Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΙΘΟΥΛΑΚΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ…


ΔΕΝ ΠΟΛΕΜΗΣΑΜΕ για αξιώματα και λεφτά. Βγήκαμε στο βουνό για να
αποτινάξουμε τα δεσμά. Εκείνο όμως που μας παρακίνησε να βγούμε στο βουνό και να
παλέψουμε με ένα παντοδύναμο εχθρό ήταν μόνο η αγάπη για τη Λευτεριά.
Με τα λόγια αυτά άρχισε τη διήγηση του ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ Γιάννης
Σπιθουλάκης από την Κοξαρέ που πριν από 47 χρόνια πήρε μέρος στη σημαντικότερη ίσως
μάχη που έγινε με τους κατακτητές στο νομό Ρεθύμνου. Ογδόντα οκτώ χρονών σήμερα ο
Γιάννης Σπιθουλάκης συνοδεύει τη διήγηση του και με ένα παράπονο. «Οι περισσότεροι
από μας που πολεμήσαμε τότε τον κατακτητή όχι μόνο δεν τιμηθήκαμε από την Πολιτεία
όπως θα έπρεπε αλλά αντίθετα τιμωρηθήκαμε για τις θυσίες και τους αγώνες. Πολλά
χρόνια περάσαμε στις φυλακές μόλις έφυγαν οι κατακτητές. Μας οδήγησε εκεί η πατρίδα
για την οποία δώσαμε τα πάντα. Σήμερα αναπολώντας εκείνες τις σκληρές μέρες και τους
αγώνες μας νιώθουμε πως όσο και αν η Πολιτεία δεν έπραξε το καθήκον της εμείς οι
αγωνιστές το πράξαμε με το παραπάνω και είμαστε υπερήφανοι για αυτό».
Μια από τις πιο ηρωικές λοιπόν μάχες των Ελασιτών κατά των Γερμανών δόθηκε
στις 2 του Μάρτη 1944 στα «Αγριμοχώραφα». Η περιοχή αυτή εκτείνεται πάνω από αλλά
και στην είσοδο του Κουρταλιώτικου φαραγγιού. Τριακόσιοι περίπου βαρειά οπλισμένοι
Γερμανοί επιτέθηκαν την ημέρα εκείνη εναντίον των Ελασιτών. Οδηγήθηκαν στο λημέρι
τους από ένα καταδότη. Αυτό λένε με σιγουριά οι αγωνιστές σήμερα καθώς αναπολούν τις
ηρωικές εκείνες στιγμές. Παρά τον αιφνιδιασμό οι ελασίτες ήταν έτοιμοι και η άμυνα που
αντέταξαν σκληρή. Ας αφήσουμε όμως τον καπετάνιο Γιάννη Σπιθουλάκη να μας μεταφέρει
στο πεδίο της ηρωικής εκείνης μάχης.
«Ήτανε 2 του Μάρτη του 1944. Είμαστε καμιά πενηνταριά αντάρτες εδώ στα
Αγριμοχώραφα κοντά στο χειμαδιό του Ηρακλή Πετρουλάκη. Διοικητής της ομάδας ήτανε
θυμάμαι ο Γιώργης Τρουλινός. Πρωί πρωί της ημέρας εκείνης μας ειδοποίησαν οι σκοποί
που είχαμε τοποθετήσει σε διάφορα σημεία, πως μια φάλαγγα Γερμανικά αυτοκίνητα
κινούνταν προς την Κοξαρέ. Πήραμε τότε τα πράγματα μας από το σπιτάκι που μέναμε και
κατευθυνθήκαμε προς την κορυφή του βουνού. Πριν φθάσουμε στην κορυφή οι Γερμανοί
άρχισαν να μας βάζουν. Ταμπουρωθήκαμε όπου μπορούσαμε και περιμέναμε να
πλησιάσουν. Όταν έφτασαν στα 1000 περίπου μέτρα από μας αρχίσαμε να τους βάζουμε
και εμείς. Οι Γερμανοί δεν το περιμένανε πως θα αντισταθούμε και αιφνιδιάστηκαν.
Θυμούμαι πως μόλις άρχισε η μάχη ο αντάρτης ο Τσίγαρος σηκώθηκε και φώναξε: «Αέρα»,
ρίχνοντας κατά των Γερμανών». Όμως ο καπετάν Σπιθουλιός θυμάται και άλλους
συναγωνιστές που πολεμούσαν κοντά του. Τον Λεμονιά, τον Αλέκο Μαθιουδάκη, τον
Γεωργακάκη, τον Δουλγεράκη και πολλούς άλλους. Κοντά μου, συνεχίζει την αφήγηση του
στα «Ρ.Ν.» ο Γιάννης Σπιθουλακής, ήταν και δύο συναγωνιστές που σκοτωθήκανε στη μάχη

εκείνη. Ο δάσκαλος ο Λίτινας από τα Πλατάνια Αμαρίου και ο Κώστας Μακρυδάκης. Και οι
δύο τραυματιστήκανε βαρειά στο κεφάλι. Εδώ θα πρέπει να προσθέσουμε εμείς ότι ο
Μιχάλης Χριστοφοράκης έγραψε αργότερα για τους δυο αυτούς αντάρτες που αναφέρει ο
Γιάννης Σπιθουλάκης, στο βιβλίο του «Εθνική Αντίσταση και Δημοκρατικοί αγώνες στην
Κρήτη», πως θα μπορούσαν να σωθούν αν υπήρχαν τα μέσα.
Και ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ συνεχίζει την αφήγηση του. «Καθένας από μας
κρατούσε 50 με 60 σφαίρες. Τα όπλα που είχαμε ήταν παλιά εκτός από δύο με τρία
καινούργια που είχαμε πάρει από τους Γερμανούς. Βλέπαμε τους Γερμανούς να
υποχωρούν και τους αξιωματικούς τους να τους διατάσσουν με τα πιστόλια να
προχωρήσουν και να ξαναεπιτεθούν. Κάνανε λοιπόν επίθεση και μόλις φθάσανε στο σπίτι
που είχαμε για λημέρι η πρώτη τους δουλειά ήταν να το κάψουν. Κείνη τη στιγμή
βρισκόμαστε πολύ κοντά τους και τους βαρέσαμε. Αν είχαμε οπλισμό δεν θα έμενε κανείς
τους ζωντανός. Οι Γερμανοί μας χτυπούσανε με πολυβόλο από δύο τρεις μεριές και μεις
πολεμούσαμε παρόλο που τα όπλα μας ήταν παλιά. Η μάχη ήταν σκληρή και κράτησε
περισσότερο από 4 ώρες. Οι κατακτητές είχαν πολύ μεγάλες απώλειες. Πάνω από 20
νεκρούς και τραυματίες όπως εξακριβώθηκε αργότερα. Για τις μεγάλες απώλειες που είχαν
οι Γερμανοί μας το βεβαίωσαν οι Ιταλοί που προσχώρησαν σε μας. Μετά από 4 ώρες
αναγκαστήκαμε να υποχωρήσουμε σιγά-σιγά επειδή τα πολεμοφόδια που είχαμε
τελείωσαν. Θυμάμαι πως ένας αντάρτης κρατούσε ένα τουφέκι που δεν έπαιρνε καθόλου
φωτιά. Φροντίσαμε τότε να μεταφερθούν οι δύο τραυματίες που είχαμε στη μάχη σε μέρος
ασφαλισμένο για να μην τους εντοπίσουν οι Γερμανοί, και υποχωρήσαμε».
Οι πιο πολλοί αντάρτες που πήραν μέρος στην ηρωική εκείνη μάχη καταγόταν όπως
μας λέει ο Γιάννης Σπιθουλάκης από την Κοξαρέ, αλλά υπήρχαν και άλλοι από διάφορες
περιοχές του νομού. Σήμερα ο καπετάν Σπιθουλάκης και οι αγωνιστές της εποχής εκείνης
θυμούνται τις ηρωικές εκείνες στιγμές με υπερηφάνεια έστω και αν η πολιτεία τους
«τιμώρησε» τα πρώτα μετακατοχικά χρόνια για τις θυσίες τους. Άλλωστε όπως και ο ίδιος ο
καπετάν Σπιθουλάκης εξακολουθεί και σήμερα να λέει: «Εμείς πολεμήσαμε για τη λευτεριά
και όχι για τιμές και δόξες»

ΣΠ. ΛΟΥΠΗΣ

ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ
2 Μαρτίου 1991

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *