Του . Ανδρέα Σταυρουλάκη
Η αμέλεια της πτυχιούχου δασκάλας, που επαναλαμβάνω, δεν είχε όρια,
επεσημάνθη φυσικά από την Επιθεώρηση. Το γραφείο του Επιθεωρητή κατακλυζόταν από
αναφορές των ομοχωρίων της, που διεμαρτύρονταν και ζητούσαν να απαλλαγούν από την
παρουσία της. Ο Επιθεωρητής, δεν αδράνησε. Επεσκέφθη το σχολείο της κατ’ επανάληψη.
Διεπίστωσε την τρομερή πτώση της προόδου των μαθητών της. Αγνοούσαν ακόμη, και τα
στοιχειωδέστερα. Νουθέτησε λοιπόν, συμβούλεψε, έκανε υποδείξεις ο Επιθεωρητής. Κι
είναι αυτονόητο πως ελάμβανε κάθε φορά υπόσχεση περί βελτιώσεως της καταστάσεως,
εκ μέρους της δασκάλας, που δεν παράλειψε πολλάκις ν’ αποδώση τη διαπιστωθείσα
παιδευτική καθίζηση στην έλλειψη παραδουλεύτρας…
-Μού ‘φυγε η υπηρεσία, κ. Επιθεωρητά, εδώ κι ένα μήνα. Τι να κάνω, λοιπόν! Έξι
παιδιά έχω! Να τα εγκαταλείψω άπλυτα και νηστικά; Μόνη μου κάνω τις μπουγάδες,
μαγειρεύω και θηλάζω…
-Κυρία μου – όπως τα έλεγε ο Επιθεωρητής Χ. – τι χρωστάει το Κράτος και κατά ποία
λογική θα παραμείνουν τα παιδιά του σχολείου σας τυφλά; Οφείλετε να παραιτηθήτε…
-«Το λέω στον άνδρα μου… Να αποσυρθώ μερικά χρόνια να επιμεληθώ την
ανατροφή των παιδιών μας και να επανέλθω… Δυστυχώς, δεν συμφωνεί…».
Η δασκάλα -ας σημειωθή- ήτο παντρεμμένη ένα εξυπνότατο κτηματία του χωριού,
που την είχε παντρευθή για το μισθό της κι όχι, για την καλλονή ή την προίκα της, που δεν
είχε. Μοναδική της περιουσία ήτο η θέση… Η παραίτησή της θάχε σαν συνέπεια το
κλείσιμο του θυριδίου, πράγμα ανεπιθύμητο για τον «σύζυγο διδασκαλίσσης».
Ο Επιθεωρητής βρέθηκε μπροστά σε πελώριο δίλημμα. Από το ένα αυτί του
μιλούσε το υπηρεσιακό καθήκον. Από το άλλο ο ανθρωπισμός. Σφόδρα τον επηρέασαν η
μισή ντουζίνα των παιδιών. Κι έπειτα από πολλή, ώριμη σκέψη αρκέσθηκε σε μια απλή
επιεική τιμωρία «για πλημμελή λειτουργία του σχολείου».
Δεν την μετακίνησε λοιπόν. Οι χωριανοί που το έμαθαν, αναστατώθηκαν. Μη
γνωρίζοντες σε ποιο ωφειλόταν η προστασία της δασκάλας την απόδωσαν στην επέμβαση
κομματικών παραγόντων. Ένας απ’ αυτούς που μου εκμυστηρευότανε συχνά τους καϋμούς
και τα παράπονά του για την κατάντια του σχολείου των μου είπε χαρακτηριστικά:
-«Τα κατάφερε δυστυχώς ο Λουπάκης. Κίνησε γη και ουρανό ως φαίνεται. Πέσανε
οι κομματάρχες στ’ αυτιά του Επιθεωρητή κι έτσι θα την έχωμε και φέτος. Πάει τέλειωσε!
Τα παιδιά μας είναι καταδικασμένα να μείνουν στραβά. Όλοι οι χωριανοί που έχουν τρόπο
μεταγράφουν τα παιδιά τους σ’ άλλα σχολεία. Κι εγώ τα πήγα στο σχολείο του χωριού
Κάπα».
-Ε, για πρώτη φορά την γλύτωσε. Πιθανόν να βελτιωθή και να εργάζεται στο μέλλον,
παρατήρησα, για να μαλακώσω το θυμό του… εν γνώσει μου πως δεν θ’ άλλαζε τίποτε.
Ασυμβίβαστο είναι να ανταπεξέλθη μια γυναίκα, μητέρα 6 ανήλικων παιδιών, και στο σπίτι,
και στο σχολείο. Μοιραία κι αναπότρεπτα θα χώλαιναν αμφότερα. Και το σπίτι -η
οικογένεια- η ανατροφή των παιδιών θα υστερούσε κι η λειτουργία του σχολείου θα ήταν
πλημμελής, ελαττωματική, σκιώδης, ανύπαρκτη. Άλλοτε, πρόσθεσα, δεν θα παραβλέψη ο
Επιθεωρητής. Δεν θα την καλύψη…
Κι επειδή οφείλομε να λέμε την αλήθεια κι όταν ακόμη είναι πικρή, πελώριο ήταν το
δίκηο των χωριανών. Βουνό υπήρξε η υπομονή των. Τόσα χρόνια την ανέχτηκαν
αδιαμαρτύρητα. Μέχρι που έφτασε το μαχαίρι στο κόκκαλο. Που έγινε φαμελίτρα. Που δεν
μπορούσε όσο κι αν το επιθυμούσε να είναι ευσυνείδητη. Δεν είχε χρόνο ούτε διάθεση
ούτε δύναμη να δουλεύη «δυσίν Κυρίοις». Σχολείο και Οικογένεια. Δεν είναι ανεξάντλητη η
ανθρώπινη αντοχή. Κάμπτεται κάποτε. Εκάμφθη και της δασκάλας. Τότε οι χωριανοί
παραμέρισαν το χατήρι, άφησαν «τη ντροπή στο γύρο» κι άρχισαν τις καταγγελίες. Είναι
αποφασισμένοι να επιμείνουν. Απαράδεκτη κάθε υποχώρηση. Αγανάκτηση, πικρία και
μένος τους γεμίζει η πληροφορία της εκ μέρους του Επιθεωρητή επιεικεία. Η οργή των
αυξάνει. Συσκέπτονται περί του πρακτέου και παίρνουν απόφαση συνεχίσεως
εντονώτερου αγώνα προς μετάθεσή της. Δύο μέτρα έθεσαν εις εφαρμογή: α) Μετέγραψαν
το 1/3 των παιδιών των εις έτερα σχολεία γειτονικά και μη β) Απηύθυναν εντονώτατη
καταγγελία απ’ ευθείας στον Υπουργό. Διετάχθη ο Γενικός επιθεωρητής να επιληφθή της
περιπτώσεως…
Ο Επιθεωρητής Χ. τώρα, δεν μπορεί να την καλύψη. Την απόσπασε αμέσως σ’ άλλο
σχολείο δυο μήνες, πριν λήξη το σχολικό έτος. Ταυτόχρονα πρότεινε, και το Υπηρεσιακό
Συμβούλιο την μετάθεσε οριστικά. Στο νέο σχολείο κατάβαλε στην αρχή κάποια
προσπάθεια. Έπειτ’ από λίγο όμως συνεχίσθη η ρουτίνα. «Όποιος κοπελλομάθη δεν
γεροντοξεχνά». Κάθε τόσο έπαιρνε ένα μαθητή της αγωγιάτη, καβαλλούσε ένα γαϊδαράκο
κι επισκεπτότανε την οικογένεια… Περιήλθε εις γνώση του Επιθεωρητή. Μετά διετία
πρότεινε την μετάθεσή της σ’ άλλο σχολείο…
-«Αυτό είναι το ενδεδειγμένο μέτρο στην προκειμένη περίπτωση, παρατήρησα όταν
μου την διηγήθηκε. Να κατανέμεται το κακό. Να διασκορπίζεται η βλάβη. Αν παραμείνη σ’
ένα και το αυτό σχολείο θα το αχρηστεύση. Δυο χρόνια ωστόσο, δεν προφτάνουν να το
εξουθενώσουν όσον και αν αδιαφορή και αδρανή η δασκάλα. Αφήσετε ότι εξ ανάγκης πια,
«για το μάτι» κάτι φτιάχνει κάθε φορά που πρωτοαναλαμβάνει υπηρεσία».
Ο Επιθεωρητής ακολούθησε την σύστασή μου. Του λοιπού την μετάθετε ανά διετία.
Την ακολούθησαν κι οι διάδοχοί του. έτσι παράμεινε μέχρι τέλους στην Υπηρεσία.
Παραιτήθηκε αφού συμπλήρωσε πλήρη 35ετία. Τότε που είχαν πια μεγαλώσει τα παιδιά
της.
Αλλά το θέμα δεν μπορεί να κλείση χωρίς να γίνη μνεία των αντιδράσεων του
Λουπάκη, του συζύγου της. Στη θέση του άλλος θα την συμπονούσε. Θα την σχόλαζε. Θα
την απάλλασσε από τη δίνη των περιπετειών της. Δεν το έπραξε ατυχώς!! Προτίμησε να
μισήται και περιφρονήται η γυναίκα του από τους γονείς. Να «ποτίζεται», να
«ευτελίζεται», να πετροβολάται από τους μαθητές. Να παρατηρείται, επιτιμάται και
προπηλακίζεται από την Υπηρεσία της. Αρκεί να μη χάση τα «αργύρια». Ζηλωτής του
χρήματος ήτο. Του αιώνιου παρά! Δεν σταύρωσε λοιπόν τα χέρια. Μετήλθε όλα τα μέσα.
Ευθέα και πλάγια. Θεμιτά και αθέμιτα. Άρχισε με τις ικεσίες και παρακλήσεις προς τον
Επιθεωρητή. Δεν πέτυχε… Δοκίμασε το «λάδωμα». Κατήλθε στο Ρέθυμνο κι έστειλε στο
σπίτι του Επιθεωρητή Χ. ένα δοχείο λάδι 50 οκάδων, μ’ ένα αχθοφόρο στον οποίο είχε ειπή
ψευδώς, ότι το έχει παραγγείλει ο Επιθεωρητής. Έτσι λοιπόν το είπε στην κυρία, όταν της
το παράδωσε. Εκείνη το άφησε στο χωλ. Το βρήκε ο Επιθεωρητής το μεσημέρι που
επέστρεψε εκ του γραφείου.
-Ποιος έφερε το δοχείο; Ρώτησε.
-Ο Λουπάκης… είναι αυτό, που του παραγγείλατε. Λάδι φαγητού εξαιρετικό, είπε
ευχαριστημένη η κυρία.
-Έτσι σας είπε ο ίδιος;
-Όχι. Ο αχθοφόρος…
-Ψέμματα είπε. Να μην χρησιμοποιηθή. Πρόκειται περί δωροδοκίας. Πλανάται ο
Λουπάκης αν νομίζη πως θα συγκαλύψω περαιτέρω τη γυναίκα του… Όταν θα έλθη να
παραλάβη το δοχείο θα του ειπής εκ μέρους μου, να το πάρη οπίσω. Είναι απαράδεκτο.
Κι έτσι έγινε την επομένη. Η κυρία είπε στον Λουπάκη όπως της παρηγγέλθη. «Δεν
δέχεται δώρα ο Επιθεωρητής. Παρακαλεί να το πάρετε, χωρίς άλλο, πίσω».
-Μα, κυρία, δική μας παραγωγή. Δεν στοιχίζει τίιποτε. Είναι καθαρό, εύγεστο. Μη
με περιφρονήσετε… επέμενε ο Λουπάκης. Ο Επιθεωρητής όμως που άκουσε τη στιχομυθία
-ήτο μέσα κατά σύμπτωση- επενέβη:
-«Αν δεν το πάρης πίσω αμέσως θα σε στείλω στον Εισαγγελέα! Δεν εξαγοράζομαι.
Πως με περάσατε;».
Είναι προς τιμήν του Επιθεωρητή. Ο Λουπάκης, υπάκουσε. Παράλαβε το λάδι κι
απήλθε. Δεν τελεσφόρησε η δωροδοκία. Απόπειρα έμεινε. Και τα πλάγια μέσα που
κατάφυγε έπειτα -ζήτησε τη συνδρομή πολιτικών παραγόντων, βουλευτών, Νομαρχών,
Υπουργών- ουδέν απόδωσαν. Ευτυχώς για τους άμοιρους μαθητές. Η μετάθεση κατέστη
αμετάτρεπτη. Δεν συνεκαλύφθη η ασυνειδησία και παρανομία. Ήτο τόσο εξώφθαλμη.
Τουλάχιστο τούτη τη φορά έστω και αργά, επεβλήθη το δίκηο.
Α.Σ.Σ.
ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1972