Αϊ-Γιαννιώτικο πένθος

Τρίτη και δεκατρείς; Όχι.
Παρασκευή 30 Απρίλη, 1999. Παραμονή Πρωτομαγιάς.
Μαύρη μέρα για τον Αϊ-Γιάννη Αμαρίου και τους απανταχού Αϊ-Γιαννιώτες.
Εκείνο το ζοφερό πρωινό, η τραγική είδηση μεταφέρεται σαν αστραπή από στόμα σε στόμα σ’ όσους
βρίσκονται στο χωριό.
Πέφτει σαν κεραυνός στο ακουστικό του τηλεφώνου, για όσους ζουν μακρύτερα.
Οι λέξεις λίγες, παγερές. Απίστευτες. Η απάντηση στερεότυπη. Όχι, δεν είναι δυνατόν. Κάτι τέτοιο
δεν μπορεί να είναι αλήθεια.
Κι όμως.
Το 23χρονο παλικάρι με το μόνιμο χαμόγελο στα χείλη, δεν υπάρχει πια.
Ο Κάκος για τους συνομήλικους, το Διακουβάκι για τους μεγαλύτερους Ιάκωβος Μαριδάκης από
τον Αϊ-Γιάννη. Του Μιχάλη και της Χριστίνας.
Ο τρίτος γιος-βλαστός της οικογένειας, το καμάρι του χωριού.
Γεννήθηκε και ανατράφηκε στον Αϊ-Γιάννη. Αποφοίτησε από το Λύκειο Φουρφουρά και υπηρέτησε
τη στρατιωτική του θητεία.
Η αγάπη του για το χωριό δεν τον άφησε ούτε για μια στιγμή να σκεφθεί τη μετανάστευση. Ήθελε να
μείνει μόνιμα σ’ αυτό και μπορούσε να γίνει ο καλύτερος.
Οι συνθήκες καλές, οι προϋποθέσεις καλύτερες.
Νέος, όμορφος, γερός, δουλευτής, θαρραλέος, ειλικρινής.
Οι χάρες και οι αρετές μαζί, όλες στο πρόσωπό του. Όλα τα στοιχεία ενός ακέραιου χαρακτήρα.
Παιδί «καλόχαρο».
Πάντα χαρούμενος, γελαστός. Παντού πρόθυμος με όλους ευγενικός.
Στις φιλίες του έμπιστος. Μόνιμα αισιόδοχος.
Για όλα τα παραπάνω ήταν γνωστός και πολύ αγαπητός όχι μόνο στα γύρω χωριά αλλά και στη
Μεσσαρά, όπου είχε εργασθεί κατά περιόδους.
Έκανε φιλίες και καλές. Μόνος του. Ποτέ. Πάντα με φίλους, λίγους ή πολλούς.
Εκείνο το μοιραίο βράδυ της Πέμπτης δεν ήθελε άλλους μαζί του.
Ξεκίνησε μόνος του, θαρρείς και το ’ξερε. Γύρω στις 10, πήγε να συναντήσει φίλους σε γειτονικό
χωριό.
Ο Χάρος τον ζήλεψε, ο θάνατος παραμόνευε.
Σ’ εκείνη τη στροφή, στα μισά της διαδρομής Αϊ-Γιάννης – Νίθαυρη, του έστησαν καρτέρι. Και τον
πέτυχαν. Σαν τη σφαίρα, που βρίσκει κατάστηθα το νεαρό αητόπουλο στο πρώτο του πέταγμα.
Του έκοψαν το νήμα της ζωής, που μόλις είχε ξεκινήσει. Σαν τριαντάφυλλο του Μάη, που κόβεται κι
όμως το άρωμά του μένει. Μένει στη σκέψη και την καρδιά όλων μας.
Η τραγική είδηση διασταυρώνεται. Κανείς δεν θέλει και δεν μπορεί να πιστέψει το φοβερό μαντάτο.
Παραμονή Πρωτομαγιάς. Μέρα και τούτη. Γιορτή με λουλούδια. Για μας πένθος. Πένθος βαρύ, βαρύ
και καθολικό. Ο Αϊ-Γιάννης ντύνεται στα μαύρα.
Τα αεροπλάνα γεμάτα. Τυχεροί όσοι προλαβαίνουν τα πλοία της γραμμής, για να πουν από κοντά το
«στερνό αντίο». Οι υπόλοιποι με δάκρυα στα μάτια κι ένα κόμπο στο λαιμό ζούμε από μακριά τις μαύρες
ώρες.
Η τελευταία πράξη της τραγωδίας παίχθηκε το μεσημέρι της Πρωτομαγιάς. Εκατοντάδες συγγενείς,
φίλοι και γνωστοί έρχονται να πουν «καλό ταξίδι» στο παιδί, που το χαμόγελό του έσβησε για πάντα.
Άντρες και γυναίκες, νέοι, γέροι και παιδιά κλαίγοντας πολλοί με λυγμούς, δεν θέλουν να χάσουν από τα
μάτια τους το παλικάρι που τόσο αγαπήθηκε απ’ όλους.
Αγαπημένε μας Ιάκωβε.
Έφυγες από κοντά μας, όμως κανείς – ποτέ δεν θα μπορέσει να σε βγάλει απ’ την καρδιά μας. Για
πάντα θα είσαι σε ξεχωριστή θέση μέσα στο νου και την ψυχή μας. Εκεί που μόνος σου και επάξια
μπήκες.
Ας είναι ελαφρύ το Αϊ-Γιαννιώτικο χώμα που βιάστηκε να σε αναπαύσει.
Καλό σου ταξίδι. Καλό μας παλικάρι.
Παραδεισανός Αδάμ
Θεσσαλονίκη

Αφήστε μια απάντηση