<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Χριστούγεννα &#8211; Πολιτιστικό Ρέθυμνο</title>
	<atom:link href="https://politistiko-rethymno.org/category/xristougenna/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://politistiko-rethymno.org</link>
	<description></description>
	<lastBuildDate>Tue, 24 Mar 2026 10:15:51 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.1.3</generator>
	<item>
		<title>Χριστουγεννιάτικη τραγωδία</title>
		<link>https://politistiko-rethymno.org/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b4%ce%af%ce%b1/</link>
					<comments>https://politistiko-rethymno.org/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b4%ce%af%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Εύα Λαδιά]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 24 Mar 2026 10:15:50 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Uncategorized]]></category>
		<category><![CDATA[Χριστούγεννα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://politistiko-rethymno.org/?p=15065</guid>

					<description><![CDATA[<p>του Θεμιστοκλή Βαλαρή Μεταξύ των δραματικών περιστατικών που συνέβαιναν συχνά, στο ενετικό μας λιμάνι θα σας περιγράψω ένα που συνέβη την ημέρα των Χριστουγέννων. Την ημέρα των Χριστουγέννων εκείνη την χρονιά, η θάλασσα ήταν μπονάτσα. Έπιασε, λοιπόν, εύκολα το βαπόρι και οι του λιμένος μας πήραν τις μαούνες και τους επιβάτες και άρχισαν την φορτοεκφόρτωσιν [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b4%ce%af%ce%b1/">Χριστουγεννιάτικη τραγωδία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<p class="wp-block-paragraph">του Θεμιστοκλή Βαλαρή </p>



<figure class="wp-block-image size-full"><a href="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/02/BALARHS.jpg"><img fetchpriority="high" decoding="async" width="450" height="225" src="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/02/BALARHS.jpg" alt="" class="wp-image-13856" srcset="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/02/BALARHS.jpg 450w, https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/02/BALARHS-300x150.jpg 300w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></a></figure>



<p class="wp-block-paragraph">Μεταξύ των δραματικών περιστατικών που συνέβαιναν συχνά, στο ενετικό μας λιμάνι θα σας περιγράψω ένα που συνέβη την ημέρα των Χριστουγέννων.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Την ημέρα των Χριστουγέννων εκείνη την χρονιά, η θάλασσα ήταν μπονάτσα. Έπιασε, λοιπόν, εύκολα το βαπόρι και οι του λιμένος μας πήραν τις μαούνες και τους επιβάτες και άρχισαν την φορτοεκφόρτωσιν και την μεταφοράν των επιβατών. Δεν είχε περάσει μία ώρα από την στιγμήν που είχε ελευθεροκοινωνήσει το βαπόρι και ευτυχώς, μόλις είχε τελειώσει η μεταφορά των επιβατών και πιάνει ένα δαιμονισμένο μπουρίνι.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο Χουσεΐν καπετάνιος στέκει απείκος με τα κυάλια στο πάνω πλατύσκαλο της διπλής σκάλας, που είναι πάνω από την ταβέρνα «Λιοδάκη» σήμερα, και παρακολουθεί.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο Χουσεΐν καπετάνιος ήταν ο τσάρος του λιμανιού μας. Ήταν αρχηγός των Τούρκων λιμενεργατών, που ήταν και οι περισσότεροι, και οι διαταγές του ήσαν σεβασταί και εξετελούντο ασυζητητί, όχι μόνον από τους Τούρκους αλλά και από τους Χριστιανούς.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Εκεί, στο πλατύσκαλο αυτό, ήταν το παρατηρητήριόν του και παρηκολούθει την κίνησιν του λιμένος και τα εξ&nbsp; Ηρακλείου προσεγγίζοντα βαπόρια. Υπελόγιζε δε την απόστασιν που εφαίνετο το βαπόρι και την ταχύτητά του και εφώναζε… «Το βαπόρι φουντάρει π.χ.. σε μισή ώρα!&#8230;Να ετοιμαστούν μαούνες και βάρκες και να στέκουν αρόδο, όξω από το λιμάνι, εκειά που θα φουντάρη το βαπόρι. Ο καιρός είναι καλός και θα ‘ρθη ν’ αράξη κοντά», ή αν δεν ήταν καλός, έλεγε… «…θ’ αράξη ανοικτά».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Όντως αμέσως εξεκινούσαν οι μαούνες και οι βάρκες με τους επιβάτες ανοίγονταν έξω από το λιμάνι και περίμεναν την βάρκα του λιμεναρχείου να δώσει το πράτηγο, για ν’ αρχίση η προσέγγισις και η γνωστήν διαδικασία.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η βάρκα του λιμεναρχείου προηγείτο, με τον Λιμενάρχην, τον αστύατρον και τον πράκτορα. Έβγαιναν στο βαπόρι, ήλεγχαν τα χαρτιά του, ως και αν έχη άρρωστον μέσα, διότι τότε τα βαπόρια αυτά έπιαναν στην Αίγυπτον, όπου έβραζε η χολέρα και εφ’ όσον όλα ήσαν εν τάξει, έφευγαν με την βάρκα και φώναζαν «Πράτηγο!!». Αμέσως ξεκινούσαν τα πλεούμενα, πλεύριαζαν στο βαπόρι και άρχιζε η φορτοεκφόρτωσις.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Βλέπει, λοιπόν, ο Χουσεΐν καπετάνιος από το παρατήριό του το μπουρίνι ξαφνικά να ‘ρχεται και το βαπόρι να τραβά την άγκυρά του για να φύγη, παρατώντας την μαούνα στο πέλαγος έρμαιον των κυμάτων (ήταν ο σκυλοπνίχτης του Τζών), και τραβά μια φωνάρα… που σείστηκε κυριολεκτικά το λιμάνι… «Γλακάτε (τρεχάτε), μωρέ, και χάνεται η μαούνα με τσ’ ανθρώπους μέσα!!!».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Δεν είχε αποτελειώσει την φράση του και όλοι οι λιμανίτες, με την ψυχή στο στόμα, στέκονται και περιμένουν την&nbsp; διαταγή. Ορμούν οκτώ Τούρκοι, διαλεκτοί κωπηλάτες και κολυμβηταί, πετούν τα ρούχα των, γιατί παπούτσια δεν είχαν, στέκει κι ο καπετάνιος στο τιμόνι και ξεκινούν.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο κόσμος εν τω μεταξύ στην πόλιν ακούει το σφύριγμα του βαποριού και βλέπει και το μπουρίνι και τρέχουν όλοι στο λιμάνι να δουν τι γίνεται. Πολλοί πάνε μπρος από το φανάρι που προεκτείνεται λίγα μέτρα ο μώλος και με κίνδυνο να παρασυρθούν από τα κύματα που τον καβαλικεύουν, περιμένουν ίσως και μπορέσουν να βοηθήσουν την ώρα που θα στρίβουν τα πλεούμενα, για να μπουν στο λιμάνι, που ήταν το πλιό επικίνδυνο σημείο.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μόλις έστριψεν η βάρκα τον μώλο αυτό και βγήκε στο πέλαγος, έρχεται ένα θεριό κύμα, θέτει μια στην βάρκα, την τινάζει ολόρθη σαν καρυδότσουφλο στον αέρα αλλά χωρίς να την αναποδογυρίση. Οι κωπηλάτες έγιναν ένας σωρός στην πρύμνη της βάρκας, έτσι που το κύμα την έστεσε ολόρθη, μα μόλις αυτή έκατσε, πάλι ορμούν σαν θεριά και πιάνουν τα κουπιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο καπετάνιος της βάρκας ολόρθος κουλαντρίζει την τιμονιέρα με τα πόδια του, όρθιοι και οι κωπηλάτες πέφτουν ανάσκελα στα κουπιά, που τα πιέζουν με όλο τους το κορμί, με τα χέρια και τα πόδια και πάνε να σπάσουν από το ζόρι που τους δίνουν… αλλά αυτού!&#8230; εκεί! … αυτοί, ακλόνητοι μπρος στον θάνατο, τραβούν, παλεύοντας λιονταρίσια και φτάνουν την μαούνα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Εμείς οι θεαταί, με την γλώσσα κυριολεκτικά καταπιωμένη, παρακολουθούμε αυτόν τον υπεράνθρωπο αγώνα που καταβάλουν άνθρωποι αγράμματοι αλλά με την ψυχή γεμάτη γνώση, που δεν αποκτάται με τα γράμματα, παρά μόνο αν έχης κληρονομιά την μαγιά μέσα σου, όπως την είχαν αυτοί.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Εβλέπαμε με δέος, μια την μαούνα να σκαμπανεβάζη στην τρούλα του κυμάτου και στην στιγμή να χάνεται από τα μάτια&nbsp; μας και την άλλη, την βάρκα στην τρούλα και τους κωπηλάτες να κάνουν λυσσασμένο αγώνα, για να προχωρήση και να σύρη πίσω της και την μαούνα μαζύ και πάλι να χάνεται μέσα στα κύματα και&nbsp; να προβάλλη η μαούνα με τον κάβο που την έσερνε τεντωμένο να σπάση, από το ζόρι που του ‘δίναν τα θεριά που αγωνίζουνταν μέσα στην βάρκα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Τέλος, έφτασαν μπροστά στον μώλο, στην στροφή, αλλά η στροφή αυτή ήταν θανάσιμα επικίνδυνη, γιατί την ώρα που θα ‘στριβε η μαούνα υποχρεωτικά θα εξετίθεντο τα πλευρά της στην μανία των φοβερών κυμάτων, ώστε ή θ’ αναποδογυρίζετο ή θα την παρέσυραν να την πετάξουν έξω στην άμμο ή στον μώλο κι έτσι να χαθούν και οι άνθρωποι και η μαούνα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Σηκώνεται, λοιπόν, ο πρώτος κωπηλάτης, Χουρχίτης με τ’ όνομα, απλώνει τα χέρια του και ζητά σκοινί από τους ανθρώπους που στέκονταν στην άκρη του μώλου, κάτω από το φανάρι. Οι άνθρωποι, που επί ταυτού στέκονταν εκεί, έτοιμοι ως ήταν, πετούν τον κάβο και τον πιάνει ο Χουρχίτης, σκύβει να τον δέσει στην βάρκα, για να ελευθερώση τα χέρια του να πιάση το κουπί και όλοι μαζύ να τραβήξουν την μαούνα από τον μώλο και να πάρη την στροφή, αλλά καθυστερεί… τραβιέται το σκοινί και ως ήτανε σκυμμένος, παρασύρεται και πέφτει στην θάλασσα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αυτό ήταν το τέλος της ζωής του! Ούτε ξαναφάνηκε στον αφρό, ούτε τον βρήκαν ποτέ! Τον τύλιξαν τα φοβερά ρεύματα και χάθηκε για πάντα, κι ας ήταν, όπως όλοι&nbsp; το ανεγνώριζαν, ο καλύτερος κολυμπητής του λιμανιού.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Εν τω μεταξύ, βγήκε και μια άλλη βάρκα, δίκωπη, με τον σκοπό να δώση τον κάβο στην μαούνα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μόλις, όμως, ξεκίνησε από τον μώλο, έρχεται ένα κύμα, μα τι κύμα… Ακόμα το βλέπω στα μάτια μου, να τρέχη αφηνιασμένο άλογο… Τινάζει μια στην βάρκα, την σηκώνει στον αέρα ολόρθη, την αναποδογυρίζει. Οι άνθρωποι παρουσιάζονται δέκα μέτρα από την μπουμπουρισμένη (ανάποδα) βάρκα, αλλά άλλο κύμα, αφηνιασμένο, θέτει μια στην βάρκα, την σηκώνει ολόρθη ξανά και βρίσκεται γυρισμένη στα ίσια να πλέη, σαν είκοσι μέτρα παρακάτω.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Εμείς, με την ψυχή στο στόμα, παρακολουθούσαμε το τρομερό δράμα, που εκτυλίσσεται μπροστά μας και βλέπομε τους ναυαγούς να πλησιάζουν την βάρκα, οπότε την φτάνει ο ένας και γαντζώνεται στην πλώρη της από το ξύλο που περισσεύει, ο άλλος όμως σηκώνει τα χέρια του ψηλά και χάνεται.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αυτά όλα εξελίσσοντο σε απόσταση μικρότερη από 50 μέτρα από κει που στεκόμασταν, χωρίς να μπορούμε να βοηθήσωμε με κανέναν τρόπο.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Εν το μεταξύ, η βάρκα που είχε απομείνει με επτά ανθρώπους, εξακολουθεί, παρά την εξαφάνιση του καλλίτερου της κωπηλάτη, να παλεύη για την σωτηρία των επιβατών της μαούνας και την δική των. Αλλά μάταια, γιατί μια έφτανε η μαούνα μπρος την στροφή, μια ερχόνταν ένα βουνό κύμα… και βάρκα και μαούνα ξαναβρίσκονταν στο πέλαγος.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Στο τέλος, ένα κύμα σπρώχνει την μαούνα με την βάρκα μπροστά στον μώλο και ευνοϊκά ρεύματα βάζουν και τα δυο σκάφη στο λιμανάκι. Τα ρεύματα σπρώχνουν και την δεύτερη βάρκα προς την αρχή της προκυμαίας, όπου ως επλησίασεν πετούν ένα αγκυράκι δεμένο με σκοινί, πιάνουν την βάρκα, την πλησιάζουν και στα γρήγορα τραβούν τον Χουσάκι, αυτόν που είχε πιαστεί και σκαρφαλώσει απάνω της, από την πλώρη που ήταν γαντζωμένος.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μετά δυο λεπτά, η βάρκα είχε γίνει θρύψαλα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αργότερα, βρέθηκε νεκρός ο σύντροφός του να πλέη στην είσοδο&nbsp; του λιμανακιού μας.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αυτό ήταν ένα επεισόδιον από τα πολλά που τραβούσαν οι αφανείς αυτοί ήρωες, χωρίς ποτέ να βαρυγκομήσουν ή να δειλιάσουν μπροστά στον κίνδυνο, αλλά πάντα με αυτοθυσία και ανθρωπιά άφθαστη, προσέφεραν την ζωή των.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ </strong></p>


<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b4%ce%af%ce%b1/">Χριστουγεννιάτικη τραγωδία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://politistiko-rethymno.org/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b4%ce%af%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΜΙΑ ΠΑΛΗΑ ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ</title>
		<link>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b7%ce%b1-%cf%81%ce%b5%ce%b8%ce%b5%ce%bc%ce%bd%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%b1/</link>
					<comments>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b7%ce%b1-%cf%81%ce%b5%ce%b8%ce%b5%ce%bc%ce%bd%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Εύα Λαδιά]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 07 Mar 2026 13:42:57 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Χριστούγεννα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://politistiko-rethymno.org/?p=14584</guid>

					<description><![CDATA[<p>Στο περιοδικό «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ» της 29&#160; Δεκεμβρίου 1929, καταχωρήθηκε διήγημα υπό τον τίτλο «ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟΝ (Χριστουγεννιάτική ιστορία αληθινή). Δεν το υπογράφει κανείς. Αξίζει όμως τον κόπο να αναδημοσιευθή κι έτσι ν’ αποθυσαυρισθή από τον Τύπο της πόλεως. Το θέμα είναι καθαρώς τοπικό. Ο Μωυσής Βαρούχ ο Ρεθυμνιώτης, ήταν Εβραίος στη θρησκεία, στη [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b7%ce%b1-%cf%81%ce%b5%ce%b8%ce%b5%ce%bc%ce%bd%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%b1/">ΜΙΑ ΠΑΛΗΑ ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<p class="wp-block-paragraph"><em>Στο περιοδικό «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ» της 29&nbsp; Δεκεμβρίου 1929, καταχωρήθηκε διήγημα υπό τον τίτλο «ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟΝ (Χριστουγεννιάτική ιστορία αληθινή). Δεν το υπογράφει κανείς. Αξίζει όμως τον κόπο να αναδημοσιευθή κι έτσι ν’ αποθυσαυρισθή από τον Τύπο της πόλεως. Το θέμα είναι καθαρώς τοπικό.</em></p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο Μωυσής Βαρούχ ο Ρεθυμνιώτης, ήταν Εβραίος στη θρησκεία, στη γλώσσα όμως Ελληνόφωνος. Είχε&nbsp; μεγάλη περιουσία, αλλά το έκρυβε απ’ όλους και έκανε πάντοτε τον&nbsp; φτωχό.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Καθώς ήταν κακομοίρης και καμπούρης, όλοι τον πειράζανε και κανένας δεν τον χώνευε για την τσιγκουνιά του. Έτσι σιγά – σιγά κι αυτός έγινε μισάνθρωπος.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Την εποχή εκείνη το Ρέθυμνο βρισκόταν σε μεγάλη ακμή. Κάθε πρωί των Χριστουγέννων, μόλις τελείωνε η θεία λειτουργία, η νεολαία του Ρεθύμνου, έπαιζε στο θέατρο της πόλεως ένα δράμα που επιγραφόταν «Η αναίρεσις των εν Βηθλεέμ νηπίων».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο νέος που επρόκειτο να υποδυθή εκείνη τη χρονιά το πρόσωπο του Ηρώδη, έτυχε να είναι ο γυιός ενός ξεπεσμένου πλουσίου της πόλεως, του οποίου την περιουσία είχε κατασχέσει ο δανειστής του Βαρούχ. Γι’ αυτό λοιπόν ο νέος, μόλις ανέβηκε στη σκηνή, άρχισε να μιμείται τη φωνή, το περπάτημα και το καμπούριασμα του Εβραίου. Σε κάποιο μάλιστα σημείο της παραστάσεως ο ερασιτέχνης αυτός ηθοποιός έβαλε στο στόμα του βασιλέως της Ιουδαίας τέτοιες φράσεις και βλαστήμιες κατά του νεογεννήτου Ιησού, ώστε το πλήθος, φανατισμένο καθώς ήταν την εποχή εκείνη με τη θρησκεία, σηκώθηκε από το θέατρο και τράβηξε για το σπίτι του Εβραίου, για να τον κομματιάση…</p>



<p class="wp-block-paragraph">Το πλήθος αποτελούμενο από ανθρώπους πάσης τάξεως, χωρικούς, ιερείς, παιδιά και γυναίκες, έφτασε με κραυγές και ορυγές εμπρός στο σπίτι του Βαρούχ, την ώρα που αυτός ανύποπτος καθόταν με τη γυναίκα του και τα παιδιά του στο τραπέζι για να φάνε.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Άρχισαν αμέσως να του σπάζουν με λιθάρια τα παράθυρα, ενώ συγχρόνως του φώναζαν άγρια:</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Έβγα να σε δούμε κοκκινότριχε! Πρόβαλε, βρωμερέ, παληόσκυλο με τα κουτάβια σου!&#8230; Έβγα να πης και μπροστά μας τις βλαστήμιες σου κατά του Χριστού!&#8230; ή θα βαφτιστής σήμερα και συ και όλη η σκυλοφαμηλιά σου, πιστεύοντας έτσι στο νεογέννητο Χριστό, ή θα σε κάψουμε ζωντανό!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Και δόσ’ του βροχή στα παραθύρια τα λιθάρια!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο φτωχός ο Μωυσής, μη βλέποντας άλλο τρόπο σωτηρίας, εβγήκε πράγματι στο παράθυρο και άπλωσε προς το πλήθος τα χέρια του.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Βρε αδελφοί! τους φώναξε, τι σας φταίει ο φτωχός Βαρούχ!&#8230; Εγώ έσφαξα τα παιδιά της Βηθλεέμ; Ηρώδης είμ’ εγώ; … Ή μήπως ζούσα τότε;… Ή το κάνετε αυτό, για να ξεκάνετε ένα φτωχό, επειδή έκαμε λίγα χρήματα, για να του φάτε τα λεπτά του…</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Κάτω, σταυρωτή! Ούρλιαζε το πλήθος.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Εάν σταυρώθηκε ο Χριστός, καθώς πιστεύεται, σταυρώθηκε από τον Πιλάτο…</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Μωρέ, τον αφίνετε ακόμα να μιλάη! Φώναξε τότε κάποιος από το πλήθος.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Έλεος! Φώναξε ο Βαρούχ. Λυπηθήτε με όσοι είστε πατεράδες!</p>



<p class="wp-block-paragraph">Και για να τους συγκινήση, έδειξε από το παράθυρο το μικρότερο παιδί του.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Τίποτε, τίποτε! Φώναζαν από κάτω. Ή θα κατεβής να βαφτιστής, ή θ’ ανεβάσουμε από το παράθυρο την κολυμβήθρα!</p>



<p class="wp-block-paragraph">Και έδειχναν μια μεγάλη σκάφη που είχαν φέρει μαζύ τους.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο Εβραίος τότε τι να κάνη, δέχτηκε να γίνη χριστιανός.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Αφού το θέλετε να βαφτιστώ, είπε, να βαφτιστώ!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αμέσως όμως από κάτω πιάστηκαν οι ορθόδοξοι και οι καθολικοί, γιατί τότε υπήρχαν πολλοί καθολικοί στην Κρήτη. Τι όνομα θα έδιναν στον Εβραίο; Οι Έλληνες τον ήθελαν «Παφνούτιο» προς τιμήν του Αγίου Πάτρωνος της Κουμπαγιώτας.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Ζήτω ο Παφνούτιος! Φώναζαν.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Από το άλλο μέρος όμως οι καθολικοί τον ήθελαν «Γαϊτάνο».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έτσι, λίγο&nbsp; έλειψε να αιματοκυλιστούν.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Πάψετε, αδέρφια, την φιλονεικία, φώναξε τότε από πάνω ο Βαρούχ. Αφού με θέλετε ομόθρησκό σας, το θέλημά σας θα γενή. Αλλά μη σκοτώνεστε, γιατί ένα τέτοιο πράγμα δεν το θέλει ο Θεός!&#8230; Για να μη γίνω αιτία φόνων, ας γίνη το εξής! Στείλτε μου επάνω έναν παπά Γραικό και έναν Δυτικό, και οι τρεις μας μαζύ θα τα κανονίσουμε και θα λύσουμε τη διαφορά ικανοποιητικώτατα για όλους. Συμβιβαστήτε λοιπόν έτσι και φιληθήτε αδελφικά!</p>



<p class="wp-block-paragraph">Πράγματι, η πρότασίς του αυτή άρεσε και στα δυο&nbsp; μέρη και όλοι άρχισαν να φιλιούνται, όταν έξαφνα κάποιος φλαρόπαπας φώναξε:</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Να ονομασθή Γαϊτανοπαφνούτιος!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Όχι, Παφνουτογαϊτάνος!&#8230; απαντήσαν τότε με μια φωνή οι Έλληνες.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Το σύνθετο αυτό όνομα υποδαύλισε πάλι τα μίση και παρ’ ολίγο να γίνη αφορμή νέου αιματοκυλίσματος. Τη επεμβάσει όμως πάλι του φτωχού Βαρούχ, καθησύχασαν οι αντιμαχόμενοι και δυο παπάδες, ένας ορθόδοξος και ένας καθολικός, μπήκαν τότε μέσα στο σπίτι του Βαρούχ.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Πως διορθωθήκανε εκεί τα πράγματα μεταξύ τους, κανένας δεν γνωρίζει. Η ιστορία όμως δεν κάνει κανένα λόγο γι’ αυτό.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο,τιδήποτε όμως κι αν συνέβη μέσα στο σπίτι, φαίνεται ότι η συνάντησις του Βαρούχ και των δυο ιερέων ετελείωσε καλά.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Γιατί οι παπάδες, όταν βγήκαν σε λίγο έξω, είπαν στο συναγμένο πλήθος ότι ο Βαρούχ θα ομολογούσε την πίστι του προς την Αγία Τριάδα και ότι συνεφωνήθη να λέη ο Βαρούχ τρεις μήνες το σύμβολο της Πίστεως ελληνιστί και άλλους τρεις κατόπιν να λέη το «Πιστεύω» στη Λατινική.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Και ότι, τέλος, θα ρίχνανε τους κύβους και η τύχη θ’ αποφάσιζε σε ποιο δόγμα υποχρεωτικώς έπρεπε να προσχωρήση ο Βαρούχ.</p>



<p class="wp-block-paragraph">………………………………………………………………………………………………………………………</p>



<p class="wp-block-paragraph">Φαίνεται όμως ότι και ύστερα από τα γεγονότα αυτά τον Βαρούχ τον κυνηγούσε κάποια τύχη κακιά. Γιατί, ενώ αμέσως μετά τα Χριστούγεννα κατέφυγε σε κάποιον υποτακτικό του έξω από το Ρέθυμνο, για να γλυτώση από τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό, τον παρηκολούθησε κι εκεί η μοχθηρία των εχθρών του.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Τον κυνήγησαν και οι Αρχές, τον κυνήγησε και ο κόσμος και έτσι ο άλλοτε πλούσιος και καλός Βαρούχ βρέθηκε ένα πρωί χωρίς πεντάρα και αναγκάστηκε να φύγη στα Χανιά, όπου του απέμεναν δυο σπίτια. Επειδή όμως κάποιος νόμος απαγόρευε την εποχή εκείνη στους Εβραίους να έχουν κτήματα ακίνητα, τα δυο εκείνα σπίτια του Βαρούχ στα δημόσια βιβλία ήσαν καταγεγραμμένα στο όνομα ενός Ελβετού, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε αποθάνει. Έτσι τα έχασε και αυτά.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Στο τέλος, τόση ήταν η φτώχεια του Βαρούχ, που ο σπιτονοικοκύρης του του έκαμε έξωσι από το σπίτι που καθόταν, γιατί δεν είχε να πληρώση τα ενοίκια, και αναγκάστηκε να καταφύγη σε μια κάμαρη στης πιο φτωχής συνοικίας των Χανίων, μαζύ με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, που πεινούσαν…</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έτσι ήλθε ένας βαρύς χειμώνας.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ήταν Δεκέμβριος και στα Χανιά για την τύχη του Βαρούχ, είχε χιονίσει.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Είχε φτάσει η παραμονή της εορτής των Χριστουγέννων.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Όλα τα σπίτια μαγειρεύανε και οι καπνοδόχες και των πιο φτωχών ακόμα κάπνιζαν και μοσχοβολήματα και κνίσσες έβγαιναν από παντού και μόνον το τζάκι του περιφρονημένου Ισραηλίτου ήταν δυο ημέρες τώρα σβυστό, για να μην ξανανάψη πλέον. Μόνον η στάχτη είχε μείνει στη γωνιά, για να θυμίζη παληά ωραία μαγειρεύματα, στην οικογένεια που τώρα πεινούσε!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Τα παιδιά του Βαρούχ έκλαιγαν κι&nbsp; εφώναζαν: -Θέλω ψωμί!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Πεινάω!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Οι φωνές αυτές σφάζαν του πατέρα τους την καρδιά και έκαναν τα μάτια του να τρέχουν σαν βρύσι.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μονάχα η γυναίκα του υπέφερε σιωπηλή και καρτερική τα μαρτύρια της φτώχειας.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ήταν ακριβώς το επόμενον έτος της ιστορίας που διηγηθήκαμε. Ο κόσμος έξω ήταν όλος στο πόδι και έτρεχε στην αγορά για να κάνη τα χριστουγεννιάτικα ψώνια του και μονάχα ο Μωυσής με τη φαμελιά του καθόταν κλεισμένος, πεινασμένος, δυστυχής. Έκλαιγαν τα μεγάλα τα παιδιά, έκλαιγε και το μικρό που θήλαζε, γιατί δεν είχε πειά γάλα το μητρικό το στήθος να του δώση. Ο Μωυσής καθόταν απέξω στο πεζούλι της αυλόπορτας, με το κεφάλι&nbsp; του χωμένο&nbsp; μέσα στα γόνατα, όταν μια κόττα, που την κυνηγούσε ένας σκύλος, εμπήκε τρομαγμένη από τη μισανοιγμένη πόρτα και χώθηκε κάτω από το κρεββάτι της ισογείου κάμαρης του Ισραηλίτου.</p>



<p class="wp-block-paragraph">……………………………………………………………………………………………………………………………</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η κόττα αυτή τον έβαλε σε μεγάλους πειρασμούς.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Ο Θεός της έστειλε! Σκέφτηκε.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μια κόττα μπορούσε να σώση τη φαμελιά του, όπου πεινούσε.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μα πάλιν πως να την κρατήση; Θα έκανε έτσι κλοπή!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μια φωνή όμως μέσα του εφώναξε:</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Τα παιδιά σου πεθαίνουν από την πείνα. Κύτταξε να τα σώσης όπως μπορείς!</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έτσι, επί τέλους, απεφάσισε να την κλέψη και την έκλεψε πράγματι.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η κλοπή όμως αυτή δεν άφινε ήσυχο τον τίμιο Βαρούχ. Η συνείδησίς του φώναζε!</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αλλά μήπως ήταν αυτή μονάχα η αμαρτία του;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μήπως και πέρυσι σαν αύριο, στο Ρέθυμνο, δεν εδέχθη ν’ αφήση τη θρησκεία των πατέρων του και να γίνη Χριστιανός; Μα ούτε κι αυτό δεν το έκανε. Και σκεφτόταν ότι, αν είχε γίνει πραγματικά χριστιανός, δεν θα έχανε τα δυο σπίτια του. Γι’ αυτό αποφάσισε να γίνη τώρα χριστιανός και να ξαναγίνη έτσι κύριος της κτηματικής του περιουσίας…</p>



<p class="wp-block-paragraph">Την εποχή εκείνη έκανε φοβερούς σεισμούς στην Κρήτη. Ο κόσμος που είχε τρομοκρατηθή, μη ξέροντας τι να κάνη, το έρριξε στην δεισιδαιμονία. Είχε επικρατήσει δηλαδή μια πρόληψις ότι, για να κατευνασθή η θεία οργή, έπρεπε να εκχριστιανίζεται κάθε χρόνο ένας Τούρκος ή Εβραίος. Όλους αυτούς τους νεοφωτίστους τους βάφτιζαν τα μέλη του οίκου Τσαγγαρόλα, που ήσαν τότε πολύ πλούσιοι.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έτσι κι ο Μωυσής Βαρούχ, που στην απελπισία του αποφάσισε πειά τελειωτικά να γίνη χριστιανός, κατέφυγε στους Τσαγγαρόλους, οι οποίοι ενθουσιασμένοι για το εύρημα και μαζύ με αυτούς και όλος ο λαός των Χανίων, δεν ήξεραν πως να περιποιηθούν τον Εβραίο. Τους ντύσανε λοιπόν λαμπρά φορέματα και άρχισε να τρέφη την οικογένειά του με φαγητά καλά και άφθονα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ενώ όμως όλοι στο σπίτι έτρωγαν, ο Βαρούχ ο φτωχός έμενε νηστικός, γιατί ήταν υποχρεωμένος με νηστείες και προσευχές μιας εβδομάδος να καθαρίση το κορμί του. Επειδή όμως δεν ήξερε άλλη γλώσσα από τα Ελληνικά, του ήταν αδύνατο να προφέρη τα Λατινικά, που οι Ενετικές Αρχές των Χανίων προσπαθούσαν να του μάθουν.</p>



<p class="wp-block-paragraph">………………………………………………………………………………………………………………………..</p>



<p class="wp-block-paragraph">Τέλος ήλθε και η μέρα του βαφτίσματος και αποφασίστηκε να πη το «Πιστεύω» ένα άλλος αντί του Βαρούχ. Τη στιγμή όμως που ο νεοφώτιστος ήταν μέσα στην κολυμβήθρα και ο λαός εφώναζε: «Χιλιόχρονος! Χιλιόχρονος!» «Να ζήσης να χαρής και τ’ όνομά σου!» «Καλορρίζικος ο Γαβδελεά!&#8230;» (έτσι τον ωνόμασαν), ένας τρομερός σεισμός ετάραξε την πόλι.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αμέσως όλη η εκκλησία άδειασε από ιερείς νουνούς, παρακουμπάρους, επισήμους και λαό.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο μόνος που έμεινε μέσα ήταν ο νεοφώτιστος Γαβδελεάς, πλέων ως το λαιμό μέσα στο πιθάρι, που χρησιμοποιήσανε για κολυμβήθρα του και τρέμοντας από το κρύο. Δεν μπορούσε να βγη ο φτωχός, γιατί δεν είχε ρούχα να φορέση.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έτσι έμεινε επί αρκετή ώρα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Απελπισμένος στο τέλος, εβγήκε, αλλά δεν εύρισκε τίποτε πουθενά να ρίξη επάνω του. Τότε τυλίχτηκε σ’ ένα σεντόνι και τράβηξε σαν φάντασμά, μισοπαγωμένος, για το σπίτι του.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ένα σπουδαίο ζήτημα όμως γεννήθηκε έπειτα: Αν δηλαδή ο Γαβδελεάς, τέως Μωυσής Βαρούχ, ήταν Εβραίος ή χριστιανός, γιατί δεν είχε τελειώσει το βάφτισμα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η Βενετία, της οποίας εζητήθη τότε η γνώμη, εκήρυξε το βάφτισμα του Βαρούχ αμφίβολον και άκυρον. Κι έτσι τα κτήματα του Ισραηλίτου έμειναν στην κυριότητα της Λατινικής Κοινότητος Χανίων.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Τα τελευταία του Βαρούχ ήσαν κακά και άσχημα. Όλοι τον απόπερναν και κανείς δεν τον ευσπλαχνιζόταν. Ο κόσμος τον αποκαλούσε ο «Εβραιοχριστιανός».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Όταν απέθανε, επειδή δεν έστεργαν ούτε οι Λατίνοι παπάδες να τον θάψουν, ως αβάφτιστο, ούτε ο Ραββίνος να τον ευλογήση, γιατί είχε αρνηθή την Ιουδαϊκή θρησκεία, τρεις Τουρκογύφτοι τον έρριξαν στη θάλασσα για να τον φάνε τα ψάρια…</p>



<p class="wp-block-paragraph">Από την ιστορία αυτή έμεινε στην Κρήτη η παροιμία: «Ούτε Μωυσής, ούτε Γοβδελεάς!»</p>



<p class="wp-block-paragraph">Και για την αντιγραφή</p>



<p class="wp-block-paragraph">ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΙΣ</p>



<p class="wp-block-paragraph"></p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>ΜΙΑ ΠΑΛΗΑ ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ</strong></p>



<p class="wp-block-paragraph"><em>Στο περιοδικό «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ» της 29&nbsp; Δεκεμβρίου 1929, καταχωρήθηκε διήγημα υπό τον τίτλο «ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟΝ (Χριστουγεννιάτική ιστορία αληθινή). Δεν το υπογράφει κανείς. Αξίζει όμως τον κόπο να αναδημοσιευθή κι έτσι ν’ αποθυσαυρισθή από τον Τύπο της πόλεως. Το θέμα είναι καθαρώς τοπικό.</em></p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο Μωυσής Βαρούχ ο Ρεθυμνιώτης, ήταν Εβραίος στη θρησκεία, στη γλώσσα όμως Ελληνόφωνος. Είχε&nbsp; μεγάλη περιουσία, αλλά το έκρυβε απ’ όλους και έκανε πάντοτε τον&nbsp; φτωχό.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Καθώς ήταν κακομοίρης και καμπούρης, όλοι τον πειράζανε και κανένας δεν τον χώνευε για την τσιγκουνιά του. Έτσι σιγά – σιγά κι αυτός έγινε μισάνθρωπος.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Την εποχή εκείνη το Ρέθυμνο βρισκόταν σε μεγάλη ακμή. Κάθε πρωί των Χριστουγέννων, μόλις τελείωνε η θεία λειτουργία, η νεολαία του Ρεθύμνου, έπαιζε στο θέατρο της πόλεως ένα δράμα που επιγραφόταν «Η αναίρεσις των εν Βηθλεέμ νηπίων».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο νέος που επρόκειτο να υποδυθή εκείνη τη χρονιά το πρόσωπο του Ηρώδη, έτυχε να είναι ο γυιός ενός ξεπεσμένου πλουσίου της πόλεως, του οποίου την περιουσία είχε κατασχέσει ο δανειστής του Βαρούχ. Γι’ αυτό λοιπόν ο νέος, μόλις ανέβηκε στη σκηνή, άρχισε να μιμείται τη φωνή, το περπάτημα και το καμπούριασμα του Εβραίου. Σε κάποιο μάλιστα σημείο της παραστάσεως ο ερασιτέχνης αυτός ηθοποιός έβαλε στο στόμα του βασιλέως της Ιουδαίας τέτοιες φράσεις και βλαστήμιες κατά του νεογεννήτου Ιησού, ώστε το πλήθος, φανατισμένο καθώς ήταν την εποχή εκείνη με τη θρησκεία, σηκώθηκε από το θέατρο και τράβηξε για το σπίτι του Εβραίου, για να τον κομματιάση…</p>



<p class="wp-block-paragraph">Το πλήθος αποτελούμενο από ανθρώπους πάσης τάξεως, χωρικούς, ιερείς, παιδιά και γυναίκες, έφτασε με κραυγές και ορυγές εμπρός στο σπίτι του Βαρούχ, την ώρα που αυτός ανύποπτος καθόταν με τη γυναίκα του και τα παιδιά του στο τραπέζι για να φάνε.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Άρχισαν αμέσως να του σπάζουν με λιθάρια τα παράθυρα, ενώ συγχρόνως του φώναζαν άγρια:</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Έβγα να σε δούμε κοκκινότριχε! Πρόβαλε, βρωμερέ, παληόσκυλο με τα κουτάβια σου!&#8230; Έβγα να πης και μπροστά μας τις βλαστήμιες σου κατά του Χριστού!&#8230; ή θα βαφτιστής σήμερα και συ και όλη η σκυλοφαμηλιά σου, πιστεύοντας έτσι στο νεογέννητο Χριστό, ή θα σε κάψουμε ζωντανό!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Και δόσ’ του βροχή στα παραθύρια τα λιθάρια!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο φτωχός ο Μωυσής, μη βλέποντας άλλο τρόπο σωτηρίας, εβγήκε πράγματι στο παράθυρο και άπλωσε προς το πλήθος τα χέρια του.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Βρε αδελφοί! τους φώναξε, τι σας φταίει ο φτωχός Βαρούχ!&#8230; Εγώ έσφαξα τα παιδιά της Βηθλεέμ; Ηρώδης είμ’ εγώ; … Ή μήπως ζούσα τότε;… Ή το κάνετε αυτό, για να ξεκάνετε ένα φτωχό, επειδή έκαμε λίγα χρήματα, για να του φάτε τα λεπτά του…</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Κάτω, σταυρωτή! Ούρλιαζε το πλήθος.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Εάν σταυρώθηκε ο Χριστός, καθώς πιστεύεται, σταυρώθηκε από τον Πιλάτο…</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Μωρέ, τον αφίνετε ακόμα να μιλάη! Φώναξε τότε κάποιος από το πλήθος.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Έλεος! Φώναξε ο Βαρούχ. Λυπηθήτε με όσοι είστε πατεράδες!</p>



<p class="wp-block-paragraph">Και για να τους συγκινήση, έδειξε από το παράθυρο το μικρότερο παιδί του.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Τίποτε, τίποτε! Φώναζαν από κάτω. Ή θα κατεβής να βαφτιστής, ή θ’ ανεβάσουμε από το παράθυρο την κολυμβήθρα!</p>



<p class="wp-block-paragraph">Και έδειχναν μια μεγάλη σκάφη που είχαν φέρει μαζύ τους.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο Εβραίος τότε τι να κάνη, δέχτηκε να γίνη χριστιανός.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Αφού το θέλετε να βαφτιστώ, είπε, να βαφτιστώ!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αμέσως όμως από κάτω πιάστηκαν οι ορθόδοξοι και οι καθολικοί, γιατί τότε υπήρχαν πολλοί καθολικοί στην Κρήτη. Τι όνομα θα έδιναν στον Εβραίο; Οι Έλληνες τον ήθελαν «Παφνούτιο» προς τιμήν του Αγίου Πάτρωνος της Κουμπαγιώτας.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Ζήτω ο Παφνούτιος! Φώναζαν.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Από το άλλο μέρος όμως οι καθολικοί τον ήθελαν «Γαϊτάνο».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έτσι, λίγο&nbsp; έλειψε να αιματοκυλιστούν.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Πάψετε, αδέρφια, την φιλονεικία, φώναξε τότε από πάνω ο Βαρούχ. Αφού με θέλετε ομόθρησκό σας, το θέλημά σας θα γενή. Αλλά μη σκοτώνεστε, γιατί ένα τέτοιο πράγμα δεν το θέλει ο Θεός!&#8230; Για να μη γίνω αιτία φόνων, ας γίνη το εξής! Στείλτε μου επάνω έναν παπά Γραικό και έναν Δυτικό, και οι τρεις μας μαζύ θα τα κανονίσουμε και θα λύσουμε τη διαφορά ικανοποιητικώτατα για όλους. Συμβιβαστήτε λοιπόν έτσι και φιληθήτε αδελφικά!</p>



<p class="wp-block-paragraph">Πράγματι, η πρότασίς του αυτή άρεσε και στα δυο&nbsp; μέρη και όλοι άρχισαν να φιλιούνται, όταν έξαφνα κάποιος φλαρόπαπας φώναξε:</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Να ονομασθή Γαϊτανοπαφνούτιος!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Όχι, Παφνουτογαϊτάνος!&#8230; απαντήσαν τότε με μια φωνή οι Έλληνες.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Το σύνθετο αυτό όνομα υποδαύλισε πάλι τα μίση και παρ’ ολίγο να γίνη αφορμή νέου αιματοκυλίσματος. Τη επεμβάσει όμως πάλι του φτωχού Βαρούχ, καθησύχασαν οι αντιμαχόμενοι και δυο παπάδες, ένας ορθόδοξος και ένας καθολικός, μπήκαν τότε μέσα στο σπίτι του Βαρούχ.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Πως διορθωθήκανε εκεί τα πράγματα μεταξύ τους, κανένας δεν γνωρίζει. Η ιστορία όμως δεν κάνει κανένα λόγο γι’ αυτό.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο,τιδήποτε όμως κι αν συνέβη μέσα στο σπίτι, φαίνεται ότι η συνάντησις του Βαρούχ και των δυο ιερέων ετελείωσε καλά.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Γιατί οι παπάδες, όταν βγήκαν σε λίγο έξω, είπαν στο συναγμένο πλήθος ότι ο Βαρούχ θα ομολογούσε την πίστι του προς την Αγία Τριάδα και ότι συνεφωνήθη να λέη ο Βαρούχ τρεις μήνες το σύμβολο της Πίστεως ελληνιστί και άλλους τρεις κατόπιν να λέη το «Πιστεύω» στη Λατινική.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Και ότι, τέλος, θα ρίχνανε τους κύβους και η τύχη θ’ αποφάσιζε σε ποιο δόγμα υποχρεωτικώς έπρεπε να προσχωρήση ο Βαρούχ.</p>



<p class="wp-block-paragraph">………………………………………………………………………………………………………………………</p>



<p class="wp-block-paragraph">Φαίνεται όμως ότι και ύστερα από τα γεγονότα αυτά τον Βαρούχ τον κυνηγούσε κάποια τύχη κακιά. Γιατί, ενώ αμέσως μετά τα Χριστούγεννα κατέφυγε σε κάποιον υποτακτικό του έξω από το Ρέθυμνο, για να γλυτώση από τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό, τον παρηκολούθησε κι εκεί η μοχθηρία των εχθρών του.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Τον κυνήγησαν και οι Αρχές, τον κυνήγησε και ο κόσμος και έτσι ο άλλοτε πλούσιος και καλός Βαρούχ βρέθηκε ένα πρωί χωρίς πεντάρα και αναγκάστηκε να φύγη στα Χανιά, όπου του απέμεναν δυο σπίτια. Επειδή όμως κάποιος νόμος απαγόρευε την εποχή εκείνη στους Εβραίους να έχουν κτήματα ακίνητα, τα δυο εκείνα σπίτια του Βαρούχ στα δημόσια βιβλία ήσαν καταγεγραμμένα στο όνομα ενός Ελβετού, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε αποθάνει. Έτσι τα έχασε και αυτά.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Στο τέλος, τόση ήταν η φτώχεια του Βαρούχ, που ο σπιτονοικοκύρης του του έκαμε έξωσι από το σπίτι που καθόταν, γιατί δεν είχε να πληρώση τα ενοίκια, και αναγκάστηκε να καταφύγη σε μια κάμαρη στης πιο φτωχής συνοικίας των Χανίων, μαζύ με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, που πεινούσαν…</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έτσι ήλθε ένας βαρύς χειμώνας.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ήταν Δεκέμβριος και στα Χανιά για την τύχη του Βαρούχ, είχε χιονίσει.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Είχε φτάσει η παραμονή της εορτής των Χριστουγέννων.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Όλα τα σπίτια μαγειρεύανε και οι καπνοδόχες και των πιο φτωχών ακόμα κάπνιζαν και μοσχοβολήματα και κνίσσες έβγαιναν από παντού και μόνον το τζάκι του περιφρονημένου Ισραηλίτου ήταν δυο ημέρες τώρα σβυστό, για να μην ξανανάψη πλέον. Μόνον η στάχτη είχε μείνει στη γωνιά, για να θυμίζη παληά ωραία μαγειρεύματα, στην οικογένεια που τώρα πεινούσε!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Τα παιδιά του Βαρούχ έκλαιγαν κι&nbsp; εφώναζαν: -Θέλω ψωμί!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Πεινάω!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Οι φωνές αυτές σφάζαν του πατέρα τους την καρδιά και έκαναν τα μάτια του να τρέχουν σαν βρύσι.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μονάχα η γυναίκα του υπέφερε σιωπηλή και καρτερική τα μαρτύρια της φτώχειας.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ήταν ακριβώς το επόμενον έτος της ιστορίας που διηγηθήκαμε. Ο κόσμος έξω ήταν όλος στο πόδι και έτρεχε στην αγορά για να κάνη τα χριστουγεννιάτικα ψώνια του και μονάχα ο Μωυσής με τη φαμελιά του καθόταν κλεισμένος, πεινασμένος, δυστυχής. Έκλαιγαν τα μεγάλα τα παιδιά, έκλαιγε και το μικρό που θήλαζε, γιατί δεν είχε πειά γάλα το μητρικό το στήθος να του δώση. Ο Μωυσής καθόταν απέξω στο πεζούλι της αυλόπορτας, με το κεφάλι&nbsp; του χωμένο&nbsp; μέσα στα γόνατα, όταν μια κόττα, που την κυνηγούσε ένας σκύλος, εμπήκε τρομαγμένη από τη μισανοιγμένη πόρτα και χώθηκε κάτω από το κρεββάτι της ισογείου κάμαρης του Ισραηλίτου.</p>



<p class="wp-block-paragraph">……………………………………………………………………………………………………………………………</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η κόττα αυτή τον έβαλε σε μεγάλους πειρασμούς.</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Ο Θεός της έστειλε! Σκέφτηκε.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μια κόττα μπορούσε να σώση τη φαμελιά του, όπου πεινούσε.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μα πάλιν πως να την κρατήση; Θα έκανε έτσι κλοπή!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μια φωνή όμως μέσα του εφώναξε:</p>



<p class="wp-block-paragraph">-Τα παιδιά σου πεθαίνουν από την πείνα. Κύτταξε να τα σώσης όπως μπορείς!</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έτσι, επί τέλους, απεφάσισε να την κλέψη και την έκλεψε πράγματι.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η κλοπή όμως αυτή δεν άφινε ήσυχο τον τίμιο Βαρούχ. Η συνείδησίς του φώναζε!</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αλλά μήπως ήταν αυτή μονάχα η αμαρτία του;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μήπως και πέρυσι σαν αύριο, στο Ρέθυμνο, δεν εδέχθη ν’ αφήση τη θρησκεία των πατέρων του και να γίνη Χριστιανός; Μα ούτε κι αυτό δεν το έκανε. Και σκεφτόταν ότι, αν είχε γίνει πραγματικά χριστιανός, δεν θα έχανε τα δυο σπίτια του. Γι’ αυτό αποφάσισε να γίνη τώρα χριστιανός και να ξαναγίνη έτσι κύριος της κτηματικής του περιουσίας…</p>



<p class="wp-block-paragraph">Την εποχή εκείνη έκανε φοβερούς σεισμούς στην Κρήτη. Ο κόσμος που είχε τρομοκρατηθή, μη ξέροντας τι να κάνη, το έρριξε στην δεισιδαιμονία. Είχε επικρατήσει δηλαδή μια πρόληψις ότι, για να κατευνασθή η θεία οργή, έπρεπε να εκχριστιανίζεται κάθε χρόνο ένας Τούρκος ή Εβραίος. Όλους αυτούς τους νεοφωτίστους τους βάφτιζαν τα μέλη του οίκου Τσαγγαρόλα, που ήσαν τότε πολύ πλούσιοι.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έτσι κι ο Μωυσής Βαρούχ, που στην απελπισία του αποφάσισε πειά τελειωτικά να γίνη χριστιανός, κατέφυγε στους Τσαγγαρόλους, οι οποίοι ενθουσιασμένοι για το εύρημα και μαζύ με αυτούς και όλος ο λαός των Χανίων, δεν ήξεραν πως να περιποιηθούν τον Εβραίο. Τους ντύσανε λοιπόν λαμπρά φορέματα και άρχισε να τρέφη την οικογένειά του με φαγητά καλά και άφθονα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ενώ όμως όλοι στο σπίτι έτρωγαν, ο Βαρούχ ο φτωχός έμενε νηστικός, γιατί ήταν υποχρεωμένος με νηστείες και προσευχές μιας εβδομάδος να καθαρίση το κορμί του. Επειδή όμως δεν ήξερε άλλη γλώσσα από τα Ελληνικά, του ήταν αδύνατο να προφέρη τα Λατινικά, που οι Ενετικές Αρχές των Χανίων προσπαθούσαν να του μάθουν.</p>



<p class="wp-block-paragraph">………………………………………………………………………………………………………………………..</p>



<p class="wp-block-paragraph">Τέλος ήλθε και η μέρα του βαφτίσματος και αποφασίστηκε να πη το «Πιστεύω» ένα άλλος αντί του Βαρούχ. Τη στιγμή όμως που ο νεοφώτιστος ήταν μέσα στην κολυμβήθρα και ο λαός εφώναζε: «Χιλιόχρονος! Χιλιόχρονος!» «Να ζήσης να χαρής και τ’ όνομά σου!» «Καλορρίζικος ο Γαβδελεά!&#8230;» (έτσι τον ωνόμασαν), ένας τρομερός σεισμός ετάραξε την πόλι.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αμέσως όλη η εκκλησία άδειασε από ιερείς νουνούς, παρακουμπάρους, επισήμους και λαό.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο μόνος που έμεινε μέσα ήταν ο νεοφώτιστος Γαβδελεάς, πλέων ως το λαιμό μέσα στο πιθάρι, που χρησιμοποιήσανε για κολυμβήθρα του και τρέμοντας από το κρύο. Δεν μπορούσε να βγη ο φτωχός, γιατί δεν είχε ρούχα να φορέση.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έτσι έμεινε επί αρκετή ώρα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Απελπισμένος στο τέλος, εβγήκε, αλλά δεν εύρισκε τίποτε πουθενά να ρίξη επάνω του. Τότε τυλίχτηκε σ’ ένα σεντόνι και τράβηξε σαν φάντασμά, μισοπαγωμένος, για το σπίτι του.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ένα σπουδαίο ζήτημα όμως γεννήθηκε έπειτα: Αν δηλαδή ο Γαβδελεάς, τέως Μωυσής Βαρούχ, ήταν Εβραίος ή χριστιανός, γιατί δεν είχε τελειώσει το βάφτισμα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η Βενετία, της οποίας εζητήθη τότε η γνώμη, εκήρυξε το βάφτισμα του Βαρούχ αμφίβολον και άκυρον. Κι έτσι τα κτήματα του Ισραηλίτου έμειναν στην κυριότητα της Λατινικής Κοινότητος Χανίων.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Τα τελευταία του Βαρούχ ήσαν κακά και άσχημα. Όλοι τον απόπερναν και κανείς δεν τον ευσπλαχνιζόταν. Ο κόσμος τον αποκαλούσε ο «Εβραιοχριστιανός».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Όταν απέθανε, επειδή δεν έστεργαν ούτε οι Λατίνοι παπάδες να τον θάψουν, ως αβάφτιστο, ούτε ο Ραββίνος να τον ευλογήση, γιατί είχε αρνηθή την Ιουδαϊκή θρησκεία, τρεις Τουρκογύφτοι τον έρριξαν στη θάλασσα για να τον φάνε τα ψάρια…</p>



<p class="wp-block-paragraph">Από την ιστορία αυτή έμεινε στην Κρήτη η παροιμία: «Ούτε Μωυσής, ούτε Γοβδελεάς!»</p>



<p class="wp-block-paragraph">Και για την αντιγραφή</p>



<p class="wp-block-paragraph">ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΙΣ</p>



<p class="wp-block-paragraph"></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b7%ce%b1-%cf%81%ce%b5%ce%b8%ce%b5%ce%bc%ce%bd%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%b1/">ΜΙΑ ΠΑΛΗΑ ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b7%ce%b1-%cf%81%ce%b5%ce%b8%ce%b5%ce%bc%ce%bd%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
