Τρόμαξε ο Τούρκος, δείλιασε,
φώναξε το Θεό του να τον σώση.
Και μη ρωτάς και τι δε το ταξε,
τ’Αρκάδι τ’ αγιοκέρι αν του δώση.
Βρόντηξε δυνατά την πόρτα του.
Ρίχνει τα σήμαντρα του κάτω.
Ποτίζει μ’ αίμα κι ανδριά το χώμα του.
Μα τ’ αγιασμένο στέκει ακόμη. Νάτο.
Τ’ αέρα χάραξε το πέρασμα,
του μπαρουτιού η αγριάδα.
Κι ήταν αυτό της λευτεριάς το ξέσπασμα,
του λυτρωμού η λαμπάδα.
Τρόμαξ’ ο Τούρκος δείλιασε,
φώναξε το Θεό του να τον σώση.
Μ’ αυτός τι άλλο μπόρεσε;
Μόνο δαδιά τη φλόγα τ’Αρκαδιώτη να φουντώση.
Τ’Αρκάδι τράνταξε κι η γης εσείστηκε
Τρέξανε λόγγοι και βουνά κοντά του.
Φωτιάσανε τη φλόγα του, φλογίστηκε.
Τη Νίκη και τη Λευτεριά τις έκραξε στην αγκαλιά του.
Το Μοναστήρι πρέπει να σβυστή,
του Τούρκου τ’ όνειρο ήταν αυτό.
Μα τη φωνή του την βάθει η σιωπή
«Τ’Αρκάδι λεύτερο ζη είναι γραφτό».
Η Δασκαλοχαρίκλεια μωρές δε θ’ αποθάνη.
Ο Γαβριήλης έζησε, και ζη παντοτεινά.
Ο Γιαμπουδής φωτιά παντού αιώνια να τος βάνει.
Τ’Αρκάδι δεν μπορεί να ζη μ’ αυτούς στα σκοτεινά.
Έχει τα παληκάρια του. Το Παχλαδέ Μανώλη
Το Δασκαλάκη τον Κωστή,
της λεβεντιάς την άγια σύναξ’ όλη
που δεν αφήνουν ποτές τ’Αρκάδι να σβυστή.
Έτσι ετέλεψε ο γεροντής την ιστορία.
Το πρόσωπο του δείχνει να φωτίζεται.
Τα μάτια του αστράφτουν με μαγεία
και νοιώθεις την ψυχή του ν’ αγωνίζεται.
ΦΩΦΩ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ
ΠΗΓΗ: ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ 1965