ΠΡΩΤΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΕΦΑΝΟΓΙΑΝΝΗ – ΣΑΤΑΝΑ

(Αύγουστος – Νοέμβριος 1941)
ΚΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΔΡΑΜΟΥΝΤΑΝΗΣ – ΓΕΡΤΣΕΚΟΚΩΣΤΑΣ

Μετά τη μάχη και την κατάληψη της Κρήτης, από τους Γερμανοϊταλούς, ένας μεγάλος αριθμός Βρετανών, Αυστραλών, Νεοζηλανδών και λίγων Κυπρίων στρατιωτών περιφέρονταν στις νότιες ακτές του νησιού, αναζητώντας κάποιο μέσον που θα τους οδηγούσε στη Μέση Ανατολή. Οι Κρητικοί, τηρώντας τις πατροπαράδοτες παραδόσεις του τόπου τους, απέκρυψαν τους περιπλανώμενους στρατιώτες, μοιράστηκαν μαζί τους το λιγοστό φαγητό που διέθεταν, με κίνδυνο της ζωής τους αφού οι Γερμανικές διαταγές ήταν σαφείς. Όποιος παρέχει αρωγή στον εχθρό θα τιμωρείται με θάνατο, (έλεγε η διαταγή του Γερμανού Διοικητή Φρουρίου Κρήτης).
Το Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, γνώριζε από την πρώτη στιγμή ότι στην Κρήτη είχε απομείνει ένας μεγάλος αριθμός συμμάχων στρατιωτών. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν συγκεντρωθείς τη Μονή Πρέβελη στην Επαρχία Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης. Οι Βρετανοί αξιωματικοί από Κάιρο προσπαθούσαν να βρουν ένα τρόπο επαφής με την Κρήτη για να διασώσουν τους στρατιώτες τους. Αυτό επιτεύχθηκε την 26η Ιουλίου 1941 με το υποβρύχιο «Θράσερ» και τον Πλωτάρχη Φράνσις Πουλ.
…τη μέρα αυτή 26 Ιουλίου 1941 το πλήρωμα του υποβρυχίου Θράσερ, που περιέπλεε την ακτή του όρμου της Λίμνης όπου οι εκβολές του ποταμού Μέγα, (σημ: της περιοχής Πρέβελη), αντιλήφθηκε τα σήματα της ξηράς. Πλησίασε και αποβίβασε τον Πλωτάρχη του Βρετανικού ναυτικού Φράνσις Πουλ, ο οποίος μιλούσε Ελληνικά και είχε υπηρετήσει ως Υποπλοίαρχος Διοικητής της βάσεως ανεφοδιασμού υδροπλάνων της Ιμπέριαλ ερ Γουέις στην Ελούντα Κρήτης και είχε σταλεί από τις Ειδικές Υπηρεσίες ως αντιπρόσωπος της μονάδος 133, που είχε την ευθύνη για τα Βαλκάνια και τον καταγόμενο από τα Σφακιά Στρατή Λιπαράκη, γνώστη της περιοχής και μέλος της ίδιας οργάνωσης. Αυτοί οι δύο πήγαν από την ακτή με πολλές προφυλάξεις στη Μονή Πρέβελη όπου συνάντησαν τον Ηγούμενο Αγαθάγγελο Λαγουβάρδο και τον Ιερομόναχο Διονύσιο Σταφυλάκη…
Για την συνάντηση Στεφανογιάννη – Σατανά και κατόπιν Σατανά – Φράνσις Πουλ, πληροφορίες αντλούμε από τα ανέκδοτα απομνημονεύματα του Δημήτρη Λεμονάκη, ανιψιού του Καπετάν Αντώνη Γρηγοράκη – Σατανά. Στη διήγηση του Δημήτρη Λεμονάκη καταδεικνύεται και ο ρόλος του Κώστα Δραμουντάνη – Γερτσεκόκωστα, ανιψιού του Γιάννη Δραμουντάνη – Στεφανογιάννη:
…Αύγουστος μήνας 1941 ήρθε ο αγγελιοφόρος του Ιωάννη Δραμουντάνη Στεφανογιάννη από τα Ανώγεια Μυλοποτάμου, ο Κωνσταντίνος Δραμουντάνης, (σημ: Γερτσεκόκωστας), εις το σπίτι μου στο Κρουσώνα και μου λέει, ότι έχω μια επιστοή για το θείο σου το Σατανά και πρέπει να του την δώσω στο χέρι. Φύγαμε αμέσως για το λιμέρι μαζί με τον κομιστή της επιστολής Κώστα Δραμουντάνη. Διαβάζοντας την επιστολή ο Σατανάς με πολύ λίγα λόγια, του λέει. Αγαπητές Σύντεκνε μόλις λάβεις την επιστολή μου αυτή να έλθεις το συντομότερο προς συνάντησή μου όπυο είναι μεγάλη ανάγκη. Πράγματι φύγαμε αμέσως με κατεύθυνση προς τα Ανώγεια με τα παρακάτω πρόσωπα Αντώνιο Γρηγοράκη ή Σατανά, Γρηγόριο Νικάκη, Ιωάννη Ανδρεαδάκη, ο γράφων αυτές τις γραμμές Δημήτριος Λεμονάκης και ο αγγελιοφόρος Κώστας Δραμουντάνης. Πρωτού όμως προχωρήσω στην εξιστόρισή μου για να συναντήσωμε τον Στεφανογιάννη, πρέπει να γυρίσω λίγο πίσω για να δώσω λίγο φως εις τον ιστορικό του μέλλοντος, πως και τι είχε συμβεί προηγουμένως και εβγήκα προς αναζήτηση του Σατανά. Μετά την κατάληψη της κρήτης από τους Γερμανούς, οι Σύμμαχοι δεν κάθησαν με σταυρωμένα τα χέρια, προσπαθούσαν να έλθουν σε επαφή με το Νησί όπςω τελικά το πέτυχαν με υποβρύχια, από το ιστορικό Μοναστήρι της Ιεράς Μονής Πρέβελη με ένα πλωτάρχη του Βασιλικού Ναυτικού της Αγγλίας ονόματι Φράνσις Πουλ. Η Αγγλική κατασκοπία είχε πληροφορηθεί ότι πολλές εκατοντάδες είχαν διαφύγει την αιχμαλωσία όπως και πολλοί άλλοι Άγγλοι στρατιωτικοί είχαν δραπετεύσει από τα διάφορα στρατόπεδα αιχμαλώτων. Όλοι αυτοί κρύβονταν στα βουνά και πολύ περισσότερον στις ακτές περιμένοντας μήπως βρουν τρόπο για να φύγουν στη Μέση Ανατολή. Μεταξύ τώρα όλων αυτών των αναζητήσεων περισσότερο βάρος έδιναν στην ανεύρεση του Λοχαγού Τζων Πελντέμπουρη. Αφού έσβυσε κάθε ελπίδα για την ανεύρεσή του, κάποιος δικός τους στρατιώτης τους είπε ότι τον Πελντέμπουρη τον είδαν την τελευταία μέρα που έγινε η κατάληψη της πόλης Ηρακλείου να μάχεται μαζί με το σατανά έξω από τα τείχη της πόλεως εις την θέση Χανιόπορτα. Σταμάτησαν την αναζήτηση του Πελντέμπουρη και άρχισαν να αναζητούν το Σατανά μήπως αυτός ξέρει τίποτε για την τύχη του. Αφού δεν μπόρεσαν να βρουν και το Σατανά, κάποιος Αμαργιώτης είπε εις τον Ηγούμενο της Μονής Πρέβελη με το όνομα Αγαθάγγελος Λαγουβάρδος, ότι μόνο ο Στεφανογιάννης από τα Ανώγεια μπορεί να ξέρει το λημέρι του σατανά. Ύστερα από αυτή ην πληροφορία που είχε πάρει ο Ηγούμενος Λαγουβάρδος στέλνει επιστολή με αγγελιοφόρο στα Ανώγεια του Στεφανογιάννη και του λέει μέσα για την επείγουσα ανεύρεση του Σατανά διότι ο Πουλ όπου του άφησε οδηγίες φεύγοντας από τη Μονή με όσους στρατιώτες μπόρεσε να πάρει, ότι επανέρχομαι μετά τρεις ημέρες και πρέπει ο Σατανάς να είναι εδώ. Και προχωρώ τώρα στο σημείο που εσταμάτησα και γύρισα πίσω για λίγο στη συνάντηση Σατανά με Στεφανογιάννη. Άμα φθάσαμε στο σπίτι του Στεφανογιάννη στα Ανώγεια, βγάζει την επιστολή του Ηγούμενου και του τη διαβάζει και εν συνεχεία του λέει ότι ο άνθρωπος που θα σας συνοδεύσει θα σας περιμένει εις την Ιερά Μονή Αρκαδίου. Θα του ζητήσετε να σας φέρει σε επαφή ο καλόγερος γαβριήλ Κλάδος. Χωρίς καμιά άλλη καθυστέρηση εις τα Ανώγεια συνεχίσαμε την πορεία μας με κατεύθυνση προς τη Μονή Αρκαδίου, όλοι αυτοί που ανέφερα παραπάνω πλην του Κώστα Δραμουντάνη. Αλλά ακολούθησε μαζί μας ο Στρατηγός Ζουδιανός και ένας Χαριτάκης που ήταν στο σπίτι του Στεφανογιάννη όταν εμείς πήγαμε. Φθάσαμε στη Μονή Αρκαδίου. Μας παρέλαβε ο καλόγερος Γαβριήλ Κλάδος και μας πήγε στο χωριό Αποστόλους και μας παρέδωσε στον αδελφό του Ηγούμενου της Μονής Πρέβελη Λαγουβάρδο. Εις το σημείο δε όπου περίπου επεριμέναμε να έλθει το υποβρύχιο εκεί κοντά στη Μονή ήταν πάρα πολλά άτομα Άγγλοι και Έλληνες ίσως και διακόσια άτομα. Περίμεναν σε διάφορα σημεία με τη σκέψη ότι ίσως μπορέσουν να φύγουν. Μεταξύ αυτών ήταν ο καπετάν Πετρακογιώργης. Κατά την ενάτη νυκτερινή ώρα επλησίασε το σκάφος εκεί που είμαστε συγκεντρωμένοι. Ο καπετάνιος του σκάφους Πλωτάρχης Πουλ πρωτού ρίξουν την λαστιχένια βάρκα είπε. Μην τρέχετε και πέσετε μαζεμένοι στη βάρκα, διότι έχω διαταγή να πάρω μόνο το σατανά από το Στρατηγείο και όσους Άγγλους στρατιώτες είναι εδώ και μην ανησυχείτε διότι οι αποστολές αυτές θα συνεχισθούν και σιγά σιγά θα τους πάρωμε κάτω όλους τους κυνηγημένους από τους Γερμανούς.,..
Η κόρη του Κώστα Δραμουντάνη – Γερτσεκόκωστα, Νίκη Δραμουντάνη – Σκουλά θυμάται: …εφέρνανε όπλα στο σπίτι μας και η μάνα μου τα’ στελνε στο λημέρι απάνω. Ένα βράδυ εγίνηκενε μπλόκο. Είχανε μπλοκάρει οι Γερμανοί το χωριό και φωνάζει του Στεφανογιάννη η γυναίκα, η Χαρίκλεια, τση μάνας μου:
– Ζηνιώ, Γερμανοί!!!
Το σπίτι μας γεμάτο όπλα. Είχανε φέρει δυο φορτία όπλα. Έβαλε όσα όπλα μπόριε στη ράχη τση κι ένα τσουβάλι σφαίρες κι απόις έβαλε ένα καπότο από πάνω. Μόλις επόρισενε μόνο που δεν εδώκανε κούτελο με τη Γερμανούς κι αρχινά αυτή και έτρεχενε. Μας έλεγε μετά ότι εκάνανε τα πόδια μου φτερά, δεν ξέρω κι εγώ πως έτρεχα. Εγκρεμίστηκε σε κάμποσους διαμάκους και έχωσε τα όπλα σ’ ένα δάμακα μέσα κι είχανε αγκινάρες κι έκοβε αγκιναρόφυλλα με τα χέρια και σκέπασε τα όπλα κι απόις φεύγει. Κι όταν εξετρύπησενε κι εμπήκε μέσα στο χωριό ν’ αλλάξει, γιατί επήενε αλάργο να μη τηνε πάρουνε χαμπάρι, τηνε θωρούνε οι γερμανοί και την αρχινούνε στο ξύλο. Και τση λέγανε:
– Κακό τσιβίλι, πού ήσουνε:
Κι αυτή λέει:
– Πήγα να κάνω νερό μου, μα δεν εμπόριενε να τόνε πει και κουκούβισενε. Πάει και τση βροντά ένας με το υποκόπανο μια. Μετά πάει στο σπίτι αλλά έχει μέσα αυτόματα, έχει κι άλλα όπλα,. Δεν είχανε μπει οι Γερμανοί να κάνουνε έλεγχο. Παίρνει τα υπόλοιπα. Δεν είχε περιθώριο να πάει σε αλάργο μέρος και μπαίνει εκιά μέσα στο χωριό στα οικόπεδα, τα Σόχωρα που λέμεν μεις και χάλασε τράφους και τα ‘ ριξενε μέσα κι απόις τα σκέπασε. Τα όπλα τα’ φερνε στο σπίτι μας ο Στεφανογιάννη, το δικό μας και του Στεφανοζάχαρη το σπίτι ήτονε δίπλα δίπλα. Μια αυλή ήτανε αυτά τα σπίτια. Του πατέρα μου δεν τα’ άρεσε να μιλεί για τη Κατοχή. Έχει πάρει και μετάλλιο και το’ χει η αδελφή μου στο Βουρβουλίτη…
Στις 28 Ιουλίου ο Φράνσις Πουλ απέστειλε στηη Μέση Ανατολή με το υποβρύχιο «Θράσερ» την πρώτη αποστολή συμμάχων στρατιωτών(73) που παρέμεναν στην Κρήτη. Ο ίδιος ο Πουλ δεν αναχώρησε μαζί τους αλλά κατευθύνθηκε στο Αμάρι. Σκοπός του ήταν να μάθει για την τύχη του Πεντλέμπουρυ και να συναντήσει τον Αντώνη Γρηγοράκη ή Σατανά. Τα κατάφερε, όπως ανέφερα και πιο πάνω, με την βοήθεια του Γιάννη Δραμουντάνη – Στεφανογιάννη και του αγγελιοφόρου Κώστα Δραμουντάνη – Γερτσεκόκωστα.
Στις 20 Αυγούστου 1941 το Βρετανικό υποβρύχιο «Τόρμπεϋ» παρέλαβε 122 Βρετανούς στρατιώτες και τον Αντώνη Γρηγοράκη ή Σατανά. Ήταν η δεύτερη αποστολή Βρετανών στρατιωτών από την Κρήτη στη Μέση Ανατολή. Ο Αντώνης Γρηγοράκης επέστρεψε στην κρήτη τον Οκτώβριο του 1941. Μαζί του ήλθαν ο Βρετανός Λοχαγός Τζακ Σμιθ Χιουζ με σταθμό ασυρμάτου και ασυρματιστή τον Βρετανό Λοχία Ραλφ Στόκμπριτζ. Οι Βρετανοί κατευθύνθηκαν στον Αχεντριά και ο Αντώνης Γρηγοράκης – Σατανάς στο χωριό του τον Κρουσώνα. Από το χωριό του κάλεσε σε σύσκεψη τους Αρχηγούς Μανόλη Μπαντουβά, Πετρακογιώργη και Στεφανογιάννη στο σπίτι του Καπετάν Μανόλη τις Άνω Ασίτες. Αυτή ήταν η δεύτερη συνάντηση Στεφανογιάννη – Σατανά (και η πρώτη των τεσσάρων αρχηγών Μπαντουβά – Πετρακογιώργη – Σατανά – Στεφανογιάννη) την οποία και πάλι μας περιγράφει ο Δημήτρης Λεμονάκης στα χειρόγραφά του: …ύστερα από τρεις μέρες της αφίξεως του Σατανά στην γενέτειρά του Κρουσώνα μου έκανε επιστολή την οποία επήρα και επήγα εις τον Αχεντριά στη θέση που ήταν ο ασύρματος. Μετά την επιστροφή μου, κρατώντας βέβαια και απάντηση από τον ασύρματο, με έστειλε εις τον Καπετάν Μανόλη Μπαντουβά με μιαν επιστολή στην οποία του προσδιόριζε το επόμενο βράδυ συνάντηση εις το σπίτι του στις Άνω Ασίτες, Συνάμα δε του λέει στην επιστολή να στείλει δικό του αγγελιοφόρο να ειδοποιήσει και τον Καπετάν Πετρακογιώργη να έλθει κι αυτός εις το προσδιορισθέν σημείο στις Άνω Ασίτες, Μου έδωσε εν συνεχεία και άλλη επιστολή να πάω εις τα Ανώγεια, Στεφανογιάννης, Νικόλαος Σταυρακάκης και εγώ σε μια τοποθεσί αμεταξύ Κρουσανιώτικα και Ασιθιανά βουνά ξεπορίζοντας το φαράγγι του Χαλασά, μου λέει ο Στεφανογιάννης. Εμείς Μήτσο μαζί με το Νίκο θα πάμε από εδώ όπου κοντεύει ο δρόμος κατ’ ευθείαν και πήγαινε εσύ ειδοποίησε τον Σύντεκνο το Σατανά και να έλθετε. Πήγαμε εις το σπίτι του Μπαντουβομανώλη: Σατανάς, Ιωάννης Ανδρεαδάκης, Γρηγόριος Νικάκης, Δημήτριος Λεμονάκης και Εμμανουήλ Λεμονάκης ( ο οποίος εξετελέσθη αργότερα από τους Γερμανούς).
Εις το σπίτι του καπετάν Μανώλη ήταν φτασμένοι όλοι οι προσκεκλημένοι και μαζί με τον Πετρακογιώργη ήσαν και ο Βεϊσομανώλης και ο Εμμανουήλ Σκουλάς.
Προηγήθηκε λίγο καλαμπούρι για λίγη ώρα και μετά άρχισε ο Σατανάς να λέει, για ποιο σκοπό συγκεντρώθηκαν. Το Γενικό Επιτελείο των συμμάχων εν συννενοήσει και με την Ελληνική κυβέρνηση με έστειλε πίσω. Έφερα μαζί μου και ένα ασύρματο με δύο Άγγλους Αξιωματικούς τους οποίους ετοποθέτησα εις την περιφέρεια του Αχεντριά με την φροντίδα του ταγματάρχη Φιλιππάκη να τους τροφοδοτεί και οι αγγελιοφόροι που θα στέλνομε, πρώτα θα συναντούν το Φιλιππάκη και αυτός θα τους κατευθύνει στη θέση του ασυρμάτου. Μου δώσανε τις εξής οδηγίες. Να οργανώσομε την Εθνική Αντίσταση, να κάνωμε ορισμένες εμφανίσεις και σαμποτάζ κατά διαστήματα για να δημιουργήσωμε εντυπώσεις εις τον εχθρό κατοχής όσο είναι δυνατόν να απασχολήσει δυνάμεις απάνω στο νησί όπου θα της στερηθεί από το Μέτωπο της Μέσης Ανατολής όπου τις έχει ανάγκη. Συγκεντρωθήκαμε λοιπόν εδώ να αποφασίσωμε και να κάνωμε γράμμα αφού όλοι το υπογράψομε και να το στείλομε αμέσως εις τον ασύρματο να λάβουν γνώση το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής και η Ελληνική Κυβέρνηση. Συζητούσαμε περίπου μέχρι την 12ην νυχτερινή και τέλος έγραψε το γράμμα ο Νικόλαος Σταυρακάκης υπαγορεύοντας όλοι οι Καπεταναίοι.
Το γράμμα εν περιλήψει έλεγε: Δεχόμαστε εις όλα εκείνα όπου μας προτείνετε, είμαστε όλα τα Αρχηγεία εις το πλευρό των Συμμάχων και εν συνεχεία λένε ότι κατανέμομεν τον τόπον εις τομείς. Ο μεν Σατανάς αναλαμβάνει τον 1ον τομέα το μαλεβύζι και την πόλη του Ηρακλείου, ο δε Μπαντουβομανώλης τον 2ο τομέα της επαρχίας Τεμένους και Μονοφατσίου, ο Πετρακογιώργης όλη την περιφέρεια της Μεσσαράς και ο Στεφανογιάννης το Μυλοπόταμο και εν συνεχεία προς το Ρέθυμνο, Για τις άλλες περιφέρειες της Κρήτης θα γινότανε το ίδιο μόλις θα βρισκότανε τα κατάλληλα πρόσωπα. Αυτά περίπου έλεγε η επιστολή. Την υπέγραψαν: Σατανάς, Μπαντουβομανώλης, Πετρακογιώργης, Στεφανογιάννης και ο Νικόλαος Σταυρακάκης ως Γραμματέας.
Την έδωσαν εις τον σύνδεσμο Δημήτριο Λεμονάκη την οποία έβαλε εις το καλάμι του στιβανιού (υποδήματός του) χρησιμοποιώντας τούτο ως τσάντα. Λόγω του επικίνδυνου της αποστολής αυτής μου έδωσαν και ένα σύντροφο τον Εμμανουήλ Στρατάκη ή Βοριζανό και εφύγαμε προς τον ασύρματο με την εντολή να σταλεί η επιστολή στο Κάιρο και να περιμένομε να πάρομε απάντηση από το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Από εδώ ξεκινά η δεύτερη φάση του Αγώνα για την οργάνωση της Ενικής Αντίστασης, μετά την Μάχη της Κρήτης.
Γυρίσαμε πίσω οι σύνδεσμοι Λεμονάκης και Στρατάκης την επομένη κατά τις δύο μετά τα μεσάνυχτα κομίζοντας και το γράμμα του Λοχαγού Σμιθ Χιουζ. Έφυγαν οι Αρχηγοί καθένας προς τη μεριά του και αρχίζοντας το έργο τους για τν οργάνωση όπου εντός του πρώτου δεκαημέρου όλα τα Αρχηγεία είχαν συγκεντρώσει τα άτομα που έπρεπε να έχει κάθε ομάδα, αλλά λόγω του δύσκολου της τροφοδοσίας τους περιορίστηκε κατ’ αρχή η κάθε ομάδα από 20-30 άτομα. Πάντα βέβαια με καθημερινή επαφή όλα τα Αρχηγεία μέσω των συνδέσμων τους, και το κάθε Αρχηγείο έστελνε και τον σύνδεσμόν του με τις ανάλογες πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει, προς τη θέση όπου είχε τοποθετηθεί ο ασύρματος…
Το άρθρο είναι προδημοσίευση από το βιβλίο του Γιώργου Καλογεράκη: «Γιάννης Δραμουντάνης – Στεφανογιάννης. Το μετέωρο βήμα της Λευτεριάς και του Θανάτου».

Αφήστε μια απάντηση