Μια τραγική αυτοκτονία

Ω Έρωτα απολέμητε – και ολίγον αυτοσχέδιος ποιητής – Μία παράδοξος ιδιοσυγκρασία –
Πιθανώτατα ήτο ανισόροπος.
Να, επί τέλους και μία ερωτική αυτοκτονία μέσω πεζών ανθρώπων και πεζοτέρας εποχής. Μια
αυτοκτονία εις την εποχήν μας μπορεί να έχη τα ελατήρια της εις την φτώχιαν, την τραγικήν οικονομικήν
κακομοιριάν που μαστίζει τον φτωχόκοσμον αλλά εις τον έρωτα; Και όμως ο νέος έθεσε τέρμα εις τη ζωή
του, αφού οι άλλοι έθεσαν τέρμα εις τον έρωτά του, ένα έρωτα ανιδιοτελή, αλλά και ανικανοποίητον,
προς ένα θήλυ που δεν τον ήσθάνθη, που ούτε καν ενόησε το αίσθημά του, που αυτός εν τούτοις δεν
ηθέλησε να πάρη εις τον τάφον μαζί με την πονεμένην του καδιά που έπαυσε να χτυπά. Έτσι το πρωί της
π. Τρίτης, εις Άνω Μέρος Αμαρίου και εις το δώμα της οικίας του ηυτοκτόνησε ο Εμμανουήλ Β.
Α, νεαρός μόλις 25ετής πληγείς εις την κεφαλήν διά σφαίρας του μπιστολιού του. Μεταξύ των
χαρτιών του ευρέθη και ένας φάκελος προς την εκείνην του με φλογερόν γράμμα έχον έτσι.
«Αγαπημένο μου χρυσό Μ.Κ.
Έχε για, όσω και νάσαι συ η αιτία του θανάτου μου. Πολύ καλά το ήξερες ότι σε αγαπούσα και σε
αγαπώ και θα σε αγαπώ ακόμη και πεθαμένος. Εγώ ούτε σε αγίους πίστεβα ούτε σ’εκκλησία πήγαινα ούτε
ήθελα να βλέπω κανένα παρά μονάχα σένα και αφού εσύ με περιφρονούσες και δεν ήθελες να με δης έτσι
και εγώ περιφρόνησα όλον τον κόσμο και είσαι συ αιτία. Δεν με στενοχωρεί που φεύγω από τον κόσμο,
αλλά με στενοχωρεί που δεν θα σε ξαναδώ. Αλλ’έχω ελπίδες ν’ ανταμωθούμε εις τον Άδη. Θεέ μου δεν σου
ζητώ άλλη χάρι παρά να την κάνης να μ’ αγαπήση όπως την αγαπούσα.
Αγαπημένο μου χρυσό. Ένα πράγμα μόνο να σκεφθής πως χάνω εγώ τα νιάτα μου από την αγάπη που
σου είχα αν και δεν μ’ αγαπούσες εσύ».
Και το γράμμα, γραμμένον με κόκκινο μολύβι, είναι υπογραμμένον από τον αυτοκτόνον.
Και έξω στο φάκελο «Αγαπηγή μου αδελφή Μαρία, να το δώσης της Μαρίας Κ…., να δη την
αγάπη που της είχα».
Ο τραγικός αυτόχειρας είχε από καιρόν αποφασίσει να πεθάνη. Ολίγας ημέρας προ της αυτοκτονίας του
ευχήθησαν επ’ ευκαιρία ενός γάμου που εγίνετο εις το χωριό του «και στα δικά του» και απήντησε
«εμένα θα φάτε τα κόλυβά μου, όχι τα κουφέτα μου». Ευρέθησαν επίσης και μερικά δίστιχα, συνθεμένα
από τον ίδιον, με φανερήν την απόφασιν του θανάτου.
Εσβύστηκε η αγάπη μου
και χάθηκε το φως μου
κι’ ο ήλιος εσκοτίνιασε
και μαύρισε εμπρός μου.
Ο θάνατο ο άγριος
που αίματα βυζάνει
εθέρισε τη νιότη μου
με το σκληρό δρεπάνι.
Ορφανεμένε μου έρωτα
που είχες το κοντάρι
που είχες τη σαΐτα σου
και τ’ άχαρο δοξάρι.
Αλλά, παρά ταύτα, φαίνεται ότι ο ατυχής νέος , δεν είχε μόνον βληθή εξ έρωτος. Αλλά
πιθανώτατα και από… τρέλλαν. Προ μηνός ερχόμενος από το χωριό το εδώ, κομιστής, και 2,500 δρ.
αίτινες ανήκον εις χωριανόν του, διά λογαριασμόν του οποίου θα ηγόραζε διάφορα ψώνια, υπέστη, κατά
την θέσιν «Ποταμούς» επίθεσιν. Του ανηρπάγη και το χρηματικόν ποσόν. Η χωροφυλακή ετέθη εις
έρευναν της ληστείας διά την οποία εκ των ανακρίσεων, σχηματίζει την εντύπωσιν ότι δεν εγένετο αλλ

εφευρέθη, διά να ωφεληθή ο Α τας 2.500 δρ. Του ανακοινούται και εκείνος ταράσσεται.
Επιστρέφων εις το χωριό του, κατά την αυτήν θέσιν, πυροβολείται δις και τραυματίζεται κατά την
κνήμην και τον βραχίονα. Επιπολαίως, άνευ τρώσεως οστού. Ο κόσμος αρχίζει να πείθεται ότι πράγματι ο νεαρός έπεσε θύμα ληστείας. Μεταφέρεται μάλιστα εις το Νοσοκομείον όπου θεραπεύει τα τραύματά. Αλλά πάντα ταύτα απεδείχθησαν εν τέλει ψευδή, εφευρεθέντα υπ’ αυτού,
αυτοτραυματισθέντος διά να καλύψη τον νοσφισμόν των 2500 δραχμών.

ΠΗΓΗ: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 7 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1929

Αφήστε μια απάντηση