Από την εκδρομή της Περιηγητικής εις το Μυλοπόταμο
Δύο γλυκά αστραφτερά γκριζοπράσινα παιδικά ματάκια με το γλυκό αγγελικό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο
αγνό προσωπάκι του με κύτταζαν γεμάτα έκδηλη χαρά και ευγνωμοσύνη για την απόφασίν μου.
Θα πάμε στην εκδρομή. Μείνε ήσυχος. Κοιμήσου γιατί αύριο πρωί – πρωί ξεκινάμε.
Γλυκός ανέμελος παιδικός ύπνος σκέπασε και έκλεισε τα ματάκια του. Ευτυχισμένος στα παιδικά του
όνειρα… κοιμήθηκε ήσυχα…
Ήταν περίπου πέντε η ώρα που οι χαρούμενες φωνές του μας ξύπνησαν…
- Γρήγορα… θα χάσωμεν την εκδρομή μας. Μαμά ξεκινήσαμε γεμάτοι ελπίδες για μια χαρούμενη ημέρα…
Η παιδική καρδούλα του μικρού κτυπούσε από χαρά και η αδημονία του μεγάλωσε σαν είδε τ’ αυτοκίνητο.
Έτρεξε μήπως και δεν προφτάση…
Ήταν περασμένες επτά όταν η χαρούμενη συντροφιά μας ξεκίνησε… Γνωστοί και άγνωστοι σε λίγο
αδελφωμένοι θα χαρούμε την εξοχή, θα ξεφύγωμεν από την καθημερινή της ζωής ρουτίνα. Μα περισσότερον για
τους μικρούς φίλους μας η εκδρομή αποτελεί μια ψυχαγωγία άφθαστη, μια εκδήλωση χαράς της ζωής των… Το
σπάσιμο των δεσμών του καθημερινού μαγγανοπήγαδου, η μάθησις η γνωριμία με νέα πράγματα είναι εξ’ ίσου
επιθυμητά και στους μικρούς και στους μεγάλους. Είναι απαραίτητη σήμερα…
Τ’ αυτοκίνητο έτρεχε στον πλατύ ασφαλτοστρωμένον δρόμον και οι σκέψεις οι δικές μας το ίδιο έκαναν.
Έτρεχαν κι αυτές και προσπαθούσαν να ξεφύγουν από της καθημερινής ζωής τον αγώνα… Ο πάγος της σιωπής
σιγά – σιγά σπα και σαν μελίσσια πρωινά ακούγονται οι φωνές και τα τραγούδια της συντροφιάς μας. Ο πρωινός
αέρας που όσο και νάναι μυρίζει Φθινόπωρον μπαίνει από τα τζάμια και μας περιλούει με την δροσεράδα του. Ο
ήλιος σιγά σιγά αρχίζει να υψώνεται στον ορίζοντα υπερήφανος αστραφτερός, και οι καυτερές ακτίνες του μας
υπόσχονται μια ζεστή, πολύ ζεστή ημέρα…
Και πράγματι έκανε πολύ ζέστη την ημέρα εκείνη. Ας είναι Φθινόπωρον.
Έχοντας αριστερά μας το καταγάλανο λαμπερό Ρεθεμνιώτικο πέλαγος με την άφθαστη ασημί αμμουδερή
ακρογιαλιά του και δεξιά μας το καταπράσινο τοπίον των τόσον προοδευτικών, σε καλλιέργεια κηπευτικών,
προαστείων μας με τα καινούργια εξοχικά πεντακάθαρα κέντρα τους και με τις γραφικές γύρω μας γνώριμες
οροσειρές προχωρούμεν αφίνοντας την αγαπημένην μας πολιτεία προς τ’ ανατολικά…
Φθάνομεν στο Πέραμα. Με ολιγόλεπτον εκεί παραμονή στρίβοντες αριστερά παίρνομεν τον δρόμον προς το
Μελιδόνι.
Περνάμε την γραφικήν σιδερένια γέφυρα του «Γέρο ποταμού» ανηφορίζοντες προς τα δεξιά. Ο δρόμος είναι
θαυμάσιος μέχρι το Μελιδόνι. Από εδώ αρχίζει το άγνωστον, η περιπέτεια… Το εύφορο Μυλοπόταμον
παρουσιάζεται εδώ με απότομες λαγκαδιές, άγριες πλαγιές, κρημνούς και κατωψέριες μέσα σε οροσειρές γυμνές
από δένδρα και θάμνους, χαράδρες με πολύκορφα βουνά ανάμεσα στα οποία κυλάει ένας στενός κακότροπος
δρομάκος σαν φείδι που πάνω σ’ αυτό σέρνεται με αγκομαχητά και κόπο το λεωφορείον μας.
Προσίδει η ξαφνική αλλαγή το τοπίου στον επισκέπτη τον φόβον της ερημιάς και το δέος του άγριου. Σιγά
σιγά το λεωφορείον μας προχωρεί αφήνοντας βουητά και αναστεναγμούς αφήνοντας πίσω του σύννεφα από
σκόνες. Κυττάζομεν και θαυμάζομεν ή απορούμεν… Ποίοι κατοικούν αυτόν τον τόπον Θεοί ή άνθρωποι; Φαίνεται
όμως κάπου κάπου το χέρι του ανθρώπου στα δημιουργήματα της φύσεως… Κήποι μελισσών σαν χωριουδάκια
είναι εγκατεστημένα στις άγριες πλαγιές, και κοντά στον δρόμον συναντάμε ολλά ασβεστοκάμυνα. Να λοιπόν πως
ο Θεός τα πάντα έπραξε εν Σοφία. Τις σκέψεις μας τις διακόπτει το χωριό Εξάντη.
Ένα μικρό γραφικό χωριουδάκι στην μέση της ερημιάς αυτής. Κάτασπρα καθαρά σπιτάκια μας υποδέχονται
και χαρούμενες παιδικές φωνούλες καλοσορίζουν.
Δεν σταματούμεν. Προχωρούμεν τον δύσκολον δρόμον μας μέσα από υψώματα και κατοφέριες από στροφές
και χαράδρες. Το αυτοκίνητό μας προσπαθεί, βάζει δύναμιν.
Οι ρόδες γυρίζουν και προχωρεί με υπομονή κα καρτερία.
Θα φθάσωμεν… Να το τελευταίο ύψωμα. Φθάσαμε… Μια ματιά προς τα πίσω μας και άναυδοι
απολαμβάνομεν το θαυμάσιον λεκανοπέδιον που σχηματίζει η οροσειρά του Γέρο Ψηλορείτη. Σαν τάπης
πολύχρωμος απλώνεται γύρω μας η ομορφιά αυτή που λέγεται Μυλοπόταμον. Απίστευτον.
Κάθε περιγραφή του τοπίου είναι αδύναμος… Αφήνω την φαντασία του κάθε ενός μας να μαντέψη αυτό το
θέαμα. Το ίδιο ωραίον απλώνεται και μπροστά μας το τοπίον. Θαυμάσιος ορίζων με την καταγάλανη Μεσογειακή
θάλασσα. Τα δαντελωτά άγρια ακρογιάλια με τους αμμουδερούς υπηνέμους κολπίσκους, τους απότοπους βράχους
που τους γλύφει η θάλασσα και ολόρθα από εκεί ξεκινάνε τα ολόγυμνα από δένδρα και βλάστησι πολύκορφα
βουνά σχηματίζοντες έτσι ανάμεσα τους χαράδρες και μια μικρή κοιλάδα. Ένας υπήνεμος κολπίσκος και μέσα σ’
αυτόν κουρνιάζει και κάθεται το «Μπαλή» αγκαλισμένο από την θάλασσα και το ύψος των γύρω βουνών, των
αποτόμων μαύρων βράχων και των ωραιωτάτων αμμουδερών κολπίσκων, που το κύμα απαλά απαλά, πάντοτε
σκάει και φυλάει την λατρεμένη τούτη γη γεμάτη από πεντακάθαρο «άσπρο χοντρό βότσαλο ή μαύρο σαν πολύ
καπνισμένο βράχο. Με πραγματική όασις μέσα στην αγριότητα της φύσεως. Δεξιά μας στο βάθος διακρίνονται λίγα
σπιτάκια είνε η Βλυχάδα. Ένα ακόμη μικρό χωριουδάκι.
Ύστερα από την εξ ύψους μελέτη και παρατήρησι του ωραίου αυτού θεάματος μπαίνομεν μέσα στο Μπαλή.
Η φιλοξενία και η αγαθότης των λιγοστών κατοίκων του διαφαίνεται αμέσως. Φιλόξενοι και αγνοί
γεωγοψαράδες μας υποδέχονται και μας καλωσορίζουν ολόθερμα. Μας περιποιούνται και παντειοτρόπως μας
εκδηλώνουν την χαράν τους.
Τους ευχαριστούμεν και τους ευχόμεθα οι πόθοι τους για τον ωραίον τόπον τους να πραγματοποιηθούν. Μας
είπαν ιστορίες ψαράδικες, διάφορες του τόπου μας πάντοτε με το ποτήρι του κρασιού απάνω στο τραπέζι και την
νοσταλγία των εκεί ξένων των σπιτιών τους. Τους ζηλεύομεν για την ζωήν τους, ας έχει κινδύνους, και για τα
καλόκαρδα αισθήματά τους.
Όλοι οι ψαράδες φαίνεται πως η θάλασσα τους κάνει καλούς. Ο Θεός μαζύ τους. Νοσταλγοί σκεπτικισταί,
φιλόσοφοι, θεοφοβούμενοι σου εμπνέουν αμέσως εμπιστοσύνην και φιλίαν.
Με προθυμίαν Τζέντελμαν και χαρά τους μάς κέρασαν στον αμμουδερό κολπίσκο με τα παραγάδια. Κάθισαν
κοντά μας και συμμερίζονται την χαρά μας με τα θαυμάσια παιγνίδια μας στην θάλασσα ώρες ολόκληρες.
Βαρκάδες απολαυστικές μέσα στον σαν λάδι αυτόν παραδισένιον κόλπον μάς έκαναν πράγματι να ξεχάσωμεν την
καθημερινή Τύρβη και να δικαιώσω τον μικρόν αγαπημένον μου παιδί για την επιμονή του να πάμε εκδρομή…
Κατάκοποι γυρίσαμε στο μικρολίμανο του χωριού, που οι φιλόξενοι μαγαζάτορες είχαν ετοιμάσει τα τραπέζια
του φαγοποτιού μας. Μέσα στο γεμάτο κέφι γεύμα μας υπό τους ήχους του ακορντεόν και του ραδιοπικάπ, τους
χορούς, τα γέλια και το κρασί της καλόκαρδης συντροφιάς μας μάθαμε και μας είπαν και ολίγα για τον τόπο
τούτον.
«Τα γύρω άγρια βουνά που τον παραμυθένιο αυτόν τόπον περιβάλλουν γυμνά και απότομα με πολλές
μικρομέγαλες κορφές και χαράδρες λέγονται «Τάλια όρη», έχουν ύψος 1083 μέτρα. Εδώ ο Τάλιος Δία περνούσε
πολλές ξεκούραστες ώρες μακρυά από τα βαρυά του καθήκοντα… Γι’ αυτό το χωριό αυτό λεγόταν και Τάλλιον
κάποτε.
Κατά τους Χριστιανικούς χρόνους το 60 μ.Χ. περίπου ιδρύθηκε εδώ η Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου. Όταν δε η
Κρήτη κατελήφθη υπό των Τούρκων, και η σκληρή σκλαβιά πλάκωσε την Χριστιανοσύνη οι δύστυχοι καλόγεροι
ίνα ευχαριστήσουν τον επερχόμενον Πασάν με τον στρατόν του, τον προϋπάντησαν προσφέροντας του αγνό μέλι
παραγωγής του τόπου τούτου. Τόσο πολύ ευχαριστήθηκε ο Πασάς, που δεν πείραξε τον τόπον και εκεί που είχε
καθίσει υπάρχει σήμερα το αποτύπωμά του και λέγεται «του Πασά το κάθισμα». Από αυτό το γεγονός το φτωχό
ψαράδικο χωριουδάκη μετονομάθη «Μπαλή» από την Τουρκικήν λέξιν της ονομασίας του μελιού. Είναι δε και
σήμερα ακόμα ονομαστό το «Μπαλιώτικο μέλι», όπως βέβαια και το «ψάρι» του.
Από εδώ ως λένε οι κάτοικοί του αποβιβάστηκε και το απόσπασμα του Πάνου Κορωναίου.
Κατά την κατοχήν δε οι κάτοικοι και ο τόπος τούτος εξυπηρέτησαν τα μέγιστα τον αγώνα κατά των Γερμανών
ποικιλοτρόπως.
Και τώρα ομοτράπεζοι μας εδώ ευρίσκονται αδελφωμένοι (4) τέσσερα ζεύγη Γερμανών Τουριστών…
χαίρονται σήμερα τον τόπον τούτον εν ειρήνη θαυμάζοντας και απολαμβάνοντας τ’ αγαθά που οι κακά
συμπατριώτες τους ήθελαν να μας αφαιρέσουν.
Πόσο άλλαξαν οι καιροί…
Φύγαμε στις τρεις το απόγευμα από τον τόπον τούτον.
Συγκινημένοι και ευχαριστημένοι με τον άπειρον θαυμασμόν μας για το μέρος τούτο. Ας είσθε βέβαιοι
αγαπητοί και φιλόξενοι «Μπαλιώτες» και ψαράδες ότι οι καρδιές μας γέμισαν από τα αγνά και φιλόξενα αισθήματα
σας και μ’ έκδηλη την ευχαρίστησίν μας. Σας αποχαιρετούμεν και σας ευχαριστούμεν.
Φθάσαμε στο Σπήλαιον του Μελιδονίου το απόγευμα. Ο καυτερός ήλιος μας έλουζε με τις ακτίνες του και η
πυρακτωμένη γης μας έκοβε την ανάσα. Ιδρώτας πολύς μας περιέλουζε.
Ήτο τρομερή ζέστη. Με την βοήθειαν του καλού Κοινοτικού Γραμματέως Μελιδονίου επισκεφθήκαμεν το
Σπήλαιον. Η φύσις κάποτε υπερβάλλει και τον πιο περίφημο καλλιτέχνη. Έκθαμβοι παρατηρούμεν το μέγεθος και
την σταλαγματικήν του διακόσμησιν. Ακούομεν με ευλάβειαν την ηρωικήν θυσίαν των 370 Χριστιανών κατά το
έτος 1824 υπό του Χουσεΐν Βέη όστις άνοιξε μια τρύπα και έρριξε στη Σπηλιά θειάφι και άλλες εύφλεκτες ύλες και
έπνιξε από τον καπνό τα γυναικόπαιδα και τους πολεμιστάς.
Στην πλατείαν του Μελιδονίου δεχθήκαμε δροσιστικά διασκεδάσαμεν μέχρι της 9ης εσπερινής ώρας.
Γεμάτοι από ευχαρίστησιν και ικανοποίησιν από όσα είδομεν και επράξαμεν, κουρασμένοι από την τόσον
δύσκολη μα ευχάριστον διαδρομήν μπήκαμε στο αυτοκίνητο επιστρέφοντες στην βάσιν μας.
Θεωρούμεν υποχρέωσις μας να ευχαριστήσωμεν και τους καλούς και φιλόξενους Μελιδονιώτες.
Ήτο πια περασμένη η Δεκάτη νυκτερινή ώρα, όταν ο οδηγός του λεωφορείου μας είπεν ότι φθάσαμε. Τέλειωσε
και αυτή η μέρα. Τα φώτα της μικρής αγαπημένης μας πολιτείας φώτιζαν τους δρόμους και εμάς να γυρίσωμε στα
σπίτια μας. Ήταν πια περασμένη η ώρα και αύριο πάλι έχομεν δουλειά…
Γ.Α. ΣΗΜΑΝΤΗΡΑΣ
ΠΗΓΗ: ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ
ΣΑΒΒΑΤΟΝ 11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1965

Αφήστε μια απάντηση