Το Βαλκανικό μου το τσαντίρι

Του Γιάννη Γ. Ανδρουλιδάκη

Σουρούπωνε στη μικρή μας την πόλη. Στη μακρόστενη παραλιακή πλατεία λιγοστός
κόσμος. Αντιπολεμική συγκέντρωση. Από δυο φοίνικες κρεμόταν ένα πανό, γραμμένο στα
σλαβικά και τα ελληνικά. Δίπλα οι σημαίες της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας, δεμένες
κόμπο, σφιχταγκαλιασμένες. Πλακάτ με τη φωτογραφία του Κλίντον. Το χαρακτηριστικό
μουστάκι που του ‘χουν προσθέσει, τον έκανε να μοιάζει με τον Αδόλφο. Στη συγκέντρωση
οι καθιερωμένοι χαιρετισμοί, η τρεμάμενη φωνή, τα ίδια ξύλινα λόγια. Τραγούδια που ‘χα
ν’ ακούσω καιρό. Δίπλα μου ένα Σερβάκι χαμογελούσε αμήχανα στα φλας των
δημοσιογράφων. Μια μεσόκοπη συμπατριώτισσα του ξεσπούσε σε κλάματα καθώς έδειχνε
στις τηλεοπτικές κάμερες τη φωτογραφία του γιού της, που είναι φαντάρος. Σαν
σκοτείνιασε ανάψαμε άσπρα κεράκια απ’ τις σημαίες των ΗΠΑ και της Ε.Ε. που
παραδόθηκαν στις φλόγες. Και πορευτήκαμε βουβοί για να παραδώσουμε ένα ψήφισμα. Κι
ύστερα ικανοποιημένοι γιατί εκφράσαμε την αλληλεγγύη μας γυρίσαμε στα σπίτια μας.
Στην τηλεόραση είχε ήδη αρχίσει το επόμενο επεισόδιο του πολέμου.
Χωματόδρομοι χιονισμένοι. Τρακτέρ με κλαταρισμένα λάστιχα προσπαθούν να τους
διαβούν, χοροπηδώντας στις πέτρες. Στις καρότσες, που σέρνουν, το φορτίο είναι
άνθρωποι. Στοιβαγμένοι σαν τα ζώα. Τα πόδια τους χωμένα κάτω από μια μεγάλη
κουβέρτα για να ζεσταθούν. Μάνες με βυζανιάρικα στην αγκαλιά τους. Βαλκανική
προσφυγιά. Αποχαιρετισμός σε μια πατρίδα που δεν ξέρουν, αν θα ξαναδούν. Να ‘ναι καλά
η εθνική καθαρότητα που θέλει να επιβάλει ο Μιλόσεβιτς. Να ‘ναι καλά και οι
«ανθρωπιστικοί» πύραυλοι του Κλίντον που πέφτουν για να τους προστατέψουν. Από πίσω
ακολουθούν κι άλλα τρακτέρ της απόγνωσης. Των ξεριζωμένων. Στη γειτονιά μας ο αιώνας
που φεύγει μας έδωσε κι άλλες τέτοιες σκηνές. Στα πολύχρωμα Βαλκάνια των εθνοτήτων
και των μειονοτήτων.
Μάρτιος. Λίγο πριν, λίγο μετά απ’ επέτειο της επανάστασης του 21. Η Πρίστινα
παραδομένη στις φλόγες. Σειρήνες που ουρλιάζουν, σκεπές σπιτιών που ξεψυχούν. Στο
Βελιγράδι, στο Νόβισαντ, στη Μπατάνιτσα. Αλαφιασμένοι κάτοικοι τρέχουν στα
καταφύγια. Πάνω σε ράντσα θα προσπαθήσουν να ξεκουράσουν τον τρόμο τους. Οι
πύραυλοι πέφτουν βροχή και οι βόμβες. Μα εμείς απ’ τις αναπαυτικές μας πολυθρόνες
συνηθίσαμε. Μάλλον μας συνήθισαν. Κάτι το CNN, κάτι τ’ άλλα κανάλια. Έτσι ο πόλεμος
έγινε σαν ηλεκτρονικό παιχνίδι. Παρακολουθούμε να κλειδώνονται στόχοι και να
ανατινάζονται. Μάλιστα μετά απ’ αυτήν την επίθεση θα βγούμε πιο μορφωμένοι. Πλάι στα
παλιά ονόματα, όπως πύραυλοι Κρουζ και Τόμαχοκ, μάθαμε και νέα: Β52, Μινγκ, Στελθ κ.α.
Μάθαμε με ποιόν ήχο ξεκινά και με ποιόν τελειώνει ο συναγερμός. Όλα αυτά λίγο πριν,
λίγο μετά την 25 η Μαρτίου. Αναπόφευκτα ο Ρήγας έρχεται στο προσκήνιο. Ο Ρήγας και το
βαλκανικό όραμα. Το πρόβλημα των μειονοτήτων και ο σεβασμός των δικαιωμάτων τους
επανέρχονται με τον πιο δραματικό τρόπο.

Γιατί η αιτία που προκαλεί την αναταραχή στα Βαλκάνια έχει όνομα και ταυτότητα.
Λέγεται εθνικισμός και μειονότητες. Και όσο οι τελευταίες θα καταπιέζονται, τόσο θα
αναπτύσσονται εθνικιστικές και αποσχιστικές τάσεις. Γιατί στα Βαλκάνια οι μειονότητες
είναι διάσπαρτες παντού. Κι όσο αυτές δε θα έχουν στοιχειώδη δικαιώματα τόσο η περιοχή
μας θα γεννά Κόσσοβα. Και μεις θα συνεχίσουμε να καταγγέλλουμε την Αμερική και την
αδράνεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η οποία πράγματι έδειξε πόσο μικρή είναι. Η γελοιογραφία που είδα σε κάποια
εφημερίδα είναι χαρακτηριστική. Ο Κλίντον με την αλαζονεία του ισχυρού έχει αλυσοδέσει
τους νάνους ηγέτες της Ε.Ε. και τους τραβά. Κι εκείνοι ρυθμικά φωνάζουν: Yes man. Η
Ευρώπη που ενοποιείται από τη μια, αλλά που δεν αποκτά δική της φωνή απ’ την άλλη.
Γιατί η μόνη τίμια στάση θα ήταν να επιμείνει στην ειρηνική, στη διπλωματική διευθέτηση
του θέματος. Γιατί και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο. Και οι Κοσσοβάροι που ζητούν
ανθρώπινα δικαιώματα και η Γιουγκοσλαβία που δε δέχεται να χάσει το Κόσσοβο. Γιατί οι
βόμβες δε λύνουν, αλλά προσθέτουν προβλήματα κι ανάβουν φωτιές.
-«Θα κάψουνε το κόσμο, παιδί μου, οι κερατάδες», μου έλεγε προχθές στο
τηλέφωνο η μάνα μου. Η ίδια είχε την εμπειρία του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου. Κι είδε τη
δική της τη μάνα να εκτελείται, εν ψυχρώ, από τους Γερμανούς.
-«Θα κάψουνε τον κόσμο…», μου φώναξε ξανά. Το βαλκανικό μου το τσαντίρι είχε
ήδη αρπάξει. Πυκνοί καπνοί έβγαιναν από παντού. Άρχισα κι εγώ να φωνάζω: «Θα
κάψουνε τον κόσμο». Ακούει κανείς;

ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ 3-4 Απριλίου 1999

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *