Φλεβαριάτικα

ΕΙΡΗΝΗ

Γράφει η Λογοτέχνις – Λαογράφος ΕΙΡΗΝΗ ΜΠΡΙΛΑΚΗ – ΚΑΒΑΚΟΠΟΥΛΟΥ


Έβγα συ το Γεναράκι,
νάμπω γω το Φλεβαράκι,
να δεις μέσα στα χαντάκι
γέρους και παλληκαράκια.
Κι αν πούμε για το φετινό Φλεβάρη, η αλήθεια είναι πως βάλθηκε εξ’ αρχής να μην
ξεφύγει καθόλου και σε τίποτα από την παραπάνω, τόσο εκφραστική λαϊκή παροιμία. Κι
αφού έσπευσε και άφθονα τα χιόνια έριξε στα βουνά, ξεδίψασε με πλούσια βροχόνερα
τους στεγνωμένους από τη βασανιστική περυσινή ανομβρία ξερόκαμπους και λαγκάδια,
και πριν προλάβει να ανοίξει τις φλέβες, ανατριχιαστικό ακούστηκε το μαντάτο. Πως πάνω
σε κάποια διάσελα, στα απόκρημνα ύψη και τις δασωμένες χαράδρες μιας δύσβατης
φρεσκοχιονισμένης βουνοκορφής της ορεινής Μαγνησίας, τα κάτασπρα χιόνια βάφτηκαν
καταμεσήμερα της Τρίτης 5 του Φλεβάρη από το κατακόκκινο αίμα 63 επίλεκτων
παλληκαριών της ελληνικής μας αεροπορίας. Που εκτελούντες διατεταγμένη υπηρεσία,
έπεσαν ξάφνου θύματα της φλεβαριάτικης καιρικής μεταλλαγής, που τους έκοψε το νήμα
της ζωής και βύθισε την Ελλάδα σε συνταρακτική θλίψη.
Ωστόσο, να φταίνε τάχα «οι μήνες και οι χρόνοι που αποδίδουν τα φεγγάρια» όπως
με φλεγματική διάθεση ρωτά η λαϊκή κρητική μας παροιμία; Σίγουρα όχι ή όχι πάντα, αλλά
σε συνάρτηση και με κάποιους άλλους αόρατους κι αστάθμητους παράγοντες. Για να
καταλήξουμε να αποδώσουμε σε ένα μοιραίο λάθος, στο πεπρωμένο. Και «το πεπρωμένον
φυγείν αδύνατον», για να θυμηθούμε τα όσα πίστευαν -σε παρόμοιες ώρες- κι οι αρχαίοι
σοφοί μας πρόγονοι. Τώρα ας ευχηθούμε «αιωνία να μένει η μνήμη των άτυχων
παλληκαριών μας».
Αλλά «επί τω έργω». Γεγονός είναι, πως ο Φλεβάρης φέτος έδειξε από την πρώτη
μέρα τις ζόρικες χειμωνιάτικες διαθέσεις του. Κι ως τη δεύτερη είχε ντύσει κιόλας στα
λευκά όλη γενικά την Ελλάδα, ακόμη και τη νησιώτικη. Κι αν δώσουμε βάση στη λαϊκή μας
μετεωρολογία, που υποστηρίζει πως ό,τι καιρό κάνει την ημέρα της Υπαπαντής, θα
συνεχιστεί ο ίδιος περίπου κι ως τις επόμενες άλλες 40 μέρες ύστερα. Τότε ας
ετοιμαστούμε για ακόμη περισσότερα τουρτουρίσματα και με την ευχάριστη προοπτική,
πως επί τέλους θα ανοίξουν οι πηγές και το φάσμα της λειψυδρίας θα πάρει τέλος.
Κι όπως όλο και χιόνιζε ανήμερα της Υπαπαντής φέτος κι ο ήλιος «δεν έσκασε
καθόλου μύτη» θάμεινε περίλυπη κι η θαλασσινή Γοργόνα -του Μεγαλέξανδρου η
πανέμορφη αδελφή, που δεν της έκανε καλοκαιρία για να σύμωνε κοντά στα κρητικά
γυρογιάλια. Για να άπλωνε κει, ανάμεσα στα πεντακάθαρα βότσαλα και τις χρυσές
αμμουδιές, να στεγνώσουν τα αστραφτερά της μποτώνια. Τους μαργαριταρένιους
κολλιέδες της, που ολοχρονίς κουβαλά πάνω της, δώρο της μακρινής Ανατολής, όπου
τριγυρίζει εκεί κι όλο ρωτά τους περαστικούς ναυτικούς «μη ξέρουν τάχα ανέ ζει ο Βασιλιάς

Αλέξαντρος»; Καθώς κάτι τέτοιο υποστηρίζει ένας χαριτωμένος λαϊκός θρύλος του χωριού
μου. Κι όταν λιάζει της Υπαπαντής θακούσει κανείς από τις μεγαλλίτερες τούτη τη φράση:
«Ε, σήμερα δα, σίγουρα θα βγήκε στη στεριά η Γοργόνα και θα άπλωσε τα μποτώνια της,
για αυτό κι ο ήλιος αστράφτει πεντακάθαρος»…
Όμως ποιος νάναι στ’ αλήθεια κι από που να ξεκινά η ιστορία τούτου του
χειμωνιάτικου μήνα, του Φλεβάρη, που τόσο πλούσιο θέμα έχει δώσει στις λαϊκές μας
παραδόσεις, όσο κανένας σχεδόν άλλος μήνας του χρόνου. Είναι ο μήνας ο μικρός, ο
κουτσός, ο κούντουρος, ο κουτσοφλέβαρος, ο ψευτοφέρβαρος, ο κουτσουλός, ο
μεθυσμένος μήνας. Π ανοίγεις το Τριώδι και καμιά φορά προφταίνει και το κλείνει κιόλας,
ενώ άφθονα ρέουν τα κρασιά -ένεκα Απόκρεω- όλες τις μέρες του. Τόσο που κι ο ίδιος δεν
τα κατάφερε να ξεφύγει και κάποτε… μέθυσε για καλά. Μα ας αφήσουμε καλλίτερα να μας
πει το περιστατικό, έτσι «καθώς έγινε τάχα», η λαογραφική παράδοση της μακρυνής μας
Κύπρου.
-Κάποτε, λέει κι ύστερα από μια βασανιστική ανομβρία, από τις συχνές που
μαστίζουν -δυστυχώς- το ελληνικό μας τούτο νησί, η γεωργική παραγωγή αστόχησε πάρα
πολύ. Και κοντά στα άλλα, δε γίνηκε ούτε και κρασί. Φίλοι και καλοί γειτόνοι που ήσαν ο
Γενάρης, ο Φλεβάρης κι ο Μάρτης, συμφώνησαν να σμίξουν το λιγοστό κρασί που με
δυσκολία σόδειασαν σε ένα κοινό πιθάρι. Το κρασί τούτο θάχε κανείς το δικαίωμα να
ανοίξει και να το πάρει, παρά θα τόπιναν συντροφευτά κι οι τρεις μαζί.
-Όμως η συμφωνία έμεινε μόνο στα λόγια. Γιατί μόλις καθάρισε το κρασί, ο
«Ψευτοφέρβαρος» βλέποντας όλο τον κόσμο γύρω του να μεθά ένεκα της τρελής
Αποκριάς, πήγε κι αυτός ένα βράδυ στα σκοτεινά στην αποθήκη, που ήταν το πιθάρι και
άνοιξε και ρούφηξε το μερτικό του. Αλλά κι ακόμη παραπάνω και ξεχύθηκε ύστερα στους
δρόμους χαχανίζοντας τύφλα στο μεθύσι. Όταν σε λίγες μέρες πήραν χαμπάρι τη ζαβολιά
του οι δυο φίλοι και γείτονες μήνες, άστραψαν από το θυμό τους. Βρόντηξαν, καύτρωσαν,
χιόνισαν και στο τέλος θέλοντας να τιμωρήσουν παραδειγματικά το σπάσιμο της
συμφωνίας από τον κουτοπόνηρο «Ψευτοφέρβαρο» τα άρπαξαν από μια μεριά ο καθένας
τους, για να τους θυμάται σε ούλη του τη ζωή.
-Κι από τότε ο Φέρβαρος έγινε ψευτοφέρβαρος, κούτσουλος, κουτσός και
κουτσουρεμένος, με τις 28 από τις 30 μέρες που είχε. Και μόνο -λέει – κάθε τέσσερα χρόνια
τον ψυχοπονάται ο Γέρο Χρόνος και του μεγαλώνει τη διάρκεια του κατά μια μέρα, για να
του την ξαναπάρει όμως αμέσως μετά, τον άλλο χρόνο.
Ευαίσθητη, καθώς είναι η λαϊκή ψυχή στα θέματα της αδικίας, έπλασε τον
παραπάνω διασκεδαστικό, όσο και διδακτικό μύθο, που με τρόπο χαριτωμένο κι απλοϊκό
δικαιολογεί το κουτσούρεμα των ημερών του καημένου του Φλεβάρη. Που όμως, κάθε
άλλο παρά τούτο οφείλεται, μήτε δα πως έκλεψε το κρασί από τους γειτόνους του, ούτε
και πως τάχα αθέτησε την αναμεταξύ τους συμφωνία. Αλλά γιατί έτσι αποφάσισε η
Ρωμαϊκή Σύγκλητος, περί το έτος 46 π.Χ. όταν ακόμη ο Φλεβάρης, όπως κι ο φίλος του
Γενάρης, εθεωρούντο «μήνες παρέμβλητοι και δε συμπεριλαμβάνονταν στο ετήσιο
ημερολόγιο, που το απάρτιζαν τότε μόνο δέκα μήνες.

Οπότε, με την καθιέρωση του ιουλιανού ημερολογίου, η Σύγκλητος προκειμένου να
κολακεύσει τον δώσαντα τόνομα του στο ημερολόγιο, αλλά και στο μήνα Ιούλιο, Ρωμαίο
Αυτοκράτορα Ιούλιο Καίσαρα -από τις 30 που είχε και την πρόσθεσε στον καλοκαιρινό
μήνα Ιούλιο. Κι αργότερα πάλι, επί Αυτοκράτορος Αυγούστου, του ξαναπήρε άλλη μια μέρα
και την πρόσθεσε στο συνονόματο του αυτοκράτορα μήνα, τον Αύγουστο. Κι έτσι
αποκουτσουρεύτηκε ο Φλεβάρης, μένοντας πια με τις 28 του μόνο μέρες. Και μόνο χάρη
της σωστής ροής του χρόνου, του προσθέτουν κάθε τέσσερα χρόνια μια μέρα. Που όμως
καλά θάταν κι αυτή να έλειπε αφού θεωρείται γουρσουζεμένη. Και μάλιστα τόσο, που
παλαιότερα καταντούσε τη χρονιά του δίσεκτου, να μην παντρεύονται, να μη χτίζουν
σπίτια, να μην ξεκινούν σοβαρές δουλειές. Αλλά κι ακόμη τώρα, λέτε να έχομε τελείως
απαλλαγεί από τούτες τις «δίσεκτες προλήψεις»;
Ωστόσο κι αν του πήραν τις μέρες, του απόμειναν όμως οι πολλές γιορτές. Κι
αρχίζοντας από του Άη Τρίφωνα και της Υπαπαντής, συνεχίζει με τα «Σιμιόγιορτα», του
Αγίου Χαραλάμπους και του Αγίου Θεοδώρου. Ενώ μέσα στο μήνα φτάνουν και
κορυφώνονται οι χαρούμενες εκδηλώσεις των Απόκρεω. Κάθε Κυριακή και γλέντι, χαρές
και ξεφαντώματα, αλλά και μεθύσια. Έτσι τούμεινε και το όνομα «ο μεθυσμένος μήνας».
Λίγο το χετε;
ΚΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

3 Μαρτίου 1991

Φλεβαριάτικα

Γράφει η Λογοτέχνις – Λαογράφος ΕΙΡΗΝΗ ΜΠΡΙΛΑΚΗ – ΚΑΒΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Έβγα συ το Γεναράκι,
νάμπω γω το Φλεβαράκι,
να δεις μέσα στα χαντάκι
γέρους και παλληκαράκια.
Κι αν πούμε για το φετινό Φλεβάρη, η αλήθεια είναι πως βάλθηκε εξ’ αρχής να μην
ξεφύγει καθόλου και σε τίποτα από την παραπάνω, τόσο εκφραστική λαϊκή παροιμία. Κι
αφού έσπευσε και άφθονα τα χιόνια έριξε στα βουνά, ξεδίψασε με πλούσια βροχόνερα
τους στεγνωμένους από τη βασανιστική περυσινή ανομβρία ξερόκαμπους και λαγκάδια,
και πριν προλάβει να ανοίξει τις φλέβες, ανατριχιαστικό ακούστηκε το μαντάτο. Πως πάνω
σε κάποια διάσελα, στα απόκρημνα ύψη και τις δασωμένες χαράδρες μιας δύσβατης
φρεσκοχιονισμένης βουνοκορφής της ορεινής Μαγνησίας, τα κάτασπρα χιόνια βάφτηκαν
καταμεσήμερα της Τρίτης 5 του Φλεβάρη από το κατακόκκινο αίμα 63 επίλεκτων
παλληκαριών της ελληνικής μας αεροπορίας. Που εκτελούντες διατεταγμένη υπηρεσία,
έπεσαν ξάφνου θύματα της φλεβαριάτικης καιρικής μεταλλαγής, που τους έκοψε το νήμα
της ζωής και βύθισε την Ελλάδα σε συνταρακτική θλίψη.
Ωστόσο, να φταίνε τάχα «οι μήνες και οι χρόνοι που αποδίδουν τα φεγγάρια» όπως
με φλεγματική διάθεση ρωτά η λαϊκή κρητική μας παροιμία; Σίγουρα όχι ή όχι πάντα, αλλά
σε συνάρτηση και με κάποιους άλλους αόρατους κι αστάθμητους παράγοντες. Για να
καταλήξουμε να αποδώσουμε σε ένα μοιραίο λάθος, στο πεπρωμένο. Και «το πεπρωμένον
φυγείν αδύνατον», για να θυμηθούμε τα όσα πίστευαν -σε παρόμοιες ώρες- κι οι αρχαίοι
σοφοί μας πρόγονοι. Τώρα ας ευχηθούμε «αιωνία να μένει η μνήμη των άτυχων
παλληκαριών μας».
Αλλά «επί τω έργω». Γεγονός είναι, πως ο Φλεβάρης φέτος έδειξε από την πρώτη
μέρα τις ζόρικες χειμωνιάτικες διαθέσεις του. Κι ως τη δεύτερη είχε ντύσει κιόλας στα
λευκά όλη γενικά την Ελλάδα, ακόμη και τη νησιώτικη. Κι αν δώσουμε βάση στη λαϊκή μας
μετεωρολογία, που υποστηρίζει πως ό,τι καιρό κάνει την ημέρα της Υπαπαντής, θα
συνεχιστεί ο ίδιος περίπου κι ως τις επόμενες άλλες 40 μέρες ύστερα. Τότε ας
ετοιμαστούμε για ακόμη περισσότερα τουρτουρίσματα και με την ευχάριστη προοπτική,
πως επί τέλους θα ανοίξουν οι πηγές και το φάσμα της λειψυδρίας θα πάρει τέλος.
Κι όπως όλο και χιόνιζε ανήμερα της Υπαπαντής φέτος κι ο ήλιος «δεν έσκασε
καθόλου μύτη» θάμεινε περίλυπη κι η θαλασσινή Γοργόνα -του Μεγαλέξανδρου η
πανέμορφη αδελφή, που δεν της έκανε καλοκαιρία για να σύμωνε κοντά στα κρητικά
γυρογιάλια. Για να άπλωνε κει, ανάμεσα στα πεντακάθαρα βότσαλα και τις χρυσές
αμμουδιές, να στεγνώσουν τα αστραφτερά της μποτώνια. Τους μαργαριταρένιους
κολλιέδες της, που ολοχρονίς κουβαλά πάνω της, δώρο της μακρινής Ανατολής, όπου
τριγυρίζει εκεί κι όλο ρωτά τους περαστικούς ναυτικούς «μη ξέρουν τάχα ανέ ζει ο Βασιλιάς

Αλέξαντρος»; Καθώς κάτι τέτοιο υποστηρίζει ένας χαριτωμένος λαϊκός θρύλος του χωριού
μου. Κι όταν λιάζει της Υπαπαντής θακούσει κανείς από τις μεγαλλίτερες τούτη τη φράση:
«Ε, σήμερα δα, σίγουρα θα βγήκε στη στεριά η Γοργόνα και θα άπλωσε τα μποτώνια της,
για αυτό κι ο ήλιος αστράφτει πεντακάθαρος»…
Όμως ποιος νάναι στ’ αλήθεια κι από που να ξεκινά η ιστορία τούτου του
χειμωνιάτικου μήνα, του Φλεβάρη, που τόσο πλούσιο θέμα έχει δώσει στις λαϊκές μας
παραδόσεις, όσο κανένας σχεδόν άλλος μήνας του χρόνου. Είναι ο μήνας ο μικρός, ο
κουτσός, ο κούντουρος, ο κουτσοφλέβαρος, ο ψευτοφέρβαρος, ο κουτσουλός, ο
μεθυσμένος μήνας. Π ανοίγεις το Τριώδι και καμιά φορά προφταίνει και το κλείνει κιόλας,
ενώ άφθονα ρέουν τα κρασιά -ένεκα Απόκρεω- όλες τις μέρες του. Τόσο που κι ο ίδιος δεν
τα κατάφερε να ξεφύγει και κάποτε… μέθυσε για καλά. Μα ας αφήσουμε καλλίτερα να μας
πει το περιστατικό, έτσι «καθώς έγινε τάχα», η λαογραφική παράδοση της μακρυνής μας
Κύπρου.
-Κάποτε, λέει κι ύστερα από μια βασανιστική ανομβρία, από τις συχνές που
μαστίζουν -δυστυχώς- το ελληνικό μας τούτο νησί, η γεωργική παραγωγή αστόχησε πάρα
πολύ. Και κοντά στα άλλα, δε γίνηκε ούτε και κρασί. Φίλοι και καλοί γειτόνοι που ήσαν ο
Γενάρης, ο Φλεβάρης κι ο Μάρτης, συμφώνησαν να σμίξουν το λιγοστό κρασί που με
δυσκολία σόδειασαν σε ένα κοινό πιθάρι. Το κρασί τούτο θάχε κανείς το δικαίωμα να
ανοίξει και να το πάρει, παρά θα τόπιναν συντροφευτά κι οι τρεις μαζί.
-Όμως η συμφωνία έμεινε μόνο στα λόγια. Γιατί μόλις καθάρισε το κρασί, ο
«Ψευτοφέρβαρος» βλέποντας όλο τον κόσμο γύρω του να μεθά ένεκα της τρελής
Αποκριάς, πήγε κι αυτός ένα βράδυ στα σκοτεινά στην αποθήκη, που ήταν το πιθάρι και
άνοιξε και ρούφηξε το μερτικό του. Αλλά κι ακόμη παραπάνω και ξεχύθηκε ύστερα στους
δρόμους χαχανίζοντας τύφλα στο μεθύσι. Όταν σε λίγες μέρες πήραν χαμπάρι τη ζαβολιά
του οι δυο φίλοι και γείτονες μήνες, άστραψαν από το θυμό τους. Βρόντηξαν, καύτρωσαν,
χιόνισαν και στο τέλος θέλοντας να τιμωρήσουν παραδειγματικά το σπάσιμο της
συμφωνίας από τον κουτοπόνηρο «Ψευτοφέρβαρο» τα άρπαξαν από μια μεριά ο καθένας
τους, για να τους θυμάται σε ούλη του τη ζωή.
-Κι από τότε ο Φέρβαρος έγινε ψευτοφέρβαρος, κούτσουλος, κουτσός και
κουτσουρεμένος, με τις 28 από τις 30 μέρες που είχε. Και μόνο -λέει – κάθε τέσσερα χρόνια
τον ψυχοπονάται ο Γέρο Χρόνος και του μεγαλώνει τη διάρκεια του κατά μια μέρα, για να
του την ξαναπάρει όμως αμέσως μετά, τον άλλο χρόνο.
Ευαίσθητη, καθώς είναι η λαϊκή ψυχή στα θέματα της αδικίας, έπλασε τον
παραπάνω διασκεδαστικό, όσο και διδακτικό μύθο, που με τρόπο χαριτωμένο κι απλοϊκό
δικαιολογεί το κουτσούρεμα των ημερών του καημένου του Φλεβάρη. Που όμως, κάθε
άλλο παρά τούτο οφείλεται, μήτε δα πως έκλεψε το κρασί από τους γειτόνους του, ούτε
και πως τάχα αθέτησε την αναμεταξύ τους συμφωνία. Αλλά γιατί έτσι αποφάσισε η
Ρωμαϊκή Σύγκλητος, περί το έτος 46 π.Χ. όταν ακόμη ο Φλεβάρης, όπως κι ο φίλος του
Γενάρης, εθεωρούντο «μήνες παρέμβλητοι και δε συμπεριλαμβάνονταν στο ετήσιο
ημερολόγιο, που το απάρτιζαν τότε μόνο δέκα μήνες.

Οπότε, με την καθιέρωση του ιουλιανού ημερολογίου, η Σύγκλητος προκειμένου να
κολακεύσει τον δώσαντα τόνομα του στο ημερολόγιο, αλλά και στο μήνα Ιούλιο, Ρωμαίο
Αυτοκράτορα Ιούλιο Καίσαρα -από τις 30 που είχε και την πρόσθεσε στον καλοκαιρινό
μήνα Ιούλιο. Κι αργότερα πάλι, επί Αυτοκράτορος Αυγούστου, του ξαναπήρε άλλη μια μέρα
και την πρόσθεσε στο συνονόματο του αυτοκράτορα μήνα, τον Αύγουστο. Κι έτσι
αποκουτσουρεύτηκε ο Φλεβάρης, μένοντας πια με τις 28 του μόνο μέρες. Και μόνο χάρη
της σωστής ροής του χρόνου, του προσθέτουν κάθε τέσσερα χρόνια μια μέρα. Που όμως
καλά θάταν κι αυτή να έλειπε αφού θεωρείται γουρσουζεμένη. Και μάλιστα τόσο, που
παλαιότερα καταντούσε τη χρονιά του δίσεκτου, να μην παντρεύονται, να μη χτίζουν
σπίτια, να μην ξεκινούν σοβαρές δουλειές. Αλλά κι ακόμη τώρα, λέτε να έχομε τελείως
απαλλαγεί από τούτες τις «δίσεκτες προλήψεις»;
Ωστόσο κι αν του πήραν τις μέρες, του απόμειναν όμως οι πολλές γιορτές. Κι
αρχίζοντας από του Άη Τρίφωνα και της Υπαπαντής, συνεχίζει με τα «Σιμιόγιορτα», του
Αγίου Χαραλάμπους και του Αγίου Θεοδώρου. Ενώ μέσα στο μήνα φτάνουν και
κορυφώνονται οι χαρούμενες εκδηλώσεις των Απόκρεω. Κάθε Κυριακή και γλέντι, χαρές
και ξεφαντώματα, αλλά και μεθύσια. Έτσι τούμεινε και το όνομα «ο μεθυσμένος μήνας».
Λίγο το χετε;
ΚΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ 3 Μαρτίου 1991

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *