις τα μέσα σχολεία, μεταβαίνουν εις το Πανεπιστήμιον εν
γένη νήπια και εξέρχονται καπάτσοι».
Το ψεύδος εκεί οδηγεί, με λεξίδια, με φραστικές φόρμες που ταλανίζουν το πνεύμα
του παιδιού, του νέου ανθρώπου. Χωρίς να τρέφουν την ψυχή του. Με τέτοια πράγματα
εκεί φθάνουμε.
Ενώ αντίθετα 80 χρόνια αργότερα το 1950 ένας φωτισμένος πάλι παιδαγωγός ο
Αλέξανδρος Δελμούζος ένας άλλος κατατρεγμένος, πρωτοπόρος δάσκαλος του γένους μας,
κυττάξτε πόσο ωραία τονίζει και θεμελιώνει την αρχαιογνωσία.
«Ουσιαστική παιδία -γράφει- δεν μπορεί να αποκτήσομε αν δεν την θεμελιώσομε
στη δημοτική μας την πραγματική ζωή του νέου ελληνισμού, και στον εκφραστικό τόνο τη
γλώσσα του ελληνικού λαού και τη ζωντανή παράδοση του. Μόνο έτσι θα έχομε
πραγματική στροφή στο παρόν και τις ανάγκες του, θα μορφώσομε αληθινά την εθνική
ψυχή, το ήθος και το πνεύμα. Ένα πνεύμα θετικό αλλά και δημιουργικό και μόνον έτσι οι
κλασσικοί συγγραφείς μας θα γίνουν και για τη νεώτερη Ελλάδα πηγή πλούσιας ζωής».
Έτσι θέλουμε εμείς τους αρχαίους να γίνουν πηγές πλούσιας ζωής σήμερα. Θέλουμε
μέσα στον αρχαίο να βρούμε πάλι τον εαυτό μας και να φωτίσομε πάλι το δικό μας δρόμο,
δε θα μελετήσομε τους αρχαίους για τους αρχαίους, θα μελετήσομε τους αρχαίους για
εμάς τους νέους και για τα παιδιά μας που έρχονται μεθαύριο για να ζήσουν.
Και ο τρίτος στόχος μας, μετά το ενιαίο γλωσσικό όραμα μετά το συνδυασμός, το
πάντρεμα ιστορικής παράδοσης και σύγχρονων αναγκών στην παιδεία. Ο τρίτος στόχος μας
κοντά στην κλασσική και ανθρωπιστική, θα καλλιεργήσομε και θα προωθήσομε την τεχνική
και επαγγελματική εκπαίδευση. Εδώ έρχομαι, σ’ ένα πράγματι εξαιρετικά ευαίσθητο,
πρόβλημα.
Υπόλοιμα παλαιών δισηδαιμωνιών, αγκυροβολημένων σε καθεστώτα όχι
δημοκρατικά φεουδαρχικά θα έλεγα και προ-φεουδαρχικά, είναι η αντίληψη ότι το σχολείο
δεν πρέπει να ‘χει καμμία σχέση με τον βιοπορισμό ότι εάν βάλομε μαθήματα που έχουν
σχέση με το επάγγελμα, κάνομε μια παιδεία βάναυση, ότι η εκπαίδευση χάνει έτσι την
ευγένεια της και γίνεται μια βάναυση απασχόληση.
Καταλαβαίνετε γιατί το λέω υπόλοιμα παλαιών δισηδαιμωνιών. Αυτή η ιδέα
επιβιώνει ύστερα από μια πάρα πολύ παλιά εποχή που ο άρχοντας, ο ευγενής ο
καλογεννημένος, ο αρχοντομαθημένος δεν καταδεχότανε να πιάσει στα χέρια του εργαλείο
και να δουλέψει ή τη γη ή να κατασκευάσει ένα τεχνούργημα. Από τότε στα ποτάμια όλης
της οικουμένης έρευσαν πάρα πολλοί όγκοι νερού, οι καιροί άλλαξαν και άλλαξαν σε
τέτοιο βαθμό ώστε ανάδειξαν την ευγένεια του χειρονακτικού επαγγέλματος.
Αντίθετα δε σ’ αυτή την αντίληψη είδαν μονάχα την φυγοπονία την αλλαζωνία και
μια άρνηση του ανθρώπου, και η εποχή μας καμαρώνει -και δικαίως- για τα τεχνολογικά
της επαγγέλματα, ένα απ’ αυτά η μηχανή.
Τι δεν έχει γραφεί και τι κατάρες δεν έχουν απευθυνθεί και τι περιφρόνηση δεν έχει
ριχθεί στη μηχανή. Κι όμως όλοι την μεταχειρίζονται και χωρίς αυτήν δεν μπορούμε πια να
ζήσομε, και με αυτή τη μηχανή έχουμε απελευθερωθεί από πάρα πολλές βιοτικές ανάγκες
και ασχολίες. Και χάρις σ’ αυτήν τη μηχανή μπορέσαμε και να κατακτήσομε και το πνεύμα
μας.
Ξεχνούν όσοι καταργιούνται τη μηχανή, ότι δεν φταίει το όργανο δεν φταίει το
εργαλείο, φταίει το χέρι ή καλύτερα το μυαλό που μεταχειρίζεται άσκημα αυτό το
εργαλείο.
Η μηχανή και μάλιστα η σύγχρονη μηχανή είναι πνεύμα, είναι νους, υλοποιημένος
νους, άλλο τώρα αν ορισμένες τάξεις ανθρώπων, ορισμένοι λαοί την μεταχειρίζονται για
την συμφορά τους κι όχι για την ευτυχία τους.
Αυτής της δισηδαιμονίας απόρια είναι και η αντίληψη να δόσομε ανθρωπιστική,
κλασσική εκπαίδευση στα παιδιά μας, όχι τεχνική, όχι επαγγελματική κλπ. αυτή είναι για
κατώτερα στρώματα, για κατώτερους ανθρώπους.
Λάθος, και λάθος, το οποίο το πληρώνει και η οικογένεια και η κοινωνία πολύ
ακριβά.
Πρωτού σας μιλήσω για το πρόγραμμα που εκπονείται, και εκπονείται από χρόνια
για να στραφεί και η εκπαίδευση μας και προς τον επαγγελματικό τομέα και δόσει
βιοποριστικό εξοπλισμό στα παιδιά να ζήσουν θα σας διαβάσω, μια περικοπή ένα σοφό
λόγο και θα μου επιτρέψετε μόνο να σας πω και τη χρονολογία και το όνομα αυτού του νου
που τα λέει στο τέλος κι όχι στην αρχή: «Εάν έχετε αδελφούς ή άλλους νεότερους φίλους
τους οποίους ημπορείτε να επιριάσετε εις την εκλογήν του σταδίου των, σπρώξετε τούτους
με όλην την δύναμην της ψυχής σας εις τα πρακτικώτερα επαγγέλματα.
Αντιδράσατε με όλην σας την ψυχήν κατά της απηρχιομένης πλέον, και αυτόχρημα
καταστρεπτικής αντιλήψεως, ότι ευγενές στάδιον είναι εκείνον μόνον εις το οποίον ο νους
διευθύνει την γραφειδα και την σμίλην ή το διαβήτη ή τα άλλα όργανα τα οποία δεν
απαιτούν και καταβολήν μυϊκής δυνάμεως.
Αφού εξαιρέσετε τους ολιγοστούς εκείνους οι οποίοι κατέχουν τας κορυφάς των
κακώς ονομαζομένων ελευθερίων επαγγελμάτων, και οι οποίοι δεν αποτελούν ούτε το
δέκατον βεβαίως των ανηκόντων εις τα επαγγέλματα ταύτα, όλοι οι άλλοι είναι πολύ
ολιγώτερον χρήσιμοι και εις εαυτούς και εις την κοινωνίαν από τον καλός τεχνίτην της
γεωργίας, της βιομηχανίας, ή της βιοτεχνίας, και πιστέψατεμε είμεθα εις τας παραμονάς
της ημέρας ή μάλλον εξημέρωσεν ήδη η ημέρα, κατά την οποίαν οι μορφωμένοι εργάται
και τεχνίται οι οποίοι χρησιμοποιούν τον νουν των, όπως διευθύνουν καλλίτερα την
λεγομένην χειρονακτικήν εργασίαν, θα κατέχουν και κοινωνικώς ανωτέραν θέσιν από το
9/10 των ανηκόντων εις τα ελευθέρια λεγόμενα επαγγέλματα». Χρονολογία: 17
Φεβρουαρίου 1929. Υπογραφή: Ελευθέριος Βενιζέλος.
Με το προφητικό του μάτι ο μεγάλος αυτός άνθρωπος, 50 χρόνια πριν μισό αιώνα
περίπου πριν είχε βάλει τον δάκτυλον επί τον τύπον τον είλον και μας είπε τι δρόμο πρέπει
να ακολουθήσομε.
Η στροφή προς την επαγγελματική και ιδίως προς την τεχνική εκπαίδευση κυρίες
και κύριοι, πρέπει να είναι άμεση και αποτελεσματική.
Και είμαι στην ευχάριστη θέση να σας πως ότι αγώνες όλων των προοδευτικών
παραγωγών έχουν φτάσει περίπου σε αίσιο αποτέλεσμα περίπου γιατί όπως ξέρετε
δυστυχώς ανάμεσα στα γραφόμενα και στα πραττόμενα υπάρχουν πολλές φορές
αποστάσεις αγεφύρωτες.
Θέλω να ελπίζω ότι δεν υπάρχει πια εδώ ρίγμα ανάμεσα στις προθέσεις και στο
αποτέλεσμα, κι ότι γρήγορα θα έχομε μια επαγγελματική και τεχνική εκπαίδευση περιοπής.
Ήδη η κυβέρνηση μ’ ένα σχέδιο νόμου που αυτές τις μέρες περνάει από τη Βουλή –
πρέπει να σας πω ότι με όλο που ανήκω στην αντιπολίτευση δεν κάνω αντιπολίτευση όταν
πρόκειται για την εκπαίδευση παρά πρώτος τιμώ και φωνάζω το έργο το Κυβερνητικό και
πρώτος ετίμησα και φώναξα ακριβώς την απόφαση της κυβέρνησης μας, της σημερινής, να
καθιερώσει στην εκπαίδευση τη γλώσσα μας και μια δομή την οποία είχε πολεμήσει ως
παράταξη περίπου, ο ίδιος πολιτικός κόσμος εδώ και 12 χρόνια- πρέπει να σας πω ότι και
τώρα στο κυβερνητικό σχέδιο έχει πάρα πολλά θετικά στοιχεία που θα είναι μεγάλο
όφελος για την Ελλάδα εάν τελικά και νομοθετηθούν και εφαρμοσθούν.
Δηλαδή αφού, το σύνταγμα μας καθιέρωσε την 9χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση
για όλα τα παιδιά του Ελληνικού λαού, ενιαία και ομοιόμορφη δηλαδή την ιδέα της
εκπαιδευτικής μεταρρύθμησης του 1964 την εβάλαμε πλέον μέσα στο Σύνταγμα μας, η
νομοθετική τότε, έγινε συνταγματική επιταγή, αφού λέω επί 9 χρόνια τα παιδιά μας θα
εκπαιδευθούν κατά ομοιόμορφο τρόπο, με στοιχεία επαγγελματικού προσανατολισμού με
ένα στοιχιώδες τεχνολογικό μάθημα για να εκτιμήσουν τι θα πει δουλειά του χεριού και να
καταλάβουν τι πνεύμα περιέχει το εργαλείο μετά στον 15 ον έτος της ηλικίας θα πρέπει να
γίνη η επιλογή του δρόμου του εκπαιδευτικού δρόμου.
Ξέρω απ’ όσα πληροφορούμαι, κι απ’ όσα έρχονται από διάφορους φίλους σε
γνώση μου, ότι πάρα πολλές ελληνικές οικογένειες έχουν πανυκοβληθεί, τι θα γίνουν τα
παιδιά τους όταν τελιώσουν το τρίτο Γυμνασιακό – πλέον έτος, δηλαδή το 9 ον έτος της
υποχρεωτικής παιδείας και πρέπει να διαλέξουν το δρόμο τους για παραπέρα, θα μπουν ή
δεν θα μπουν στο Λύκειο; Και αν δεν μπουν τι θα κάνουν;
Κυρίες και Κύριοι, κάποτε πρέπει να κάνει την εκλογή του δρόμου του ο νέος
άνθρωπος, και να την κάνει στα σοβαρά. Όχι μόνο γιατί αυτό οφελεί τον νέον άνθρωπο,
αλλά γιατί αυτό προπάντων απαιτεί το συμφέρον της οικογενείας του, πρέπει η οικογένεια
να ενημερωθή εάν πρέπει, εάν μπορεί, εάν είναι συμφέρον και για το ίδιο το παιδί και για
την ίδια την οικογένεια να ακολουθήσει τον Α ή τον Β εκπαιδευτικό δρόμο.
Επομένως δεν υποχρεώνουμε το παιδί των 11 των 12 χρόνων όταν τελειώσει το
Δημοτικό να κάνει την επιλογή του, γιατί αυτό είναι ανώρημο πλάσμα και δεν αποφασίζει
αυτό πλέον, αποφασίζει η οικογένεια για το παιδί. Αλλά λέμε στο παιδί όταν φτάσει στο
15 ο την ηλικίας του, «θα πρέπει να δόσει δείγματα συγκεκριμένα ποιος δρόμος σου
ταιριάζει, στις ικανότητες σου, στις επιθυμίες σου, να ακολουθήσεις. Ή θα πάρεις το δρόμο
προς το γενικό Λύκειο κι από κει προς την ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση ή θα πάρεις
έναν παράλληλο δρόμο. Καταργείται ο μονόδρομος, αυτός ο μονόδρομος που έφερνε τα
παιδιά μας από το Δημοτικό ως τους πυλώνες των Πανεπιστημίων, για να γίνει εκεί μια
σφαγή η οποία και το νέο αποθάρινε και την οικογένεια εγέμιζε απελπισία.
Εκεί στο 15 ο έτος θα υποστής μια δοκιμασία, μια δοκιμή για να δείξεις τις δυνάμεις
σου και την έφεση σου, και εάν μπορείς να πας σ’ ένα γενικό Λύκειο που υπόσχεται μια
περισσότερο επιστημονική σταδιοδρομία έχει καλώς, αλλιώς σου ανοίγονται δύο δρόμοι,
όχι ένας αλλά δύο δρόμοι. Ο ένας προς τις επαγγελματικές σχολές που θα σε κάνουν
τεχνίτη και οι οποίες θα έχουνε διάρκεια σπουδών το πολύ 5 εξάμηνα από 2, ανάλογα με
το επάγγελμα. Θα γίνης επιπλοποιός, θα γίνης γεωργός, θα γίνεις υδραυλικός κλπ.
Ο άλλος προς το τεχνικό Λύκειο -προσέξτε πάρα πολύ καλά και τη λέξη και το νόημα
της- το τεχνικό Λύκειο είναι ένας παράλληλος δρόμος προς το γενικό Λύκειο και το χαρτί
του είναι ισότιμο προς το χαρτί του γενικού Λυκείου, θα έχει και γενική εκπαίδευση και
επαγγελματική εκπαίδευση. Το πρόγραμμα του δηλαδή δεν θα είναι μαστοράντζας
πρόγραμμα. Θα είναι ανθρώπου ο οποίος προετοιμάζεται να ασκήσει ένα επάγγελμα με
πολλές θεωρητικές γνώσεις και μ’ ένα άνοιγμα του πνευματικού του ορίζοντα. Και θα
υπάρχουν τεχνικά Λύκεια διαφόρων τύπων, όλα όμως θα έχουν μια σοβαρή υποδομή ώστε
με λίγες πρόσθετες και προαιρετικές ώρες το παιδί που θα τελειώνει το τεχνικό Λύκειο να
μπορεί απαράλαχτα όπως και το παιδί που θα έχει τελειώσει το γενικό Λύκειο να πάει και
σε Πανεπιστημιακές σχολές θετικές και στο Πολυτεχνείο και στις Οικονομικές ανώτερες
σχολές όπως είναι η Βιομηχανική, η Ανωτάτη Εμπορική, η Πάντειος και στη Σχολή Καλών
Τεχνών και στις Παιδαγωγικές Ακαδημίες να γίνη δάσκαλος ή δασκάλα. Στεγανά δηλαδή
δεν θα υπάρχουν. Και αυτή είναι η Δημοκρατική Παιδεία. Η αντιδημοκρατική εκπαίδευση
δεν είναι εκείνη η οποία σου βάζει φραγμούς και σου λέει, έφτασες εδώ είναι
απροχώρητο, αδιέξοδο, λάθος.
Και το παιδί που πήγε σε μια επαγγελματική σχολή, όχι τεχνικό Λύκειο. Αυτών των
δύο τεσσάρων έξη μηνών, εάν καθώς θα οριμάσει αισθανθεί την ανάγκη και την επιθυμία
να μορφωθεί περισσότερο θα υπάρχουν όλες οι ευκαιρίες να περάσει στο τεχνικό Λύκειο
αφού προετοιμαστεί σε μερικά μαθήματα σε εσπερινές δημόσιες σχολές.
Και το παιδί εκείνο πούνε στο τεχνικό Λύκειο αν το δεύτερο δει ότι δε μ’ ενδιαφέρει
και θα μπορούσα να πάω στο άλλο το γενικό Λύκειο, παράλληλα θα υπάρχουν οι
δυνατότητες με ορισμένη προετοιμασία να περάσει. Καταργούνται τα στεγανά, γιατί τα
στεγανά, έρχονται σε αντίφαση προς την πρώτη αρχή της δημοκρατικής παιδείας που σας
είπα την εκπαιδευτική ισότητα. Έπρεπε να καταργηθεί και θα καταργηθεί η εκπαιδευτική
μας ανισότητα.
Γιατί λοιπόν τρομάζουν οι Έλληνες γονείς, γιατί τρομάζουν και πανικοβάλουνται και
τρομάζουν και τα παιδιά τους.
Θα πουν στο παιδί τους: Άκουσε παιδί μου στα 15 σου χρόνια πρέπει να δείξεις για
ποιο δρόμο είσαι προορισμένος. Γιατί επιτέλους δεν θέλω να φτάσουν στο σημείο που είχε
φτάσει ο Πλάτων να λέει: «Όταν γεννιέται ο άνθρωπος οι θεοί βάζουν στην ψυχή του ένα
από τα τρία μέταλλα, μολύβι, μπακίρι ή χρυσάφι».
Κι αυτό σημαίνει για που προορίζεται.
Δεν θα χάσουν σ’ αυτό και οι άνθρωποι το λόγο ότι ο καθένας μας υπόκειται στο
γεννετικό του κώδικα, όπως λέμε, και γιατί το περιβάλλον παίζει τεράστιο ρόλο στη
διαμόρφωση μας, δεν είμαστε όλοι ικανοί για όλα.
Λοιπόν παιδί μου θα περάσης μια δοκιμασία για να δείξεις που θα πας, ή εδώ ή
εκεί. Δεν χάνεις την ευκαιρία, δεν χάνεις το λεωφορείο, εάν αργότερα είτε μετανοιώσεις,
είτε ο ίδιος εκπαιδευθής μπορείς να περάσεις άριστα και να πας πιο ψηλά και πιο ψηλά σε
ατέρμονα δρόμο.
Δεν θέλεις, είτε δεν μπορείς να έχεις τουλάχιστον μια διέξοδο στο επάγγελμα και
δεν θα είσαι ο νέος του κολάρου στα 18 ή 19 σου χρόνια που γυρίζεις απελπισμένος από
την Αθήνα ή την Θεσσαλονίκη και θα πεις της οικογένειας, πούλησε το χωραφάκι σου για
να πάω στην Ιταλία να σου φέρω τις πιο πολλές φορές, τη γυναίκα μου, και τις λιγότερες το
πτυχία.
Τις δυσχέρειες και η κυβέρνηση τις αντιλαμβάνεται και όλοι μας τιςαντιλαμβανόμαστε και πιο πολύ αυτός που έχει την τιμή να σας μιλεί επειδή αγωνίζεται σ’
αυτές τις ιδέες όλη τη ζωή του.
Τις δυσχέρειες τις ξέρω ποιες είναι, πρέπει όπως έχουμε αναπτύξει τον κλάδο της
γενικής μέσης Παιδείας του Λυκείου, να αναπτύξομε και τον κλάδο της επαγγελματικής
Παιδείας, των Τεχνικών σχολών και του Τεχνικού Λυκείου.
Έχομε τόσα επαρκή σε εξοπλισμό και σε προσωπικό Λύκεια ώστε να δεχθούμε αυτή
την μάζα των παιδιών που δεν θέλουν να φοιτήσουν στο γενικό; Σήμερα δεν την έχομε. Και
πρέπει να την αποκτήσομε και θα την αποκτήσομε εάν όλοι εργασθούμε για να αποκτηθή
αυτός ο θησαυρός.
Γι’ αυτό στην αρχή και πρόθεση της πολιτείας κι από την ανάγκη των πραγμάτων θα
είναι χαλαρές οι εξετάσεις του Λυκείου, σας το βεβαιώνω αυτό όχι γιατί είμαι η
Κυβέρνηση, δεν είμαι η κυβέρνηση, όχι γιατί είμαι μέσα στο υπουργείο, δεν είμαι πια μέσα
στο υπουργείο, αλλά ξέρω τις κυβερνητικές προθέσεις και ξέρω και κάτι τι άλλο ακόμα, ότι
πάνω και από τους νόμους υπάρχει η αντίρητη πραγματικότητα. Ο Αριστοτέλης έλεγε, ένας
νόμος που δεν μπορεί να εφαρμοσθή δεν είναι δίκαιος νόμος, οσοδήποτε ορθός κι αν
είναι. Επομένως οι εξετάσεις και ένα χρόνο και δυο χρόνια και τρία χρόνια θα είναι
εξετάσεις επιοικές και τη γενική παιδεία. Και μόνο θα αποκλεισθούν τα παιδιά που έχουν
πραγματική ανεπάρκεια για να κάνουμε θεωρητικές σπουδές έως ότου παράλληλα
αποκτήσομε τα τεχνικά Λύκειο και τις επαγγελματικές σχολές και τις εξοπλίσομε γιατί
αυτός ο τύπος του σχολείου είναι ακριβός πολυδάπανος. Δεν είναι τέσσερις τοίχοι μια
βιβλιοθήκη ένας πίνακας, είναι κάτι περισσότερο, είναι εργοστάσιο, εργαστήριο όργανα.
Κάποτε όμως πρέπει να αρχίσομε όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος πρέπει ν’
αρχίσει.
Πήγαινε ένας μια φορά σ’ ένα κινέζο σοφό, απλός άνθρωπος, και του λέει
σκέπτομαι να ξεκινήσω για κείνο το χωριό γιατί είναι 10 μίλια, πως θα φτάσω;
Έχει κάνα τρόπο να μου πεις;
Ναι του λέει ο Κινέζος, κάνε το πρώτο βήμα. Πρέπει λοιπόν κι εμείς να κάνομε το
πρώτο βήμα για να ακολουθήσουν και τάλλα.
Θα μπορούσα να σας μιλήσω επί πολλές ώρες πάνω στα θέματα αυτά, αλλά
συλλογίζομαι την αντοχή σας, γι’ αυτό θα είμαι σύντομος στον επίλογο μου.
Δυο προϋποθέσεις υπάρχουν για να πραγματοποιηθούν ή να επιδιωχθεί η
πραγματοποίηση όλων αυτών των οποίων είχα την τιμή να σας εκθέσω.
Η πρώτη προϋπόθεση κυρίες και κύριοι είναι: Να εκπαιδεύσομε τους δασκάλους.
Να ετοιμάσομε δασκάλους γι’ αυτούς τους τύπους των σχολείων και με το πνεύμα που σας
εξήγησα.
Αυτούς τους δασκάλους να τους απελευθερώσομε από τις βιοτικές μέριμνες με μια
αμοιβή ανάλογη με το μόχθο τους, κι αυτούς τους δασκάλους να τους ελευθερώσομε και
ψυχικά εμποτίζοντας τους με ιδεώδη της Δημοκρατίας.
Ελεύθερους ανθρώπους μπορούν να εκπαιδεύσουν μόνο ελεύθεροι δάσκαλοι, και
δεν είναι ελεύθερος ο δάσκαλος ο οποίος είναι στο ζυγό της βιοτικής πενίας, ούτε είναι
ελεύθερος ο δάσκαλος ο οποίος ακόμα βρίσκεται υπό το ζυγό μιας άλλης πενίας, δεν έχει
δηλαδή ψυχή δημοκρατική και φιλελεύθερη.
Και φοβούμαι ότι δεν έχομε ελευθερώσει ούτε οικονομικά ούτε ηθικά τους
δασκάλους.
Μιλώ για τους δασκάλους όλου του φάσματος από τον νηπιαγωγό έως τον
καθηγητή του Πανεπιστημίου. Γιατί η παιδεία είναι μια οργανική αλληλουχία, συνέχεια
από τα πιο τριφερά χρόνια ως τα κύρια ωρημότητα.
Δεν έχομε σκεφθή καλά το πράγμα δεν έχομε απελευθερώσει και υλικά και
πνευματικά τους εκπαιδευτικούς μας.
Πρώτη μέριμνα μας λοιπόν να είναι αυτή. Η δεύτερη μέριμνα μας είναι να
αποφασίσομε να δαπανήσομε για την παιδεία μας, να ξοδέψομε για την παιδεία μας.
Η παιδεία είναι δαπανηρή υπόθεση. Χωρίς χρήματα δεν θα αποκτήσομε ούτε
διδακτήρια, ούτε εξοπλισμό, ούτε δασκάλους.
Πρέπει να δαπανήσομε για την παιδεία μας! Φωνάζομε σ’ όλους τους τόνους και οι
οικονομολόγοι μας το έχουν γράψει και δημοσιεύσει και διακηρύξει, ότι η εκπαίδευση
είναι η καλλίτερη επένδυση που μπορεί να κάνει ένα κράτος.
Είναι εκείνη που αποδίδει τα περισσότερα. Διότι χωρίς την εκπαίδευση ούτε η
βιομηχανία, ούτε η γεωργία, ούτε η πολιτική ζωή, τίποτα δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
Όταν όμως πρόκειται να δαπανήσομε για την παιδεία τότε κουμπονόμαστε και
βγάζομε τα χέρια από τις τσέπες. Έτσι είναι.
Θα σας διαβάσω τρεις γραμμές μόνο, ένα κείμενο που δείχνει πόσο σωστά το είχαν
αυτό διαγνώσει οι Πολέμαρχοι μας το 1882, όταν ξεκίνησαν τον αγώνα για την
ανεξαρτησία της μικρής μας πατρίδας.
Στην πρώτη Πελοποννησιακή Γερουσία -το πρώτο Κοινοβούλιο μας- συντάσσεται
και ανακοινώνεται μια προκήρυξη των αρχών:
Τρίπολη 27 Απριλίου 1822
«Μην αμελήσετε την παιδεία των αγαπητών σας τέκνων αρρένων και θηλέων. Μη
αγωνίζεστε να τους αφήσετε κληρονομίαν χρημάτων, αλλά δαπανίσετε μετά χαράς τα
χρήματα δια να τους προμηθεύσετε τον αληθή και άσυλον θησαυρόν της Παιδείας και να
τα αποκαταστήσετε άξια τέκνα της Ελλάδος και οφέλημα εις τον εαυτόν τον και τους
ομοίους των».
Αυτοί οι φτωχοί με την ιερή φουστανέλα μ’ αυτή την λερή βράκα τους, αυτοί οι
άνθρωποι είχαν διαγνώσει σωστά.
Τα ευαπόβλητα χρήματα, μην τα λυπάσθαι, δαπανήσετετα για να αποκτήσετε τον
αληθή και άσυλον θησαυρόν της Παιδείας. Πρέπει λοιπόν να δαπανήσομε για την παιδεία.
Και που θα βρούμε τα χρήματα;
Συνηθίζω να λέω, κυρίες και κύριοι, το εξής: Όταν ένα κράτος θέλει να βρει χρήματα
τα βρίσκει πάντα.
Όταν αποφάσισε το κράτος μας να κάνει τουρισμόν -κακώς ή καλώς ο θεός το ξέρει-
βρήκε τα χρήματα και έκανε ξενοδοχεία και έκανε δρόμους κι όλα τα απαραίτητα.
Όταν αποφασίσει το κράτος μας να βρει χρήματα για την παιδεία, αν πιστέψει ότι
πρέπει να δαπανήσει για την παιδεία θα τα βρει τα χρήματα.
Αλλά εκτός από τα χρήματα υπάρχουν και τα ανέξοδα μέσα για την ανώρθωση της
παιδείας μας.
Και τα ανέξοδα μέσα είναι δύο:
1- Οι σωστές ιδέες να εγκοληθεί η παιδεία μας και η πολιτεία μας σωστές ιδέες
που είναι ανέξοδες και
2- Ο λαός μας ολόκληρος να δείξει την εμπιστοσύνη του για κάθε προσπάθεια για
την ανώρθωση της παιδείας.
Εάν δισπιστισει ο λαός μας, αν δεν αγκαλιάσει τα καινούργια μέτρα, αν δεν τα
πιστέψει και δεν βοηθήσει να πραγματοποιηθούν παρά μόνο με την μεψημοιρία
αντιδράσει δεν θα επιτύχομε τίποτα και θα χάσομε άλλη μια ευκαιρία να ανωρθώσομε και
την παιδεία και την κοινωνία μας. Και θα είναι η ζημία πάρα πολύ μεγάλη, γιατί πρέπει να
ξέρομε ότι μαζί με την παιδεία θα χάσομε και την ελευθερία μας.
Ευχαριστώ.