Νίκος Ορφανός: Ο ηθογράφος δάσκαλος του Ρεθύμνου

του ΝΙΚΟΥ ΔΕΡΕΔΑΚΗ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ 18

Ο Νίκος Ορφανός γεννήθηκε το 1924 στα Πλευριανά Μυλοποτάμου και πέθανε στην Αθήνα το 2005.  Πατέρας του ήταν ο δάσκαλος Αντώνης Ορφανός και μητέρα του η Ειρήνη Ζαχαράκη. Είχε ακόμα δυο αδέρφια, τον Αντώνη, μετέπειτα επιστάτη στο Γυμνάσιο Αρρένων και την Ελένη. 

Ο δάσκαλος Αντώνης Ορφανός, με τους γιους του Νίκο (δεξιά) και Αντώνη (αριστερά)

Τα πρώτα του γράμματα στο δημοτικό σχολείο τα διδάχθηκε στη Λαγκά, χωριό της μητέρας του, όπου εκεί υπηρετούσε ο πατέρας του ως δάσκαλος. Στη συνέχεια φοίτησε στο σχολείο των Πλευριανών και την τελευταία τάξη του δημοτικού την ολοκλήρωσε στο Ρέθυμνο, όπου μετατέθηκε ο πατέρας του. Το σπίτι τους ήταν στην παλιά Πόλη, πίσω από την πλατεία Τίτου Πετυχάκη. Στο Ρέθυμνο τελείωσε και το Γυμνάσιο στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής.

Ο Νίκος Ορφανός σε νεαρή ηλικία.

 Πήρε το πτυχίο του Δασκάλου από την Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου και μετά από μια μακροχρόνια στρατιωτική θητεία, που διήρκεσε πάνω από τρία χρόνια λόγω του Εμφυλίου, διορίστηκε Δάσκαλος στο ορεινό κτηνοτροφικό χωριό Κούμοι του Ρεθύμνου. Εκεί γνώρισε και τη σύζυγό του, Ελένη Πολογιώργη, η οποία, υπερενενηντακονταετής, πλέον ζει στην Αθήνα. 

Ο Νίκος Ορφανός με τη σύζυγό του Ελένη Πολογιώργη και τις κόρες τους Ειρήνη, Μαρία και Αμαλία, το 1959. Η Ελένη είναι έγκυος στην τέταρτη κόρη τους της Αντωνία.

Μαζί απέκτησαν τέσσερις κόρες: Την Ειρήνη (1953), τη Μαρία (1954), την Αμαλία (1956) και την Αντωνία (1959). Στους Κούμους υπηρέτησε εννιά χρόνια, από το 1950 έως το 1959, κοντά στους αγνούς ανθρώπους της υπαίθρου, με τον παραδοσιακό, ακόμα, τρόπο ζωής και μελέτησε, ζώντας ανάμεσά τους, τα γνήσια ήθη, έθιμα, λαλιά και ψυχοσύνθεση του βουνίσιου Κρητικού.

Η οικογένεια Ορφανού σε πλήρη σύνθεση το 1961.

 Όλα αυτά τα στοιχεία τα φύλαξε μέσα του και όταν μετατέθηκε στην πόλη του Ρεθύμνου, το 1959, άρχισε να δημοσιεύει στον ημερήσιο Τύπο και στα κρητικά περιοδικά ηθογραφικά διηγήματα, που το καθένα είχε μέσα του πλήθος λαογραφικών στοιχείων από τη ζωή των κατοίκων του κρητικού χωριού.

Ο Νίκος ορφανός στους Κούμους με κάτοικο του χωριού.

 Τις πνευματικές του ανησυχίες τις κληρονόμησε από την πατέρα του, ο οποίος έγραφε κι αυτός και δημοσίευε με το ψευδώνυμο «Βιλαράς». Στο Ρέθυμνο υπηρέτησε στο δημοτικό σχολείο του Γιαννουδίου και στη συνέχεια στο δημοτικό του Ορφανοτροφείου, που στεγαζόταν στο 5ο Δημοτικό σχολείο. 

Ο Νίκος Ορφανός με μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Γιαννουδίου σε διάφορες σχολικές εκδρομές.

Ο Νίκος Ορφανός σε παρέλαση και Γυμναστικές επιδείξεις με το Σχολείο του Ορφανοτροφείου.

Το 1966, με την ευκαιρία της επετείου των 100 χρόνων από τη μεγάλη κρητική επανάσταση και το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, η Καλλιτεχνική Σκηνή Ρεθύμνης ανέβασε το θεατρικό ηθογραφικό έργο του «Καλά ξέτελα» και αργότερα το άλλο έργο του «Τα σηκωματάρικα». 

Οι συντελεστές του θεατρικού έργου “καλά ξέτελα”, στο Ωδείο Ρεθύμνου, με τον Νίκο Ορφανό στο κέντρο. Στα πόδια του, το κοριτσάκι με το λευκό φόρεμα είναι η κόρη του Αμαλία, που συμμετείχε στην παράσταση.

Το 1967 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Κρητικά διηγήματα», το οποίο επανεκδόθηκε το 1987 και το 1990, ενώ το 1989 κυκλοφόρησε το τελευταίο του βιβλίο «Οι κύκλοι του δρυγιά».

Η Πρώτη και η τρίτη έκδοση του βιβλίου “Κρητικά διηγήματα” και “Οι κύκλοι του δρυγιά”.

Το 1970 μετακόμισαν οικογενειακώς στην Αθήνα, ώστε οι κόρες του να μπορούν να έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση στη γνώση, αφού η πρωτότοκη κόρη η Ειρήνη ήθελε να σπουδάσει γιατρός, όπως και έγινε.  Αγόρασαν ένα μικρό τριάρι στην Κυψέλη, όπου ο Νίκος Ορφανός στέγασε εκ νέου τις πνευματικές ανησυχίες του. Δούλευε σκληρά πρωί και απόγευμα για να μπορεί να ανταπεξέλθει στις αυξημένες υποχρεώσεις της πρωτεύουσας. Υπηρέτησε σε σχολεία της Κυψέλης, απ’ όπου αφυπηρέτησε το 1985, όντας τα τελευταία χρόνια Διευθυντής σχολείου.

Ο Νίκος Ορφανός με μαθητές σε σχολείο της Κυψέλης.

Ως συνταξιούχος στην Αθήνα, συνέχισε να δημοσιεύει σε εφημερίδες και περιοδικά ποιήματα γραμμένα στην κρητική λαλιά, καθώς και χρονογραφήματα στο ίδιο γλωσσικό πρότυπο, τα οποία όμως δεν πρόλαβε να εκδώσει σε βιβλία. Όμως δεν ήταν το ίδιο. Ο Νίκος Ορφανός ποτέ δεν αγάπησε την Αθήνα. Μετοίκησε εκεί για χάρη των παιδιών του. Έχασε την καθημερινή του επαφή με τους ανθρώπους της Κρήτης που αγάπησε και λάτρεψε. Και γι αυτό η παραγωγική του περίοδος ήταν αυτή που έζησε στην Κρήτη. Εκεί είχε τα ερεθίσματά του, εκεί συναναστράφηκε με τους ανθρώπους που τη ζωή τους αποτύπωσε στο χαρτί. 

Το βιβλίο του «Κρητικά διηγήματα» περιέχει μέσα 50 αυτοτελείς ιστορίες, ενώ οι «κύκλοι του δρυγιά» περιέχουν 12 διηγήματα. Και στα δυο βιβλία υπάρχει εκτενές Γλωσσάρι, με λέξεις της κρητικής τοπιολαλίας, για να βοηθήσει τον αμύητο αναγνώστη να απολαύσει τα κείμενα κατανοώντας και την παραμικρή λέξη ή φράση.

Ο Νίκος Ορφανός με τον μεγάλο Ρεθεμνιώτη λογοτέχνη Παντελή Πρεβελάκη, σε δεξίωση στο ξενοδοχείο ΞΕΝΙΑ. Ανάμεσά τους η πρωτότοκη κόρη του Νίκου Ορφανού, Ειρήνη, Στο βάθος, καθήμενος, ο γιατρός Γιώργης Αγγελιδάκης.

Όπως αναφέρει ο ίδιος, έμεινα πολλά χρόνια ως δάσκαλος σε ορεινά χωριά του νησιού μας και είδα από κοντά και έζησα κι ο ίδιος την όμορφη ζωή, τη γεμάτη γραφικότητες, όπως τη ζουν οι άνθρωποι σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα. Στην αρχή, απλός θεατής, από περιέργεια, παρακολουθούσα τις χαρμόσυνες ή πένθιμες εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής των κατοίκων, ντυμένες με ιδιαίτερο χρώμα, που αναλύοντάς το πιο ύστερα, βρήκα πολλά στοιχεία, κατάλοιπα από την αρχαιότητα και πολλές λέξεις, που όσο κι αν έχουν παραλλαχτεί από το πέρασμα του χρόνου, είναι καθαρά αρχαίες ελληνικές. Έτσι, στο διήγημα «ο κομήτης» από το βιβλίο «οι κύκλοι του δρυγιά» αναρωτιέται γιατί φαίνεται παράξενο στους Ελλαδίτες που λέμε στην Κρήτη αίγα αντί για κατσίκα και αμπώθω αντί για σπρώχνω, αφού και οι δυο λέξεις έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ελλάδα. 

Το Ρέθυμνο των Γραμμάτων: Από αριστερά: Ο λυκειάρχης Μανώλης Βογιατζάκης που σκηνοθέτησε τα “Καλά ξέτελα”, ο βιβλιοθηκάριος Μάρκος Γιουμπάκης, ο Νίκος Ορφανός και ο μεγάλος Παντελής Πρεβελάκης.

Και συνεχίζει ο Νίκος Ορφανός: Καμάρωσα στα γλέντια τη λεβεντιά, ανακατεμένη με τη σεμνότητα. Θαύμασα το πόσο ψηλά έχουν τοποθετήσει το αίσθημα της αγάπης, της αλληλεγγύης, του έρωτα, της τιμής και της ηθικής. Έμεινα πολλές φορές μ’ ανοιχτό το στόμα, μπροστά στη θυμοσοφία του απλού χωρικού. Διασκέδασα συχνά με το πηγαίο χιούμορ και τις διάφορες επινοήσεις των χωρατατζήδων και των φαρσαδόρων, για να σκορπίσουν το γέλιο και την ευθυμία, που στο χωριό, που στερείται από κάθε ψυχαγωγία, είναι τόσο απαραίτητα όσο και το ψωμί.

Αυτός, λοιπόν, ήταν ο σκοπός του Νίκου Ορφανού: Η διάσωση και η προβολή των ηθών, των εθίμων, της γλώσσας και της ψυχοσύνθεσης των ανθρώπων του κρητικού χωριού. Και αν τη δεκαετία του 1960 που γράφτηκαν αυτά τα ατόφια κρητικά διηγήματα, η κρητική τοπιολαλιά ήταν πιο έντονη και καθημερινή, έξι δεκαετίες μετά, που τείνει να χαθεί, μαζί με τα ήθη και τα έθιμα της κρητικής υπαίθρου, τα διηγήματα του Νίκου Ορφανού αποκτούν μεγαλύτερη υπεραξία, διατηρώντας ζωντανή και άσβεστη την καθημερινότητα των προγόνων μας.

Αναρωτιέται ο Νίκος Ορφανός, αν οι εργαζόμενοι και οι μεγαλοφαμελίτες, όπως ήταν κι αυτός, θα έπρεπε να ασχολούνται με το γράψιμο, όσο κι αν τους αρέσει η τέχνη τούτη του λόγου. Κανονικά, λέει, έπρεπε να βάζουν κερί στ’ αυτιά σαν εκείνο του ομηρικού βασιλιά της Ιθάκης, όταν ήτανε να περάσει από το νησί των Σειρήνων. Γιατί, για ν΄αρχίσει κανείς και να τελειώσει σωστά και όμορφα ένα γραφτό, χρειάζονται, εκτός από το τάλαντο, ή πετριά όπως αλλιώς το λένε, μυαλό λαγαρό, λεύτερος χρόνος και ησυχία. Κι απάνω που στρωνόμουνα κι άπλωνα τις σκέψεις και τις ιδέες μου, κι απάνω που ετοιμαζόμουνα να διαλέξω ποιες απ’ όλες θα ταίριαζαν, να χτίσουν το γραφτό χτίρι, συνέβαινε ό,τι συμβαίνει στους πλανόδιους-παράνομους πραματευτάδες, στην εμφάνιση των χωροφυλάκων. Θα τους έχετε δει όλοι πώς μαζεύουν γρήγορα και άταχτα τις πραμάτειες τους, τις κάνουν ένα μπόγο και όπου φύγει φύγει! Οι χωροφύλακες που μ’ έκαναν εμένα, πολλές φορές, να μαζεύω και να ξαναφυλάω τις απλωμένες σκέψεις και ιδέες μου, ήταν οι υπηρεσιακές και οι οικογενειακές έγνοιες και υποχρεώσεις, που παρουσιάζονταν και ξαναπαρουσιάζονταν. Και ήτανε ατελείωτες και ανεξάντλητες οι βλοημένες! 

Τώρα, αναρωτιέται ο Νίκος Ορφανός, πώς κατάφερα να δημιουργήσω (σιγά τον πολυέλαιο) αναφέρει με έντονο αίσθημα αυτοσαρκασμού αλλά και ταπεινότητας, τις δυο τρεις συγγραφικές μου εργασίες (βάζει κι η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες) συνεχίζει με το ίδιο χιουμοριστικό ύφος και διάθεση, ε! έτσι στ’ αρπαχτά! Με πολύτιμο βοηθό την αγάπη για τα ήθη και τα έθιμα του νησιού μου.

Προσωπογραφία του Νίκου Ορφανού του 1990, σε σκίτσο του Μ. Νικολινάκου. Βρίσκεται στο οπισφόφυλλο της 3ης έκδοσης του βιβλίου του “Κρητική διηγήματα”.

Μπορούσε όμως ο Νίκος Ορφανός να γράψει κάτι διαφορετικό εκτός από ηθογραφικό διήγημα; Την ερώτηση αυτή του είχαν απευθύνει γνωστοί και φίλοι, γραπτά και προφορικά. Μπορούσα να γράψω και μυθιστόρημα και νουβέλα, απαντά ο ίδιος. Αλλά δεν θέλω! Κι αυτό, γιατί με το ηθογραφικό διήγημα, μελετώ όχι μόνο τα ήθη, τα έθιμα, τη λαλιά, αλλά και την ψυχή των Κρητικών, ιδιαίτερα εκείνων που ζουν στα ορεινά πιο πολύ χωριά του νησιού μας. Αλλά μην νομίζει κανείς, συνεχίζει ο Νίκος Ορφανός, πως το είδος αυτό του γραπτού λόγου είναι κάτι το εύκολο. Έτσι νομίζουν μερικοί, που επειδή στην παιδική τους ηλικία βρέθηκαν κάποια καλοκαίρια στο χωριό του παππού και της γιαγιάς, μπορούν ν’ αποδώσουν στο χαρτί τα έθιμα και την ψυχοσύνθεση των κατοίκων του «θερέτρου» τους. Όχι! Κείνο δεν είναι ηθογραφία! Για να κάμεις αληθινή, πιστή περιγραφή, αλάθητο ψυχογράφημα για όλα τούτα, πρέπει να μείνεις για πολύ καιρό στους τόπους αυτούς, μικρός και μεγάλος, σ’ όλες τις εποχές του χρόνου, ανάμεσα στους κατοίκους, να ζήσεις τη δική τους ζωή, να πάρεις μέρος στις χαρές και τις λύπες τους. Μονάχα έτσι γεμίζει ηθογραφικό μελάνι το στιλό του μυαλού σου κι ύστερα από χρόνια πέφτει λαμπικαρισμένο και χαράζει μόνο του την πάσαν αλήθεια.

Έζησα στην ύπαιθρο του νησιού μας, της Κρήτης μας, τα πρώτα τριάντα πέντε χρόνια της ζωής μου κι όσα γράφω τάχω ακούσει, τάχω δει, τάχω ζήσει κι έτσι πιστεύω πως καταχωρήθηκαν πιστά στη θύμησή μου και τολμώ πια να σας τα παρουσιάσω «χωρίς φόβο και πάθος». Και δείχνοντας, για μια ακόμη φορά τη σεμνότητα που τον διέκρινε, συνεχίζει: Δεν θέλω να παραστήσω τον τρανό. Προς θεού! Κοιτάζω πάντα τη σκιά μου, όχι το πρωί που ‘ναι γιγάντια, μα το μεσημέρι που ναι μικρότερη από το σώμα που τη ρίχνει. Σας βεβαιώνω όμως πως σε κάθε γραφτό μου χρησιμοποιώ όλες μου τις δυνάμεις, προσπαθώντας να δώσω κάτι καλό.

 Όπως αναφέρει η καλή μου φίλη και δημοσιογράφος Εύα Λαδιά, σε κείμενα του Νίκου Ορφανού στηρίζεται η αναβίωση του έθιμου του Κλήδονα από το Λύκειο Ελληνίδων του Ρεθύμνου κάθε χρόνο.

Σκηνή από την αναβίωση του εθίμου του Κλήδωνα από το Λύκειο Ελληνίδων Ρεθύμνου, σε κείμενα του Νίκου Ορφανού.

 Και σκιαγραφόντας το προφίλ του, τον χαρακτηρίζει ως ένα γλυκύτατο άνθρωπο, που ακτινοβολούσε ολόκληρος, Ρεθεμνιώτικη Αρχοντιά. Κι όταν τον επαινούσες για τη γραφή του προσπαθούσε να σου εξηγήσει πως απλά «περνούσε την ώρα του μουτζουρώνοντας χαρτιά». Εντύπωση προξενούσε πάντα η φρέσκια έμπνευση, η αποτύπωση συναισθημάτων και η μυθοπλασία πάνω σε νέα θέματα χωρίς πλατειασμούς κι επαναλήψεις. Ποτέ δεν επιδίωξε την προβολή. Απέφευγε με ευγένεια πάντα κάθε δημοσιότητα. Όταν άλλοι έκαναν τα πάντα για μια αναφορά στην εφημερίδα εκείνος πλησίαζε το κατώφλι της μόνο για ένα χαιρετισμό αγάπης. Αρνιόταν κάθε πρόταση για αφιερωματική εκδήλωση στο πρόσωπό του. Ερχόταν τα καλοκαίρια και μας έδινε χαρά με την σεμνή παρουσία του. Συνήθιζε να κάνει τον περίπατό του εκεί στην παλιά πόλη και να θυμάται τα μεγαλεία που γνώρισαν τα έργα του εκεί στη Σκηνή του Ωδείου.

Η Μαρία Ταταράκη το 1992 σκηνοθέτησε το έργο του «Σηκωματάρικα» που ανέβηκε στην Αύρα και τα Αστέρια. Ανέβηκε τότε στην Αθήνα για να τον γνωρίσει, θεωρώντας ηθικό της χρέος να πάρει την άδειά του. Αναφέρει για τον Νίκο Ορφανό ότι ήθελε με ένα μοναδικό τρόπο να μεταφέρει τα ήθη και τα έθιμα της Κρήτης μέσα απ’ τούς θεατρικούς διαλόγους. Και το κατάφερνε με μοναδικό τρόπο, που όποιος διάβαζε τα κείμενά του μπορούσε να μεταφερθεί στον φανταστικό τόπο της Κρήτης.

 Ο Νίκος Ορφανός έφυγε τόσο αθόρυβα, τόσο διακριτικά, χωρίς ποτέ να μας δώσει το περιθώριο να του επαναλάβουμε πόσο περήφανα θα πρέπει να είναι τα Κρητικά Γράμματα, που πλούτισε με το ανόθευτο από ξένα στοιχεία έργο του και πόσο το Ρέθυμνο τον ανέβασε ψηλά εκεί που του άξιζε. Στη θέση των μεγάλων δημιουργών του.

Με τις τρεις από τις τέσσερις κόρες του Νίκου Ορφανού, στην τιμητική εκδήλωση που διοργάνωσε η Ιστορική Λαογραφική Εταιρεία Ρεθύμνου προς τιμήν του τον Σεπτέμβριο του 2026.

Και αν κάπου τον λησμονήσαμε, τούτη εδώ η ταπεινή εκδήλωση έρχεται για να φρεσκάρει τη μνήμη μας, για να αποδώσει στον Νίκο Ορφανό τα εύσημα που του αξίζουν και να υπενθυμίσει στις νεότερες γενιές ότι υπήρξαν άνθρωποι, πραγματικοί «ρέχτες» της κρητικής, ανόθευτης παράδοσης, που διέσωσαν και μεταλαμπάδευσαν στους «Νεοκρήτες» την πραγματική κρητική λεβεντιά και αρχοντιά, το πραγματικό ήθος και πρεπιά, που κάπου τα έχουμε χάσει, οδηγούμενοι σε παράξενες ατραπούς.

Το πάνελ των ομιλητών της εκδήλωσης προς τιμή του Νίκου Ορφανού.

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΑΡΘΡΟΥ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΌ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΟΡΦΑΝΟΥ.

Νίκος Ορφανός: Ανάδειξε με την πένα του τις παραδόσεις του τόπου

Εύα ΛαδιάΑπόΕύα Λαδιά

19/01/2022 – 1:03 μμ

ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ στην κατηγορία Αφιερώματα

Είχα τη χαρά να γνωρίσω Ρεθεμνιώτες που έκαναν πάντα περήφανη την πόλη τους, αλλά εκείνος ο Νίκος Ορφανός ζει πάντα στη μνήμη μου με το υπέροχο γλυκύτατο χαμόγελό του.

Όταν έμαθα πως ήταν δάσκαλος σκέφτηκα πόσο τυχεροί θα είναι οι μαθητές του.

Σκεφτείτε τώρα πως ένοιωσα, όταν γνώρισα το λογοτεχνικό του έργο και τη χαρισματική γραφή του. Με απόλυτη αφοσίωση στη ντοπιολαλιά είχε καταφέρει να αναδείξει ατόφια την Κρητική Ηθογραφία. Κάθε του έργο άφηνε και τη σφραγίδα της διαχρονικότητας. Εκείνος όμως απλά χαιρόταν για το αποτέλεσμα αποφεύγοντας κάθε προβολή.

Μάταια προσπαθούσα να τον πείσω για μια συνέντευξη. Μου έλεγε πάντα με κείνο το απόλυτα αφοπλιστικό του χαμόγελο.

«Άσε μωρέ παιδί μου να μιλήσουν εκείνοι που έκαναν κάτι. Εγώ τι πρόσφερα πέρα από το να μουτζουρώσω μερικά χαρτιά;».

Έτσι ήταν πάντα. Συμπεριφερόταν σαν να ένοιωθε ο τελευταίος των θνητών. Έτσι όπως αισθάνονται όλοι οι σημαντικοί και μεγάλοι άνθρωποι σε έργο και προσφορά.

Ήταν σπουδαίος άνθρωπος ο Νίκος Ορφανός. Ποτέ δεν ξέχασα το μικρόσωμο αλλά πάντα ευγενικό δάσκαλο, με την καθάρια σκέψη, που δεν άκουσα από το στόμα του πικρή κουβέντα για κανένα. Ο Μανόλης Βογιατζάκης, μου μιλούσε με θέρμη γι’ αυτόν, επειδή στηριζόταν πάνω του, κάθε φορά που ήθελε να ενεργοποιήσει την Ερασιτεχνική Σκηνή του Ωδείου.

Δυσκολεύτηκα πολύ, τώρα που αναζητώ στοιχεία για τις προσωπικότητες του Ρεθύμνου, να βρω έστω μια φωτογραφία. Ευτυχώς με βοήθησε, ακόμα μια φορά και την ευχαριστώ, η εκλεκτή φίλη Βαρβάρα Σκαρβέλη, από την οποία έμαθα και κάποιες λεπτομέρειες, από το ανέβασμα της ηθογραφίας «Καλά Ξέτελα» μεγάλης επιτυχίας του Ορφανού, που αξίζει να τις παραθέσω.

Όπως είναι γνωστό η κ. Σκαρβέλη ανήκει στις παλιές καλές οικογένειες του Ρεθύμνου. Ο πατέρας της διατηρούσε το κέντρο εστίασης, από το οποίο πέρασαν πολιτικοί, άνθρωποι της τέχνης και του πνεύματος, εκλεκτοί μας επισκέπτες, τότε που η πόλη δεν είχε μεγάλη τουριστική υποδομή. Η γνώση τυφλού συστήματος γραφομηχανής την έφερε στη Δημόσια Βιβλιοθήκη, για ένα μικρό διάστημα, πριν διοριστεί στην Αγροτική Τράπεζα.

Εκεί, λόγω Μάρκου Γιουμπάκη, μαζευόταν η θεατρική σκηνή του Ωδείου για να κάνει πρόβες στην ηθογραφία του Νίκου Ορφανού «Καλά Ξέτελα».

Είχαν όλοι ενθουσιαστεί με το κείμενο, αλλά ο συγγραφέας κοκκίνιζε κάθε φορά που εκφράζανε το θαυμασμό τους, σκηνοθέτης και ηθοποιοί μπροστά του.

Ήταν το πρώτο του έργο

Ήταν το πρώτο του έργο και είναι φυσικό να μην μπορεί εύκολα να διαχειριστεί τα συναισθήματα αυτής της συγκλονιστικής εμπειρίας ο συγγραφέας.

«Ήταν θαυμάσιος άνθρωπος, μας λέει η κ. Σκαρβέλη, για τον Νίκο Ορφανό. Μου έκανε εντύπωση η αυθεντικότητα της ντοπιολαλιάς που χρησιμοποιούσε στο έργο του».

Αυτό το στοιχείο όμως ήταν και αφορμή να πάρει και η Βαρβάρα το ρόλο στο έργο. Δοκίμαζε μια φράση, επειδή προφέρεται δύσκολα και ήταν τόσο άνετη, τόσο φυσική, που την έβαλαν κι εκείνη επί τόπου στην ομάδα. Αλλά δεν ήταν η μοναδική συμβολή της στο έργο. Εκείνη την εποχή, μιλάμε για το 1966, δεν υπήρχαν φωτοαντιγραφικά μηχανήματα.

Η Βαρβάρα λοιπόν καθόταν και αντέγραφε το έργο στη μηχανή, με καρμπόν, και μοίραζε το κείμενο στους ηθοποιούς.

Το έργο, «Καλά Ξέτελα» απαντώ σε αναγνώστρια που ρωτά σχετικά, υπάρχει στη Δημόσια Βιβλιοθήκη, αλλά δεν δανείζεται.

Ο Νίκος Ορφανός έδειχνε να πετά στα ουράνια με την τόση αποδοχή που είχε το έργο του. Και εξέφραζε με λόγια ευγνωμοσύνης και αγάπης τον ενθουσιασμό του σε όλους τους συντελεστές. Είχε μάλιστα κι ένα μοναδικό τρόπο να αγγίζει ο λόγος του, σε χαμηλό πάντα τόνο φωνής, την καρδιά του άλλου που τον άκουγε.

Παιδί της κρητικής υπαίθρου

Ο μέγιστος αυτός συγγραφέας έργων Κρητικής Ηθογραφίας, γεννήθηκε στα Πλευριανά Μυλοποτάμου το 1924. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στη Λαγκά, χωριό της μάνας του, που εκεί υπηρετούσε δάσκαλος και ο πατέρας του. Μετά πήγε μερικές τάξεις στα Πλευριανά και την τελευταία τάξη έβγαλε στο Ρέθυμνο, όπου τέλειωσε και το Γυμνάσιο. Ήταν τα δύσκολα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής.

Ο Νίκος, με τη γνωστή επιμέλεια που τον διέκρινε, προχώρησε αμέσως τις σπουδές του στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου. Σαν να ήξερε πόσο θα τον ταλαιπωρούσε ο στρατός και βιαζόταν να ξεμπερδέψει με το πτυχίο του.

Μετά από μια μακρά, λόγω συνθηκών, στρατιωτική θητεία, γεμάτη οδυνηρές αναμνήσεις, διορίστηκε δάσκαλος στους Κούμους. Όπως το λουλούδι μόλις αισθανθεί το νερό ζωηρεύει, έτσι και ο Ορφανός μόλις βρέθηκε ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους, αφοσιωμένους στις παραδόσεις του τόπου, άρχισε να θεριεύει πνευματικά, έχοντας τα πρώτα ερεθίσματα για να γράψει. Με προσοχή μελετούσε λέξεις, φράσεις και συμπεριφορές του ανθρώπου που ζει σε μια ορεινή περιοχή, τα ήθη και τα έθιμα της μικρής του κοινωνίας.

Με αυτό τον ερευνητικό πλούτο από τον λαϊκό μας πολιτισμό, όταν διορίστηκε σε σχολείο της πόλης, άρχισε να γράφει στον τοπικό τύπο και στα κρητικά περιοδικά ηθογραφικά διηγήματα, που είχε καθένα πλήθος λαογραφικών στοιχείων από τη ζωή των κατοίκων της ορεινής Κρήτης.

Αργότερα,θα γράψει ο ίδιος ίστον πρόλογο βιβλίου του:«Βρήκα πολλά στοιχεία,κατάλοιπα από την αρχαιότητα και πολλές λέξεις που όσο κι αν έχουν παραλλαχθεί από το πέρασμα του χρόνου είναι καθαρά αρχαίες ελληνικές.

Καμάρωσα στα γλέντια τη λεβεντιά ανακατεμένη με τη σεμνότητα. Θαύμασα το πόσο ψηλά έχουν τοποθετήσει τα αισθήματα της αγάπης, της αλληλεγγύης, του έρωτα, της τιμής και της ηθικής. Έμεινα πολλές φορές με το στόμα ανοικτό μπροστά στη θυμοσοφία του απλού χωρικού.

Διασκέδασα συχνά με το πηγαίο χιούμορ και τις διάφορες νοήσεις των χωρατατζήδων και των φαρσαδόρων, για να σκορπίσουν το γέλιο και την ευθυμία, που στο χωριό, τον τόπο αυτό που στερείται από κάθε ψυχαγωγία είναι τόσο απαραίτητο όσο και το ψωμί…».

Η μεγάλη του στιγμή

Κι έρχεται η περίοδος προετοιμασίας των μεγάλων εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια από το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου. Το Ρέθυμνο ζει τις μεγάλες στιγμές να ασχολείται ο ίδιος ο Παντελής Πρεβελάκης με το θέμα, ανταποκρινόμενος στο αίτημα του δημάρχου Βαγγέλη Δασκαλάκη και του Γιάννη Χαλκιαδάκη, που είχε επίσης θεσμικό ρόλο στο Δημοτικό Συμβούλιο. Ανεβαίνει το «Ηφαίστειο» με τεράστια επιτυχία, το καλοκαίρι του 1966, στην αυλή του Τούρκικου Σχολείου, αλλά τι θα μπορούσε να παρουσιαστεί το Νοέμβριο στο πλαίσιο της επετείου. Κι όταν μάλιστα το Ρέθυμνο είχε ζήσει κορυφαίες καλλιτεχνικές στιγμές με τους ηθοποιούς του Εθνικού Θεάτρου, που είχαν ερμηνεύσει τους βασικούς ρόλους.

Ο παραγωγικός νους του Μανόλη Βογιατζάκη θριάμβευσε για μια ακόμα φορά. Σκέφτηκε και πολύ σωστά, ότι μια επέτειος, που σημάδεψαν με τη θυσία τους απλοί άνθρωποι του λαού μας, θα χρειαζόταν ίσως μια ηθογραφία. Τι καλύτερη σπονδή στα αφιερώματα τιμής σε κείνους τους ήρωες…

Αμέσως η σκέψη του πήγε στον Νίκο Ορφανό, γιατί εκτός των άλλων ο δάσκαλος είχε κι ένα μεγάλο προτέρημα. Σεμνός από τη φύση του, επιδίωκε πάντα να κάνει το καλύτερο δυνατόν, από αυτό που του ζητούσαν και απέφευγε κάθε εγωκεντρική παρέμβαση και κάθε προσπάθεια επίδειξης γνώσεων ή θεατρικής κατάρτισης.

Μόλις λοιπόν του εξήγησε ο Βογιατζάκης τι θέλει, αμέσως εκείνος σκέφτηκε μια θαυμάσια ηθογραφία, όπως ήταν τελικά τα «Καλά Ξέτελα».

Βέβαια δεν παρέλειψε να εκφράσει στον φίλο του καθηγητή, τους ενδοιασμούς του, επειδή ήταν και η πρώτη φορά που θα έγραφε για θέατρο. Εκείνος όμως με τον μοναδικό του τρόπο τον έπεισε και θα λέγαμε πως τον ενέπνευσε κιόλας, αν κρίνουμε από το τόσο μεστό και ζωντανό είναι το κείμενο που ευωδιάζει παράδοση.

Πολλές οι κριτικές

Ακόμα κι ένα μήνα μετά την παράσταση διαβάζουμε στον τοπικό τύπο αναφορές για αυτήν. Ανάμεσά τους προσέξαμε μια κριτική του κ. Μιχάλη Τζεκάκη, πρώην διευθυντή της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου μας που έχει μεγάλο ενδιαφέρον και αξίζει να σας δώσουμε κάποια αποσπάσματα.

Έγραφε μεταξύ των άλλων ο κ. Μιχάλης Τζεκάκης:

«Ο φετινός χρόνος ήταν γεμάτος εκδηλώσεις αλλά η ηθογραφία του κ. Νίκου Ορφανού που ανέβηκε αυτές τις μέρες από την Ερασιτεχνική Σκηνή του Ωδείου Ρεθύμνης, κέρδισε, από την πρώτη στιγμή, την αγάπη και το ενδιαφέρον του κοινού. Τα πράγματα στην περίπτωση αυτή αλλάζουν. Αυτός που το ‘γραψε είναι Ρεθεμνιώτης, που κάθε μέρα περνά από τους ίδιους δρόμους που περνάμε κι εμείς, αυτοί που το παίζουν είναι συνάδελφοί μας, γνωστοί μας, συγγενείς μας. Οι ρόλοι που υποδύονται είναι πολύ κοντά μας. Ο καθένας μας στους ρόλους αυτούς έχει ζωντανέψει ένα δικό του πρόσωπο, τον πατέρα του, τη μάνα του, ένα θείο του ή ένα συγχωριανό του. Όλ’ αυτά σε αφοπλίζουν από την αρχή, σου αφαιρούν κάθε κριτική διάθεση και σε προδιαθέτουν, ώστε να ρουφάς κυριολεκτικά κάθε φράση ή υπαινιγμό, κάθε κίνηση από το έργο. Έτσι και μόνο το στοιχείο αυτό να μας πρόσφερε η προσπάθεια αυτή, ήταν ικανή για να δικαιώσει την παρουσία της …».

Με το γνωστό του εύστοχο τρόπο ο κ. Τζεκάκης αναλύει πιστεύουμε τα στοιχεία που έδωσαν στα «Καλά Ξέτελα» την μεγάλη επιβράβευση της κλασικής δημιουργίας.

Και κάτι σπουδαιότερο για ένα έργο. Μια διαχρονικότητα που αποκτά κάθε ηθογραφία, γιατί κλείνει την πολιτιστική ταυτότητα ενός τόπου.

Λαμπρή η συνέχεια

Ακολούθησαν αργότερα τα «Σηκωματάρικα», επίσης, απολαυστική ηθογραφία.

Και τα δύο έργα παίχτηκαν σε όλη την Κρήτη αμέτρητες φορές από θεατρικές ομάδες. Τα «Καλά Ξέτελα» παίχτηκαν ακόμα στα Χανιά και στον Πειραιά με τεράστια επιτυχία.

Ακολούθησαν τα βιβλία του:«Οι κύκλοι του Δρυγιά». 12 Κρητικά Διηγήματα και φυσικά τα θεατρικά του.

Μεγάλοι λογοτέχνες εκφράστηκαν με θέρμη για τα διηγήματα του Νίκου Ορφανού.

«Ο Νίκος Ορφανός κατέχει και στο θέατρο και στο αφήγημα να στήνει ζωντανούς τύπους, παρμένους ως αναμνήσεις ή ως σύγχρονες οντότητες, από την Κρητική Κοινότητα και πλαισιωμένους από τις παραδόσεις και τις συνήθειες του νησιού του Μίνωα». Τάκης Δόξας συγγραφέας.

«Θυμούμαι πάντα την ωραία παράσταση. Να γράφεις Νίκο, να συνεχίσεις να γράφεις. Ήταν ένα τέλειο θεατρικό έργο…», Παντελής Πρεβελάκης.

«Εμείς τα παιδιά της Κρήτης, πετούμε ως τα μεσούρανα, κάνουμε κουλουμούντρες από τη χαρά μας, σαν γνωρίσουμε τη φωνή, το ντέρτι, την ψυχή της. Μια τέτοια συγκίνηση μου ’φερε το καλό αυτό συναπάντημα «Κρητικά Διηγήματα» τα τόσο χαριτωμένα, που με γέμισαν θαυμασμό με τη μαστοριά τους…», Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη, ποιήτρια.

«Τα «Καλά Ξέτελα» αξίζει να κινηματογραφηθεί και να τύχει διεθνούς προβολής. Γιατί αυτά είναι τα πραγματικά ήθη και τας έθιμα της Κρήτης και όχι η σκύλευσις των υπαρχόντων της μαντάμ Ορντάνς, που μας έκανε ρεντίκουλο στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης, και μας παρουσίασε για ημιάγριους, συκοφαντώντας μας …», Μαρίκα Τζεράκη – Βλασοπούλου, δημοσιογράφος.

«Ανεπιφύλακτα γράφω για τον Νίκο Ορφανό ότι είναι ένας καλλιτέχνης αξιόλογος με την κύρια σημασία του όρου, κι ένας επίσης πολύτιμος αποθησαυριστής των λαϊκών εκείνων στοιχείων, που θα ξεχαστούν μια μέρα, μα που έχουν ανυπολόγιστη αξία, για την ιστορική πορεία του λαού μας στους αιώνες. Ο Νίκος Ορφανός κάνει το μεγάλο του καθήκον, σαν Έλληνας, σαν επιστήμονας, σαν πνευματικός άνθρωπος. Αν υπάρχει ακόμα αγάπη κι ενδιαφέρον γι’ αυτό τον τόπο, ας προσέξει το έργο του η Ακαδημία και οι οποιοιδήποτε άλλοι αρμόδιοι…» Δημοσθένης Ζαδές, συγγραφέας -Κριτικός Περιοδικό «Κρητική Εστία».

Κι όμως ο Νίκος Ορφανός έμεινε απλά στην ιστορία, αρκετά ξεχασμένος στις μέρες μας, χωρίς να γίνεται αναφορά στο έργο του. Εξαίρεση φωτεινή παραμένει το Λύκειο Ελληνίδων μας, αυτή η κοιτίδα Πολιτισμού και παράδοσης. Κάθε χρόνο με κείμενο του Νίκου Ορφανού αναβιώνει το έθιμο του Κλήδονα που σημειώνει τόσο μεγάλη επιτυχία.

Ο εκλεκτός αυτός άνθρωπος κάποια στιγμή μετοίκισε στην Αθήνα, όπου συνέχισε, με την άνεση χρόνου που του παρείχε η συνταξιοδότηση να συνεχίσει τη συγγραφή. Εντύπωση προξενούσε πάντα η φρέσκια έμπνευση, η αποτύπωση συναισθημάτων και η μυθοπλασία πάνω σε νέα θέματα χωρίς πλατειασμούς κι επαναλήψεις.

Ποτέ δεν επιδίωξε την προβολή. Απέφευγε με ευγένεια πάντα κάθε δημοσιότητα. Όταν άλλοι έκαναν τα πάντα για μια αναφορά στην εφημερίδα εκείνος πλησίαζε το κατώφλι της μόνο για ένα χαιρετισμό αγάπης. Αρνείτο κάθε πρόταση για αφιερωματική σ’ αυτόν βραδιά. Ερχόταν τα καλοκαίρια και μας έδινε χαρά με την σεμνή παρουσία του. Συνήθιζε να κάνει τον περίπατό του εκεί στην Παλιά Πόλη, και να θυμάται τα μεγαλεία που γνώρισαν τα έργα του εκεί στη Σκηνή του Ωδείου. Πάντα νομίζει ο νοσταλγός εκείνων των ημερών ότι ακούει το παρατεταμένο χειροκρότημα του κοινού που αποθεώνει το συγγραφέα, τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς. Ο Νίκος Ορφανός έφυγε τόσο αθόρυβα, τόσο διακριτικά χωρίς ποτέ να μας δώσει το περιθώριο να του επαναλάβουμε πόσο περήφανα θα πρέπει να είναι τα Κρητικά Γράμματα, που πλούτισε με το ανόθευτο από ξένα στοιχεία έργο του και πόσο το Ρέθυμνο τον ανέβασε ψηλά εκεί που του άξιζε. Στη θέση των μεγάλων δημιουργών του.

Στο αφιέρωμά μας για το θέατρο στο Ρέθυμνο και τους μεγάλους δημιουργούς του θέλαμε να έχει μια δεσπόζουσα θέση και ο Νίκος Ορφανός.

Το «Πολιτιστικό Ρέθυμνο» που ετοιμάζει μια πλήρη καταγραφή της πορείας του θεάτρου στο Ρέθυμνο από τη δύση του 1800 μέχρι σήμερα ήδη του έχει δώσει τη θέση που του αξίζει. Για να γνωρίσουν και οι επόμενοι τον αδαμάντινο χαρακτήρα ενός δασκάλου και το μεγάλο ταλέντο ενός χαρισματικού συγγραφέα, όπως ήταν ο Νίκος Ορφανός.

Πηγές:

Εύας Λαδιά: Ο μαέστρος της Κρητικής Ηθογραφίας.

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *