Καταζητούνται

Του ΓΙΑΝΝΗ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ

«Στη Δεσποινιά ήσουνα πάλι, ε; Γι’ αυτό άργησες; Δε σου ‘χω πει, μωρέ, να μην
πηγαίνεις εκεί;» φώναζε η μητέρα, σαν γύρισα στο σπίτι, λίγο μετά το μεσημέρι. Προφανώς
μ’ έβλεπε για μια ακόμη φορά τρομαγμένο. «Ψέματα, όλα αυτά που σου λέει είναι
ψέματα», συνέχισε. «Κι εσύ κάθεσαι και την πιστεύεις και φοβάσαι». Τόλμησα να ψελλίσω
πως δεν ήμουν εκεί. Μα εκείνη βλέποντας τις καραμέλες που κρατούσα στη χούφτα,
άρχισε πάλι. Γιατί τέτοιες καραμέλες, που μύριζαν κανέλα, μόνο η Δεσποινιά είχε. «Όσα
ψέματα κατεργάζεται αυτή, δεν τα κατεργάζεται όλος ο κόσμος. Τι σου ‘πε πάλι και
φοβήθηκες; Σαν δεν ντρέπεσαι κι όπου να ‘ναι θα βγάλεις μουστάκια».
Δεν της απάντησα. Έσκυψα το κεφάλι και μπήκα στην κουζίνα να φάω. Ανόρεξα
μου, είναι η αλήθεια. Κάθε φορά που πήγαινα στο σπίτι της, γύριζα πίσω φοβισμένος. Ήταν
οι ιστορίες που μου διηγόταν. Για νεκρούς και φαντάσματα, μου ‘λεγε. Μα τούτη τη φορά
το κακό παράγινε. Η θεία-Δεσποινιά είχε αποδείξεις. Δεν έμοιαζε να λέει ψέματα. Έκλαιγε
μάλιστα καθώς τα θυμόταν. Εξάλλου, μου ‘δειξε τα δάχτυλά της.
Ήταν κολλημένα σαν μια άμορφη μάζα. Καμένα κι άκαμπτα. Μου διηγήθηκε την
ιστορία. Πως γλίτωσε απ’ το φούρνο την τελευταία στιγμή. Πως με τους πρώτους
πυροβολισμούς έπεσε κάτω και προσποιήθηκε τη νεκρή. Ήταν τυχερή που δεν την βρήκαν
οι σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος των Γερμανών. Πως η διπλανή της καθώς
ξεψυχούσε της έσφιξε το χέρι με τόση δύναμη, που ακόμα νόμιζε πως πονούσε σ’ εκείνο το
σημείο. Πως… πως… πως…
-«Καταζητούνται», μου ‘λεγε, «δεν θα τους πιάσουν; Ο Χίλτερης τ’ κανε όλα αυτά, ο
κακοθάνατος. Πήγε, όμως, όπως πραγματικά του ‘πρεπε. Μα οι άλλοι καταζητούνται. Δεν
θα τους πιάσουν; Τότε θα δεις», γύρισε και μου ‘πε αγριεμένη και με βλέμμα θολό.
Ετούτα μου διηγήθηκε η θεία, η γειτόνισσα, γεννημένη ψευταρού, όπως έλεγαν, και
μεγάλη παραμυθού. Αργότερα έμαθα. Και τρόμαξα, ξανά, γιατί όσα μου ‘χε πει τότε, ήταν
αλήθεια. Και τρόμαξα, ξανά, γιατί όσα μου ‘χε πει τότε, ήταν αλήθεια. Και τρόμαξα διπλά
σαν έμαθα πως η γυναίκα που ξεψυχούσε και της έσφιξε το χέρι ήταν η γιαγιά μου που
μαζί μ’ άλλες ρίχτηκαν στο φούρνο.
Τα χρόνια πέρασαν. Η Δεσποινιά χώθηκε σε μια γωνιά της μνήμη μου κι εκεί έμεινε
όλο αυτόν τον καιρό. Και γω μεγάλωσα και βάρυνα. Πήρα και τηλεόραση κι ώρες πολλές
περνώ μπροστά της.
Μεγάλη Δευτέρα. Παίζω το τηλεκοντρόλ νευρικά στα χέρια μου. Βαρύγδουποι
τίτλοι στην τηλεόραση. Ιδρωμένοι κάμεραμαν τραβούν πλάνα. Φωνές ανταποκριτών,
σπασμένες απ’ το φόβο. Εικόνες που τρέχουν και δεν τις πιάνει το μάτι. Που δεν τις χωράει
η συνείδηση. Ζουμάρισμα και μεγέθυνση. Τηλεοπτικές κάμερες ανάμεσα σε καπνούς.
Φωτιές που ανάβουν τον ουρανό. Ήχοι εκκωφαντικοί σαν να σκάνε δυναμιτάκια στ’ αυτιά
μου μέσα. Τούτη τη φορά δεν καπνίζουν φούρνοι και δεν καίγονται μόνο γιαγιάδες.

Γέφυρες ξεψυχούν στα νερά του Δούναβη. Χωριά και πόλεις ολόκληρες χάσκουν
τυμπανισμένες. Βόμβες φορείς μηνυμάτων γεμισμένες με θάνατο και αμερικανική
ηλιθιότητα. Άνθρωποι που πηδούν στον αέρα, σαν τα σκυλιά, για ν’ αρπάξουν ένα κομμάτι
ψωμί και μια κουβέρτα. Βδομάδα των παθών. Η αναπαράστασή τους φέτος δεν θα γίνει
στις Φιλιππίνες ή στη Μήλο. Αλλού. Και ξεκίνησε μάλιστα νωρίς. Στη Γιουγκοσλαβία και στο
Κόσοβο η Μεγάλη Παρασκευή θα κρατήσει πολύ. Χωρίς διακοπή. Εξάλλου το ξέκοψε κι ο
ίδιος ο Μπιλ: οι Βομβαρδισμοί θα συνεχιστούν και τη Μεγάλη Βδομάδα.
Ο Μπιλ;, είπα και πετάχτηκα πάνω σαν ελατήριο. Θυμήθηκα τη θεία-Δεσποινιά και
το καταζητούνται. Από τότε βέβαια ο κατάλογος μεγάλωσε και καταζητούνται πολλοί: κι ο
σοσιαλδημοκράτης Μπλερ κι ο σοσιαλιστής Σολάνα κι ο πράσινο ΥΠΕΞ της Γερμανίας κι ο
αριστερός Ντ’ Αλέμα και οι ατσαλάκωτοι στρατηγοί του ΝΑΤΟ και πάνω απ’ όλους ο Μπιλ.
Ο παγκόσμιος επιβήτορας (πρρτς!!) Μ’ ακούς θεία-Δεσποινιά; Μην ξεχάσεις να προσθέσεις
στον κατάλογο σου και τον Μπιλ! Και πρώτο-πρώτο μάλιστα. Αυτός κι αν καταζητείται.
Σηκώθηκα κι έκλεισα την τηλεόραση. Κι ύστερα πήρα στα χέρια μου μια
φωτογραφία του white house. Στο γκαζόν του κήπου του ζωγράφισα ένα στόχο μ’
ομόκεντρους κύκλους. Σαν κι αυτούς που κάθε μέρα φοράνε οι Γιουγκοσλάβοι στις
συναυλίες που γίνονται στο βομβαρδισμένο Βελιγράδι. Κι άρχισα να φαντάζομαι.
Ε ρε και να φυτευόταν ένα πυραυλάκι (cool Bill), τόσο δα, σαν τα τόμαχοκ στον
κήπο του. Να τρόμαζε τον ένοικο του και να τον έκανε να τρέχει πανικόβλητος. Το
American white donkey. Έτσι, για να μάθει το American.
Ύστερα πήρα κι έγραψα, ότι μου ‘χει πει η θεία η Δεσποινιά, με μεγάλα κόκκινα
γράμματα για να ξεχωρίζουν, στον τρούλο του Λευκού Οίκου: ΚΑΤΑΖΗΤΟΥΝΤΑΙ

ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ 15 Απριλίου 1999

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *