Γράφει ο Ηριδανός στην ΑΣΤΡΑΠΗ:
Μια εκδρομή στο Βρύσινα
Στ’ αμέτρητο πλήθος των Κρητικών μαντινάδων, των παιδιών αυτών της Αρχαίας ελεγείας,
συμπεριλαμβάνεται και μια που λέει:
Εδά θαρρείς και το φιλί φαί ναι να χορτάσης φίλησε μιά, φίλησε δυό, τόσο και σωλιμάσης
Δεν πρόκειται εδώ ν’ αποδυθώ στη συλλογή των σοφών μαργαριταριών και ν’ αποδείξω το
ψυχολογιμένο της μαντινάδας αυτής.
Θέλω μονάχα να γενικεύσω την έννοιαν της, να την ειδικεύσω ύστερα, αντικαθιστώντας τις λέξεις
«φιλί» με «Βρύσινας», και «φίλησε» με «πήγαινε», και να παραλληλήσω τον πόθον του φιλιού με τον
πόθο που κάνει να φωλιάζει στην ψυχή μου ο Βρύσινας.
Έτσι θα νιώση καλύτερα ο καθένας τα θέλγητρα του βονού αυτού, τον πόθο που γεννά στις ψυχές
που τον επισκέφθηκαν να τον ξαναπισκεφθούν.
Παράλληλες σκέψεις
Τον κύτταζα μεγαλόπρεπο, επιβλητικό, υπέροχο στην αγριότητα του μέσα, από το μώλο μας, και
σκεφτόμουν. Ένα βήμα νάκανα προς τα δεξιά, θα χανόταν και το θαλασσινό αεράκι, και θα πνιγόμουν
στην καπνισμένη ατμόσφαιρα του καφφενείου, θα κατάπινα όλας τας, δημαρχιακή αμέλεια, αναθυμιάσεις του δρόμου, και τα κόκαλλα μου θάτριζαν από υγρασία.
Κι όμως απέναντι μου, μακρυά, ορθονώταν η ζωή, η υγεία η ευτυχία. Με τη φαντασία πέταξα ένα
χρόνο πίσω, πάνω στο Βρύσινα, και για μια στιγμή θάρρεψα πως μυο χάιδευε το πρόσωπο ένα μυρισμένο
από θύμο αγέρι. Είχα φτάσει, όμως, εν τω μεταξύ, πάνω από ένα οχετό, και η μυρωδιά του με ξύπνησε.
Τάχα και φέτο δε θα μπορούσα να αισθανθώ, έστω και για λίγες στιγμές, την περυσινή ευτυχία;
Εις αντάλλαγμα λίγου κόπου, θα απολάμβανα τον καθαρόν αέρα, δεδομένου μάλιστα πως οι εν Άδου
κριταί επιβάλλουν και στους ζωντανούς τανταλείους τιμωρίας.
VIA BENETIA
Παλάτι ο κάμπος, σκάλα ο ανήφορος, τάπητες τα σπαρτά, διάδρομος το μονοπάτι, φως της σελήνης,
μαργαρτάρια οι αχτίνες της πάνω στα διάφανα νερά του ποταμού, τζάσζ, μπάντ, σ’ αηδόνια και μεις οι
βασιληάδες!… Κι’ όσο ψηλώναμε τόσο πιο ώμορφα. Δε είχε άδικον ο Κρυστάλλης, γράφωντας το
«Σταυραητό» του.
Κάθε πέτρα που πατεί κανείς για ν’ ανέβη ένα βήμα πιο ψηλά, μοιάζει με το σώμα του Χριστού που
τ’ άφισε να καταπατηθή από τον άνθρωπο και να του χρησημεύση έτσι, σαν σκαλοπάτι να βγη πιο ψηλά.
ΕΚΠΛΗΡΩΣΙ
Θα ρθή ίσως μια μέρα που ο άνθρωπος δεν θάχη ανάγκη από τίποτα. Βαρυμένος από τη φροντίδα ν’
ανακαλύπτη όπλα για να σκοτώνη το γείτονά του, να ιδρύη εργοστάσια μεταξωτών, οριγκάν κ.λ.π. για να
προάγη τον εκφυλισμό, θ’ αποσυρθή εις τα βουνά. Εκεί θα βρεθή στο στοιχείο του, και θα ηρεμνήση.
Τέτοια η προχθεσινή ψυχολογία και των συντρόφων μου, τέτοιες σκέψεις πλημμυρούσαν τα μυαλά μας,
όταν κάπου κάπου αποτραβιόταν η ομίχλη και βλέπαμε το Ρέθυμνον, από την κορυφή πια του Βρύσινα!
Ήταν αρκετό τ’ ασήμαντο και ταπεινό ερημοκλήσι του Αγ. Πνεύματος, να επιδράση στην ψυχή και
του πιο άθεου ακόμα και να φέρη μέσα σε μια στιγμή αποτέλεσμα που δεν έφερε ίσαμε τώρα ούτε η
ηλεκτροφωτισμένη Μητρόπολίς μας.
Αν ήταν δυνατό κείνη τη στιγμή να αναλύση κανείς την ψυχή και του πιο ταπεινού από τους
παρευρισκομένους, θα την εύρισκε ίση με του Πλάτωνος. Τέτοια η ψυχική διάθεσι της στιγμής εκείνης,
απόρροια της υπερόχου επιδράσεως της φύσεως. Σ’ όλων τα χείλη επλανάτο ένα αναιτίατο, εκ πρώτης
όψεως, χαμόγελο. Και είδα μέτωπα που άλλοτε τάβλεπα ρυτιδωμένα και συνοφρυωμένα, να καθαρίζουν.
Αναλογιζόμουν την ευτυχίαν του κόσμου αν ο έρωτας, η κοσμοκινητήριος αυτή δύναμις, γενιόταν εκεί
ψηλά, αντί στας αίθουσας των διαφόρων ντάνσιγκ.
Η δύναμις του θα ήταν δύναμις ψυχή – ζωής – και όχι σαρκός – θανάτου.
Π. Ηριδανός
ΠΗΓΗ: ΑΣΤΡΑΠΗ
Πέμπτη 2 Ιουλίου 1925

Αφήστε μια απάντηση