Ο ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Το πρωί της 28 Οκτωβρίου του 1940 ξεκίνησα, σαν κάθε μέρα, για το σκολειό μου. Στη σάκκα μου κουβαλούσα τα βιβλία μου, με τις μαθητικές μου έγνοιες. Στο δρόμο έβλεπα  μιάν ασυνήθιστη κίνηση. Τους ανθρώπους πιο ζωηρούς, τις κινήσεις τους πιο νευρικές, τις συζητήσεις τους πιο έντονες. Παρέες – παρέες συζητούσαν χειρονομώντας. Κάπου – κάπου, ξεχώριζα καμιά λέξη: Πόλεμος, Ιταλοί, Αλβανία. Δεν συνάντησα κανένα γνωστό μου, για να μάθω τι γίνεται. Μα μόλις έφτασα στο σκολειό, έμαθα και τ’ αναπάντεχο νέο: Πόλεμος!!

Σαν μπήκαμε στην τάξη ο καθηγητής μας είπε, πως η χώρα μας δέχτηκε την άναντρη επίθεση από τους Ιταλούς φασίστες, πως ο στρατός μας τους κυνηγάει και πως τα σκολειά θα κλείσουν!

Ο ενθουσιασμός μας ήταν διπλός, απερίγραπτος! Μια, γιατί θα κλείναν τα σκολειά και μια, γιατί νικούσαμε τον εισβολέα.

Στο μεταξύ οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν, ξεσηκώνοντας τον κόσμο στο ποδάρι! Οι απληροφόρητοι άνοιγαν τρομαγμένοι τα παράθυρα, για να μάθουν τι συμβαίνει. Σε λίγο ο ενθουσιασμός τους συνέπαιρνε και ξεχύνονταν στους δρόμους. Ήταν αρκετή η διαβεβαίωση του ραδιόφωνου: «ο Ελληνικός στρατός αμύνεται του πατρίου εδάφους», για να μεταβληθεί ο τρόμος από το άκουσμα του πολέμου, σε αισιοδοξία και πεποίθηση για τη νίκη και να νοιώσει μέσα του καθένας να συγκλονίζεται, από το θριαμβικό παραλήρημά της!

Η μουσική του Δήμου τριγυρνούσε στους δρόμους, αυξάνοντας τον ενθουσιασμό με τα πατριωτικά εμβατήρια. Η πλατεία του Άγνωστου Στρατιώτη, γέμισε γρήγορα από κόσμο. Ένας γέρος με συμπαθητική εμφάνιση, μ’ άσπρα μουστάκια και μούσι, είχε φορέσει τη στολή του Έλληνα στρατιώτη και τριγυρνούσε στους δρόμους. Ανέβηκε σ’ ένα πεζούλι κι άρχισε με λόγια, γεμάτα πατριωτικό ενθουσιασμό και έξαρση, να ηλεχτρίζει τα πλήθη. (Έναν ενθουσιασμό που κράτησε μέχρι που ήρθαν οι Γερμανοί!…).

Δεν άκουγες παρά μόνο ζητωκραυγές! Ζήτω ο στρατός, Ζήτω η Ελλάδα! Και την πιο φοβερή ακόμη: Ζήτω ο πόλεμος! Λες κι ο πόλεμος είναι ένα αναπάντεχο και θείο δώρο, που ο Θεός το στέλνει στους ευνοουμένους του! Μα η κραυγή πούχε το πιότερο πάθος ήταν εκείνη, που μέχρι τη στιγμή εκείνη, δεν τολμούσε κανείς να την ξεστομίσει: «Κάτω ο φασισμός!» Κι η κατάρα τούτη είχε διπλό πάθος, διπλό στόχο. Τον ξένο φασισμό, που φοβέριζε μ’ αφανισμό όλο  τον κόσμο και τον ντόπιο φασισμό, που ταλαιπωρούσε και ταπείνωνε το λαό μας, επί τέσσερα χρόνια!

Οι στιγμές εκείνες ήταν ανεπανάληπτες. Μια καρδιά χτυπούσε στα στήθεια όλων των Ελλήνων. Δεν είχαν στο νου τους τίποτε άλλο, παρά μόνο Ελλάδα! Γι’ αυτό κι οι στιγμές εκείνες ήσαν γεμάτες μεγαλείο. Ένα μεγαλείο που συνεχίστηκε πέντε μήνες ασταμάτητα, με τις αλλεπάλληλες νίκες του στρατού μας.

Τη μεγαλύτερη όμως συγκίνηση της μέρας, δεν την ένοιωσα ούτε ακούγοντας το ραδιόφωνο, ούτε με το παλαϊκό παραλήρημα, ούτε με τη φιλαρμονική του Δήμου, μα ούτε και με τα πύρινα κι ενθουσιαστικά λόγια του δεκαρολόγου ρήτορα.

Σαν άρχισε να διαλύεται ο κόσμος, έβλεπα από τα στενά ανήσυχες μανάδες, να ερευνούν μέσα στο πλήθος για να βρουν τα παιδιά τους, που είχαν παρασυρθεί κι αυτά, από το γενικό ενθουσιασμό. Σε κάποια στιγμή βλέπω μια γυναικούλα του λαού, μια μάνα, να φωνάζει το παιδάκι  της, που το πήρε το μάτι της, ανάμεσα στο πλήθος. Και κείνο, μόλις αντιλήφθηκε, πήγε κοντά της τρέχοντας, γελώντας, πηδώντας, μ’ ακράτητο ενθουσιασμό και χαρά, φωνάζοντας της «Μαμά, Μαμά, θα νικήσουμε

Εκείνος ήταν ο ωραιότερος πατριωτικός λόγος, πούχω ακούσει μέχρι σήμερα!

ΜΑΝΩΛΗΣ Μ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΑΚΗΣ

Λογοτέχνης

Αφήστε μια απάντηση