29/2/68
ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Του δικηγόρου Μιχ. Παπαδάκη
Μίαν φοράν, ο Θεός έστειλε τον θάνατον, να πάρη την ψυχήν ενός πολυπαθούς
Δικηγόρου. Να θέση τέρμα εις τας φωνασκίας τέλος εις τας εξάλλους χειρονομίας παύσιν
εις τας γοεράς επικλήσεις Δικαιοσύνης και να εξαφανίση τους εκνευριστικούς θορύβους
και τας άλλας ανοησίας που μετεχειρίζετο εις όλην του την ζωήν ο μελλοθάνατος δια να
εντυπωσιάζη τους πελάτας του και το Ακροατήριον.
Ο θάνατος εξετέλεσε κατά γράμμα την εντολήν του Κυρίου και ωδήγησε τον
Δικηγόρον ενώπιον του Αγίου Πέτρου, του κλειδούχου του Χριστιανικού Παραδείσου.
Ο Άγιος Πέτρος είδεν έναν άνθρωπον πειναλέον κακοενδεδυμένον, ισχνόν,
νευρικόν, ακατάστατον, εσκέφθη ότι τούτος πρέπει να έχη περάσει ακατονόμαστα δεινά
δια βίου και, χωρίς ν’ ασχοληθή πολύ με την περίπτωσιν, του επέτρεψε να εισέλθη εις τον
Παράδεισον.
Τα μάτια του Δικηγόρου εγέμισαν από κατάπληξιν και θάμβος, όταν αντίκρυσε την
ωραιότητα του Πνευματικού Κόσμου, τον οποίον δεν είχε φαντασθή ποτέ.
Μετά την πάροδον όμως των πρώτων εντυπώσεων, ο Δικηγόρος, άρχισε να πλήττη.
Του προξενούσαν ανίαν, τα σοβαρά πρόσωπα, τα ασκητικά παραστήματα, η μονότονη ζωή
που εβασίλευεν εις τον «χλοερόν αυτόν τόπον» από τον οποίον όμως πρέπει να είναι
μικράν «πάσα οδύνη, λύπη και στεναγμός».
Και δια να διασκεδάζη έκανε συχνούς και μακρυνούς μονήρεις, περιπάτους.
Εις καιρόν που δεν ημπορεί να καθορισθή επακριβώς με τον ανθρώπινον
υπολογισμόν του χρόνου έφθασεν εις το άκρον του Παραδείσου. Πέραν από τούτο
εφαίνετο ένας άλλος Παράδεισος, ωραιότερος και μεγαλοπρεπέστερος από τον πρώτον,
γεμάτος από τα νοστιμώτερα φαγητά και τα γλυκύτερα ποτά, από σκιερά δάση και
λειμώνας εις τους οποίους, κοράσια μελανόφθαλμα με σεμνόν βλέμμα και με το χρώμα
των ωών της στρουθοκαμήλου, περιμένουν τους ευτυχείς τροφίμους του, να τους
περιποιηθούν και να τους ψυχαγωγήσουν.
Εκεί που ήτο ο Δικηγόρος είχαν φθάσει και άλλοι άσχετοι περιπατηταί. Εις μίαν
στιγμήν, εφάνη εις το χείλος του αντιπέραν Παραδείσου, ένας μεγαλοπρεπής Χότζας. Οι
περί τον Δικηγόρον έστρεψαν τα νώτα, μόλις τον είδα και απομακρύνθησαν. Έμεινε μόνον
εκείνος και ένας Άγιος μετριοπαθής και ανεξίκακος ο Άγιος Κασσιανός ο Σκύθης. Ο
Δικηγόρος εχαιρέτησε τον Χότζαν ο οποίος απήντησε δια νεύματος έσπευσεν όμως να
δηλώση ότι δεν είναι γνωστή ούτε επιτετραμμένη εις αυτόν, άλλη γλώσσα πλην τη
Αραβικής, (φανερόν ότι πρόκειται περί του Μουσουλμανικού Παραδείσου) και αν υπάρχη
πρόθεσις προς περαιτέρω συζήτησιν αύτη πρέπει να διεξαχθή Αραβιστί.
Ο Άγιος Κασσιανός, ωμολόγησεν ότι εις μόνον την μητρικήν του και την Λατινικήν
ημπορεί να διαλέγεται.
Ο Δικηγόρος εγνώριζε καλώς την Αραβικήν γλώσσαν, δεν ίσχυσεν όμως ούτε τούτο
δια να τον βγάλη από την αθλιότητα που ευρίσκετο όταν έζη, και άρχισε τον διάλογον, με
την ερώτησιν «Τι απαιτείται να κάμη δια να μεταφερθή εις τον παράδεισον που ήτο ο
συνομιλητής του». Ο Χότζας μετά σκέψιν απήντησε. Ο μάταιος Κόσμος κατακτάται δια του
πλούτου. Τούτος δε ο Υπέργειος Κόσμος κατακτάται δια των καλών πράξεων. Ο Δικηγόρος
εχαμήλωσε το βλέμμα. Ως φαίνεται δεν είχεν εις το ενεργητικόν του αγαθοεργίαν.
Ο Χότζας επανέλαβε, «Υπάρχει χάσμα μέγα μεταξύ των δύο Παραδείσων. Αρκεί
όμως η θέλησις του Θεού, ο οποίος είναι ο Μέγας και μόνος Εξουσιαστής αμφοτέρων να το
υπερπηδήση πας τις. Το κατ’ εμέ είμαι ο Χαλίφης Αβουβέκρ, εκτελώ εδώ την εργασίαν που
αλλού διεκπεραιώνει ο Άγιος Πέτρος και αν με την βοήθειαν του Παντοκράτορος,
εμφανισθής εμπρός μου θα σε δεχθώ ευχαρίστως και θα σου εξασφαλίσω θέσιν ζηλευτήν
εις τούτο το μέρος που διευθύνω. Άμα είπε ταύτα εξηφανίσθη. Και ο Δικηγόρος με τον
Άγιον Κασσιανόν, εξεκίνησαν δια να επιστρέψουν. Εις τον δρόμον, τον ηρώτησε περί της
ταυτότητός του, διότι δεν εγνωρίζοντο πριν και πρώτην φοράν συνηντώντο και ο Άγιος
απήντησεν καταλλήλως με όλα τα στοιχεία του. Ο δικηγόρος δεν είχε ακούσει άλλοτε το
όνομα Κασσιανός ούτε εκκλησίαν αφιερωμένην εις αυτό ούτε εορτήν ή πανήγυριν σχετικήν
και ηθέλησε να ιμάθη πότε εορτάζει ο Συνοδοιπόρος του. Εκείνος του απήντησε
φυσικώτατα και χωρίς να φανερώνη καμμιάν στενοχωρίαν. Την 29 ην του Φεβρουαρίου που
συναντάται μόνον κάθε τέσσερα χρόνια; Όταν το έτος είναι δίσεκτον! Ο Δικηγόρος έγινεν
έξω φρενών. «Και πως ανέχεται αυτήν την προσβολήν» του είπεν «όταν υπάρχουν εδώ
συνάδελφοί σου που εορτάζουν δύο και τρεις φοράς τον χρόνον»; Ο Άγιος Κασσιανός έως
την αρχήν ενόμισε πως έχει να κάμη με μανιακόν αλλά συν τω χρόνω επείσθη ότι όντως
είναι αδικημένος ήρχισε να παραπονείται εναντίον του Πλάστου και απεφάσισε, κατά την
συμβουλήν του Δικηγόρου, να παραλάβη αίτησιν παραπόνων την οποίαν θα του
συνέτασσεν αυτός και να την καταθέση εις το Γραφείον της Θείας Δυνάμεως.