Άγιος Ιωάννης ο Χλιαρός

του Σταύρου Φωτάκη

Θέση

Το χωριό Άγιος Ιωάννης ο Χλιαρός, βρίσκεται στο νότιο τμήμα του Νομού Ρεθύμνου της τέως
Επαρχίας Αμαρίου και ήδη αποτελεί Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Κουρήτων. Αποτελεί ένα
από τα έντεκα (11) χωριά της Αμπαδιάς.
Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 380 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, στη βόρεια πλαγιά
ενός υψώματος με την ονομασία «Κορφή» (υψόμετρο περίπου 450 μ.). Με το Ρέθυμνο
συνδέεται με αυτοκινητόδρομο 55 χιλιομέτρων περίπου και από το Τυμπάκι και Αγία Γαλήνη
απέχει 14 χιλιόμετρα. Είναι στο κέντρο της περιοχής Αμπαδιάς της Επαρχίας Αμαρίου. Έχει
ανατολικά τον Ψηλορείτη, δυτικά το Κέντρος, βορεινά τη Σάμιτο και νοτικά τις ακτές του Λυβικού
πελάγους. Η εδαφική περιφέρεια του χωριού έχει έκταση περίπου τεσσάρων (4) τετραγωνικών
χιλιομέτρων. Συνορεύει με τις διοικητικές περιφέρειες των τ. Κοινοτήτων: προς Β. Βυζαρίου και
Φουρφουρά, προς Α. Κουρουτών, Νίθαυρης και Αποδούλου, προς Ν. Αγίας Παρασκευής και
προς Δ. Άνω Μέρους.
Οι κύριες ασχολίες των κατοίκων είναι η γεωργία και η οικόσιτη κυρίως κτηνοτροφία.
Ολόκληρη η εδαφική κτηματική περιφέρεια του χωριού είναι κατάφυτη από ελιές, κυρίως
«χοντρολιές» ή «θρούμπες», αρκετές από τις οποίες παράγουν μεγάλες ποσότητες από τις
λεγόμενες «ψαρολιές» ή «σταφιδολιές» ή όπως έχουν χαρακτηριστεί «ελιές της Αμπαδιάς».
Είναι ελαιόδενδρα που παράγουν κυρίως τέτοιες ελιές, φημισμένες για τη νοστιμάδα τους και
τρώγονται είτε ωμές είτε αλατισμένες είτε διατηρημένες στα πιθάρια με αλατόνερο. Την ποιότητα
και τη νοστιμάδα της ελιάς αυτής αποδίδει ποιητικά η παρακάτω μαντινάδα:
«Καλλιά ’χω τσι σταφιδολιές παρά τσι κολυμπάδες,
καλλιά ’χω δέκα κοπελιές παρά σαράντα γράδες».

Ονομασία

Για την ονομασία του οικισμού, Άγιος Ιωάννης Χλιαρός Αμαρίου Ρεθύμνου, η μοναδική
εκδοχή που υπάρχει είναι ότι προέρχεται από τον παλιό ναΐσκο του Αγίου Ιωάννη του
Πρόδρομου, που βρίσκεται στο κάτω μέρος του χωριού μέσα στο κοιμητήριο. Ο ναΐσκος αυτός
προηγήθηκε του οικισμού ως ξωκλήσι και μάλιστα υπήρξαν σαφείς ενδείξεις από ανασκαφές ότι
ήταν μοναστήρι με κελιά και καλόγερους. Στο εσωτερικό του ναΐσκου σώζονται ακόμη
τοιχογραφίες. Ο οικισμός του Αγίου Ιωάννη φαίνεται πολύ παλιός με πρώτες ενδείξεις από την
εποχή της Ενετοκρατίας (1210-1669). Ο Άγιος Ιωάννης Χλιαρός αναφέρεται από τον Fr. Barozzi
(Fo 27v) S.Z. (uann)e Chiliaru, στην Επαρχία Αμαρίου το έτος 1577.
Οι ενδείξεις του οικισμού Αγίου Ιωάννη Χλιαρού συνεχίζονται και στην εποχή της
Τουρκοκρατίας (1669-1898). Ο Ενετός μηχανικός Francesco Basilicate αναφέρει στην έκθεσή
του και τον οικισμό Αγίου Ιωάννη Χλιαρού το έτος 1630. Μα και σε Τουρκικό έγγραφο αναφέρεται
ο οικισμός το έτος 1724.
Για την πρόσθετη ονομασία χλιαρός», καταβλήθηκε προσπάθεια, τόσο στις δημόσιες όσο και
σε ιδιωτικές βιβλιοθήκες και σε άλλα ιστορικά αρχεία και αναζητήθηκαν γραπτές πηγές που να
δίδουν πειστική ερμηνεία για το τι σημαίνει «χλιαρός», πλην όμως δεν βρέθηκε καμιά σχετική
γραπτή πληροφορία. Πρέπει όμως να παρατήσομε τα εξής:
α. Από τον Fr. Barrozzi αναφέρεται το 1577 S.Z. (uann)e Chiliaru.
β. Από τον Καστροφύλακα αναφέρεται το 1538 S. Giovanni Chiliaru.
γ. Στη Νοταριακή Πράξη Νο 460 του 1607 που καταχωρείται κατά λέξη στη σελ. 65
αναφέρεται ως Άγιος Ιωάννης του Χλαρού (2 φορές).
δ. Στο Βραβείο του χωριού αναφέρεται το 1886 και 1921 Αγίου Ιωάννου Χλιαρού. Ως Άγιος
Ιωάννης Χλιαρός, αναφέρεται και σε πολλές άλλες γραπτές πηγές.
ε. Εκτός από τις παραπάνω γραπτές πηγές, από προφορικές μαρτυρίες προκύπτει ότι, το
χωριό έφερε και την ονομασία Άγιος Ιωάννης του Χλωρού.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο πρόσθετος χαρακτηρισμός χρησιμοποιείται κυρίως στη γενική
κτητική δηλαδή του Χλαρού (1607), του Χλιαρού, του Χλωρού και αυτό μας οδηγεί στη σκέψη
και εν γένει στο συμπέρασμα ότι του Χλαρού ή Χλιαρού είναι κτητικός προσδιορισμός. Είναι
επομένως πολύ πιθανόν το Μοναστήρι του Άη Γιάννη από το οποίο πήρε την ονομασία του
αργότερα ο οικισμός να ανήκε σε κάποιον ονόματι Χλαρόν ή Χλιαρόν ή Χλωρόν και συνεπώς
προστέθηκε στην ονομασία του μοναστηριού και το επώνυμο του κτήτορα. Βεβαίως σήμερα δεν
υφίσταται και είναι άγνωστο πότε απαλείφθηκε.

Το χωριό έχει καταπληκτική θέα με μεγάλο ορίζοντα. Τα σπίτια του χωριού είναι χτισμένα σε
συνεχή οικοδόμηση με ελεύθερους και βοηθητικούς χώρους και αυτοπροσδιορίζεται σε Πάνω
Ρούγα (γειτονιά) και Κάτω Ρούγα, με κέντρο τη Μεσοχωριά. Παλαιότερα όλα τα σπίτια ήτανε
πετρόχτιστα με κεραμοσκεπή αλλά και με ειδικό χώμα, τη λεπίδα και όλοι οι δρόμοι του χωριού
ήτανε με μικρές πέτρες, χτιστές, τα λεγόμενα «καντιρίμια» ή «καλντιρίμια», τα οποία
αντικαταστάθηκαν με υλικά σύγχρονα και έτσι δυστυχώς χάθηκε ο παραδοσιακός του
χαρακτήρας.
Τα πρώτα σπίτια του χωριού ονομάζοντο «Καβροκέλια» και κατοικούσαν σ’ αυτά όλες οι
λιγοστές οικογένειες. Τα λέγανε «Καβροκέλια» γιατί όλα τα δωμάτια επικοινωνούσαν μεταξύ
τους για να μπορούν οι κάτοικοι να συνεννοούνται συντομότερα στις επιδρομές των Τούρκων.
Δεν είχαν παράθυρα και ο φωτισμός και ο αερισμός γινόταν από οπές που είχανε ανοίξει οι
κάτοικοι στην οροφή, τον ονομαζόμενο «ανηφορά»
Λόγω της παράπλευρης θέσης του χωριού από τον κεντρικό άξονα Βοράς – Νότου και της
μεγάλης απόστασης από την πόλη του Ρεθέμνους τη «Χώρα» καθυστέρησε η σύνδεσή του με
αυτοκινητόδρομο. Ο αμαξωτός δρόμος κατασκευάστηκε το έτος 1950, ύστερα από 5μηνη
προσωπική εργασία όλων των κατοίκων του χωριού, με χειρονακτικά εργαλεία, κασμάδες,
παλάμες, αλέτρια κ.λπ. και έτσι έγινε η σύνδεση με το χωριό Νίθαυρη 3 χιλιομέτρων περίπου.
Στις 6 Αυγούστου 1950 ήρθε το πρώτο αυτοκίνητο (λεωφορείο) στο χωριό και το γεγονός
εορτάστηκε από όλους τους κατοίκους με θερμές εκδηλώσεις. Το έτος 1954 η διάνοιξη του
αμαξωτού δρόμου συνεχίστηκε και έφθασε στην Αγία Παρασκευή και αργότερα συνεχίστηκε και
έφθασε στις Μάντρες και το έτος 1960 το χωριό συνδέθηκε και με το χωριό Χορδάκι.
Οι συμφορές της Γερμανοκατοχής, οι κακές συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων αλλά και οι
οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν για τη συντήρηση των οικογενειών και τη μόρφωση
των παιδιών τους, ανάγκασαν πολλούς κατοίκους του χωριού να μεταναστεύσουν, αναζητώντας
καλύτερη τύχη. Η μετανάστευση άρχισε κυρίως από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 τόσο στο
Εξωτερικό (Γερμανία) όσο και στο Εσωτερικό κυρίως την Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκαν πολλοί
απόδημοι Αηγιαννιώτες. Διέπρεψαν σε πολλούς τομείς, δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα, αλλά
και σε σπουδές και διακρίθηκαν σε σπουδαίους Πανεπιστημιακούς επιστήμονες και
Αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Το φαινόμενο της
μετανάστευσης συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, με αποτέλεσμα οι απόδημοι Αηγιαννιώτες

να αυξηθούν αρκετά και να αισθανθούν την ανάγκη δημιουργίας Πολιτιστικού Συλλόγου, που θα
αποτελέσει το συνδετικό κρίκο των αποδήμων με το χωριό, αλλά και μεταξύ των μελών. Έτσι το
έτος 1980 ιδρύθηκε στην Αθήνα ο Σύλλογος Αηγιαννιωτών Αμαρίου, που λειτουργεί μέχρι
σήμερα με αξιόλογες δραστηριότητες. Παράλληλα το έτος 1987 ιδρύθηκε και στο χωριό
αντίστοιχος Σύλλογος Αηγιαννιωτών, πλην όμως αδρανοποιήθηκε μέχρι το έτος 2001, όπου
επαναδραστηριοποιήθηκε και μέχρι σήμερα λειτουργεί συνεργαζόμενος με αυτόν των αποδήμων
με κοινούς στόχους, για την ανύψωση του επιπέδου των απανταχού Αηγιαννιωτών.

ΛΕΖΑΝΤΕΣ
1.

Η δυτική πλευρά του Ψηλορείτη, όπως φαίνεται από τον Άη Γιάννη (2004)

2.

Η ανατολική πλευρά του Κέντρους, όπως φαίνεται από τον Άη Γιάννη (2004)

3.

Η νοτική πλευρά της Σάμιτος, όπως φαίνεται από τον Άη Γιάννη (1991)

4.

Σφραγίδες Πολιτιστικών Συλλόγων

Ονομασία

Για την ονομασία του οικισμού, Άγιος Ιωάννης Χλιαρός Αμαρίου Ρεθύμνου, η μοναδική
εκδοχή που υπάρχει είναι ότι προέρχεται από τον παλιό ναΐσκο του Αγίου Ιωάννη του
Πρόδρομου, που βρίσκεται στο κάτω μέρος του χωριού μέσα στο κοιμητήριο. Ο ναΐσκος αυτός
προηγήθηκε του οικισμού ως ξωκλήσι και μάλιστα υπήρξαν σαφείς ενδείξεις από ανασκαφές ότι
ήταν μοναστήρι με κελιά και καλόγερους. Στο εσωτερικό του ναΐσκου σώζονται ακόμη
τοιχογραφίες. Ο οικισμός του Αγίου Ιωάννη φαίνεται πολύ παλιός με πρώτες ενδείξεις από την
εποχή της Ενετοκρατίας (1210-1669). Ο Άγιος Ιωάννης Χλιαρός αναφέρεται από τον Fr. Barozzi
(Fo 27v) S.Z. (uann)e Chiliaru, στην Επαρχία Αμαρίου το έτος 1577.
Οι ενδείξεις του οικισμού Αγίου Ιωάννη Χλιαρού συνεχίζονται και στην εποχή της
Τουρκοκρατίας (1669-1898). Ο Ενετός μηχανικός Francesco Basilicate αναφέρει στην έκθεσή
του και τον οικισμό Αγίου Ιωάννη Χλιαρού το έτος 1630. Μα και σε Τουρκικό έγγραφο αναφέρεται
ο οικισμός το έτος 1724.
Για την πρόσθετη ονομασία χλιαρός», καταβλήθηκε προσπάθεια, τόσο στις δημόσιες όσο και
σε ιδιωτικές βιβλιοθήκες και σε άλλα ιστορικά αρχεία και αναζητήθηκαν γραπτές πηγές που να
δίδουν πειστική ερμηνεία για το τι σημαίνει «χλιαρός», πλην όμως δεν βρέθηκε καμιά σχετική
γραπτή πληροφορία. Πρέπει όμως να παρατήσομε τα εξής:
α. Από τον Fr. Barrozzi αναφέρεται το 1577 S.Z. (uann)e Chiliaru.
β. Από τον Καστροφύλακα αναφέρεται το 1538 S. Giovanni Chiliaru.
γ. Στη Νοταριακή Πράξη Νο 460 του 1607 που καταχωρείται κατά λέξη στη σελ. 65
αναφέρεται ως Άγιος Ιωάννης του Χλαρού (2 φορές).
δ. Στο Βραβείο του χωριού αναφέρεται το 1886 και 1921 Αγίου Ιωάννου Χλιαρού. Ως Άγιος
Ιωάννης Χλιαρός, αναφέρεται και σε πολλές άλλες γραπτές πηγές.
ε. Εκτός από τις παραπάνω γραπτές πηγές, από προφορικές μαρτυρίες προκύπτει ότι, το
χωριό έφερε και την ονομασία Άγιος Ιωάννης του Χλωρού.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο πρόσθετος χαρακτηρισμός χρησιμοποιείται κυρίως στη γενική
κτητική δηλαδή του Χλαρού (1607), του Χλιαρού, του Χλωρού και αυτό μας οδηγεί στη σκέψη
και εν γένει στο συμπέρασμα ότι του Χλαρού ή Χλιαρού είναι κτητικός προσδιορισμός. Είναι
επομένως πολύ πιθανόν το Μοναστήρι του Άη Γιάννη από το οποίο πήρε την ονομασία του
αργότερα ο οικισμός να ανήκε σε κάποιον ονόματι Χλαρόν ή Χλιαρόν ή Χλωρόν και συνεπώς
προστέθηκε στην ονομασία του μοναστηριού και το επώνυμο του κτήτορα. Βεβαίως σήμερα δεν
υφίσταται και είναι άγνωστο πότε απαλείφθηκε.

ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ

Σε όλα τα χωριά της επαρχίας Αμαρίου υπάρχουν παλαιοί ναοί και διάσπαρτα ξωκλήσια πολλά από τα
οποία είναι τοιχογραφημένα. Στην κοινοτική περιφέρεια Αγίου Ιωάννου είναι οι παρακάτω εκκλησίες:

  1. Άγιος Ιωάννης
    Στο κάτω μέρος του οικισμού και συγκεκριμένα μέσα στο χώρο του νεκροταφείου υπάρχει παλιός
    ναΐσκος του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και εορτάζεται την 29

η Αυγούστου με την πρέπουσα
μεγαλοπρέπεια. Το εκκλησάκι εκτιμάται ότι υφίσταται από την Βυζαντινή εποχή με τοιχογραφίες, οι οποίες
δεν διατηρούνται σε καλή κατάσταση. Κατά την διαμόρφωση του χώρου του νεκροταφείου βρεθήκανε
ερείπια κελιών, που φανερώνουν ότι ήτανε παλιότερα μοναστήρι. Υποστηρίζεται βάσιμα ότι από την
ονομασία του μοναστηριού πήρε και το όνομά του ο οικισμός του Αγίου Ιωάννου. Συνεπώς θα πρέπει να
ιδρύθηκε πρώτα ο ναΐσκος και κατόπιν χτίστηκαν τα σπίτια που αποτέλεσαν τον πυρήνα του οικισμού. Σε
ανασκαφές που γίνανε γύρω από τον ναΐσκο βρεθήκανε τρεις αλλεπάλληλες σειρές τάφων, παλιά
κτίσματα και πολλά πήλινα όστρακα. Είναι ενδεχόμενο εφόσον συνεχιστούν ανασκαφές να βρεθούν και
άλλοι τάφοι οι οποίοι θα ανήκουν σε πολύ παλιές εποχές. Είναι όμως πολύ δύσκολο όπως έχει
διαμορφωθεί ο περιβάλλων χώρος σήμερα. Εκτιμάται ότι το ξωκλήσι του Αγίου Ιωάννου πρέπει να
χτίστηκε γύρω στο 1285 μ.Χ. στα χρόνια του Αλεξίου Καλλέργη, σύμφωνα με τη χρονολόγηση της
εικόνας της Παναγίας που βρίσκεται σε τοιχογραφία στο ναό. Από διηγήσεις των παλιότερων κατοίκων
του χωριού έχουν μείνει στη μνήμη διάφορα περιστατικά που καταδεικνύουν την δύναμη του Αγίου
Ιωάννου τα οποία και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά.
Σύμφωνα με την τοπική προφορική παράδοση ο Άγιος Ιωάννης δεν ήθελε να μείνουν οι Τούρκοι στο
χωριό. Γι’ αυτό όταν κάποτε ένας Τούρκος φοροεισπράκτορας, που πήγαινε από το Χορδάκι στο
Βαθειανό, νυχτώθηκε στον Άγιο Ιωάννη και θέλησε να κοιμηθεί εκεί και να συνεχίσει το πρωί σαν
ξημερώσει, οι κάτοικοι του χωριού τον πληροφόρησαν ότι ο Άγιος δεν θέλει τους Τούρκους στο χωριό.
Εκείνος όμως πείσμωσε και επέμεινε να κοιμηθεί στο καφενείο του χωριού και μάλιστα κλειδωμένος για
να μην μπει μέσα ο Άγιος και τον πειράξει. Το πρωί που ξημέρωσε οι κάτοικοι του χωριού βρήκανε τον
Τούρκο σε ένα αλώνι κάποιου Γεωργίου Παραδεισανού γυμνό και μαστιγωμένο. Ο Τούρκος φοβήθηκε
έντονα και για να γλυτώσει να μην τον σκοτώσει ο Άγιος υποσχέθηκε να στείλει στο εξής ένα «κουρούπι»
λάδι για να ανάβουν το καντήλι της εκκλησίας.
Άλλη παράδοση αναφέρει άλλο ένα περιστατικό το οποίο και πάλι φανερώνει την μεγάλη
θαυματουργική δύναμη του Αγίου Ιωάννου. Κάποτε επί Τουρκοκρατίας το ξωκλήσι (μοναστήρι) είχε
ερειπωθεί. Γύρω από το μοναστήρι δεν υπήρχαν σπίτια παρά μόνο χωράφια καλλιεργήσιμα, στα οποία
ιδιοκτήτης ήταν ένας Τούρκος Αγάς. Τα χωράφια αυτά νοίκιαζε ένας Χριστιανός από τον Τούρκο ιδιοκτήτη,
με τη συμφωνία να δίδει την μισή σοδειά στο τέλος κάθε χρόνου, δηλαδή όπως λέμε σημισακά. Κάποια
χρονιά όμως ο Τούρκος Αγάς δεν έμεινε ευχαριστημένος από το μερίδιο που πήρε και υποψιάστηκε ότι ο
Χριστιανός ενοικιαστής τον έκλεβε. Γι ́ αυτό αποφάσισε να πάει μόνος του να ελέγξει τα υπάρχοντα
σιτάρια κα άλλα εισοδήματα στα αμπάρια (αποθήκες) του Χριστιανού. Ξαφνικά λοιπόν, πήγε μια μέρα
στον Άη Γιάννη και τη νύχτα αποκοιμήθηκε στο σπιτάκι του Χριστιανού. Τη νύχτα βγήκε ο Άγιος Ιωάννης
χτύπησε τον Τούρκο με το καμουτσίκι του και τον έδιωξε έξω από την περιοχή. Το πρωί ο Αγάς βρέθηκε
από τον ενοικιαστή μακριά, σε μια άκρη του κτήσματος γυμνός και ξυπόλυτος. Μόλις πλησίασε ο
Χριστιανός ο Αγάς φοβισμένος του είπε: «Άντε μωρέ τζάνουμ να μου φέρεις τα ρούχα μου και τα
παπούτσια μου και να δόσεις το μερίδιό μου από τη φετινή σοδειά στον Άγιο για να διορθωθεί το
σπίτι του. Είναι κρίμα και ντροπή να μένει έτσι χαλασμένο και ξέσκεπο».
Όπως αναφέρθηκε το μοναστήρι ήτανε ερειπωμένο και με τον τρόπο αυτό ο Άγιος επέβαλε τη θέλησή
του ώστε να ξαναχτιστεί.
Τρίτη παράδοση λέει ότι επί Τουρκοκρατίας 500 Τούρκοι από το Βαθειακό θέλησαν να περάσουν από
τον Άγιο Ιωάννη και στη συνέχεια τη γέφυρα του Μανουρά για να πάνε στο Μοναστηράκι όπου επρόκειτο
να δοθεί μάχη. Οι Αηγιαννιώτες έστειλαν τα γυναικόπαιδα σε μια σπηλιά κοντά στο Λυγιώτη ποταμό και οι
άνδρες μαζί με άλλους Κρήτες οπλισμένοι πήραν θέσεις μάχης και περίμεναν τους Τούρκους Οι Τούρκοι
μόλις φτάσανε στην είσοδο το χωριού και είδανε τους χιλιάδες οπλισμένους τρομοκρατηθήκανε και
γύρισαν πίσω. Έτσι οι Αηγιαννιώτες συμβάλλανε θετικά στη μάχη που επρόκειτο να γίνει στο
Μοναστηράκι, μα οπωσδήποτε με τη χάρη και τη βοήθεια του προστάτη Αγίου Ιωάννη.
Αναφέρεται επίσης ότι, οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού ελάμβαναν προφυλάξεις και σχεδόν όλοι
ζούσαν στα «Καβροκέλια» όπως προαναφέρθηκε για να μην καταληφθούν από τις επιδρομές των
Τούρκων. Ουδέποτε όμως οι Τούρκοι κατάφεραν να μπουν στο χωριό γιατί όταν πλησίαζαν σε απόσταση
500 περίπου μέτρων Νότια στη θέση «Κακόβολα» η δύναμη του Αγίου Ιωάννου δεν τους επέτρεπε να
μπουν και να το καταλάβουν.
Στην προστασία του χωριού και των κατοίκων συνέβαλε αποφασιστικά η πίστη των στο Θεό και τα
θαύματα των Αγίων γι’ αυτό και τηρούσαν πάντα με θρησκευτική ευλάβεια τις αργίες που εόρταζαν ο αγίοι

μας. Οι Τούρκοι όμως δεν συμφωνούσαν και δεν τηρούσαν τις αργίες αυτές γι’ αυτό κάποτε, όπως
διασώζεται, ένας Τούρκος δεν πίστευε στην αργία της ημέρας του Αγίου Δημητρίου και πήρε το ζευγάρι
του, βόδια, αλέτρι και τα άλλα σχετικά και πήγε να οργώσει -να κάνει χωράφι- στην τοποθεσία «Μαύρος
Χάρακας» δυτικά του χωριού κοντά στο χωριό Χορδάκι. Μόλις έζεψε τα βόδια και ξεκίνησε το όργωμα, τα
βόδια αγρίεψαν, φύγανε από τον έλεγχο του Τούρκου και ανεβήκανε στην πιο απόκρημνη κορυφή του
βράχου. Όταν ο Τούρκος είδε το θέαμα επίστευσε στη δύναμη του Αγίου και του Χριστιανισμού, διέδωσε
και μαθεύτηκε το θαύμα και δήλωσε πως στο μέλλον θα τηρεί με ευλάβεια την αργία του Αγίου Δημητρίου
και των άλλων αγίων του χωριού.

1.

Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννη (2005)

2.

Τέμπλο Ιερού ναού Αγίου Ιωάννου (2005)

Αφήστε μια απάντηση