Τρέχα Δεσποινιό ν’ αναίξης το παππού σου. Σήκω Μανωλιό να φέρης το μεγάλο μας σκαμνί και δίπλωσε το ράσο του πατέρα σου να το θέσεις απάνω να το σιμώσης κοντά στην παρασθιά να κάτση ο παππούς σου ο Μιχελιός να πυρώνεται.
Σαν έκατσενε τόνε ξανοίγει καλά καλά το κοπέλι και του κάνει.
Γιάντα δε ξυρίζεσαι και δεν κόβγεις τα μαλλιά σου παππού.
Απώς τα νεγέρασα κοπέλι μου επαραίτησα και τα λούσα και μόνο πως τρώω και ζω ανωφέλευτα μα δεν αποθαίνω κιόλας μόνο βασανίζομαι.
Τάξε πως είσαι δα Δεσπότης; Μόνο πως δε φορείς πετροχείλι. Μα ότινά βάψης τη φεσάρα σου θάναι σαν το καλιμαύκι…
Πεινάς παππού πεινάς;
Δεν πεινώ παιδί μου γιάντα ρωτάς;
Κιαμέν γιάνταν αποβουλώσανε τα μάθια σου; Δεν είναι απού την πείνα;
Να κόψης τα μαλλιά σου για θα κάμεις ψείρες και μας μας τόπενε ο Δάσκαλος πως όποιο κοπέλλι δεν κόβγει τα μαλλιά ντου κάνει ψείρες.
Δεν κάνω ψείρες παιδί μου για δε βρίστουνε πράμμα να φάνε.
Και γιάντα παππού έκαμενε το κούτελό σου καταποτάκια σαν τα σκαλεράκια.
Από τα γέρα τα πολλά παιδί μου.
Και ταυχιά σου παππού γιάντα αντιφεγγίζουνε;
Απού τα γέρα παιδί μου εφτενίσανε.
Κι ήντα πόσω χρονώ είσαι παππού;
Πλειά παρά εκατό μα πόσα δεν κατέω.
Και το είκοσι ένα παππού θυμάσαι το;
Στο είκοσι ένα ήμουνε μικρός του Μαυρογένη στα εξήντα έξε και το Μεγάλο Ναπολέοντα.
Και πολέμησες ποθές;
Απώνταν εγεννήθηκα πολεμώ τσοι τούρκους.
Κι ετσά λιανά είσανε τα δαχτυλάκια σου παππού όντεν έσερνες το γραργαλιστήρι;
Απού τα γέρα κοπέλι μου αποδόκαν ετσά.
Μια φορά λέει παππού οι γι ανθρώποι εζούσανε πολλούς χρόνους εκατό και διακόσους και βάλε.
Ο Διογένης λέει μια φορά στην Αθήνα μιαν ημέρα έκλαιγεν εις τη στράτα και τον ερώτηξεν ένας άλλος γέρος ογδοήντα χρονώ μοναργαδινίτικοι με το Διογένη γιάντα κλαίει κι ήνταχει;
Ο πατέρας μου μέδειρε και μούσυρε ταυτί μου.
Και γιάντα τόκαμεν αυτό;
Πως επείραζα τον παππού μου και δεν τον άφινα ν’ αναναράψη τα στιβάνια ντου.
Πρέπει δα πως θα τούπερνε το σουβλί να τρυπά πράμμα ταβλάκι γη ταβλιέρα.
ΕΜΜ. ΙΩΣ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΗΣ
Χειρουργός