ΕΤΣΟΥΒΑΛΙΑΣΑΣΙΝΤΟΝΕ ΣΤΟ ΜΗΤΑΤΟ

Το Μανωλιό δηγάται και την εδική ντου ιστορία πούπαθε μικρότερος.

Μια φορά όντεν είχαμε το μεγάλο κουράδι τα αιγοπρόβατα παραπάνω από

πεντακόσα εφορούσανε οι τράοι μας σκλαβέρια ξεχωριστά.

Έχω φαωμένα κουτουλίδι μικρός απού τσι τράους απού τσοίβλεπα ώστε να τσ’

απωλάρωμενε με τσ’ αίγες μα μη θαρρείς και λίγο.

Μια μέρα μ’ έπεψεν η μάννα μου να πάω φαητό τω βοσκώ στο μητάτο.

Στη στράταν απού πήγαινα παίζω μια σκονταματέ στα λιανοχάλικα στην αχλάδα

μπροστά κι άλλο λίγο να χύσω το φαητό απού τη γαλαφιά.

Απής ανατράνισα για δεν εσώπεσα, θωρώ ένα καλογρίδι και βαστούσε τράιστο και

κάθεται σε μιαν αγκαραθέ. Κάθετε αυτό στον αγκάραθο και στέκω κι εγώ στην αχλάδα.

Ανημένω κι ανημένω πως θα τρυπώξει στην τρύπα ντου να τήνε δω να πάρω τα

καλογριδάκια τα ξεπετασάρια.

Ξανοίγειμε ξανοίγωτο μια ώρα μα δεν κουνεί κι εκάναμεν αργολαβία τα δυο μας

δίχως να βρω την «πουλιτσέ».

Όντεν έφταξα στο μητάτο ήτονε μοθιασμένα και μου λέει αδερφός μου.

Ετσά ώρα μωρέ σε πέψανε; Πότες θα φάμενε και πότες θα γιαΰρης εις το χωριό.

Αν αργήσω μούπεν η μάννα μου να ξωμείνω στο μιτάτο.

Και βαστάς μωρέ στεντόνα να κοιμηθείς;

Στο «τυροκέλλι» λέει να κοιμηθώ απού θάναι ζέστα.

Όϊ να κραχτώσεις και να κρουφτείς απού το τυρομάλαμα.

Αδερφός μου καταλαβαίνει πως φοβούμαι να πορπατώ τη νύχτα τσοι καταχανάδες

τσοι Καρακατζόληδες και τσοι Νεράϊδες και σαν εδειπνήσαμενε μου λένε οι βοσκοί να

πορίσω απού το σπήλιο να τσιρίξω και να γυρίσω να κοιμηθώ.

Φέξη στο μιτάτο δεν υπάρχει. Ότι σου κάμουνε οι θύμοι να τσι καις να σου

φέγγουνε να τρως και να δειπνήσεις.

Και όμως εθωρούσαμενε ο ένας τον άλλον όντεν εκάναμε το σταυρό μας για να

φάμε χωρίς να χάσωμε το κούτελό μας μουδέ τη δεξά μας χέρα ως χρισθιανοί.

(Σημ. με την σημερινήν εξέλιξον πολλοί δε θωρούνε το κούτελό ντωνε και δεν

κάνουνε το σταυρό ντωνε όντεν τρώνε όπως οι Τούρκοι).

Εγώχα καλά δειπνησμένα, είχα και «μαλάκα» φαωμένη και «σουχλί». Ύστερα με

βάνουνε μέσα σ’ ένα παληό τσούβαλο όπως ήμουνα και το δέσανε κι από τον πόρο και με

θέκανε απάνω σε στρωσίδι από θύμους ξερούς και πολλούς. Σκεπασμένος εις το τσουβάλι

με την αναπνοή μου εζεστάθηκα κι αποκοιμήθηκα ως τ’ από ξημέρωσε κι έδωκεν ο ήλιος

στη σπηλάρα μέσα.

Ως αποδιαφώτανε έφερεν ο Ξηντάρης τα έγκαλα να τ’ αρμέξουνε και βαστά κι ένα

λαγό σκοτωμένο και τόνε κρεμνά στη σπηλιάρα άνω κάτω κι ότι και δεν άγγιζε το

μούτσουνο ντου στο κοτεύτελο μου. Έλυσενε και το σπάο του τσουβαλιού που μ’ είχανε

δεμένο.

Αρμέξαν οι βοσκοί το κουράδι και στάθηκεν αδερφός μου να πήξη το γάλα. Απάν’

απού διδεν ο ήλιος εις τη σπηλιάρα αποταυρίζομαι και γω και βγάνω την κεφαλή μου όξω

του τσουβαλιού ανοίγω τα μάθια μου και θωρώ το λαγό ανωκατισμένο και παίζω ένα

ξυπασματίδι;

Εσηκώθηκα τότεσάς και μου λέει ο αδερφός μου να πλυθώ να χτενιστώ και να μπω

στο «τυροκέλλι» να του φέρω τα «τουπιά» να βάλει το τυρομάλαμα μέσα.

Και πούνε η βρύση σας να πλυθώ, και πούνε η πετσέτα σας να σκουπιστώ και πούνε

το χτένι σας να χτενιστώ;

Ιύλα τ’ άχωμεν επαέ!

Ο χουμάς είναι ψαργάδινος και δεν καίει να πλυθείς καλά καλά να ξασπρίσεις.

Να σταθής στον ήλιο να συρώσεις και δεν σου χρειάζεται πετσέτα, να πάρεις και το

ξερό θύμο ένα κλαδί να χτενιστείς και να πορπατείν να μπεις στο τυροκέλλι απούναι τα

τουπιά.

Θέλοντας και μη τάκαμα ούλα.

Στο τυροκέλλιν όμως ήσανε πολλά τυριά ξερά, χλωρά και μαλακά κι εσκόνταψεν ο

μεγάλος δάκτυλας του ζερβού μου πόδα και γίνηκεν ολάσπρος απού τη μυζήθρα.

Σφουγγίζω γω το δάχτυλά μου μέσα στο τυροκέλλι κι αργιώ να πάω τα τουπιά και μου λέει

ο Νικολής μας.

Τάσιμο μωρέ τόχεις να κοιμηθείς και στο τυροκέλλι μέσα και δε φέρνεις τα τουπιά;

Απής έφαγα ύστερα τυρομάλαμα και σουχλί επήρα τα σκουτελικά μου και μια

μυζήθρα κι εδιαρμίστηκα για το χωριό μας.

Όντεν έφτανα στην αχλάδα θυμήθηκα το καλογρίδι και το θωρώ κι έβγαινεν απού

την κουφάλα τσ’ αχλάδας.

Υδέτε μπρε που χενε τη φωλέ και δεν την ηύρηκα;

Έβγαλα γω γιαμιάς ένα καλογριδάκι μάτονε αμάλλιαστο και το γύρισα πάλι στη

φωλέ. Όντεν εξαναπέρασα τάχενε ξεπετασμένα.

Σαν επήγα στο σπίτι μας με ρωτά η μάννα μου.

Θυμάσαι το μάννα τότε σας και μου λέει.

Και πούχες κοπέλλι μου την αγαπητικιά κι εξώμενες και δεν ήρθες εις το σπίτι μας

οψάργας;

Αδερφός μου με κράτιξενε στο μητάτο να μαθαίνω από δα την τέχνη του μητατάρη.

Να βλέπω τα πρόβατα μας, να τυροκομώ το γάλα να πλύνωμαι με καθαρό κι

αποστειρωμένο νερό, να σκουπίζωμαι σε ξέλαμπρη πετσέτα, να χτενίζωμαι με φιλντισένιο

χτένι, να κοιμάμαι σε μεταξωτά σεντόνια απάνω σε σουσταλίδικο κρεββάτι.

Να διαβάζεις καλά καλά τα μαθήματα σου κοπέλλι μου.

Καλός είναι κι ο βοσκός μα τα γράμματα ναι καλλιά.

Ιστόρημα του περασμένου αιώνα 100% αληθινόν.

ΕΜΜ. ΙΩΣ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΗΣ

Χειρουργός

ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1972

Αφήστε μια απάντηση