“Eνας γέρος γέροντας και ουδέ γέροντας εκατον εννιά χρόνων τα βουνά τριγυριζε και
τα δέντρα κοίταζε
Σεις βουνα ψηλά τώρα με την Ανοιξη δεν με ξανανιώνετε μέγνα για τον γρίβα μου
(άλογο) πως ξανανιώνονται και καινουρια γίνονται τούτα τα χαμόκλαδα, τα
χιλιόχρονα κλαδιά”. (Δημοτικό)
Τούτος ο γέροντας τριγύριζε στην παλαιά πόλη του Ρεθέμνου αναπόσπαστο κομμάτι
τους και απομεινάρι μιας άλλης εποχής που έβλεπες να φεύγουν εν σχέσει με την
αιωνιότητα η πρώτη αργά και ήρεμα κι εκείνος αργά και κουρασμένα.
Κάθε φορα που επήγαινα να τον επισκεφθώ στο σπίτι του στον Μακρύ στενό τον
άφηνα να με συνοδεύσει μερικά δρομάκια πιο πέρα για να τον δω ύστερα να
επιστρέφει και με φόντο τα παλιά σπίτια ν’ αντικρύζω ένα πίνακα, που φτιαγμένος
απο άξιο ζωγράφο θα ήταν αριστούργημα. Τωρα έφυγε για παντα σωματικά γιατι η
ψυχή του θα τριγυρίζει στα μέρη που έζησες και αγάπησες.
΄Ανθρωπος τόσο συναισθηματικός όπως ο Μπάρμπα Βαγγέλης δεν είναι δυνατό να
πουν εύκολα το παντοτινό αντίο. Υπεφερε απο αυτό και ενώ τα είχε όλα, οικονομική
άνεση , θαυμάσια παιδιά κάτι τον τυραννούσε και ήταν αχθοφόρος ενός τρομερού
φορτίου μοναξιάς.
Οτι τον γλύτωνε απο τη απελπισία ήταν η Θρησκεία. Ηταν βαθειά θρησκευόμενος
άνθρωπος. Ισως περισσότερο απο ότι επέτρεπαν οι πνευματικές του δυνάμεις και
εθεωρούσε τον εαυτό του ένοχο και αμαρτωλό για μικρές παραβάσεις που κάθε
μέρα ολοι κάνουμε.
Στη ζωή μου δεν εχω συνατήσει άνθρωπο να κάνει τόση αυτοκριτική με τόση
ειλικρίνεια.
Στην τελευταία μου συνάντηση στο κρεβάτι της Κλινικής βρήκα ενα εξομολογούμενο
συνεχώς άνθρωπο, με τόσο σπαραγμό που σου τον μετέδιδε και σε εξουθένωνε.
Του απλωσα το χέρι να φύγω και εκείνος είπε: “πόσο με ανακούφισες, παιδί μου”.
Και ομως δεν του είχα πει τίποτα αλλο παρα μονο οτι ο Θεός δέν είναι εκδικητής μα
πολυέσπλαχνος κι εσύ που είσαι παιδί στα ενεννήντα σου χρόνια μόνο το χαμόγελο
Του πρέπει να περιμένεις να αντικρύσεις. Χαμογέλασε και εκείνος και το ροδαλό και
αρυτίδωτο πρόσωπό του φωτίστηκε μ’ ενα παράξενο φως που ετύλιξε και μενα και
εδιωξε την απόγνωση.
Μα όταν του μίλησα για τον γιό του τον Νίκο και του είπα οτι δεν δίδουν ολοι τέτοιους
ανθρώπους και καλλιτέχνες στον κόσμο ανέβλεψε στον ουρανό και άρχησε να κλαίει.
Πρεπει να είσαι υπερήφανος και ευτυχισμένος και σύ κλαις;
-‘Από χαρά παιδί μου μου είπε και έφυγα. Και ένιωσα οτι δεν θα τον ξανάβλεπα.
Αικ. Τσουρλάκη Θεοφανοπούλου
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΜΠΑΡΜΠΑ ΒΑΓΓΕΛΗ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗ
Αφήστε μια απάντηση