Η Ι. ΜΟΝΗ ΔΙΣΚΟΥΡΙΟΥ

ΜΙΧΑΗΛ Μ

tου . Μιχ. Μ. Παπαδάκι
Ε. Δικηγόρου


α. Θ έ σ ι ς.
Απόλυτος κυρίαρχος και αυθέντης, κάθεται με τον κύριο όγκο του στη
βορειοανατολική άκρα του Νομού Ρεθύμνης, ο θρυλικός Ψηλορείτης. Ολόκληρη η δυτική
πλευρά του με τις ψηλότερες κορυφές Στολίστρα και Τίμιος Σταυρός, ανήκουν σε τούτο τον
Νομό και την επαρχία του Αμαρίου. Η βορεινή ρίζα του και μέρος από την ανατολική με το
περίφημο οροπέδιο της Νίδας και το μυθικό Ιδαίο Άντρο, υπάγονται στην επαρχία
Μυλοποτάμου του ίδιου Νομού.
Σε τούτη τη ρίζα, τη βορεινή, ανάμεσα στα χωριά Κατεργιανά και Λειβάδια, σε
ωραίο καταπράσινο πλάτωμα που έχει υψόμετρο 517 μέτρα, είναι χτισμένο Μοναστήρι. Το
Δισκούρι. Τώρα υπάγεται στη κοινότητα Λειβαδίων 1 . Παλαιότερα προ του 1917, όλη η
περιοχή, ήτο τμήμα του παλαιού Δήμου Γαράζου 2 . Το Μοναστήρι είναι αφιερωμένο στον
Άγιο Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο και τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Ο ορίζοντας νοτικά, περιορίζεται στο χωριό Λειβάδια και τις πάνω απ’ αυτό
απότομες πλευρές του Ψηλορείτη. Από τα βορεινά είναι πλατύτερος. Φαίνεται το
μεγαλύτερο μέρος του Κάτω Μυλοποτάμου με τα γραφικά χωριά του κατασπαρμένα στον
απέραντο, ένα από τους πρώτους του κόσμου, ελαιώνα, τα ξωμονάστηρα, τους δρόμους,
τη νότια και δυτική μεριά του βουνού Κουλούκονα. Πρωτήτερα από την κατάρα της
Γερμανικής κατοχής, όλο τούτο το βουνό ήταν σκεπασμένο με πυκνή φυτεία πρίνων,
αζιλάκων, αγρουλιδιών, αγριαχλαδιών και αγριοχαρουπιών. Τότε καταστράφηκεν αυτό το
ανεπανάληπτο δάσος, που στα παλιά, φιλοξενούσε τον χειμώνα όλα τ’ αγρίμια του
Ψηλορείτη 3 . Οι Γερμανοί, βοηθούμενοι, δυστυχώς και από Έλληνες, έκαμαν ασυνείδητες
ξυλεύσεις για επιτόπια επιχείρησι καρβουνοποιϊας που εκμεταλεύονταν. Ακολούθησεν
ασυδοσία στους εμπρησμούς και τα καψαλίσματα και τώρα ο άλλοτε, σχεδόν μέχρι την
1 Δυνάμει του Νόμου 1051 της 8-11-1917.
2 Δυνάμει του Δημοτικού Νόμου της Γενικής Διοικήσεως Κρήτης υπό χρονολογίαν 19 Νοεμβρίου
1888. Φύλλον εφημ. ΚΡΗΤΗ 986/1888
3 Μια από τις τρεις νύχτες Αγίας Βαρβάρας 4 Δεκεμβρίου, Αγίου Σάββα 5 Δεκεμβρίου, Αγίου
Νικολάου 6 Δεκεμβρίου, γύρω στα μεσάνυχτα, άκουαν οι μοναχοί του Δισκουρίου ένα στιγμιαίο
θόρυβο. Μέχρι να σηκωθούν ο θόρυβος είχε χαθή. Ήσαν τ’ αγρίμια (αίγαγροι) του Ψηλορείτη που
πήγαιναν να διαχειμάσουν στον γεμάτο βελάνια των πρίνων, αγριοχάρουπα, αγριοάχλαδα, χλόη και
υπήνεμα μέρη, Κουλούκωνα.

δισκουρι-1

κορυφή του δασώδης και καταπράσινος Κουλούκονας, παρουσιάζει γυμνές, ξηρές,
κρημνώδεις, θλιβερές, αποκρουστικές, γεροντικές κατωφέρειες στον θεατή.
β. Προσπέλασις
Ο παλαιός αμαξιτός δρόμος Ρεθύμνης – Ηρακλείου, στο 34 χιλιόμετρό του από
Ρεθύμνης, νοτικά έχει διακλάδωσι προς το χωριό Γαράζο.
Στη συνέχεια αυτή η διακλάδωσις και στο 42, πάλι από Ρεθύμνης χιλιόμετρό της,
έχει άλλη, στην τοποθεσία Κ ο υ ν ά λ ω. Αυτή περνά με γέφυρα τον βαθύσκιο Ζωνιανό
ποταμό και αμέσως φτάνει στη νοτική Πύλη, την κυρία είσοδο του Μοναστηριού.
γ. Παλαιότης του Μοναστηριού. Ονομασία.
Κτητορικά έγγραφα και άλλα μνημεία δεν σώζονται στο Δισκούρι. Στοιχεία για την
παλαιότητά του, μπορούμε να πάρωμεν από τα κτίσματά του. Και τη γραπτή και
προφορική παράδοσι, που είναι η επόμενη:

  1. Στο εξωκκλήσι του Τιμίου Προδρόμου, πεντακόσια μέτρα νοτιοδυτικά του κυρίως
    Μοναστηριού, σώζονται τοιχογραφίες καλής τέχνης 4 . Χαρακτηρίζονται της εποχής του 14 ου
    αιώνα 5 .
  2. Στην αναφορά του Ενετού μηχανικού των Δημοσίων έργων στο «Βασίλειο της
    Κρήτης» Francesco Basilicata προς τον Αρχιστράτηγο (Capitan Generale del Regno di
    Candia), Pietro Ginstiniano, χρονολογίας 1630, αναφέρεται το Δισκούρι (Dhiscuri). Όχι όμως
    σαν Μοναστήρι, αλλά μαζί με τα χωριά της επαρχίας Μυλοποτάμου 6 .
    3 Παλαιότερη χρονολογία στο Μοναστήρι, μέσα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου,
    σημειώνει το έτος 1830 7 .
    Από τα παραπάνω, προκύπτει πως το Δισκούρι υπήρχε στην Ενετική και την
    Τουρκική κυριαρχία της Κρήτης.
    4 Για την προγενέστερη των εποχών αυτών ζωή του Μοναστηριού, διασώζεται σ’
    αυτό και την περιφέρειά του πολύ ζωντανή παράδοσις που ανέκαθεν μεταβιβάζεται
    ομοιόμορφα από γενεά σε γενεά. Το περιεχόμενό της έχει ως εξής:
    Στη σημερινή θέσι του Δισκουριού και ειδικώτερα στο σημείο της Εκκλησίας του
    Αγίου Γεωργίου λειτουργούσε στους προ του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306-330 μ.Χ.)
    χρόνους, ναός προχριστιανικός, όπου ελατρεύοντο οι Διόσκουροι 8 . Τότε, καταστράφηκαν
    4 Gerola Monnumenti Veneti nell’ Isola di Creta. Τομ. ΙΙ σελ. 335 n 32. Gerola – Λασσιθιωτάκι,
    Τοπογραφικός κατάλογος των τοιχογραφημένων Εκκλησιών της Κρήτης, Ηράκλειο 1961, σελ. 56.
    5 Μανόλη Χατζηδάκη, Τοιχογραφίες στην Κρήτη, Κρητικά Χρονικά, Ηρακλείου, τόμ. ς΄ σελ. 86
    6 Στ. Γ. Σπανάκη, Μνημεία της Κρητικής Ιστορίας, τομ. V, σελ. 131
    7 Μ.Μ. Παπαδάκι, Εφημερίς ΒΗΜΑ Ρεθύμνης, φύλλον 7901 της 24.6.1971
    8 Ίδε: Ε. Λαμπρινάκη, Γεωγραφία της Κρήτης, Ρέθυμνα 1890, σελ. 99. Ι. Νουχάκη, Κρητική
    Χωρογραφία, Αθήναι 1903 σελ. 166. Ε. Γενεράλι. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία Παύλου
    Δρανδάκη, τόμ. Θ’ σελ. 99. Σταύρου Κελαϊδή. Ο όρκος των ζωοκλεπτών, περιοδικό Χανίων Ι.
    Παπαγρηγοράκη, Κρητική Εστία, τεύχος 64/1956 σελ. 11. Γιάννη Σταυρακάκη, Τοπωνυμικά, Κρητική

Εστία Χανίων τεύχος 161/1966 σελ. 231. Μ. Μ. Παπαδάκι, ένθ’ ανωτ. Φύλλον 9702/25/6/1971. Πάντες
οι ανωτέρω συγγραφείς δέχονται την παράδοσι για το Δισκούρι. Και ότι η ονομασία διατηρείται ακόμη
άθικτη (Διοσκούρειον, Διοσκούρι, Δισκούρι). Δισκούρειον ίσον Ναός των Διοσκούρων. Ίδε Αμίλκαν
Αλεβιζάτον εις Εγκυκλοπαιδικόν Λ. Ελευθερουδάκη, τομ. 4, σελ. 630. Δεν δέχονται την παράδοσι:
(α) Ο Γ. Φ. Δαφέρμος, Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, τομ. Β. 1939 σελ. 376, όπου αναφέρει:
«Εγράφη για να εξηγηθή το Δισκούρι ότι παρήχθη από το Διοσκούροι (Διός κούροι), μα καμιά
παράδοσι ή αρχαιότης εδώ δεν το μαρτυρεί». Τρέφω μεγάλο σεβασμό στη μνήμη του αειμνήστου
δασκάλου Γεωργίου Δαφέρμου. Και η ενθύμησίς του με συγκινεί. Αλλά δεν ημπορώ να μη διαφωνήσω
μαζί του. Διότι: Την πρώτη πληροφορία για την παράδοσι του Δισκουριού, είχα στα 1927 στο Σπήλι
από τον τότε αγρονόμο, εξαίρετο άνθρωπο και υποδειγματικό Δικαστή, Βασίλη Δαφέρμο,
πρωτεξάδελφο του δασκάλου και καταγόμενο από το κοντινό στο Μοναστήρι χωριό Αξό, όπως κι
εκείνος. Στα 1930 ο Βασίλης είχεν άδεια να πάη στο χωριό του και τον ακολούθησα. Την παράδοσι του
Δισκουριού, πως εκεί δηλαδή πρωτήτερα ήτο «Διοσκούρειον» Ναός των Διοσκούρων, την εγνώριζαν
όλοι: Παπάδες, Δάσκαλοι και οι κάπως διανοούμενοι. Ο άλλος πληθυσμός ήτο βέβαιος πως
χριστιανικό Μοναστήρι έγινε το Δισκούρι στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η παράδοσις ήτο
πολύ ζωντανή στο χωριό Γαράζο που αρκετά σταματήσαμε (οδοιπορούσαμε με ζώα), όπως και στην
Αξό που διανυκτερεύσαμε. Το πρωί πήγαμε στο Δισκούρι και μας κατατόπισε πλήρως ο ηγούμενος
Μελέτιος Βάμβουκας, για όλα τα θέματα της Μονής και για την παράδοσι. Στα Ανώγεια μου μίλησε για
την παράδοσι ο δάσκαλος και κατόπιν ιερέας Γεώργιος Ανδρεαδάκις και ο μακαρίτης δικηγόρος
Γιώργης Αθαν. Σκουλάς. Στα 1942 επισκέφτηκα εκ νέου την περιφέρεια. Και συνάντησα πάλι πολύ
έντονη την παράδοσι. Όπως και στα 1971 και 1980 που βρέθηκα εκεί. Το άλλο που είπεν ο
αείμνηστος Γ. Φ. Δαφέρμος πως «αρχαιότης εδώ δεν το μαρτυρεί» (εννοεί την παράδοσι), έχω να
παρατηρήσω ότι: Ουδέποτε έγινε στο Δισκούρι έστω και η ελάχιστη αρχαιολογική έρευνα ή και απλή
προσπάθεια για την ανεύρεσι αρχαιοτήτων ή διαπίστωσι πληροφοριών και παραδόσεων. Ύστερα από
όλα αυτά δεν ημπορώ να δεχθώ τις απόψεις του σεβαστού μου δασκάλου. Και φοβούμαι πως το
πρώτο σκέλος της πληροφορίας του πως «καμμιά παράδοσι εδώ δεν το μαρτυρεί», ελέχθη από
αυτόν, χωρίς επαρκή μελέτη επί του θέματος.
(β) Ο δεύτερος που αρνείται την παράδοσι είναι ο Καθηγητής κ. Ν ι κ ό λ α ο ς Τ ω μ α δ ά κ η ς,
στην εργασία του «Οι μεταξύ του 1713 και 1832 Επίσκοποι Αυλοποτάμου» καταχωρημένη εις τα
«Βυζαντινά και Μεταβυζαντινά», τεύχος Β΄ Αθήναι 1978, σελ. 331 υποσ. 1., όπου γράφει: «Η
ονομασία της Μονής (Δισκουρίου) ουδεμίαν σχέσιν έχει προς τους δήθεν τυχόντας εκεί λατρείας
Διοσκούρους. Είναι μεμαρτυρημένον επώνυμον Διοσκούριος εις την Κρήτην ήδη τον 16 ον αιώνα. Δύο
μαθηταί του Κολλεγίου του Αγίου Αθανασίου εν Ρώμη οι Κρήτες Βενέδικτος και Δαβίδ ήσαν
Διοσκούριοι. Πρβλ. Θωμάν Παπαδόπουλον, Κρήτες μαθηταί «Κρητ. Χρονικά» 22, 1970, σ. 240». Για
τη γνώμη αυτή του πολύτιμου φίλου μου Καθηγητή κ. Τωμαδάκη, τον οποίο πολύ εκτιμώ γιατί
αφιέρωσεν όλη την έντιμη και πνευματική ζωή του εις το να προβάλλη επιτυχώς άγνωστα εις τους
πολλούς Κρητικά θέματα, σκέπτομαι ως εξής: α) Πραγματικά, υπήρξαν δύο Ρεθύμνιοι (όχι απλώς
Κρήτες) μαθηταί του Κολλεγίου του Αγίου Αθανασίου της Ρώμης. Ο Βενέδικτος και ο Δαβίδ που
επεγράφοντο Διοσκούριοι, μεταξύ των ετών 1599-1609. Αλλά τότε, όπως προκύπτει, όχι μόνο από
την παράδοσι αλλά και από την πραγματικότητα των τοιχογραφιών της Εκκλησίας του Προδρόμου,
υφίστατο τουλάχιστο προ ενός αιώνος, η Μονή του Δισκουρίου. Και οι ανωτέρω μαθηταί δεν ήτο
δυνατόν να έδωσαν το επώνυμό των στο Μοναστήρι. Απεναντίας είναι πολύ ενδεχόμενο, οι ίδιοι να
προήρχοντο από αυτό ή την περιφέρειά του και εκείθεν η επωνυμία των. β) Είδησις ή έστω φήμη ότι
προ των ανωτέρω μαθητών υπήρξαν στην Κρήτη και άλλοι «Διοσκούριοι», δεν ευρέθη μέχρι στιγμής.
(Δεν νομίζω ότι ο Κρητικός μήνας Διόσκουρος (21 Φεβρουαρίου – 23 Μαρτίου), ημπορεί να έχη σχέσι
με την ονομασία του Μοναστηριού). Αλλά και αν υπήρχεν είδησις, αυτό καθεαυτό το γεγονός και
χωρίς ν’ αποδειχθή σύνδεσίς του με το θρύλο του Δισκουρίου, δεν ημπορεί να επηρεάση τη σχετική
παράδοσι η οποία ξεκινά από αμνημονεύτου χρόνου, μεταδίδεται συνεχώς και ομοιομόρφως από
γενεάς εις γενεάν και μέχρι των ημερών μας εν συνειδήσει αληθείας. γ) Στο Κρητικό ιδίωμα της
Ελληνικής γλώσσης τηρείται η γενική κτητική στις εκφράσεις: «Πηγαίνω στου θείου μου», «έρχομαι

πολλά τέτοια Ιερά από Χριστιανούς φανατισμένους, ακόμη κι από Αγίους 9 . Η καταστροφή
των ειδώλων επιστεύετο σαν έργο θεάρεστος. Μεταξύ των Ιερών που καταστράφηκαν τότε
ήτο και εκείνο του Δισκουρίου. Από τότε μετατράπηκεν ο χώρος σε χριστιανικό αλλά η
ονομασία του δεν άλλαξε. Παράμεινεν η παλαιά, με κάποια εξέλιξι: Διοσκούρειον,
Διοσκούρι, Δισκούρι.
5 Ο όρκος του «ξεκαθαρίσματος». Το Πάνω Μυλοπόταμο κατοικείται από
ποιμενικούς, κατά μεγάλο μέρος, πληθυσμούς. Στον τόπο ευδοκιμεί η κτηνοτροφία. Αλλά
ενδημεί και το αδίκημα της ζωοκλοπής, ως φαίνεται, από των παλαιοτάτων χρόνων. Στα
πινάκια των ποινικών Δικαστηρίων της Ρεθύμνης, ολόκληρο έτος δεν έβλεπες κλοπή.
Εθεωρείτο ατιμωτικόν αδίκημα και δεν καταδεχόταν κανείς να υποπέση σ’ αυτό. Αντίθετα
ζωοκλοπές παρουσιάζονταν πολλές. Και δεν κόβονταν παρά την αυστηρότητα των νόμων.
Ο λόγος ήταν ότι η πράξις δεν επιστεύετο ως αδίκημα απεχθές, που είναι, αλλά… άθλημα.
Όταν κανείς έχανε ζώα του, δεν πήγαινε αμέσως στο Δικαστήριο. Ούτε το ανέφερε
στην Αστυνομία. Αλλά με δικά του μέσα, φρόντιζε να μάθη αν του τα έκλεψαν και ποιος.
Όταν εξευρίσκετο ο δράστης, επακολουθούσε με μεσολάβησι κοινών φίλων προσπάθεια
συμβιβασμού που πετύχαινε σχεδόν πάντοτε. Όταν όμως ο ενοχοποιούμενος
αμφισβητούσε την ενοχή του, ο αδικηθείς τον έβαζε στο δίλημμα του όρκου του
ξεκαθαρίσματος. Δηλαδή ανέβαιναν στο Δισκούρι οι δυο τους ή και με άλλους και
παρουσία πολλές φορές και ιερέως, έμπαιναν με σεβασμό στην εκκλησία του Αγίου
Γεωργίου που, γι’ αυτό το σκοπό έμενε μέρα και νύχτα ανοιχτή και ο κατηγορούμενος
έπρεπε να θέση το δεξί του χέρι στην εικόνα του Αγίου και να ορκιστή ότι δεν φταίει. Ο
όρκος, όταν εδίδετο σύμφωνα με το έθιμο και τον τύπο που κρατούσε, είχε πλήρη
αποδεικτική δύναμι. Ο παθών δεν έπαιρνε πλέον τον κατηγορούμενο «στο λαιμό του»,
όσες άλλες κι αν είχεν ενδείξεις ενοχής του. Ο τύπος του όρκου που εδίδετο είναι
αρχαιοπρεπής. Έρχεται πανομοιότυπος από τον καιρό της ειδωλολατρίας. Είναι ο
ακόλουθος:
«Νη Ζα(ν) φάσκω σου και κάτεχέ το πως δε(ν) σου φταίω στο πράμμα σου, έργο
μου γη βουλή μου» 10 .
από του Σταματομιχελή» κ.λπ. Ποτέ δεν λέγεται «πηγαίνω στον θείο μου» ή «έρχομαι από τον
Σταματομιχελή» κ.λπ. Εάν κάποιος Δισκούρης ή Δισκούριος δημιουργούσε το ομώνυμο Μοναστήρι θα
ελέγετο «πάω στου Δισκούρη» και ποτέ «πάω στο Δισκούρι» όπως προφέρεται απαραλλάκτως τώρα.
Όπως λέγεται: «πάω στου Πρέβελη» και ποτέ «πάω στον Πρέβελη» (το όνομα του νέου κτήτορος του
Μοναστηριού, ήτο ο Ακάκιος Πρέβελης). δ) Ο τύπος του αρχαιοπρεπούς όρκου του ξεκαθαρίσματος
μεταξύ των ζωοκλεπτών (περί ου κατωτέρω) ενισχύει τη θεωρία της παραδόσεως. Τούτων ούτως
εχόντων δεν νομίζω ότι ημπορώ εν προκειμένω να συνταχθώ με τη γνώμη της ως ανωτέρω μικράς,
αλλά εκλεκτής μειοψηφίας.
9 Ίδε: Βίος και Πολιτεία του εν Αγίοις Πατρός ημών Νικολάου Αρχιεπισκόπου Μυρών της Λυκίας του
θαυματουργού, έκδοσις Μ. Σαλιβέρου εν Αθήναις σελ. 13. Μ. Μ. Παπαδάκι, Η Ι. Μ. Δισκούρι εις
Εφημερίδα Ρεθύμνης Κρητική Επιθεώρησις 19-7-1968 φ. 6773.
10 Ίδε Γιάννη Σ τ α υ ρ α κ ά κ η, Τοπωνυμικά εις περιοδ. Χανίων Κρητική Εστία τεύχος 161/1966 σελ.
231. Μ. Μ. Παπαδάκι, Εφημερίς Βήμα Ρεθύμνης, φ. 9702/25.6.1971. Σπ. Λ ί τ ι ν α Κρητικές ρίμες
σελ. 43. Τον τύπο του όρκου είπε στο γράφοντα ο ηγούμενος Μελέτιος Βάμβουκας, ο Αθανάσιος

Στην Παντοκρατορία της Αληθινής Πίστεως του Χριστού, ευλαβείς Χριστιανοί, από
παμπάλαια συνήθεια, ωρκίζονταν με την επίκληση του Διός. Νη Ζα(ν), μα τον Δία.
Όταν ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να ορκιστή, ήτο ο αναμφισβήτητος ζωοκλέπτης.
Τις λέξεις Νη Ζα(ν) δεν καταλάβαιναν βέβαια οι απλοί ποιμένες που τους έκαναν
χρήσι. Τις χαρακτήριζαν «Σολωμονική» κι αλλοίμονό του που θα την πατήση (την
απατήση). Τον περίμενε τρομακτική, ανελέητη καταστροφή κι ανεπανόρθωτη συμφορά
αυτόν και τα περισσότερο προσφιλή του πρόσωπα. Ο ηγούμενος Μελέτιος Βάμβουκας,
διηγόταν δύο περιστατικά που συνέβησαν επί παρουσία του. Ένας Ανωγειανός (έλεγε τ’
όνομά του) μπροστά στον παθόντα (επίσης έλεγε τ’ όνομά του) και τον ίδιο, τον ηγούμενο,
ωρκίστηκε ψέμματα ότι δεν έκλεψε τυρί του αντιδίκου του. Και πριν βγη ο ψεύδορκος από
την εκκλησία του Αγίου, τυφλώθηκε!
Το άλλο περιστατικό που διηγείτο ο ηγούμενος Μελέτιος Βάμβουκας είναι το
επόμενο. Ένας ζωοκλέπτης (έλεγε τ’ όνομά του) αποπειράθηκε να ψειδορκήση. Όταν
πλησίαζε το χέρι του στην Εικόνα, εκείνη έτριξε και έπεσε. Όλοι τρόμαξαν κι ο υποψήφιος
ψεύδορκος μετανόησε κι ωμολόγησε την πράξι του. Και δεν αποζημίωσε μόνο τον
παθούντα. Αλλά για να εξευμενίση τον Άγιο, έφερε στη χάρι του ένα πρόβατο.
Το αρχαιοπρεπές του όρκου συνηγορεί αναμφισβήτητα υπέρ της παραδόσεως για
το Δισκούρι. Το Νη Ζα(ν) είναι χωρίς αμφιβολία, αρχαίας κρητικής προελεύσεως.
δ) Νεώτερη Ιστορία
Όπως όλα τα Ελληνικά Μοναστήρια και ιδιαίτερα της Κρήτης ήσαν τα καταφύγια
της Πίστεως και της Πατρίδος, οι βοηθοί και οι χορηγοί πνευματικών και υλικών εφοδίων
για τους απελευθερωτικούς αγώνες εναντίον της φρικιαστικής Τουρκικής σκλαβιάς, έτσι
και το Δισκούρι. Με τα φτωχά οικονομικά του μέσα, αλλά με τη μεγάλη του πατριωτική
ψυχή, θυσίασε τα πάντα για την Ελευθερία της Κρήτης.
Το 1646 σκλάβωσαν την περιφέρεια οι Τούρκοι. Ο Ρεθεμνιώτης ιστορικός ποιητής
Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής, στον Κρητικό του Πόλεμο αναφέρει την Αξό, τ’ Ανώγεια, το
Βώσακο, αλλά σιωπά για το Δισκούρι 11 . Μικρό το είδαν οι Τούρκοι. Το πήραν για άσημο
μετόχι και δεν του έδωσαν σημασία. Το προσπέρασαν και δεν φαίνεται πουθενά, πως τότε
το κατάστρεψαν.
Μετά δώδεκα χρόνια, στα 1658, το βρίσκομε να υπάρχη σε έγγραφο του
Ιεροδικείου Ρεθύμνης που σώζεται στο Τουρκικό Αρχείο Ηρακλείου 12 .
Το 1821 καταστράφηκεν από τους Τούρκους με φωτιές. Μαυρισμένοι τοίχοι, σε
πολλά σημεία, διατηρούνται ακόμη ως τις μέρες μας.
Σκουλάς από τ’ Ανώγεια που ήτο συμβιβαστής ζωοκλεπτών και πολλοί πελάτες του. Φυσικά, όλοι δεν
εγνώριζαν τη σημασία του Νη Ζα(ν). Αλλά πίστευαν πολύ φοβερό «να πατήση» (απατήση) κανείς
αυτή τη «Σολωμονική», όπως την έλεγαν.
11 Α. Ν ε ν ε δ ά κ η. Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή. Ο Κρητικός Πόλεμος, Αθήνα 1979, σελ. 300.
12 Ν. Σ τ α υ ρ ι ν ί δ ο υ, Μεταφράσεις Τουρκικών εγγράφων του Τουρκικού Αρχείου Ηρακλείου
Κώδ. Ι σελ. 22, μεταφρ. 42. 1 ο Τόμος Ηράκλειον 1975, σελ. 27.

Τα έτη 1830 έως 1851 το ανακαίνισαν οι Ιερομόναχοι Συμεών και Μελέτιος, όπως
φανερώνει επιγραφή σε παράθυρο δυτικά και έναντι της Εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου.
Στα 1856 τα οικήματα του Δισκουρίου έπαθαν μεγάλες ζημιές από τον σεισμό, που
τότε (12-1-1856) συγκλόνισεν όλη την Κρήτη 13 .
Στη μεγάλη Επανάστασι της Κρήτης (1866-1869) το Δισκούρι ήταν σπουδαίο
επαναστατικό κέντρο. Οι αρχηγοί της επαρχίας Μυλοποτάμου, εδώ συγκέντρωναν κι
αποθήκευαν το πολεμικό υλικό και τα τρόφιμα που χρειάζονταν οι άνδρες των. Πήγε όμως
ο Κορωναίος, τα πήρεν αυθαίρετα και τα διάθεσε στους δικούς του άνδρες το 1867 14 .
Για πολύ διάστημα στην ίδια επανάστασι το Δισκούρι χρησιμοποιήθηκεν ως έδρα
της Επαναστατικής Επιτροπής Μαλεβυζίου, Τεμένους, Μεσαράς. Τραυματίες και
καταζητούμενοι, εδώ εύρισκαν άσυλο και σωτηρία.
Το έτος 1869 του έβαλαν φωτιά οι Τούρκοι και το πυρπόλησαν. Με μεγάλη
επιμέλεια και φροντίδα το επανέκτισεν ο Ηγούμενος Καλλίνικος Βάμβουκας 15 , της ίδιας
οικογενείας του σημερινού ομώνυμου του Ηγουμένου. Στην απελευθερωτική επανάστασι
της Κρήτης 1896-1897, δεν υπάρχουν στοιχεία, για τη συμμετοχή του Δισκουρίου σ’
αυτήν.
ε) Το κτιριακό συγκρότημα
Από δύο εισόδους ημπορεί ο επισκέπτης να μπη στον περίφραχτο περίβολο του
Δισκουρίου. Η μία είναι βορεινή στον κατήφορο προς την όχθη του πλησίον Ζωνιανού
ποταμού, στον οποίο φτάνει με μονοπάτι. Ξεκινά από τον παλαιό ημιονικό δρόμο που
ένωνε τα χωριά Γαράζο – Αξό – Ανώγεια και τη θέσι Κουνάλω.
Η είσοδος αυτή είναι καμαρωτή, συνέχεια μικρής στοάς και δεν έχει επιγραφή ή
άλλο σημείο. Αμέσως μετά τούτη την είσοδο, υπάρχουν σκαλοπάτια που οδηγούν στον
περίβολο. Είναι ψηλότερα.
Η άλλη είναι προς νότον και είναι η κυρία είσοδος του Μοναστηριού. Κι’ αυτή
καμαρωτή με στοά έχει στο ανώφλι της τετράγωνη πελεκόπετρα και πάνω της ανάγλυφο
Σταυρό. Στις τέσσερις αγκάλες του, τα κεφαλαία γράμματα ΙΣ,ΧΣ,ΝΙ,ΚΑ (Ιησούς Χριστός
Νικά) και χρονολογία ΑΩ΄(1890). Ο περίβολος είναι αρκετά μεγάλος και, περίπου,
τετράγωνος. Αριστερά όπως εισερχόμεθα, είναι τα κελλιά, αναστηλωμένα ώστε να μην
υπάρχουν ερείπια. Φαίνεται να ήσαν πέντε έως έξ. Το πρώτο αριστερά που ανεβαίνει ο
επισκέπτης με πετρόσκαλα, χρησιμοποιεί για κατοικία του ο σημερινός ηγούμενος
Καλλίνικος Βάμβουκας. Σε συνέχεια είναι μικρή αίθουσα υποδοχής και άλλοι βοηθητικοί
χώροι πολύ καθαροί, νοικοκυρεμένοι, ευπαρουσίαστοι. Βορεινά από τούτο το χώρο στην
ίδια γραμμή το ισόγειο, είναι το παλιό ελαιοτριβείο της Μονής, αναστηλωμένο κι αυτό

13 Ν. Σ τ α υ ρ ά κ η, Στατιστική κ.λπ. σελ. 109
14 Ιω. Μ α μ α λ ά κ η, ο Πάνος Κορωναίος κ.τ.λ. Κρητικά Χρονικά 1951 (τομ. 5) σελ. 188
15 Ι. Ν ο υ χ ά κ η, ένθ’ ανωτ. Σελ. 166

τώρα. Και ο αχυρώνας με αποθήκη. Δεξιά, ο περίβολος περιφράσσεται με ψηλό τοίχο. Στο
βόρειο μέρος του περιβόλου υπάρχει στεγασμένο παλαιό κελλί. Σε παράθυρό του προς την
απέναντι εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, διακρίνεται χάραγμα με το έτος 1851 και τα
ονόματα των Ιερομονάχων Συμεών και Μελετίου.
ς) Η Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου
Το βορειοανατολικό τμήμα του περιβόλου της Μονής καταλαμβάνει το Καθολικό
της. Η κεντρική Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Είναι μικρό μονόκλιτο κεραμοσκεπές με
δικλινή στέγη κτίσμα, μάκρους 7.70 μ. και πλάτους 5.70 μ. Το δάπεδο της Εκκλησίας είναι
τ.μ. 28,49. Η οροφή είναι κτιστή καμάρα. Οι τοίχοι κτιστοί, χονδροί, στερεοί. Και
ασβεστωμένοι με παχύ στρώμα ασβέστου. Δεν υπάρχουν τοιχογραφίες, ούτε ίχνη των.
Ο Ηγούμενος Μελέτιος Βάμβουκας διηγήθη στον γράφοντα το 1930 ότι η εκκλησία
ήτο κατάγραφος. Όμως, σύμφωνα με την παράδοσι, οι Τούρκοι την έκαψαν τρεις φορές. Το
έτος 1808, το 1821 και το 1866. Τότε καταστράφηκαν οι τοιχογραφίες ώστε να μη
διακρίνεται, σχεδόν, τίποτε απ’ αυτές.
Σε επισκευή του 1830 τα τελευταία σημεία των τοιχογραφιών εξαφανίστηκαν. Και
το έτος 1903, εξέσθη όλο το εσωτερικό των τοίχων και έγινεν ακολούθως επίχρισίς των με
πηλάσβεστο. Υπάρχει μάλιστα μέσα στην Εκκλησία επιγραφή για την τελευταία αυτή
επισκευή «ΑΝΕΚΛΙΝΙΣΘΗ Ο ΝΑΟΣ ΟΥΤΟΣ ΔΙΑ ΔΑΠΑΝΗΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΒΑΜΒΟΥΚΑ
ΜΝΗΣΘΗΤΙ ΚΥΡΙΕ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΑΔΕΛΦΩΝ ΑΥΤΟΥ».
Το Τέμπλο. Ολόκληρο το τέμπλο είναι ξύλινο. Μόνο η οριζόντια γραμμή του είναι
πέτρινη. Πιθανώς η ξύλινη αντικαταστάθηκε στα 1830. Τα διάστυλα του Δωδεκάορτου
είναι ξύλινα. Επίσης εκείνα μεταξύ των εικόνων του Τέμπλου, όλα σκαλιστά, κουφωτά
καλής σχετικώς τέχνης. Εις την κορυφή του τέμπλου, η Σταύρωσις. Δεξιά και αριστερά
εικόνες της Θεομήτορος και του Θεολόγου, ανυπόγραφες και αχρονολόγητες, αλλά
παλαιές. Το Δωδεκάορτο δεν παρουσιάζει τίποτε το άξιο λόγου.
Η εικόνα του Αγίου Γεωργίου, η θαυματουργή, που σ’ αυτήν δίδεται ο όρκος «Νη
Ζα(ν)» του ξεκαθαρίσματος, έχει μέγεθος 0,64*0,45 και είναι τοποθετημένη στο άκρο δεξιό
του τέμπλου. Παριστάνει τον Άγιο νέο με ωραία χαρακτηριστικά, έφιππο. Κάτω από το
άλογο, ο δράκοντας. Μπροστά η Κόρη. Πίσω στην καπούλα, παιδί. Στην κάτω δεξιά γωνία
της υπάρχει επιγραφή
«ΑΥΤΗ Η ΕΙΚΩΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΔΙΣΚΟΥΡΙΟΥ ΓΕΓΟΝΕΔΙ ΕΞΟΔΩΝ ΤΟΥ
ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΗΣ ΚΑΙ ΑΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ 16 ΟΥ ΤΑΙΣ
ΑΓΙΑΙΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΙΣ ΜΝΗΣΘΗΤΙ ΧΡΙΣΤΕ ΒΑΣΙΛΕΥ ΕΝ ΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΣΟΥ ΜΕΤΑ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ
ΑΔΕΛΦΩΝ ΑΥΤΟΥ ΜΑΡΤΙΟΥ… (κατεστραμμένη χρονολογία). Άλλη επιγραφή επί της ίδιας
εικόνος: «ΑΝΕΚΑΙΝΙΣΘΗ ΕΠΙ Της ΗΓΟΥΜΕΝΙΑΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ ΒΑΜΒΟΥΚΑ ΙΕΡΟΜ. 1920».
Υπεράνω της εικόνος του Αγίου Γεωργίου στο πέτρινο τέμπλο αναγράφεται η χρονολογία
1830, (πιθανώς της τοποθετήσεώς του). Η διπλανή εικόνα του Χριστού, στο άνω μέρος της
έχει δεξιά και αριστερά τα γράμματα ΙΣ.ΧΣ. και χρονολογία: 1924.
16 Καλλινίκου Νικολετάκι

Η εικόνα της Παναγίας μέγεθος 0,42*0,64 είναι παλαιά ανυπόγραφη και
αχρονολόγητη. Υπεράνω της εικόνας της Παναγίας σώζεται επιγραφή:
«ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΠΡΟΣΔΕΞΑΙ ΤΑΣ ΔΕΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΟΥΛΩΝ
ΣΟΥ ΤΩΝ ΕΛΕΟΥΝΤΩΝ ΚΑΙ ΒΟΗΘΟΥΝΤΩΝ Εις ΤΗΝ
ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΙΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΑΥΤΗΣ».
Εις ΤΑ Βημόθυρα, εικόνες των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, παλαιές,
ανυπόγραφες, αχρονολόγητες.
Έξω από τη μόνη δυτική είσοδο της εκκλησίας, σε σχήμα ΙΙ εσώζοντο τάφοι τους
οποίους είδα στα 1930 και έβλεπα μέχρι του 1971. Κατά τις πληροφορίες που έλαβα από
τον ηγούμενο Μελέτιο Βάμβουκα και τις άλλες που έμαθα αργότερα, σ’ αυτούς είχαν ταφή
οι Επίσκοποι Παρθένιος (Αυλοποτάμου) και Μελέτιος, αγνώστου Επισκοπής και χρόνων.
Και οι οπλαρχηγοί Παύλος Ντεντιδάκις αρχηγός των επαρχιών Μαλεβυζίου και Τεμένους
που διηύθυνε τη μάχη του Καμαριώτη στις 16/1/1867 ετραυματίσθη στο μηρό από εχθρική
σφαίρα, μεταφέρθηκε στον Ψηλορείτη ύστερα στην Κράνα όπου πέθανε 17 . Και
Κωνσταντίνος Τσάκωνας που εφονεύθη σε μάχη κοντά στο Φόδελε τον ίδιο χρόνο. Οι τάφοι
δεν είχαν πάνω τους κανενός είδους γραφή, ούτε αριθμό. Ούτε σε άλλο σημείο κοντινό ή
μακρινό απ’ αυτούς, υπήρχε ένδειξις επεξηγηματική. Οι τάφοι εσώζοντο και στα 1971.
Ήσαν κτιστοί ψηλότεροι από παρακείμενο έδαφος κατά 0,60 του μ. Τώρα, δυστυχώς,
κατεδαφίστηκαν. Ισοπεδώθηκαν και σκεπάστηκαν με τσιμέντο 18 .
ζ) Σκευοφυλάκιο
Ο Ηγούμενος Μελέτιος Βάμβουκας στο 1930, με ωδήγησε στο Σκευοφυλάκιο της
Μονής και μου επέδειξεν: 1) Αργυρόδετο Ευαγγέλιο με επιγραφή: «Επί Ηγουμενίας
Μελετίου Βάμβουκα Μονής Δισκουρίου 1917». 2) Χειρόγραφο «Νομοκάνονον»
καλλιγραφημένο. Στη σελίδα 334 αναφέρεται: «Τω συντελεστή των καλών Θεώ χάρις. Χειρ
του ευτελούς Γεωργίου Γουνάλε ΑΨ.Δ ίσον 1794. 3) «Αγιασματάριον χειρόγραφον
εξορκισμών δια χειμαζομένους υπό πνευμάτων ακαθάρτων και διαφόρων ευχών επί
παντοίων ασθενειών, με επιγραφή: «Πέλει το παρόν του ταπεινού Ιωάννου Ιερέως ΑΩΒ
Ιουνίου ΙΒ» ίσον 1802 Ιουνίου 12. 4) «Κυριακοδρόμιον» έντυπον «Νικηφόρου του πρώην
Αστραχανίου και Σταυρουπόλεως τυπωθέν εν Μόσχα εν έτει 1796». Ήσαν ακόμη στο
Σκευοφυλάκιο Ιερά άμφια και εκκλησιαστικά σκεύη όπως ένα αργυρούν Δισκοπότηρο,
πέντε κηροπήγια, τρία μικρά και δύο μεγάλα, μια αργυρά κανδήλα με τέσσερα μικρά
εξαρτήματα (πολυκάνδηλον) κ.α.
η) Το Εξωκκλήσιο του Τιμίου Προδρόμου

17 Κ α τ ί ν α ς Τ σ α τ σ α ρ ω ν ά κ η, Μία έκθεσις ωμοτήτων του 1886 εις «Κρητικά Χρονικά», τόμ.
8 ος , σελ. 14
18 Ο Καθηγητής κ. Ν. Τ ω μ α δ ά κ η ς κατακρίνει την κάλυψι των τάφω στη σελ. 352 της ανωτέρω
μνημονευθείσης εργασίας του.

Πεντακόσια, περίπου, μέτρα νοτιοδυτικά του κτιριακού συγκροτήματος του
Μοναστηριού, στην κορυφή χαμηλού λόφου είναι χτισμένο το Εξωκκλήσι. Κατάγραφο από
καλής ποιότητος τοιχογραφίες, επεσκευάσθη στα 1903 αλλά ο νοτικός τοίχος του είναι
ετοιμόρροπος, ξεχωρισμένος με πλατειά ρωγμή από το άλλο κτίριο της Εκκλησίας (1971).
Στο ανακουφιστικό τόξο της οροφής μόλις διακρίνονται οι Άγιοι Ευνικιανός και
Αγαθόπους (εκ των δέκα Μαρτύρων της Κρήτης). Συμπεραίνει κανείς ότι οι άλλοι άγιοι του
τόξου είναι οι υπόλοιποι οκτώ. Αλλά δεν διακρίνονται παρά μόνο χρώματα. Στο Βόρειο
τοίχο της Εκκλησίας η τοιχογραφία παρουσιάζει τους στρατιωτικούς Αγίους, Δημήτριο,
Γεώργιο και Θεόδωρο το Στρατηλάτη, έφιππους. Στη συνέχεια του ίδιου τοίχου ο Ιησούς,
που έχει στην μια μεριά και στην άλλη τη Θεομήτορα και τον Άγιο Ιωάννη. Εις το ψηλότερο
διάζωμα του ίδιου τοίχου παρίσταται το Γενέσιο της Θεοτόκου και η Σταύρωσις. Στο δυτικό
τοίχο δίπλα στην είσοδο, μεγαλοπρεπής ο Αρχάγγελος Μιχαήλ σε μέγεθος μεγαλύτερο του
φυσικού.
Η πρώτη τοιχογραφία από δυσμών του νοτικού τοίχου παρουσιάζει τους κτήτορες,
άνδρα και γυναίκα. Ο Gerola (Monnumenti Veneti nell’ isola di Creta τομ. ΙΙ, σελ. 335 σημ.
32) γράφει τα επόμενα για τούτη την τοιχογραφία: «Στο νοτικό τοίχο είναι ζωγραφισμένοι
οι δύο δωρητές με τα χέρια ενωμένα σε σταυρό πάνω στο στήθος. Η κυρία με ξεσκέπαστο
κεφάλι, έχει το λευκό φόρεμα στολισμένο με κεντήματα και μαύρα κουμπάκια. Ο άλλος,
νέος ακόμη με μακρυά κιτρινοκόκκινα μαλλιά φορεί κοκκινωπό ένδυμα φοδραρισμένο με
λευκό που κατεβαίνει ως τα γόνατά του, αλλά λευκή ζώνη και μαύρα υποδήματα». Στη
συνέχεια είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος με ειλητάριο. Διακρίνονταν καθαρά οι λέξεις:
«Μετανοείτε ήγγικε γαρ». Παρακείμενες και υπερκείμενες τοιχογραφίες του Νότιου τοίχου
είναι καταστρεμμένες από τα άλατα και την υγρασία και δεν διακρίνονται.
Στην αψίδα του Ιερού Βήματος, ο Παντοκράτωρ σε υπερφυσικό μέγεθος μέχρι της
οσφύος. Δεξιά η Θεοτόκος. Αριστερά ο Άγιος Ιωάννης. Μπρος στην Ιερά Πρόθεση ο Άγιος
Στέφανος και άλλοι άγιοι δυσδιάκριτοι. Αριστερά, ψηλά στο θόλο του Ι. Βήματος, η
Ανάληψις. Δεξιά κάτω οι Ιεράρχαι Ιερόθεος, Σπυρίδων και Βασίλειος. Υπεράνω των
Ιεραρχών η Αποκαθήλωσις.
Το τέμπλο της εκκλησίας είναι εντελώς πρόχειρο. Σ’ αυτό είναι δύο εικόνες. Μια του
Χριστού της Θεομήτορος του Αγίου Γεωργίου 1855. Αγιογράφος ο Βεβελάκις. Η άλλη του
Προδρόμου, 1851.
θ) Κανονική κατάστασις της Μονής. Πληθυσμός.
Η Μονή είναι ανέκαθεν ενοριακή. Με αναγκαστικό Νόμο χρονολογίας 24
Οκτωβρίου 1935, προσαρτήθηκε στη Μονή Χαλέπας (Μυλοποτάμου). Ηγουμενεύει και σ’
αυτήν ο σημερινός ηγούμενος Δισκουρίου Καλλίνικος Βάμβουκας.
Πάντοτε το Δισκούρι ήταν μικρό, στον πληθυσμό του, Μοναστήρι. Προ του 1881 δεν
συνάντησα πουθενά σημείωσι του αριθμού των κατοίκων του. Στην απογραφή τούτου του
έτους, βρέθηκαν άτομα έντεκα εκ των οποίων τρεις μοναχοί, επτά λαϊκοί και μία γυναίκα 19
19 Ν. Σ τ α υ ρ ά κ η. Στατιστική του πληθυσμού της Κρήτης, Αθήνησι 1890, πίναξ 4 σελίς 38, Μέρος
Δεύτερον.

. Στα 1900 απογράφτηκαν δώδεκα. Στο 1920, πέντε. Στα 1928, ουδείς. Στα 1951 υπήρχαν
επτά. Στα 1961 και στα 1971 δεν φάνηκε κανείς 20 . Και σήμερα (1980-1981), μονάζει στο
Δισκούρι μόνον ο ηγούμενος Καλλίνικος Βάμβουκας. Σταυροπηγιακή αξία δεν απόκτησε
ποτέ το Δισκούρι 21 . Σ’ όλη του τη ζωή, ήταν ενοριακό υπαγόμενο πρώτα στην Επισκοπή
Αυλοποτάμου 22 κι αργότερα στην Επισκοπή Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου 23 .
ι) Παλαιοί Ηγούμενοι
Προ της Επαναστάσεως του 1821, η Μοναστηριακή μνήμη κάνει εύφημη μνεία
στον Ηγούμενο Μακάριο Πατελλάρο. Μετά από αυτή την επανάστασι, ενθυμείται τον
Νεκτάριο από τις Μαργαρίτες και τον Μελέτιο Πολίτη. Διάδοχος τούτου ήτο ο Καλλίνικος
Βάμβουκας (ο Α΄). Αυτός ήτο πολεμιστής και μαχητικός ιερωμένος. Λόγω της ηρωικής
δράσεως του στην Επανάστασι του 1866-1869 και της αυτοθυσίας που επέδειξε στις μάχες
που έλαβε μέρος, τον ετίμησεν η Κρητική Πολιτεία με τον τίτλο του Αγωνιστού –
Οπλαρχηγού.
Ο Μελέτιος Βάμβουκας ήτο ο διάδοχός του. Συνετός, μελετηρός, ιεροπρεπής,
φιλόξενος, απολάμβανε μεγάλης εκτιμήσεως από όλους που τον εγνώρισαν.
ια) Άλλοι αδελφοί
Δεν είναι γνωστά τα στοιχεία ταυτότητος «του ταπεινού Ιωάννου Ιερέως» που
αναγράφεται στο Αγιασματάριο του 1802. Ούτε του «Ευτελούς Γεωργίου Γουνάλε» που
γράφει το «Νομοκάνονον» του 1794. Επίσης δεν είναι γνωστό το επίθετο του ιεροδιακόνου
Συμεών που υπογράφει το έγγραφο προς τον «Γιωργάκι Ταφέρμο» και μαζί με τον Μελέτιο
Βάμβουκα ανακαινίζουν το Μοναστήρι στα 1830-1851. Σε σημείωμα του σημερινού
ηγουμένου αναφέρονται οι 1)Διονύσιος Βάμβουκας, 2) Νεόφυτος Νικηφόρος μοναχός, 3)
Μανασσής Ζερβός μοναχός, 4) Γαβριήλ Μαρής μοναχός.
ιβ) Ύδρευσις.
Το Μοναστήρι υδρεύεται από μεγάλη πηγή, διακόσια μέτρα ανατολικά του. Από την
ίδια πηγή υδρεύεται και το χωριό Λειβάδια, που πριν δεν είχε νερό. Παλιότερα το
Μοναστήρι υδρευόταν από πηγάδι, είκοσι μέτρα νοτιοδυτικά του.

ιγ) Περιουσία. Ο σημερινός Ηγούμενος

20 Σ τ ε ρ γ ί ο υ Μ. Μ α ν ο υ ρ α, Τα Λιβάδια κ.τ.λ., Αθήνα 1977, σελ. 7.
21 Ν. Ι. Π α π α δ ά κ ι. Η Εκκλησία της Κρήτης, Χανιά 1936, σελ. 91.
22 Από το 1669 μέχρι το 1838. Ν. Ι. Παπαδάκις, ένθ’ ανωτ. Σελ. 49
23 Από το 1838 και εντεύθεν. Ν. Ι. Παπαδάκις ένθ’ ανωτ.

Προ του Νόμου 3345 του 1925 περί Ταμείων Εφέδρων Πολεμιστών Κρήτης, το
Δισκούρι είχε στην κυριότητα του δυο μετόχι.
1)Της Αξού. Σε τούτο, και στην τοποθεσία Κελλί το Μοναστήρι είχε παραχωρήσει
οικόπεδο για να κτιστή το Σχολείο του χωριού. Ολόκληρο το μετόχι περιήλθεν αργότερα
στο Ταμείο Εφέδρων Πολεμιστών του Νομού Ρεθύμνης. Τότε με την ενέργεια του
αξέχαστου Δικαστή από την Αξό Βασιλείου Δαφέρμου του Μιχ. Κ. Δαφέρμου φιλόλογου και
άλλων χωριανών, παραχωρήθηκε από αυτό το Ταμείο κι άλλο οικόπεδο στο χωριό. Και στα
1928 άρχισε να χτίζεται το Σχολείο που υπάρχει σήμερα 24 .
2)Τω Δαφνέδω. Με το Νόμο 4149 του 1961, υπάγεται στον Οργανισμό Διοικήσεως
Μοναστηριακής περιουσίας.
Τώρα στο Μοναστήρι ανήκει η περιοχή του αγριάδα διακοσίων περίπου
στρεμμάτων με 150 ελαιόδενδρα, 10 χαρουπιές. Ολίγα οπωροφόρα είχε στα 1930. Ο
τωρινός όμως ηγούμενος έχει κάμει την περιοχή αγνώριστη. Καλλιεργεί εξαιρετικά είδη
οπωροφόρων, σταφυλιών σε έντασι κι έκτασι. Έχει φέρει νερό και τη μετάβαλε σε
ποτιστική. Υπήρχε και υδρόμυλος, που σήμερα έχει αχρηστευθεί.
Το Μοναστήρι, κτίρια και περιοχή, έχει εξαιρετική εμφάνισι, είναι όλο
ανακαινισμένο, και περισφίγγεται από θελκτικό, καταπράσινο περιβάλλον, χάρις στην
επιμελή φροντίδα του σημερινού ηγουμένου του, Καλλινίκου Βάμβουκα.

24 Στα 1859 Απριλίου 10, το Μοναστήρι έκαμεν ιδιότυπη, συνηθισμένη όμως στην Κρήτη
δικαιοπραξία και υπάρχει περί αυτής έγγραφο που απεθησαυρίσθη από τον Γ. Φ. Δαφέρμο στο
περιοδικό του «Προμηθεύς Πυρφόρος» Ρεθύμνης της 15 Μαΐου και 1 Ιουνίου 1929 (φ. 106, 107).
Δημοσιεύω το έγγραφο με διορθωμένα τα ορθογραφικά και τ’ άλλα λάθη του:
1859 Απριλίου 10 Μοναστήρι Δισκούρι

Δια του παρόντος μας συμφωνητικού και αποδεικτικού γράμματος φανερώνομεν οι υποφαινόμενοι
κάτοικοι του Μοναστηρίου Δισκούρι ότι πως ηθελήσαμεν και εδώκαμεν του Γεωργάκι Ταφέρμο από
την Αξό το χωράφι όπου είχαμεν εις την Δρακόνα την από πέρα πάντα να το φυτεύση αμπέλι εδικού
του και το άλλο του Μοναστηριού και να είναι του Γεωργάκι του Ταφέρμο το ήμισυ πράμμα εδικόν του
και της εξουσίας του και του το δίνω εγώ Καλλίνικος προεστός του Μοναστηρίου και Μελέτιος
ιερομόναχος και Συμεών Ιεροδιάκονος να είναι πράγμα εδικόν του και της εξουσίας του πουλήση χαρί
ως βούλεται να το κάμη και του δίνομεν το παρόν αποδεικτικόν εις χείρας του έμπροσθεν των
ευρεθέντων και υπό κάτωθεν γεγραμμένων αξιοπίστων μαρτύρων.
Μάρτυρες

ΕΙΚΟΝΑ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Αντώνιος Παπαδάκις από χωρίον Λειβάδια
Από το ίδιον χωρίον Γιώργης Φακιδάρης
Χωρίον Ζουλάκο Κωνσταντής Ζερβουδάκις. Μάρτυρες χωρίον Αξό Γιάννης Τσαγκάρης μάρτυς,
Μιχάλης Ταφέρμος από το ίδιον χωρίον μάρτυς
Εγώ Καλλίνικος Ιερομόναχος επιστάτης το βεβαιώνω
Εγώ Μελέτιος Ιερομόναχος υπογράφομαι εις τα άνωθι
Εγώ Συμεών ιεροδιάκονος υπογράφω εις τα άνωθι

Τούτος εγεννήθη στο χωριό Βενί Μυλοποτάμου από γονείς καταγομένους εκ
Λειβαδίων, το έτος 1918. Εχειροτονήθη ιεροδιάκονος εις Δισκούρι το 1941 από τον
Επίσκοπο Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Αθανάσιο Αποστολάκι. Στα 1943 εχειροτονήθη εις
Ιερομόναχον. Η όλη αναστήλωσις του Μοναστηρίου, η μεταβολή των αγροκτημάτων που
το περιβάλλουν από άγονα σε παραγωγικά και αυτή η διατήρησίς του σήμερα στη ζωή,
οφείλεται σε τούτον τον ηγούμενο.

(ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Ο ΠΥΡΦΟΡΟΣ ΕΤΟΣ 5o ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ – ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1981 ΤΕΥΧΟΣ 23)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *