ΤΑ ΓΕΡΑ – Ο ΓΕΡΟΣ
Τρέχα Δεσποινιό ν’ αναίξης το παππού σου. Σήκω Μανωλιό να φέρης το μεγάλο μας σκαμνί και δίπλωσε το ράσο του πατέρα σου να το θέσεις απάνω να το σιμώσης κοντά στην παρασθιά να κάτση ο παππούς σου ο Μιχελιός να πυρώνεται. Σαν έκατσενε τόνε ξανοίγει καλά καλά το κοπέλι και του κάνει. Γιάντα δε ξυρίζεσαι και δεν κόβγεις τα μαλλιά σου παππού. Απώς τα νεγέρασα κοπέλι μου επαραίτησα και τα λούσα και μόνο πως τρώω και ζω ανωφέλευτα μα δεν … Συνέχεια