Του ΓΙΑΝΝΗ Γ. ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ
Πνίγεσαι. Ανοίγεις την πόρτα. Αέρας βρώμικος και μολυσμένος. Ιώδιο και αίμα. «Ως εδώ, λοιπόν,
έφτασε η οσμή;» αναρωτιέσαι. Κάθεσαι στο νοικιασμένο σου μπαλκόνι, απέναντι από τη θάλασσα. Θέα
με ενοίκιο. Βράζεις. Πίνεις γουλιές – γουλιές το τσάι της Σαχάρας, που πίνουν οι Βεδουίνοι για να μη
ζεσταίνονται. Δε βλέπεις τη διαφορά. Πνίγεσαι σαν να μην τραβάς αέρα. Κλείνεις τα μάτια. Χοντρές
σταγόνες ιδρώτα κυλούν στο πρόσωπό σου. Ακούς τον ήχο της εφημερίδας καθώς γυρίζει σελίδα απ’ τον
αέρα για να διαβάσουν τ’ αστέρια. Νύχτα θεοσκότεινη, την εποχή που ‘χε μέρες να βγει η Πανσέληνος απ’
την κόγχη της.
Με κλειστά μάτια ταξιδεύεις. Κι ονειρεύεσαι. Καταργείς τα σύνορα και με μια δρασκελιά πετάγεσαι
στην Τουρκία και τη Βοσνία. Στην Πρίστινα και τη Βάρνα. Στα καφενεία χριστιανοί και μουσουλμάνοι
ρουφούν τον καφέ τους. Τζαμί κι εκκλησιά δίπλα-δίπλα. Ραμαζάνι και σταυροκοπήματα. Του ιμάμη η
μακρόσυρτη προσευχή, των καθολικών η εκκλησιαστική μουσική, ο εσπερινός της καμπάνας. Κοσοβάροι
Αλβανοί και Σέρβοι μαζί. Έλληνες και Τούρκοι στα ίδια νερά κολυμπούν. Η Μαρία κι η Σεϊλά ετοιμάζουν
τα προικιά των παιδιών τους που θα συμπεθερέψουν. Περπατάς στη βαλκανική γειτονιά κι ακούς
εκατοντάδες διαλέκτους. Πλουραλισμός χωρίς ασυνεννοησία. Δημοκρατία και πολυχρωμία. Εδώ
συνυπάρχουν τσιγγάνικα βιολιά και παραπονιάρικα αγάπης τραγούδια. Ριζίτικα και αμανέδες. Κλαρίνο
και ούτι. Εδώ λυπούνται, κλαίνε, πονάνε. Τραγουδούν, πίνουν, χορεύουν, μεθούν. Εδώ συμβιώνουν χωρίς
ακρότητες. Στο βαλκανικό σου όνειρο. Στο νοικιασμένο σου μπαλκόνι.
Ξυπνάς απ’ τ’ αγιάζι που φέρνει η θάλασσα. Η εφημερίδα έχει γυρίσει κι άλλη σελίδα. Τ’ αστέρια
συνεχίζουν να διαβάζουν. Η Ελένη στο CD. Μουσική απ’ την ταινία του Κισλόφσκι BLUE. Η τηλεόραση
κλειστή. Δε θες άλλες σκηνές βίας κι αίματος. Το βαλκανικό σου όνειρο μόνο σκέφτεσαι να κρατήσεις
ζωντανό. Ρουφάς αέρα ξανά. Ιώδιο θαλασσινό. Χαμογελάς. Το βαλκανικό όνειρο, σου ‘φτιαξε τη διάθεση.
Βάζεις τη μουσική δυνατά. Θες ν’ ακουστεί παντού. Η πόλη μπροστά σου, τσιμεντωμένη. Ακίνητη. Θες
να χορέψει η πόλη. Να βγάλει τα μουντά. Να φορέσει τη χαρά. Να μεθύσει η πολυεθνική βαλκανική σου
πόλη. Στη μεγάλη πλατεία να στηθεί το γλέντι. Να χορέψουν οι Βαλκάνιοι. Ν’ απορούν οι Ευρωπαίοι κι
οι Αμερικανοί τουρίστες. Να αναβοσβήνουν τα φλας των έκπληκτων Γιαπωνέζων. Να κρατήσει το
πανηγύρι ως το πρωί. Εδώ στην ξεχασμένη Ανατολή.
Αφήνεις το νοικιασμένο σου μπαλκόνι. Θα πας να διαλαλήσεις το όνειρό σου. Να το διηγηθώ παντού.
Να πιεις ένα ούζο στην υγεία των Βαλκανίων.
8.30. Στη μεγάλη πλατεία το σκηνικό αλλαγμένο. Γιγαντοοθόνες στα ουζερί κι ανούσιες συζητήσεις.
Ρουφάς το ούζο αργά με το βλέμμα προς την πλευρά της θάλασσας. Με γυρισμένη πλάτη στον τελικό του
Κυπέλλου Ελλάδος. Πιτσιρικάδες με πράσινα και κόκκινα κασκόλ φωνάζουν. Η διπλανή παρέα αγωνιά.
Θα χάσει ο Παναθηναϊκός για τρίτη συνεχόμενη χρονιά το τρόπαιο ή ο θρύλος θα κάνει το νταμπλ για
πρώτη φορά μετά το ’81. Το βαλκανικό σου τ’ όνειρο αρχίζει να ξεθωριάζει. Σε ποιον να μιλήσεις; Δε θα
σ’ ακούσει κανείς.
Ξαφνικά οι ελπίδες σου αναπτερώνονται. Ένας γνωστός έρχεται και σε χαιρετά. Κάθεται δίπλα σου για
ένα ούζο. «Να σε ποιον θα διηγηθώ το βαλκανικό μου όνειρο», σκέφτεσαι. Τον ρωτάς πώς πέρασε τις
γιορτές του Πάσχα. Κι αρχίζει να σου εξηγεί πώς γλίτωσε στο παραπέντε τη φυλακή. Να σου διηγείται
για ένα γλέντι Τουρκόγυφτων, όπως είπε, στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης. Που επειδή πάντρευαν τα παιδιά
τους χόρευαν και γλεντούσαν. Κι άκουγαν και τουρκικά τραγούδια. Κι αυτό ενόχλησε το γνωστό σου και
τους φίλους του, πρώην καταδρομείς του ελληνικού στρατού. Κι έτσι με τσαμπουκά κι απειλές
σταμάτησαν και διέλυσαν το γλέντι, «των γύφτων που υποστηρίζουν του κοσοβάρους κι όχι τους
Σέρβους».
Το βαλκανικό σου τ’ όνειρο πάγωσε. Κάτι πήγες να ψελλίσεις για μειονότητες. Δε σ’ άκουσε. «Φεύγω
γιατί άρχισε ο αγώνας», σου είπε κι έμεινες με το ποτήρι το ούζο και τα χλωρά κουκιά. Και με τ’ όνειρο…
κουρέλι.
Σηκώθηκες να φύγεις την ώρα που δόθηκε ένα πέναλτι. Κάποιοι ούρλιαζαν και μούγκριζαν την οθόνη.
Κι εσύ με βήματα βαριά, κουβαλώντας το κουρεμένο σου όνειρο γύρισες σπίτι. Στο νοικιασμένο σου
μπαλκόνι η εφημερίδα ήταν στην αθλητική σελίδα. Τ’ αστέρια συνέχιζαν να διαβάζουν. Έκλεισες τα
μάτια κι είδες το κενό. Κι ένα απολωλός σκοτάδι. Σαν τ’ άνοιξες οι οπαδοί του Ολυμπιακού πανηγύριζαν
την κατάκτηση του Κυπέλλου. Στο νοικιασμένο σου μπαλκόνι η νύχτα μύριζε αίμα και ούζο μαζί. Κι
αηδία. Το βαλκανικό σου όνειρο ήταν για λίγες ώρες νοικιασμένο κι αυτό.
ΠΗΓΗ: ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ
14 ΜΑΪΟΥ 1999

Αφήστε μια απάντηση