Κρητική Επιθεώρηση 04/11/1981
Από την Κατίνα Χαλκιαδάκη
Πριν μιλήσω για τον τρόπο της κατασκευής αυτής της δουλειάς που βλέπετε
μπροστά σας θα ήθελα να παρουσιάσω τη γυναίκα που είχε την έμπνευση να την
δημιουργήσει και την υπομονή να την εκτελέσει.
Είναι η Χρυσή Παπαδάκη το γένος Σταυριανίδη.
Γεννήθηκε στο γειτονικό χωριό Επισκοπή γύρω στα 1889 από γονείς αξιόλογους και
μορφωμένους. Ο πατέρας γιατρός σπουδασμένος στο Παρίσι είχε πάρει αγωγή και
μόρφωση από τη γαλλική κουλτούρα και αποτελούσε ένα κράμα κρατικής λεβεντιάς, και
ευρωπαϊκής πνευματικότητας. Έκαμε σύντροφο της ζωής του, σε προχωρημένη ηλικία την
Καλλιόπη Βολουδάκη πούχε και αυτή σπουδάσει στο Αρσάκειο.
Οι δυο τους σύμφωνα με τη γνώμη των ανθρώπων που τους γνώρισαν έστησαν ένα
σπιτικό αντάξιο τους, ανοικτό σε επιφανείς και ταπεινούς σε φίλους και δικούς σε
γνωστούς και άγνωστους.
Ο γέρο-γιατρός, έτσι τον έλεγαν, είχε πάντοτε μια συμβουλή να δώση ένα καλό
λόγο να πη, μια βοήθεια να προσφέρει σ’ όποιον την είχε ανάγκη.
Δυστυχών έφυε νωρίς από την οικογένεια του, μόλις 12 χρόνια μετά το γάμο του
και άφηκε 3 μικρά παιδιά 2 κορίτσια και ένα αγόρι.
Το μεγαλύτερο η Χρυσή ήταν μόλις 10 χρονών.
Όλο το βάρος της οικογένειας έπεσε στους ώμους της γυναίκας του, που στάθηκε
κατά γενική ομολογία και άντρας και γυναίκα και ανάθρεψε τα απιδιά της με στοργή και με
φόβο Θεού.
Την εποχή εκείνη στις αρχές του αιώνα μας οι καιροί ήταν δύσκολοι. Καμιά τάξη,
κανείς περιορισμός. Ούτε νόμοι, ούτε κανονισμοί. Καθένας έκανε ότι του περνούσε από το
κεφάλι και η αναρχία βασίλευε παντού.
Μέσα σ’ αυτό το χάος η μάνα των 3 παιδιών στάθηκε παλικάρι. Είχε να φροντίσει
την ανατροφή τους, τη μόρφωση τους και να διαφεντεύει το βιός τους. Σκληρή δουλειά,
για μια γυναίκα όταν δεν έχει δίπλα της κανένα άντρα για βοηθό.
Τα κατάφερε όμως. Τα κορίτσια μετά το δημοτικό τα μόρφωσε σπίτι της. Δεν
μπορούσε βλέπετε να τα στείλει αλλού γιατί υπήρχε κίνδυνος, να τα κλέψουν. (Ε’ άλλου το
επεχείρησαν δυο φορές). Τους έμαθε νοικοκυριό, και προ πάντων μαζί με τα γράμματα
τους ενέπνευσε το σεβασμό προς τους άλλους πως να σέβονται, τον κάθε άνθρωπο γιατί
καθένας είναι μια προσωπικότητα, ένα πλάσμα του Θεού.
Ν’ αγαπούν την εργασία, να μην μένουν ποτέ, χωρίς ασχολία και ν’ αποφεύγουν
κάθε άστοχη σπατάλη.
Νάναι φιλόξενοι και να προσφέρουν ότι μπορούν σαν υπάρχει ανάγκη.
Μ’ αυτές τις αρχές ανατράφηκε η Χρυσή.
Στα 18 της χρόνια το 1907 παντρεύτηκε το δικαστικό Νικόλα Παπαδάκη, αρκετά
μεγαλύτερο της, αλλά έζησαν μαζί ευτυχισμένοι 28 χρόνια και απέκτησαν 9 παιδιά. Τα
τέσσερα πέθαναν μικρά.
Πολύ νέα στην ζωή αφοσιώθηκε στην πολυμελή οικογένεια της, στα παιδιά της,
στον άντρα της και στο σπιτικό της. Πάντα πρόσχαρη, χαρούμενη, γελαστή, αφάνταστα
εργατική και περήφανη για τον τόπο της, για την γενιά της. Το σπίτι της, όπως και το σπίτι
των γονέων της, ήταν πάντα φιλόξενο και ανοιχτό όχι μόνο στους συγγενείς αλλά και στους
φίλους ακόμα και σαν έχασε τον άντρα της. Στάθηκε και αυτή, όπως και η μάνα της, και
μητέρα και πατέρας και συνέχισε την ανατροφή την μόρφωση και φρόντισε για την
αποκατάσταση των 5 παιδιών της. Δύο έγιναν πολιτικοί μηχανικοί, δύο οδοντίατροι και μια
κόρη ανώτερη υπάλληλος της Αγρ. Τραπέζης.
Τώρα πως της ήλθε το χόμπι να κάμη την κατεργασία των μαλλιών τις ελεύθερες
ώρες; Φαίνεται από την αρχή που της είχε εμπνεύσει η μάνα της ότι τίποτε δεν πρέπει να
πετούμε, τίποτα δεν πρέπει να πηγαίνει χαμένο.
Σκέφθηκε λοιπόν ότι αφού από τα μαλλιά της κατσίκας και του προβάτου μπορούμε
να κάμομε ένα σωρό πράγματα γιατί από τα μαλλιά τα δικά μας να μην μπορέσομε να
δημιουργήσομε κάτι το αξιόλογο;
Αψ’ έπος αμ έργον λοιπόν.
Κι έβαλε αρχή
Είναι βέβαια παράδοξο πως τόσα πολλά μαλλιά βγήκανε από ένα κεφάλι. Μόνο τα
παιδιά της που βλέπανε πόσο προσεχτικά και σχολαστικά μάζευε και την παραμικρή τρίχα
που έπεφτε από το κεφάλι της μπορούν να βεβαιώσουν αυτό το πράγμα και μου το
βεβαίωσαν όπως και μου έδωσαν και τις πληροφορίες που αφορούν τον τρόπο της
επεξεργασίας αυτών των μαλλιών.
Βοήθησε βέβαια στην ποσότητα των μαλλιών και η φύση που την προίκισε με τόσο
πολλά και μαύρα μαλλιά. Ως τα 82 χρόνια δηλ. ως την ημέρα που πέθανε, τα μαλλιά της
διατηρήθηκαν άφθονα γιατί δεν έπαψε ποτέ να τα περιποιείται.
Μου λέει η κόρη της:
«Το χόμπι αυτό το είχε από πολύ μικρή, πριν ακόμη παντρευτεί». Έτσι θυμάται,
όταν χτενίζονταν όσα μαλλιά έπεφταν και μαζεύονταν στο χτένι τα έβαζε σ’ ένα κουτί που
είχε πάντα στο συρτάρι του κομοδίνου της. Όταν αυτό το κουτί γέμιζε σχεδόν κάθε μήνα,
άρχιζε την κατεργασία. Δηλ. απ’ αυτά τα μαλλιά έβγαζε τις μακριές τρίχες προσεκτικά,
σχεδόν μία μία για να σπάζουν όσο το δυνατόν λιγότερες και τις έκανε δεσμίδες.
Όταν γινόταν χονδρή αυτή η δέσμη δηλ. μετά ένα χρόνο περίπου, έπαιρνε απ’ αυτές
τις δέσμες 10-15 τρίχες μαζί τις έβρεχε και τις έπλεκε σε κάτι κλωστές κάπως χονδρές
μπαμπακερές που τις είχε στερεωμένες σ’ ένα μακρόστενο ξύλο πάχους 3 εκ. περίπου. Έτσι
στερεώνονταν καλά τα μαλλιά και μπορούσε να τα χτενίσει ή να τα πλέξει σε κοτσίδες. Τις
κοντές κοτσίδες τις έκανε κότσους μετά από κατάλληλη επεξεργασία.
Οι μακριές κοτσίδες που είναι στην συλλογή έγιναν τότε που έπεσαν όλα της τα
μαλλιά το 1917 που αρρώστησε από γρίπη που τον καιρό εκείνο θέρισε πολύ κόσμο. Ήταν
όμως ακόμη αρκετά νέα και τα μαλλιά της πάλι βγήκαν σιγά – σιγά πλούσια και μακριά
όπως και πρώτα. Τώρα ότι έμεινε από το παραπάνω ξεδιάλεγμα δηλ. κοντές και σπασμένες
τρίχες τις έκανε τουλούπες και με τον καιρό τις έγνεθε όπως γνέθουν το συνηθισμένο
μαλλί, σε διάφορα πάχη και έκανε τα πλεχτά της! Έτσι έπλεκε, σκούφους, κασκόλ, σάρπες,
τσάντες, ταγιέρ, ζακέτες, μαξιλάρια και ότι άλλο της έλεγε η φαντασία της».
Αυτή η δουλειά βέβαια δεν έγινε ούτε σε ένα ούτε σε δυο χρόνια. Είναι δουλειά
δεκαετηρίδων. Εν τω μεταξύ το χρώμα των μαλλιών της με το πέρασμα των χρόνων
άλλαξε. Έτσι από ξανθά έγιναν καστανά σκούρα σχεδόν μαύρα και στο τέλος πολύ ελαφρά
γκρίζα, όπως μπορείτε να παρακολουθήσετε και στα πλεκτά της βιτρίνας.
Πάντως μέχρι το τέλος της ζωή της που το μυαλό της ήταν καθάριο στα 83 χρόνια τα
μαλλιά της τα μάζευε και τα κατεργαζόταν. Ήταν πάντα άφθονα με πολύ λίγες άσπρες
τρίχες. Αυτά περίπου μου είπε η κόρη της. Τώρα όλοι σας θα διατυπώσετε μια απορία. Πως
αυτή η εργασία έφτασε σε μας;
Η Χρυσή Παπαδάκη ήταν αδελφή της μητέρας μου. Την τελευταία φορά που την
είχα συναντήσει στο σπίτι της στην Αθήνα λίγο καιρό πριν πεθάνει, κουβεντιάσαμε πολύ
και σαν να προαισθανόταν ότι το τέλος δεν ήταν μακριά μου μίλησε για το πως είχε
αποφασίσει να διαθέσει τα διάφορα προσφιλή της αντικείμενα. Βέβαια τα μοίρασε στα
παιδιά της. Τη συλλογή όμως των μαλλιών δεν μου την ανέφερε καθόλου και αυτό με
παραξένεψε γιατί ήξερα και εγώ πόσο την αγαπούσε.
Τη ρώτησα λοιπόν: «Και τα μαλλιά σας»; Θα δώσετε βέβαια σε κάθε παιδί σας και
από ένα κομμάτι! – Όχι παιδί μου μου απάντησε. Αυτά όπου πάνε θα πάνε όλα μαζί.
Ξέρω πως όταν πεθάνω τα παιδιά μου θα με θάψουν στην Αθήνα. Κι είναι σωστό.
Εμένα όμως η ψυχή μου είναι στο Ρέθυμνο. Θα θελα κάτι από μένα να μείνει για πάντα
εκεί. Ας μείνουν τα μαλλιά μου τι θάλεγες αν δώριζα εκεί την συλλογή των μαλλιών; Αλλά
που; Νομίζεις πως υπάρχει ένα μέρος που να φυλαχτούν σας σε μουσείο; Τότε αυθόρμητα
της είπα: Το Λύκειο των Ελληνίδων Ρεθύμνης θα τα φυλάξει και θα τους δώσει τη θέση που
τους αξίζει».
Δεν είπαμε τίποτε άλλο σχετικά με αυτό το θέμα. Σε μερικούς μήνες πέθανε και τα
παιδιά της εκπληρώνοντας την επιθυμία της, μας τα δώρισαν και το λύκειο σαν πιστός
θεματοφύλακας τα τοποθέτησε στις βιτρίνες του δείχνοντας ακόμη μια φορά πως ξέρει να
εκτιμά κάθε προσπάθεια και να σέβεται εκείνους που το βοηθούν ν’ ανεβάζει το κύρος του
μέσα στην κοινωνία μας.
Ας είμεθα βέβαιοι πως η ψυχή της Χρυσής Παπαδάκη φτερουγίζει σήμερα ανάμεσα
μας και χαίρεται και αυτή μαζί μας σαν μια απλή και καλή Ρεθεμνιώτσα που αν κι έζησε
μακριά από την Κρήτη τα περισσότερα της χρόνια την θυμόταν με αγάπη ως την τελευταία
της πνοή.