Η ΔΙΠΛΑΝΑΣΤΑΣΗ

Το ξεσταλιστό χτυπούνε οι καμπάνες στα χωριά χαρμόσυνα κι ούλη την ημέρα τση

Λαμπρής, ο ένας την αφίνει κι άλλος τήνε πιάνει. (Ο γραφών το χίλια ενιακόσα ‘χτώ ήτονε

στην Αμερική ως μετανάστης. Επειδή τότε δεν είχανε καμπάνα να παίζη τη Λαμπρά έφυκε

κι ήρθε ξανά στο χωριό του ξαναπήγεν όμως το χίλια εννιακόσα είκοσι πέντε δια σπουδάς).

Αργά δηγάται το Μανωλιό και λέει.

Απής εγέμισεν η εκκλησά χωριανούς, εξεκρεμάσανε τσ’ εικόνες και τσι βαστούσανε

και κρατεί ο παπάς το Βαγγέλιο κι ο Πίτροπος με τον Αναγνώστη τ’ ακόντια και τα

καταχτυπούσανε τη στράτα στράτα κι ανεβήκανε τον Αη Γιώργη την εκκλησά. Εγυρίσανε

τρις φορές γύρου γύρου στην εκκλησά κι ύστερα εκάμασι τον ασπασμό των χρισθιανώ

άντρες με άνδρες και γυναίκες με γυναίκες.

Ύστερα πάνε μερικοί παντρεμένοι και νέοι να κάμουνε το «Χριστός Ανέστη» με τσι

γυναίκες και πάει και το Νικολιό μας ως τον είδενε το Λενιό η αρραβωνιαστικιά ντου

εχώστηνε στη ράχη μιας γυναίκας. Εντρέπεντονε πρέπει να φιλήσει το Νικολή μας και τση

λέει η μπροστινή.

«Καλλιά παιδί μου να συνηθάς από δα».

Ύστερα δα εκουβαλιούσανε από κάθα σπίτι μέσα σε παστρικές πετσέτες

αυγοκούλουρα βραστά αυγά, τυρί αθότυρο, βραστό κρέας και κρασί και ξαπλώσανε τσι

πετσέτες στη σειρά πάνω στην πρασινάδα γύρου γύρου στην εκκλησά. Εκάτσανε μικροί

μεγάλοι και φάγανε κι είπιανε.

Ύστερα στελιώνουνε το χορό κι εχορεύγανε. Εφέρανε και τα τουφέκια ντωνε και

παίζανε στο σημάδι στου Κουτσού στο χωράφι μας εις το παπουράκι.

Έπαιξεν ο Ηρακλής μια μπαλουτέ κι εξεκαυκάλωσενε την πέτρα το σημάδι.

Παντοτεινούς του λέω τσι παίζει ντρέτα.

Ως εβούτιξενε ο ήλιος διαλιούνε το χορό κι αρχινούνε «τσ’ αγκαλιασμούς» από

σπίτι σε σπίτι το χωριό.

Οι κοπελλιές επήγανε στην κάτω εκκλησά κι επαίξανε την καμπάνα για να γενούνε

τα μετάξα ντωνε καλά και οφέτος.

Ιστόρημα 100% αληθινό

ΕΜΜ. ΙΩΣ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΗΣ

Χειρουργός

Τα πάντα στην Κρήτη και απού την Κρήτη τα πάντα

ΤΟ ΚΟΛΟΚΟΥΡΕΜΑ

Απ’ όσα είδανε τα μάτια μου κι ακούσανε τ’ αυτιά μου

Μεσοβδόμαδα εκάλεσεν ο συμπέθερος πληθιερούς χωριανούς ν’ ανεβούνε στα

όλη στο μιτάτο να κωλοκουρίσουνε το κουράδι ντου.

Μάννα να πάω με το Νικολιό μας να κωλοκουρίζωμενε τα οζά;

Α δε φοβάσαι τα ποδοσκοντάματα και την πείνα πήγαινε.

Ψωμί λέω θα βαστώ; θα μου βάλουνε και γάλα στο καυκί να κόψ το ψωμί στο γάλα

μέσα ν’ απολύνει να το φάω θάχουνε και το γάλα «ανεμικό» καωμένο και θάχουνε

τυρομάλαμα, όσο και ναθες να φας.

Σαν εφτάξαμεν εις το μιτάτο μαντρίζουνε πρώτας τα στείρα και τα κωλοκουρίζανε.

Όντεν τα κουρεύγανε επήδηξεν από μέσα απού τη μάντρα ένα στερόριφο και φεύγει

ακωλοκούριστο και γλακά ο βοσκός να το γυρίσει στη μάντρα να κωλοκουριστή.

Κατέτε δα πως ο Θεόφραστος αφίνει τον αέρα ντου και φεύγει όντεν κι α θέλει

μόνο να θέλει, όσες φορές κι α θέλει.

Ξανοίγει το βοσκόν απού γλακά να πιάσει το στειροριφάκι και λέει σ’ όσους

κάθουνται και κουρεύγουνε.

Πόσο βάνετε στοίχημα να παίξω μια να ρίξω το βοσκό.

Ο Ηρακλής του λέει, άντονε ρίξεις με την πρώτη θα κωλοκουρίσω και το βοσκό.

Ο Θεόφραστος όμως εκάθεντο κατάχαμα, ανασηκώνει τον ένα ντου πόδα κι

απωλέρνει μια κλανέ μα δυνατή και θωρούμενε το βοσκό και ξαπλώνεται χάμαι φαρδύς

πλατύς με τον πόρδον απούπαιξεν ο Θεόφραστος.

Η κακή ώρα τόφερε και σκόνταψε την ώρα κείνη να κι έπεσεν ο βοσκός. Ως τον

είδασι να πέφτει εξεραθήκανε να γελούν και παραιτούνε ψαλίδες, στείρα, μάντρες και

βρίσκουνε καιρό τα μαντρισμένα και ξεμαντρίζουνε.

Αργά φορτώσανε δυο χτήματα κωλοκουρίδια και τα φέρανε στο σπίτι του

συμπεθέρου κι άφης εδά όσα δώκανε των κουρευτάδω δυο και τρία μποκαρίδια μαλλιά

κωλοκουρίδια.

ΕΜΜ. ΙΩΣ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΗΣ

Χειρουργός

ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ 1972

Αφήστε μια απάντηση