
Η ιστορία του κρητικού τύπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μορφές που θυσίασαν την προσωπική τους ηρεμία, την ελευθερία, ακόμα και την υγεία τους στον βωμό της αλήθειας και της δημοκρατίας. Ανάμεσα σε αυτές τις εμβληματικές προσωπικότητες, ο Λυκούργος Καφφάτος κατέχει μια ξεχωριστή, περίοπτη θέση. Ως ιδρυτής και εκδότης της ιστορικής εφημερίδας «Βήμα» του Ρεθύμνου, υπήρξε ένας φλογερός επαναστάτης της ενημέρωσης, η πένα του οποίου δεν λύγισε ποτέ μπροστά στις διώξεις, τις εξορίες και τις βίαιες επιθέσεις.
Τα Πρώτα Χρόνια και το Ξεκίνημα μιας Ιστορικής Πορείας
Μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια του Ρεθύμνου που γέννησε σπουδαίες προσωπικότητες —με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον αδελφό του, τον δοξασμένο στρατιωτικό των Βαλκανικών Πολέμων Σόλωνα Καφφάτο— ο Λυκούργος διαμορφώθηκε μέσα στο έντονα πατριωτικό και πολιτικοποιημένο κλίμα της Κρητικής Πολιτείας.
Από πολύ νεαρή ηλικία έδειξε μια σπάνια κλίση προς τον γραπτό λόγο, την ιστορία και την πολιτική. Το πάθος του αυτό μετουσιώθηκε σε πράξη τον Ιανουάριο του 1915, όταν προχώρησε στην έκδοση του «Βήματος». Η εφημερίδα μετατράπηκε γρήγορα σε ένα αδέσμευτο προπύργιο της δημοκρατίας, υπερασπιζόμενη με σθένος τα συμφέροντα του Ρεθύμνου και των πολιτών του.
Το Περιεχόμενο που Ενοχλούσε το Κατεστημένο
Η αρθρογραφία του Λυκούργου Καφφάτου δεν γνώριζε σκοπιμότητες ή ισορροπίες. Η κριτική του ήταν αμείλικτη και στρεφόταν κυρίως κατά:
- Της κεντρικής πολιτικής σκηνής, στηλιτεύοντας τις αυθαιρεσίες της εξουσίας.
- Της τοπικής πολιτικής ηγεσίας, ερχόμενος σε ανοιχτό ιδεολογικό πόλεμο με τοπικούς παράγοντες.
- Της καθυστέρησης των υποδομών, δίνοντας μάχες για την ανάπτυξη της περιοχής (όπως η ιστορική διεκδίκηση για την ίδρυση χαρουπεργοστασίου).
Αυτή η ασυμβίβαστη στάση είχε βαρύ προσωπικό τίμημα. Ο Καφφάτος υπέστη αλλεπάλληλες δικαστικές διώξεις, φυλακίσεις και εξορίες.
Η Δολοφονική Επίθεση και το Κλονισμένο «Βήμα»
Η πιο μαύρη σελίδα στη ζωή του γράφτηκε αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πολέμιοι της ελευθεροτυπίας και της μαχητικής του πένας τού έστησαν καρτέρι και του επιτέθηκαν με απίστευτη βιαιότητα. Αν και ο ίδιος «είδε τον χάρο με τα μάτια του» και κατάφερε να επιζήσει, η υγεία του δέχτηκε ένα μοιραίο πλήγμα.
Το σώμα του δεν συνήλθε ποτέ πλήρως. Για τα επόμενα 14 χρόνια της ζωής του, ο Καφφάτος έμεινε καθηλωμένος και σοβαρά ασθενής.
Η Σκυτάλη στον Νικόλαο Ανδρουλιδάκη
Σε αυτή την κρίσιμη καμπή, όπου η φυσική παρουσία του εκδότη ήταν αδύνατη, η εφημερίδα σώθηκε χάρη στη συνεργασία του με τον διακεκριμένο Ρεθεμνιώτη δικηγόρο και αγωνιστή της Αντίστασης, Νικόλαο Ανδρουλιδάκη [politistiko-rethymno.org]. Ο Ανδρουλιδάκης, έχοντας γνωρίσει τη φρίκη των γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, διέθετε το ίδιο αδέσμευτο φρόνημα. Ανέλαβε τη διεύθυνση και την έκδοση του «Βήματος», διατηρώντας ακέραιη την ποιότητα και τη δημοκρατική γραμμή της εφημερίδας.
Ακόμη και από το κρεβάτι του πόνου, ο Καφφάτος παρέμενε η ψυχή της εφημερίδας. Με τη συμπαράσταση της συζύγου, των παιδιών του και των πιστών ρεθεμνιώτικων πνευματικών παρεών που τον επισκέπτονταν, συνέχιζε να ενημερώνεται και να παρεμβαίνει.
Το «Καθεστωτικό»: Το Κύκνειο Άσμα ενός Μαχητή
Η τελευταία μεγάλη πνευματική μάχη του Λυκούργου Καφφάτου δόθηκε τον Αύγουστο του 1965 [rethnea.gr]. Όντας σε εξαιρετικά βαριά κατάσταση, υπαγόρευσε στον γιο του μια σειρά από τρία ιστορικά πολιτικά άρθρα υπό τον γενικό τίτλο «Καθεστωτικό» [rethnea.gr]. Τα άρθρα αυτά δημοσιεύθηκαν στις 24, 25 και 26 Αυγούστου 1965 και αποτέλεσαν το συγκλονιστικό πολιτικό του αντίο [rethnea.gr].
Λίγους μήνες μετά, στις 3 Νοεμβρίου 1965, ο Λυκούργος Καφφάτος άφησε την τελευταία του πνοή. Μαζί με τον Μανόλη Καλαϊτζάκη και τον Γιάννη Χαλκιαδάκη, παρέμεινε στην ιστορία ως μία από τις τρεις «μεγάλες πένες» που διαμόρφωσαν τη δημοσιογραφική ταυτότητα του Ρεθύμνου [rethnea.gr], αφήνοντας πίσω του μια ανεκτίμητη παρακαταθήκη θάρρους και ανεξαρτησίας.
Λυκούργος Καφφάτος
Ο Πρύτανις της Ρεθυμνιακής Δημοσιογραφίας

Ο Λυκούργος Καφφάτος απέθανε. Ο Πρύτανις της Ρεθυμνιακής δημοσιογραφίας δεν ζη πλέον. Ο
θάνατός του, μοιραία κατάληξις μακράς, πολυκυμάντου και αγωνιώδους ασθενείας του, τον ηύρε προχθές
κάτω από τη σκιά του παλαιού βενετσιάνικου κάστρου εντός ατμοσφαίρας αναδιδούσης την γνωστήν
οσμήν του αντιμονίου, μέσα εις την αγκάλην του πλέον αξιοθαύμαστου και αγαπητού δημιουργήματός
του, της πνευματικής θυγατρός του, της εφημερίδος «Βήμα». Ωραιότερος θάνατος δι’ ένα Ρεθύμνιον
δημοσιογράφον και αγωνιστήν ως εκείνον.
Την απώλειάν του βαρεία και σκληρά θρηνεί από προχθές το Ρέθυμνον που επί πεντήκοντα έτη τον
είχε πρόμαχον εις τας επάλξεις των δυσκολωτέρων αγώνων του διά την αναγνώρισιν των ιερωτέρων
δικαιωμάτων του. Αλλά και η δημοσιογραφική οικογένεια η οποία διά του θανάτου του απεστερήθη ενός
εκ των εκλεκτών μελών της.
Διότι όντως υπήρξεν ο Λυκούργος Καφφάτος ένας φλογερός, ακούραστος, γενναίος μαχητής
δημοσιογράφος. Εις άλλους ανήκει η τιμή να κλαύσουν τον Λυκούργον Καφφάτον ως άνθρωπον. Εις
ημάς όμως πρέπει να αναγνωρισθή το προνόμιον να τον θρηνήσωμεν ως δημοσιογράφον. Και το
προνομιακόν αυτό δικαίωμα μάς δίδει η τύχη μας -καλή ή κακή- να έχωμεν επωμισθή σήμερον μετ’
άλλων την βαρείαν κληρονομίαν μιας μεγάλης δημοσιογραφικής παραδόσεως, της οποίας κυριώτερος
δημιουργός ήτο ο χθεσινός νεκρός και να εκπροσωπούμεν μίαν εφημερίδα η οποία επί ήμισυ αιώνα
συνεβάδισε και συνηγωνίσθη μετά της εφημερίδος του Καφφάτου, παρά τας επιφανειακάς αντιθέσεις, τας
συγκρούσεις και ενίοτε την διάφορον χρησιμοποίησιν των μέσων, χάριν του αυτού ιερού σκοπού, χάριν
του Ρεθύμνου και των κατοίκων του.
Ανήκει ο Λυκούργος Καφφάτος εις την γενεάν εκείνη των δημοσιογράφων, που η διέλευσίς των από
την δημοσιογραφίαν θα μείνη ανεπανάληπτος. Και τούτο δεν οφείλεται μόνον εις το γεγονός ότι έζησαν
την πλέον πολυκύμαντον περίοδον της νεοελληνικής ιστορίας, των δύο παγκοσμίων πολέμων, της
βενιζελικής κοσμογονίας, της εναλλαγής των πέντε Βασιλέων, των δύο Δημοκρατιών και της μιας
δικτατορίας που τους παρείχε το υλικόν και τους έδιδεν αφορμάς αγώνων.
Ο Λυκούργος Καφφάτος πέραν αυτών, ήτο ένας γεννημένος δημοσιογράφος με την αγωνιστικήν
διάθεσιν κυκλοφορούσαν εις το αίμα του και τον εκ της μοίρας προορισμόν όχι «να γράφη εφήμερα»
αλλά να γράφη σωστήν ιστορίαν τοπικήν και γενικήν.
Διά τούτο και αν δεν ήτο ο πρώτος, ανεδείχθη ο Πρύτανις της δημοσιογραφίας της Ρεθύμνης.
Νέος επετέλεσε τον άθλον να ιδρύση την εφημερίδα του «Βήμα» εις την μικράν αυτήν πολιτείαν,
όπου και τότε όπως και σήμερον, αλλά και γενικώτερον εις ολόκληρον την Ελληνικήν επαρχίαν,
εφημερίδες και δημοσιογράφοι φοιτοζωούν. Κατώρθωσε δε με ατελευτήτους και ανελεήτους αγώνας, με
αγωνίας αλλά και πολλάς πικρίας να την ορθοποδήση, να την ενλικιώση, να την διασώση από πολλούς
οικονομικούς και άλλους κινδύνους και να την φέρη εις την ώριμον ηλικίαν των 50 ετών παραδίδων
αυτήν εις τας στοργικάς χείρας των συνεχιστών της κληρονομιάς της.
Είναι εύκολον να θαυμάζη κανείς και να συνεορτάζη την συμπλήρωσιν 50 ετών ζωής μιας
εφημερίδος.
Είναι όμως δύσκολον να εννοήση και να εκτιμήση εις όλο το μεγαλείον των τους αγώνας και τας
θυσίας εκείνου που κατώρθωσε να εορτάση η εφημερίς του τα πενηντάχρονά της.
Μόνον εκείνος ο οποίος έχει συμμερισθή τας αγωνίας, τους εξαντλητικούς αγώνας, τα συνεχή
ξενύκτια, τας δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις της τυπογραφικής μελάνης και του αντιμονίου, ημέρα με
ημέρα, μήνα με μήνα και χρόνο με χρόνο, με τον ίδιο πάντοτε σκοπό να ιδή να εξέρχεται του πιεστηρίου,
το γνώριμον φύλλον, μόνον εκείνος δύναται να γνωρίση τον ηρωισμό του εκδότου – διευθυντού –
αρθρογράφου – διορθωτού, πολλάκις δε και τυπογράφου μιας επαρχιακής εφημερίδος.
Διά τούτο και όταν προ ολίγων ακόμη ημερών το «Βήμα» του Καφφάτου ηυτύχησε να εορτάση το
αργυρούν ιωβηλαίον του, εις τα όμματα ημών ο Λυκούργος ωρθώνεται ήρως της δημοσιογραφίας και οι
έπαινοι οι κολακευτικοί λόγοι που εγράφησαν τότε, μας εφαίνετο ότι εν είδει παρασήμων απενέμοντο εις
αυτόν υπό της Ρεθυμνιακής κοινής γνώμης ως ελαχίστη ανταμοιβή της ανεκτιμήτου προσφοράς του.
Είναι δύσκολον πολύ να συλλάβη κανείς εις όλην την σοβαρότητα και την έκτασίν του τον θεσμό
που ενώνει τον επαρχιακό δημοσιογράφο με την εφημερίδα του, ακόμη δε δυσχερέστερον είναι να
διακρίνη κανείς την φύσιν του δεσμού μεταξύ των.
Ήτο διά τον Λυκούργον Καφφάτον –όπως και διά κάθε επαρχιακόν συνάδελφόν του- η εφημερίδα
του και μάννα και σύζυγος και θυγατέρα. Ήτο και τα τρία μαζί καθένα χωριστά.
Μάννα, διότι απ’ αυτήν εζούσε. Αυτή τον εγαλούχει, αυτή του έδιδε την ζωογόνο αγωνιστική πνοή,
το κουράγιο διά την συνέχισιν της αδιάκοπης πάλης, με την καθημερινή ζωή, που εκείνος διπλά
αντιμετώπιζε και ως δημοσιογράφος και ως βιοπαλαιστής.
Εις τας ημέρας της εγκαταλείψεως -διότι γνωρίζουν και από αυτάς οι δημοσιογράφοι- και εις τας
δυσκόλους ημέρας των αγώνων εις την στοργικήν αγκάλην εύρισκε ανάπαυσιν, παρηγοριά και απαντοχή.
Όλα ελησμονούντο, οι πόνοι αλάφρωναν, τα ποτήρια της πίκρας των παρεξηγήσεων και των άδικων
αντιδράσεων κατεπίνοντο, όταν το χέρι του έπιανε τη γραφίδα και άρχιζε να γράφη… Να γράφη… Να
γράφη…
Διότι η μάννα εφημερίδα δεν θέλει άλλη ανταμοιβή παρά να την χαϊδεύης με την πέννα σου. Αλλά
είναι και σύζυγος η εφημερίδα, διότι όταν πρέπει η μοίρα σου να κατευθύνης τα βήματά σου προς αυτήν,
αποφασίζης να εισέλθης στη δημοσιογραφία, απαρνείσαι και τον εαυτό σου και την ζωή και νυμφεύεσαι
την εφημερίδα. Και ούς ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω.
Είναι αλήθεια δε ότι η εφημερίδα δεν ανέχεται να μοιράζεται τη στοργή ούτε με τη σύζυγο, ούτε με
την οικογένεια του δημοσιογράφου. Και από αυτής της απόψεως κρινομένη η εφημερίδα αποτελεί την
πλέον ζυλότυπον σύζυγον. Απαιτεί αφοσίωσιν, αυταπάρνησιν, ολοκληρωτική ανάλωση του
δημοσιογράφου στο βωμό της δημοσιογραφίας. Έτσι ενώ βρίσκεται μέσα στη ζωή και αγρύπνως την
παρακολουθεί, τη σημειώνει κα την κριτικάρει, εσύ ο ίδιος δεν ζης, δεν την απολαμβάνεις. Διότι δεν έχεις
καιρό, διότι τα προβλήματά σου παραμερίζονται από τα γενικά θέματα, αγωνίαι σου γίνονται αι αγωνίαι
των ανθρώπων σου και έρχεται ημέρα που αισθάνεσαι οικογένειά σου ολόκληρον την κοινωνίαν.
Όταν αισθάνεσαι δε ότι σηκώνεις στους ώμους σου ολόκληρον το βάρος των προβλημάτων, τους
καϋμούς και τα βάσανα ενός ολόκληρου κόσμου ανθρώπων, τότε δεν είναι δυνατόν να σκεφθής ούτε
οικογένειαν, ούτε τέκνα, ούτε να κοιμηθής, ούτε και να ησυχάσης.
Και ο Λυκούργος Καφφάτος είχεν απαρνηθή τα πάντα χάριν της εφημερίδος του.
Περισσότερον όμως συγκινητικόν, ευγενέστερον και λεπτότερον είναι το αίσθημα της στοργής από
το οποίον κατέχεται ο δημοσιογράφος – ιδρυτής διά την πνευματικήν θυγατέρα του την εφημερίδα. Και
το αίσθημα αυτό ουχί σπανίως επισκιάζει την αγάπη του πατρός διά το φυσικόν τέκνον του. Και πρέπει
να ομολογηθή ότι την αξίαν αυτήν υπερηφάνειαν διά την εφημερίδα δεν είναι αδικαιολόγητη. Διότι είναι
εύκολον να δημιουγήσης φυσικά τέκνα, είναι όμως δύσκολον να γεννάς πνευματικά. Όταν δε μάλιστα
ευτυχήση ο δημοσιογράφος να καταλίπη το πνευματικόν αυτό γέννημά του εις χείρας αξίων διαδόχων, ως
ο Λυκούργος Καφφάτος, ούτως ώστε να κατορθώση να την διαφυλάξη και από αυτόν τον θάνατο που θα
ήρχετο ως αναγκαία συνέπεια του προχθεσινού βιολογικού θανάτου του, τότε δύναται να εγκαταλείψη
την πρόσκαιρον αυτήν ζωήν και δικαιούται να χαραχθή επί του τάφου του ότι: «ήλθεν, είδεν, απήλθε,
αλλά και κατέλιπεν».
Κατέλιπε έργον μέγα πνευματικό, το οποίον θα διατηρηθή όχι μόνον διότι τα γραπτά μένουν, αλλά
διότι τούτο αποτελεί μίαν εφημερίδα, διά της οποίας επί 50 έτη έγραφε ιστορίαν και της εξησφάλισε την
ζωήν ακόμη και μετά τον θάνατόν του. Αλλά και διότι –και ως έχει διορθωθή εκ των πραγμάτων η
γνωστή ρήσις- «ο γεννήσας εφημερίδα ουκ απέθανε».
Όμως όπως κάθε ωραίο και μεγάλο δημιούργημα ούτω και η εφημερίς –ως πνευματικόν τέκνον-
απαιτεί μόχθον και κόπον, αγώνας και θυσίας και αόκνους προσπαθείας.
Είναι δε ιδιότυποι και παράλογοι αι απαιτήσεις της εφημερίδος ως θυγατρός. Διότι ζη μόνον όσον της
δίδει πνοήν ο δημιουργός της. Διότι δεν γνωρίζει ενηλικίωσιν αλλά απαιτεί αιμοδοσία, διότι τρέφεται με
το ίδιο το αίμα του γεννήτορός της.
Ρανίδα – ρανίδα απεμύζησε και το «Βήμα» – η εφημερίδα του- το αίμα της καρδιάς του, του
Λυκούργου Καφφάτου. Δίδων μια σταγόνα αίματος εις κάθε φύλλον της εφημερίδος του επί 50 ολόκληρα
χρόνια ήτο φυσικόν να οδηγηθής εις την μοιραίαν και σχεδόν άνευ εξαιρέσεως κατάληξιν όλων των
δημοσιογράφων.
Εξησθενισμένη από την αδιάκοπη σπουδή η καρδιά του έπαυσε προχθές να πάλλη. Ο θάνατός του
εσήμανε το τέλος της πολυκύμαντης ζωής του, του πλήρους από μεγάλους και ωραίους
δημοσιογραφικούς αγώνας βίου του που πολλάκις είχον παρεξηγηθή, αλλά και σχεδόν πάντοτε είχον
τελικώς από τους πάντας αναγνωρισθή. Πρύτανις δε αυτός της Ρεθυμνιακής δημοσιογραφίας ήτο και ο
τελευταίος των εκλιπόντων σκαπανέων.
Ο θάνατος του Λυκούργου Καφφάτου έγραψε το τέλος της λαμπράς υπερπεντηκονταετούς
δημοσιογραφικής ιστορίας του τόπου αυτού, η οποία θα μείνη ανεπανάληπτος. Ευλαβικοί -νοερώς-
προσκυνηταί του νεοσκαμμένου τάφου του μεγάλου δημοσιογράφου Λυκούργου Καφφάτου κατεχόμεθα
από ποικίλα δυνατά συναισθήματα εκ της αιφνιδίας απώλειάς του.
Βαθειάν συγκίνησιν μας προξενεί το γεγονός ότι ο Λυκούργος Καφφάτος ακολουθεί στον τάφο τον
Πατέρα μας μετά του οποίου αμοιβαία τον συνέδεε φιλία και αγάπη παρά τας φαινομενικάς συγκρούσεις
του «Βήματος» και της «Κρητικής Επιθεωρήσεως» και ο οποίος είχε καλλιεργήσει εις τας ψυχάς μας ένα
απέραντο σεβασμό διά τον φίλον του… «αντίπαλόν του».
Οδύνην μας πληροί ο θάνατος του Διδασκάλου μας διά τον οποίον αισθανόμεθα θαυμασμό. Αφού
όποιος ησχοληθή, και διά πολλά έτη θα ασχοληθή με τη δημοσιογραφία, διδάσκαλό του θα έχη τον
Λυκούργον Καφφάτον και μαθήματά του τα άρθρα του. Ήτο και θα παραμείνη επί πολύ το πρότυπον του
αγωνιστού δημοσιογράφου που πολλοί θα μιμηθούν και θα προσπαθήσουν να φθάσουν.
Αίσθημα λύπης μας συνέχει διότι εγκατέλειψε τη ζωή και τον τόπο του εις ώραν κατά την οποίαν τον
είχε ανάγκη όσον ποτέ άλλοτε ανάγκη. Και το κενόν που μας αφήνει είναι δυσαναπλήρωτον.
Το Ρέθυμνον που κατ’ εξοχήν σήμερον είχε την ανάγκην των αγώνων του εστερήθη της μαχητικής
γραφίδος του Λυκούργου Καφφάτου.
Η απώλειά του θα μας είναι επί πολλά έτη αισθητή. Και τούτο εκτός των άλλων θα διατηρή την
μνήμην του Λυκούργου Καφφάτο αιωνίαν.
ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΛΑΪΖΑΚΗΣ
Τηλεφωνικώς
Αθήναι 3 Νοεμβρίου 1955
ΠΗΓΗ: ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 5 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1955