
Του ΟΔΥΣΣΕΑ ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗ
Καθηγητή της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας
Φωνές διαμαρτυρίας υψώνονται για ό,τι συμβαίνει σήμερα στη γειτονική χώρα, φωνές που ακούγονται έντονα
εδώ και αλλού πολύ ή λίγο, με κάθε τρόπο και μέσο. Μπορεί οι διαμαρτυρίες να μη συγκινούν τους υπεύθυνους για
την τραγωδία του άμαχου πληθυσμού, αλλά δείχνουν ότι παρά τα λάθη και τα κρίματα της άλλης πλευράς, οι απλοί
πολίτες θέλουν να αντισταθούν στην αλαζονική συμπεριφορά εκείνων που για έναν ιερό, υποτίθεται, σκοπό,
λειτουργούν έξω από τα όρια κάθε νομιμότητας. Έστω και αργά συνειδητοποιούμε ότι πρέπει επιτέλους να
ενδιαφερθούμε σοβαρά για ό,τι γίνεται σήμερα στους λαούς της γης, σε όλους ανεξαιρέτως τους λαούς.
Η σημερινή επίθεση ενάντια σε μια μικρή χώρα δεν πρέπει να μας ξενίζει. Ο Θουκυδίδης εξιστορεί (V 85-113)
πώς οι Αθηναίοι δημοκράτες και ανθρωπιστές συμπεριφέρθηκαν με τον πιο απάνθρωπο αυταρχισμό στη Μήλο, η
οποία αν και ολιγοδύναμη αντιτάχθηκε σθεναρά στις επεκτατικές τους βλέψεις. Οι κάτοικοι της Μήλου πίστεψαν
στο δίκαιο αγώνα τους και πολέμησαν αλλά νικήθηκαν από τους αντιπάλους τους που είχαν τη δύναμη να
επιβάλλουν το δίκαιο του ισχυρού. Ο μεγάλος ιστορικός παρουσιάζει τους Αθηναίους να επιδεικνύουν κυνισμό και
περιφρόνηση προς τον μικρό αντίπαλο. Ακολούθησαν σφαγές, λεηλασίες, υποδούλωση, προσφυγιά. Το λυπηρό για
την εποχή μας είναι ότι δεν διδάχτηκε τίποτα από τον Θουκυδίδη, ούτε όμως και από τον Ευριπίδη που
συγκλονισμένος αποδοκίμασε στις «Τρωάδες» του τις φρικαλεότητες του πολέμου (προσφιλή αναγνώσματα και οι
δύο συγγραφείς σε αμερικανικά και ευρωπαϊκά πανεπιστήμια). Γράφοντας την ιστορία του Πελοποννησιακού
πολέμου («κτήμα ες αεί», Ι 20) ο Θουκυδίδης προέβλεψε σωστά ότι «… και των μελλόντων ποτέ αύθις κατά το
ανθρώπινον τοιούτων και παραπλησίων…» και «γιγνόμενα μεν και αεί εσόμενα έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων η»
(Ι, 224).
Αφού λοιπόν η «φύση» του ανθρώπου δεν άλλαξε, παρ’ όλο που οικογένεια, σχολείο και εκκλησία
προσπάθησαν να τη βελτιώσουν, αφού οι διεθνείς οργανισμοί «κωφεύουν», η λεγόμενη πολιτική λύση θα έρθει (αν
έρθει) αργά για όσους έχασαν τη ζωή τους, και οι μέχρι τώρα «διαμαρτυρίες» δεν φέρουν τα επιθυμητά
αποτελέσματα, είναι φυσικό να προβληματιζόμαστε. Είναι διάχυτο, και δικαιολογημένο, το λαϊκό αίσθημα ότι οι
υπεύθυνοι πρέπει να τιμωρηθούν. Η σκέψη να μποϊκοτάρει κανείς τα καταναλωτικά αγαθά των εμπλεκομένων
χωρών, ηχεί μάλλον απλοϊκή. Είναι βέβαια κοινό μυστικό πως αν υπάρχει ένα πράγμα που «σέβονται» οι ισχυροί
της γης, αυτό είναι το συμφέρον τους, το συμφέρον εκείνο που τους επιτρέπει να πλουτίζουν, να ευημερούν και να
οπλίζονται για να εξασφαλίζουν αγορές, απρόσκοπτη διακίνηση και ευρεία κατανάλωση των προϊόντων της
παραγωγής τους. Από τα προϊόντα της βιομηχανίας τους αντλούν δύναμη, όπως ο μυθικός Ανταίος αντλούσε από
την επαφή του με τη γη (ο Ηρακλής πάλαιψε με τον γίγαντα και τον νίκησε μόνο όταν κατάλαβε με ποιό τρόπο
έπρεπε να παλαίψει). Δεν ισχύει πια το «ανάγκα και θεοί πείθονται» αλλά το «συμφέροντι και ισχυροί πείθονται».
Όμως, αυτοί που στηρίζουν την ισχύ των όπλων, διαθέτουν σίγουρα και τα μέσα να προστατέψουν τη διακίνηση
και κατανάλωση των αγαθών τους. Πρέπει να είναι έτοιμοι οι καταναλωτές να «θυσιάσουν» κάτι από την καλοζωία
τους και οι εισαγωγείς των προϊόντων να κάνουν κάποιες «αβαρίες» για να αποδώσει το μέτρο αυτό, πράγμα
δύσκολο. Πρέπει να θεωρείται λοιπόν βέβαιο, ότι και το μέτρο αυτό δεν θα αποδώσει, δεν θα εξαναγκάσει δηλαδή
τις εμπλεκόμενες χώρες να αναδιπλωθούν.
Εθνικά δεν μας συμφέρει να αδιαφορούμε για ό,τι συμβαίνει γύρω μας ή να περιορίζομε το ενδιαφέρον μας
στην ενημέρωση που παρέχουν τα μίντια. Είναι και θέμα εθνικής επιβίωσης. Ας μην ολιγωρούμε λοιπόν όσο η
δημοκρατία κατοχυρώνει ακόμη βασικά δικαιώματά μας, και λέω ακόμη γιατί αν η δημοκρατία δεν έχει πεθάνει, η
υγεία της είναι σοβαρά κλονισμένη. Επιβάλλεται να εξευρεθούν καινούριοι μηχανισμοί αποτελεσματικού ελέγχου
της κρατικής εξουσίας, αν οι υπάρχοντες έχουν παρακαμφθεί ή υπολειτουργούν. Ως απλοί πολίτες που πληρώναμε
βαρύ τίμημα κάθε φορά, πρέπει να «ξυπνήσομε» επιτέλους, να επαγρυπνούμε και να περιφρουρούμε οι ίδιοι τα
δικαιώματά μας, τα οποία αν δεν απεμπολούμε σήμερα, τα θυσιάζομε στο βωμό των κάθε είδους σκοπιμοτήτων. Αν
αδιαφορήσουμε σαν άλλοι «Ουκαλέγοντες», θα υποστούμε και χειρότερα ως λαός και τότε θα είμαστε ασφαλώς
άξιοι της μοίρας μας. Θα τελειώσει κάποτε κι αυτός ο «τοπικός» πόλεμος. Τι θα πράξομε μέχρι να ξεσπάσει ο
επόμενος, που μπορεί να μας αγγίξει αν και το απευχόμαστε; Υπάρχει η σωστή αντίληψη ότι πρέπει να θωρακίσομε
τη χώρα μας οικονομικά, αν τα καταφέρομε τελικά, γιατί δεν είναι η πρώτη φορά που το επιχειρούμε.
Δεν αρκεί όμως μια ισχυρά οικονομία για να μας σώσει από την επιθετικότητα και τη βάναυση συμπεριφορά
των ισχυρών. Ας κάνομε λίγο την αυτοκριτική μας. Όλοι σχεδόν καταδικάζομε σήμερα την επιθετικότητα της
υπερδύναμης και των συνεργών της και αγνοούμε ή θέλουμε να αγνοούμε ότι η επιθετικότητα αυτή δεν είναι
τίποτα περισσότερο από μια προέκταση ορισμένων από τις ανθρώπινες συμπεριφορές σε ατομικό επίπεδο.
Συμβαίνει συχνά, οι άνθρωποι στην προσωπική και επαγγελματική ζωή τους να απειλούν και να αδικούν εκείνο
(γείτονα, ξένο, ανταγωνιστή κ.λ.π.) που θεωρούν εμπόδιο στην επίτευξη θεμιτών ή αθέμιτων στόχων. Ο φόβος της
τιμωρίας και των αντιποίνων λειτουργεί ενίοτε αποτρεπτικά, αλλά όταν εκλείψει ή ξεπεραστεί, οι ηθικές αξίες
δοκιμάζονται κι αποδεικνύονται ανίσχυρες να κρατήσουν τον άνθρωπο μακριά από τη βία και την αδικία.
Η απάντηση στο πρόβλημα της βίας είναι η σωστή παιδεία. Υπογραμμίζω τη λέξη σωστή, γιατί ξεφύγαμε
πολύ από την πορεία που χάραξε ο δάσκαλος του «ευ ζην». Ο Σωκράτης αντέταξε τις ηθικές αξίες στα κηρύγματα
των σοφιστών για το νόμο του ισχυρού, κηρύγματα που υιοθέτησαν οι ιμπεριαλιστές και οι κάθε είδους
τυραννίσκοι από τον πέμπτο αιώνα π.Χ. Δεν δώσαμε και δεν δίνουμε την πρέπουσα σημασία στην καλλιέργεια του
ωραίου και του καλού που φέρει μέσα του ο άνθρωπος. Αυτό είναι το μέγα σφάλμα της παιδείας σε όλα τα επίπεδα,
διεθνώς. Ο Σοφοκλής υμνεί τον άνθρωπο ως το υπέρτατο ον της δημιουργίας, υμνεί τις ικανότητες και τα
επιτεύγματά του, παρατηρεί όμως παράλληλα ότι ο άνθρωπος μπορεί από τη φύση του να κάνει το κακό εξίσου
εύκολα με το καλό («Αντιγόνη», στ. 332 κ.ε.). Αφού λοιπόν ενυπάρχουν μέσα μας το τιτανικό (κακό) και το
διονυσιακό (καλό) στοιχείο, η παιδεία πρέπει τουλάχιστον να στοχεύει σε μια εξισορρόπηση των στοιχείων αυτών,
διαφορετικά, με διαπιστωμένη τη ροπή του ανθρώπου προς το κακό, δεν υπάρχει ελπίδα για την ανθρωπότητα. Στο
ερώτημα τι είναι ο άνθρωπος, δόθηκαν πολλές απαντήσεις, πολλοί έσκυψαν πάνω στο πρόβλημα και περισσότερο
ο μεγάλος Αθηναίος φιλόσοφος, που πίστευε ότι ο άνθρωπος έχει απεριόριστες δυνατότητες ψυχικής και
πνευματικής ανάπλασης και άρα βελτίωσης της ζωής του. Αρκεί να ακολουθήσει το σωστό δρόμο, που δεν είναι
άλλος από την αυτογνωσία. Επειδή όμως ο δρόμος της αρετής παρέμεινε σαν ή και τον διάβηκαν. Έτσι
διαπιστώνουμε σήμερα, ύστερα από δύο και πλέον χιλιετίες, ότι εξακολουθεί, δυστυχώς, να ισχύει το «lupus est
homo homini» των Ρωμαίων («ο άνθρωπος είναι λύκος για τον συνάνθρωπό του»). Αν δεν αλλάξει η θηριώδης
(τιτανική) φύση του ανθρώπου, με καλύτερη και ουσιαστικότερη παιδεία, είναι μάταιο να περιμένει κανείς ότι θα
σταματήσουν η επιθετικότητα και ο πόλεμος. Γι’ αυτό ο Γκαίτε είπε το περίφημο: «Φως, περισσότερο φως».
ΠΗΓΗ: ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ
14 ΜΑΪΟΥ 1999

Αφήστε μια απάντηση