Προ ολίγων ημερών η γη της Θεσσαλονίκης εδέχθη ένα μεγάλο τέκνον του
Ρεθύμνου, το οποίον έφυγε αθόρυβα από τη ζωήν, αφού ηγωνίσθη και κατέκτησε δόξαν
αξιοζήλευτον. Είναι ο Γεώργιος Γαβριλάκης.
Εγεννήθη εις την Κρύαν Βρύσην του Αγίου Βασιλείου το 1883. Από αυτό το χωριό,
το οποίον δεν είναι 400 ετών και έχει πυρποληθή επτά φοράς, εκληρονόμησε το ηρωικόν
στοιχείον του χαρακτήρος του.
Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε εις το Δημοτικόν Σχολείον του χωριού του και έπειτα
εφοίτησε επί 4 χρόνια εις το Σχολαρχείον του Αγίου Πνεύματος (Κισσού), όπου έμαθε
θαυμάσια ελληνικά γράμματα.
Επί τριετίαν (1900-1903) υπηρέτησεν ως διδάσκαλος εις την Κρύαν Βρύσην, επειδή
όμως το ανήσυχον πνεύμα του δεν ικανοποιείτο, απεφάσισε να ακολουθήση άλλον
δρόμον. Έτσι το 1904 κατετάγη εις την Κρητικήν Χωροφυλακήν, την οποίαν τότε διοικούσαν
οι Ιταλοί. Η Χώρα Σφακίων υπήρξεν ο πρώτος σταθμός της σταδιοδρομίας του. Εκεί
εμελέτησε και εξέμαθε την Ιταλικήν γλώσσαν εις σύντομον χρονικόν διάστημα, πράγμα το
οποίον είχεν ως επακόλουθον να μετατεθή εις τα Χανιά ως διερμηνεύς. Το 1906 εισέρχεται
πρώτος τις την Σχολήν Υπενωματαρχών, απ’ όπου εξέρχεται θριαμβευτικά πρώτος και
κάτοχος της Γαλλικής γλώσσης.
Μετά την απελευθέρωσιν της Θεσσαλονίκης εστάλη υπό της Κρητικής Πολιτείας εις
την Νύμφην του Θερμαϊκού, όπου επρόκειτο να γνωρίση ημέρας δόξης και μεγαλείου κατά
τους κρισίμους καιρούς που επηκολούθησαν.
Το γιγαντιαίον παράστημά του, το υπερήφανοί του χαρακτήρος, το παράτολμον
θάρρος, η αποφασιστικότης, η φιλομάθεια, η απέραντη μνήμη, η ανωτερότης του ήθους, η
ευπείθεια και η επιβολή του του έδιδαν πτερά διά να κατακτά τον ένα μετά τον άλλον τους
βαθμούς της ιεραρχίας της Χωροφυλακής.
Σαν γνήσιος Κρητικός, θρεμμένος εις τον φιλελεύθερον αέρα του Κέντρους, δεν
ημπορούσε να μη προξενήση το ενδιαφέρον του Ελευθερίου Βενιζέλου, με τον οποίον
συνεδέθη δια στενής φιλίας. Το 1917 τάσσεται παρά το πλευρόν του Μεγάλου Κρητικού
και υφίσταται καρτερικός τα επακόλουθα. Τόση ήτο η προσήλωσίς του εις τον Μεγάλον
Εθνάρχην, ώστε έδωσε το όνομα Βενιζέλος εις το μοναδικόν τέκνον του. Μετά την μεγάλην
δοκιμασίαν του κινήματος του 1935 εχρειάσθη να παρέλθουν ωρισμένα έτη δια να
επακολουθήση η αποκατάστασίς του και η κατάκτησις των ανωτάτων βαθμίδων της
Χωροφυλακής δια να αποστρατευθή με τον βαθμόν του Υποστρατήγου.
Εις το ενεργητικόν του, κατά την υπηρεσίαν του ως Ενωμοτάρχου εις
Χρωμοναστήρι, πρέπει να εγγραφή η οργάνωσις της δολοφονίας, εις τον Βρύσινα, του
διαβοήτου Τούρκου Χαμουζά, ο οποίος είχε καταστή ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής,
όπως ενθυμούνται οι παλαιοί Ρεθεμνιώτες.
Αν είχε στόμα ο Έβρος ποταμός θα εμαρτυρούσε πόσας φοράς επέρασε ως
αίλουρος ο διάσημος δια την ευελιξίαν και σκοπευτικήν ικανότητα Γεώργιος Γαβριλάκης δι’
άκρως εμπιστευτικάς και επικινδύνους αποστολάς. Και η Θεσσαλονίκη θα εβεβαίωνε
πόσας φοράς οι δρόμοι της ησύχασαν από τας διαδηλώσεις μόλις ενεφανίζετο ο τότε
Διοικητής Γαβριλάκης, του οποίου η δεξιοτεχνία εις την καταστολήν των αναταραχών
κατέστη υποδειγματική. Αυτήν την πόλιν την ηγάπησεν ιδιαιτέρως. Από εκεί ενυμφεύθη
και εις αυτήν εγκατεστάθη μετά την αποστράτευσίν του μαζί με την οικογένειαν του υιού
του, την οποίαν ιδιαιτέρως ηγάπα και αντηγαπάτο από αυτήν. Μέσα εις την θαλπωρήν της
έζησε μέχρι της τελευταίας ημέρας του.
Αν και έμεινε επί 68 έτη μακριά από την γενέτειράν του, όμως δεν ελησμόνησε ουδ’
επί στιγμήν «τον τόπον όπου είδα το φως, και του οποίου κάθε λόφος, κάθε πέτρα, κάθε
δέντρο αποτελούν για μένα μια νοσταλγική ανάμνησι», όπως έγραφε ο ίδιος. Συχνά την
επεσκέπτετο τα καλοκαίρια μετά την αποστράτευσίν του μέχρις ότου το επέτρεπαν αι
δυνάμεις του και κυριολεκτικώς ανεβαπτίζετο κοντά εις τους συγχωριανούς του.
Διετήρησε ανθηράς τας διανοητικάς του δυνάμεις και τας σωματικάς εις σημείον
αξιοζήλευτον, παρά ταύτα έγραφε προ καιρού: «Έχω προχωρήσει πολύ εις την ηλικίαν και
αισθάνομαι τας δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν, κάθε μέρα προετοιμάζομαι, με ήσυχη
την συνείδησι ότι έληξεν η αποστολή μου, για το μεγάλο ταξίδι της κοινής μοίρας».
Με ήσυχην πράγματι, την συνείδησιν εγκατέλειψε τα εγκόσμια. Με τον αγώνα του
υπερεδικαίωσε τας προσδοκίας των γονέων του, απέδειξε πως η θέλησις είναι
μεγαλουργός δύναμις, διέπρεψε εις μίαν πολυκύμαντον εποχήν, είδε την πατρίδα να
μεγαλώνη και να ορθοποδίζη, παρέμεινε πάντα ευσεβής χριστιανός, είδε ανταξίους
απογόνους, ενοστάλγει και εβοήθει αδιακόπως την γενέτειραν και παντού και πάντοτε
εκαυχάτο να διακηρύσση πως είναι Κρητικός.
Ας είναι η μνήμη του αιωνία.
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΕΛΑΝΤΑΚΗΣ
Ιανουάριος 1973