Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Το Κέντρος σιγογύρισε και λεειτσιΣαμίτου: -ντα γίνεται μωρέ βουνί’ κεια κάτω στα παιδιά μου και αγροικώ οχλοβοή κι αθίζομαι τραγούδι; Μη και γιουρούσι κάμανε μη και χαροκοπούνε; -Μουδέ γιουρούσι κάμανε μουδέ χαροκοπούνε. Ο Οττο παίρνειτσι καλούς διαλέειτσι διακόσους, να τσι χαλάσει αποσπερίς τσιείκοσιδυο τ’ Αυγούστου. – Στεσετ’ αδέλφια το χορό να σύρετε τσι δίπλες να σύρετε τσι δίπλες να φέρετε γυροβολιά να πείτε ‘να τραγούδι μα να μη ν-είναι θλιβερό μη ν-είναι μοιρολόϊ μονο τραγούδι τσι χαράς, το χάρο … Συνέχεια