Γερακάρι


Του Στέργιου Σπανάκη και της ομάδας ΚΡΗΤΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ 

Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αμαρίου. Είναι χτισμένο στους βόρειους πρόποδες του βουνού Κέντρος, σε υψόμ. 766μ. Βρίσκεται στα νότια του Ρεθύμνου, από το οποίο απέχει 41 χμ. Σήμερα ζουν στο χωριό 365 κάτοικοι, που ασχολούνται με την παραγωγή κερασιών και βύσσινων. Στην κοινότητα του Γερακαριού ανήκει ο οικισμός Γουργούθοι.

Το Γερακάρι είναι από τα παραγωγικότερα χωριά της επαρχίας Αμαρίου. Στα οροπέδια της περιοχής Γηούς Κάμπος και Χωνής Κάμπος παράγονται το ονομαστά γερακαριανά κεράσια, βύσσινα, μήλα, αχλάδια, καρύδια, κυδώνια κλπ.

Ο Χριστ. Σταυρουλάκης ψάλλει για την κερασιά του Γερακαριού:

«Περήφανή μου κερασά με την κορμοστασιά σου

 την πράσινή σου φυλωσά, τα κόκκινα κεράσα…

 Ψηλή και λυγερόκορμη στο κορφοβούνι πέρα

 του Γερακάρι τις πλαγιές εσύ στολίζεις μόνη…»

(Κρητική Εστία, τευχ. 51, σελ.6)

Σχετικά με την προέλευση του ονόματος του χωριού υπάρχουν τρεις εκδοχές. Η πρώτη δέχεται αυτή την ονομασία επειδή στο χωριό υπήρχαν παλιά πολλά γεράκια, η δεύτερη ότι πήρε το όνομα από έναν μοναχό, που έμενε στην εκκλησία του Αι Γιάννη και λεγόταν Γερακάρης και η τρίτη ότι ονομάστηκε έτσι από τον πρώτο κάτοικο του χωριού που ήταν γερακάρης, δηλαδή έτρεφε και εμπορευόταν κυνηγετικά γεράκια με τα οποία, παλιά, γινόταν το κυνήγι της πέρδικας και του λαγού.

Αρχαιολογικά ευρήματα στις θέσεις Φάρες, Άγιος Ιωάννης και Παλαιοκκλησιά δείχνουν ότι η περιοχή κατοικούνταν κατά τη ρωμαϊκή εποχή.

Το χωριό δεν είναι γνωστό πότε εμφανίστηκε, πρέπει όμως να άκμαζε κατά βυζαντινή περίοδο, όπως μαρτυρούν οι πολλές ερειπωμένες βυζαντινές εκκλησίες που υπάρχουν στην περιοχή.

Στην ενετική περίοδο το Γερακάρι ήταν ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της περιοχής. Ο «Καστροφύλακας» το αναφέρει Gieraccari με 484 κατοίκους το 1583. Στην εκκλησία δε της Παναγίας βρέθηκε ενετική καμπάνα με χρονολογία 1618.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας κατοικήθηκε από γενίτσαρους και άλλους Τούρκους. Δεν έλειψαν όμως και οι γενναίοι πατριώτες. Για έναν απ’ αυτούς, τον Ταταρογιάννη, η λαϊκή μούσα ψάλλει:

«Το σύννεφο που πέρασε κι έπιασε το λαγκάδι

Αφουκραστήτε να σας πω για τον Ταταρογιάννη.

Τση δεκαφτά του Γεναριού του μήνυσεν ο χάρος

Έμπα χαζίρι Τάταρη, γιατί ήρθα να σε πάρω.

Άφησμε χάρε, άφησμε τούτη την εβδομάδα

να παραγγείλω των παιδιών και τση καημένης μάνας

Εσίμωσε το τέρμενο κι εσίμωσε το τέλι

απόψε θα σε πάρω γω, αν θέλεις και αν δεν θέλεις.

Κι εξεμυγίστη το χωριό και ούλη η επαρχία

Και όλοι μαζευτήκανε πάνω στην Παναγία.

Κι ερώταν ο Χασάν αγάς άραγες είν’ αλήθεια;

Απόθανεν ο Τάταρης, να περπατώ τη νύχτα;

Απόθανεν ο Τάταρης, κι εγώ δα τση παπάδες

κι ανεβοκατεβαίνανε απάνω στση παπιάδες.

Εις του Κακάλη τον οντά εστέσανε το γλέντι.

Κι ούλη η Τουρκιά μαζώχτηκε καφέδες τόνε φέρνει».

Κατά την επανάσταση του 1866 είχε στο χωριό το στρατηγείο του ο Πάνος Κορωναίος. Το 1867-68 έγιναν στην περιοχή σφοδρές μάχες που στις περισσότερες νίκησαν οι επαναστάτες.

Στην περίοδο της Γερμανικής Κατοχής οι κάτοικοι πήραν μέρος στην αντίσταση και αυτό υπήρξε η αιτία της καταστροφής του χωριού. Το Γερακάρι στις 22 Αυγούστου του 1944 κυκλώθηκε από τους Γερμανούς. Πριν όμως γίνει αυτό, ο δραγάτης Κωνσταντίνος Αντωνίου Κωκονάς τους αντιλήφθηκε και φώναξε τους χωριανούς να φύγουν. Οι Γερμανοί συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους στην πλατεία και ένα μέρος απ’ αυτούς τους οδήγησαν σ’ ένα σπίτι. Τους υπόλοιπους, αφού προηγουμένως πήραν από τα σπίτια τους ό,τι μπορούσαν, τους πήγαν στο χωριό Αποστόλους, όπου και τους άφησαν ελεύθερους. Τους διέταξαν δε να μη γυρίσουν πίσω.

Αυτούς που κράτησαν μέσα στο σπίτι, αφού τους έβγαλαν δυο δυο τους πήγαν σ’ ένα άλλο σπίτι και κει τους εκτέλεσαν. Μετά έριξαν βενζίνη, έβαλαν δυναμίτες και τους έθαψαν στα ερείπια του σπιτιού.

Ο μόνος που γλίτωσε ήταν ο Νικόλαος Τζωρτζάκης του Γεωργίου, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, ο οποίος είχε κρυφτεί στην καμινάδα, πριν συγκεντρώσουν τους μελλοθάνατους στο σπίτι του. Αυτός δε είναι ο μοναδικός μάρτυρας της εκτέλεσης.

Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού είναι γνήσιοι Κρήτες. Οι παλιότερες οικογένειες είναι οι Γενεράληδες, οι Ταταράκηδες, οι Κουτελιδάκηδες, οι Κωκονάδες, οι Δασκαλάκηδες και οι Μανιουδάκηδες.

Έξω από το χωριό στην κορυφή του βουνού Κέντρος υπάρχει η σπηλιά του Προφήτη Ηλία χωρητικότητας 3.000 ατόμων, που πήρε το όνομά της από την ομώνυμη μικρή εκκλησία που βρίσκεται μέσα εκεί. Η σπηλιά αυτή χρησίμευσε σαν καταφύγιο των κατοίκων στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και της Γερμανικής Κατοχής. Αριστερά της σπηλιάς υπάρχει μια τρύπα που λέγεται, ότι φθάνει μέχρι την Κρύα Βρύση. Επίσης, σύμφωνα με την παράδοση, κάποτε μια γουρούνα εγκυμονούσα μπήκε μέσα στη σπηλιά και βγήκε μετά από εννιά γέννες.

Ένας άλλος μύθος λέει πως στο βουνό Κέντρος υπάρχουν 101 βρύσες. Οι 100 έχουν βρεθεί. Όμως η τελευταία που το νερό της είναι αθάνατο δεν έχει βρεθεί ακόμη.

Εκτός από την εκκλησία του Προφήτη Ηλία υπάρχουν και πάρα πολλές άλλες. Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου τρίκλιτη ρυθμού βασιλικής, ο Άγιος Χαράλαμπος μονόκλιτη βυζαντινού ρυθμού, ο Άγιος Γεώργιος που κατεδαφίστηκε από τους Γερμανούς, η Αγία Παρασκευή που βρίσκεται στο νεκροταφείο και οι μεν Τούρκοι την είχαν μετατρέψει σε τζαμί, οι δε Γερμανοί την κατεδάφισαν.

Ο Άγιος Βασίλειος που επίσης κατεδαφίστηκε από τους Γερμανούς και σήμερα είναι πρόχειρα αναστηλωμένη. Ο Άγιος Ιωάννης του Φώτη τοιχογραφημένη είναι από τις πιο παλιές βυζαντινού ρυθμού. Λέγεται πως κάποτε εκεί ήταν μοναστήρι. Ο Άγιος Γεώργιος στη θέση Μερτακονέ. Όπως και η παραπάνω είναι βυζαντινού ρυθμού με τοιχογραφίες, αλλά έχει καταστραφεί. Ο Άγιος Ιωάννης που βρίσκεται στην τοποθεσία Γηούς Κάμπος . Είναι παλιά καταστράφηκε δε πριν πολλά χρόνια και ξανακτίστηκε στην τελευταία 20ετία. Ο Άγιος Αντώνιος μονόκλιτη που βρίσκεται στη θέση Περιστεραί, σήμερα είναι ερημοκλήσι. Η Κερά Παναγιά παλιά εκκλησία, ανακαινισμένη βρίσκεται στη θέση Λατσίδα και ο Σωτήρας Χριστός που είναι παλιά κατεστραμμένη, πρόσφατα δε ξανακτίστηκε.

ΒΡΑΒΕΙΟΝ 20 ΧΙΛ. ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΓΕΡΑΚΑΡΙΟΥ

Υπο του Υπουργείου Εσωτερικών ενεκρίθη η χορήγησις 20.000
δραχμών εις την Κοινότητα Γερακαρίου ως βραβείον δια την
επιδειχθείσαν υπ’ αυτής δραστηριότητα εις τον τομέα αναπτύξεως του
πρασίνου.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΒΗΜΑ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1966

ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΕΔΩ ΣΤΟ ΓΕΡΑΚΑΡΙ

Ακούστε καλά παιδιά τους πόνους και τα βάρη
τα βάσανα των χριστιανών εδώ στου Γερακάρι.
Εις τα σαράντα τέσσερα στα χίλια εννιακόσια
πως είλθανε οι Γερμανοί και μας εθανατώσαν.
Στο Κέντρος ανεβήκαμε
στο σπήλιο κατοικήσαμε με τον Προφήτη Ηλία.
Είναι μεγάλο σπήλαιο και τρεις χιλιάδες βάνει
μα πέφτουνε κι ’γερμανοί και μας εκακοφάνει.
Όλοι ετρέξαμε λοιπόν οθέ τα κάτω μέρια
με ράβδους και τουφέκια μας κι ότι μπορούν τα χέρια.
Πέφτουν οι αλεξιπτωτιστές με έφοδο μεγάλη
τους σκοτωμένους γερμανούς ποιος κάμπος θα τους βάλει.
Όλος ο κόσμος ξέρει το χωρίς να σας εμνόξω
τους εννιακόσιους τους σταυρούς εις τα Περβόλια απ’ όξω.
Τα εννιακόσια μνήματα των γερμανών επλήξαν
και τα αεροπλάνα τους σφοδρά μας εκτυπήσαν.
Κατατροπόνουν τα Χανιά τρέχουν προς την Ρεθύμνη
τους πήραμε τα όπλα τους.
Πράμα δεν ελογάριαζε τότες η αφεντιά μας
μόνο να ασφαλίσουμε γυναίκες και παιδιά μας.
Προστάτης δεν υπήρχενε οθέν εδώ κανένας
η προστασία ήτονε στου καθενός τας φρένας.
Αεροπλάνα ρίξανε αμέτρητα στην Κρήτη
το Κέντρος εκυκλώσανε και τον Οψειλορίτη.
Ερίχνανε και κανονιές πολλές εις τον αέρα
για να μας ετρομάξουνε θαρούνε με φοβέρα.
Πόλεμος τότε τρομερός σε όλη την Κρήτη εγίνει
αλλά τους ετρομάξαμε Χίτλερ και Μουσολίνη.
Ο Κρητικός από μικρός κρατάει το τουφέκι
και πάντοτε στον πόλεμο σαν παλικάρι στέκει.
Σε ένα οκταήμερο στου Γερακάρι ήλθαν
και ο Πρόεδρος κι οι χωριανοί καλώς τους εδεχτήκαν.
Λοιπόν μας επαινέσανε την περιποίησή μας
και με μεζέδες και τυριά με το γλυκό κρασί μας.
Στου Γερακάρι μια και δυό πολύ καλά περάσαν
παίρνουν πατάτες και κρασί, παίρνουν και τα κεράσα.
Βροντοφωνά ο πόλεμος στην Κρήτη γύρου – γύρου
λένε πως την πατρίδα τους δεν θα ξαναγιαγύρουν.

Τότε το μάθαμ’ όλοι μας ότι ενικηθήκαν
αλλά και την εκδίκηση οπίσω την αφήκαν.
Αφού τους ενικήσαμε και κάμαμέ τους σκρόπια
εις τους σταθμούς εκρίβονταν και κάνανε τα ψώφια.
Και μια αυγή κοιμούμεθα όλοι μας ξεγνιασμένοι
με τετρακόσους είμεθα ετότες κυκλωμένοι.
Φωνάζουν με τον Πρόεδρο όλοι στο Κάτω χώρι
ο δρόμος γέμισε λαό να τρέξει δεν ημπόρει.
Με δέκα τρία φορτηγά ετότες επλακώσαν
στάρια πατάτες όσπρια πέντε φορές φορτώσαν.
Παίρνουν τα γυδοπρόβατα και διακόσια βόδια
μας κάτσαν διπλογόνατους και τις γυναίκες χώρια.
Εκατόν είκοσι είμεθα κάθε γραμμή είχε δέκα
και πολυβόλο κάθε μια να μας επάρει ντρέτα.
Ο Κουμαντάρης πλιό ψηλά αεροτηλεφώνα
του λεν ενικηθήκαμε μέσα στρατός κανόνια.
Και μας σηκώνει τότες σας, ολόρθιοι σταθήτε
να λέτε τα ονόματα για θα ξεδιαλεκτήτε.
Είχαν τρομάρα οι Γερμανοί κανείς δεν είχε ζήσει
λέγ’ ας σκοτώσει διαλεχτούς να μας τρομοκρατήσει.
Το διάλεγμα ογρήγορα ετότες μας το κάνει
διαλέξει τριάντα εννιά και μέσα τους εβάνει.
Δυό πολυβόλα με σκοπούς στην πόρτα διατάσσει
λαλούν τα γυναικόπαιδα στο Μέρωνα να πάσει.
Ο Κωνσταντίνος Τάταρης κι ο Νίκος Αγγελάκης
εκάναν ένα σχέδιο μα λέγουν μην μας βλάψει.
Ο Τάταρης μ’ απόφαση μπρε συ Νικόλα,
να πάρομένε των σκοπών τώρα τα πολυβόλα.
Εάν το κάμομεν αυτό να φύγωμε μπορούμε
αλλά τα γυναικόπαιδα πλέον δε θα τα δούμε.
Λέγει των ο Πολύδωρος είμασταν δικασμένοι
σε μισή ώραν ένας μας ζώντας δεν απομένει.
Δυό – δυό τους βγάνανε με τέλια μπουζασμένους
σε μία ώρα τσί είχανε όλους σώσκοτωμένους.
Κι έπειτα στο υπόγειο που τους ενταφιάσαν
βεντζίνη τους ερίξανε και τους εκατακαύσαν.
Κι έπειτα μας λαλούσανε οθέν τα κάτω μέρια
λίγο ψωμί κρατούσαμε στις τσέπες και στα χέρια.
Πολύδωρε, Νικήστρατε αδέλφια αγαπημένα
απέναντι στα σπίτια σας σάς έχουνε θαμένα.
Ήτονε και με μαγαζά με γνώση και με χάρη

των Κοκονάδων ήτονε οι δύο το καμάρι.
Γιάννη Κουτελιδάκη μου τα βλέπεις τα παιδιά σου
που είναι το μνημείο τους κοντά στη γειτονιά σου.
Οι Γερμανοί σε φάγανε εκείνο το βραδάκι
Βαγγέλη Ταχυδρόμο μου κι εσύ Κουτελιδάκη.
Και συ Βαγγέλη ντανταγέ μαζί με τ’ Αντωνιό σου
Κουτελιδάκια στε κι εσείς σας σκότωσαν στανιό σου.
Κουτελιδάκη Νικολή σε πήγανε κι εσένα
στην καταδίκη την πικράν σαν κα τον κάθα ένα.
Κι ’Χειμωνάκη Κωσταντή, Μιχάλη θα δεθήτε
οι δυό αδελφοί τον θάνατο των αλλονών θα βρήτε.
Κι εσείς οι Αγγελάκηδες Φραγκιά με τον Νκόλα,
Ζήτω η Ελλάς φωνάζετε μέσα στην καρμανιόλα.
Επήραν κι εσκοτώσανε δύο Κανταουνάκια
γιατί γραμμένα τ’ βρανε πως ήσαν Κοκονάκια.
Σταύρε, Μιχάλη και Στελή τρεις αδελφοί μεράκι
πως ήσαν Γενεράληδες τσ’ εκάψαν στο Καρδάκι.
Φιντίκη Αθανάση μου εύρες τον ίδιο τρόπο.
Ο Στελιανός ο μοίραρχος του πέξαν στο κεφάλι
πως είν’ κι εκείνος Κοκονάς πριν να πάρει χαμπάρι.
Κι ο Δασκαλοχριστόδουλος με τσ’ άλλους τους πετάξαν
και ήτονε και γέροντες και έπειτα τους εκάψαν.
Αλέξανδρε καλέ γιατρέ με τα γλυκά σου κάλη
κι εσένα σε σκοτώσανε πως ήσουν Γενεράλης.
Πο τότε η μητέρα σου τα μοιρολόγια λέει
άνθρωπο δεν θέλει να ιδή καθιμερινώς να κλαίει.
Γιατί δεν εθαρεύτηκες Νικόλα Χειμωνάκη
κι εσένα σ’ εσκοτώσανε στο ίδιο σου κονάκι.
Επτά σαν και σκοτώσανε τα δυό καλά αδελφάκια
τον Ηρακλή τον Μανωλιό πως ήσαν Ξεκαλάκια.
Και τον παπά τον δάσκαλο τον πρωτοσκοτώσαν
έλα Αγγελάκη κόπια εδώ και τον αποτεφρώσαν.
Κι ο Μπολιουδάκης Παντελής επιάσθην ο καϋμένος
με τους πολλούς ευρέθηκεν και τούτος σκοτωμένος.
Και τον Αντώνη Κοκονά τον αδελφό του Μάρκο
και ένα του μικρό παιδί τσι τρεις τσ’ έριξαν κάτω.
Τ’ Αλεξανδράκη του Κωστή τον γυό τον εσκοτώσαν
με τους πολλούς τον έβαλαν και τον αποτεφρώσαν.
Τον Νικολή του Τάταρη μα και τον Κωσταντίνο
και ένα Γιώργη Τάταρη τον πήρανε και κείνο.

Με τους πολλούς τσ’ επήγανε πρωτοξαδέλφια όλα
κι εκείνους τους εφάγανε τ’ άτιμα πολυβόλα.
Κι ο Μαγογιώργης κι εκείνος εσκοτώθη
με τους πολλούς επήγαινε κι εκεί εθανατώθει.
Έπιασαν και το Μανωλιό ένα Γιαννακουδάκη
κι εσκότωσαν τους και αυτούς με ένα Στρατιδάκη.
Κι η Γιανακούλα η γριά κι αυτή την εσκοτώσαν
κι έριξαν και το σπίτι της κι οι στέγες την πλακώσαν.
Κι άλλη μια ολότυφλη του Τάταρη του Γιάννη
με γέλια την πετρόσανε δεν μας εκαλοφάνει.
Βαγγέλη Μανιουδάκη με ξύλινο ποδάρι
γιατί των εθαρεύτηκες και δεν σου κάμαν χάρι.
Γιάννη πρωτοπαλλήκαρο στα σύρματα σε βάλαν
και το πρωί οι άτιμοι απ’ έξω σ’ εβγάλαν.
Λοιπόν πώς ήσουν Τάταρης και σένα σε σκοτώσαν
τους φώναζες Ζήτω η Ελλάς όταν σε θανατώσαν.
Εις το Μοσχάτο πιάσανε τον Ταταρομανώλη
και σκοτωμένος βρέθηκε εκεί που ήσαν όλοι.
Ετούτο ’να το τέλος των όλων των σκοτωμένων
των άτυχων το κάψιμο και των τουφεκισμένων.
Είθε ο θεός σαν άγγελοι στους θρόνους του να πάτε
και σεις οι νέοι πουσθ’ εδώ να των εσυγχωράτε.
Ω ουράνιε θεέ μου και πως τους νταγιαντάς
και γιατί σαν τον Σωδύμων κι αυτούς δεν τους κτυπάς.
Κάψε τους καλέ θεέ μου και κανένα να μην θες
μας χαλάσαν πέντε βρύσες κι άλλες τόσες εκκλησιές.
Που τρεις αιώνες έκαμαν οι Τούρκοι εις την Κρήτη
βρύσες δεν εχαλάσανε ούτε εκκλησά δεν λείπει.
Μας λένε δεν θα κάτσετε πλέον εις το χωριό σας
κι ως φίλοι σας οι Γερμανοί σας λέμε το καλό σας.
Αμέτ’ αλλού να κάτσετε μ’ αντίσκηνα θα βρήτε
μα στο χωριό σας μια και δυό μπλιό δεν θα στεγασθήτε.
Οι Άγγλοι τους επήρανε εις τα Χανιά τους πήγαν
με εντροπή στον τόπο τους άοπλους τους εφήγαν.
Μεγάλη κακοριζικιά τους έπιασε στην Κρήτη
οσάν που την εβράσαμε κι εις τον Σουλτάν – Χαμίτι.
Λοιπόν δεν θέμενε που το χωριό, να μένομενε χώρια
κι ένας – ένας φεύγαμε από τα ξενοχώρια.
Με αφωσίωση πολύ εκτίζαμε γωνίες
μα πούνε αι κουβέρτες μας κι’ πούν’ αι πατανίες.

Αφήστε μια απάντηση